Ζωή Μπέλλα-Αρμάου

Δημήτρη Αρμάου Αναμνήσ(ε)ις : Δύο Τεκμήρια

*

Ὁ βιβλιάνθρωπος τοῦ τελευταίου θρανίου

Ἀπὸ τὴ μία τὰ κολλυβογράμματα, ἡ κάκιστη ὀρθογραφία, οἱ παρατονισμοί, οἱ συντακτικὲς ἀσυνέπειες καὶ οἱ νοηματικὲς ἀσυνέχειες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸ τὸ κόκκινο μελάνι στὸν τίτλο καὶ στὸν εὐθὺ λόγο τοῦ πατέρα, μὲ ἐμφανῆ τὴν λαϊκὴ προφορικότητα. «Τὸ παιδὶ καὶ τὸ παιδί», «τὸ παιδοπουλόπουλον». Κάπου στὴ δεκαετία τοῦ ’60, κάπου στὸ Δημοτικό σχολεῖο, ὁ τὰ κοντὰ παντελόνια ἐνδυόμενος Δημήτρης γράφει γιὰ τὴν καθημερινὴ ζωὴ τοῦ πατέρα του, κεντράροντας (ἢ ὅπως θὰ ἔλεγε ἀργότερα «κεντρώνοντας», λὲς κι’ εἶναι ξεραμένη ἀμυγδαλιὰ) τὴ λέξη ποὺ γύριζε στὴν ἀπὸ κάτω ἀράδα τοῦ τίτλου (τὸ γερμανικὸ ποὺ λίγα ἢ πολλὰ χρόνια μετὰ θὰ μάθαινε ἀπὸ τοὺς πρωτομάστορες δασκάλους του).

Κι’ ἀγάπαγε (ποὺ λέμε στὸ Δημοτικὸ) κάποιαν Ἄντα (ἢ κάτι τέτοιο), ποὺ ἦταν καλὴ μαθήτρια, κι’ αὐτὸς σκράπας, ὅλο στὸ παιχνίδι ὁ νοῦς του, στὶς μπάλες καὶ τὰ τσέρκια, στὶς πορεῖες καὶ τὸ ξύλο τοῖς κείνων ρήμασι παιδείας πειθομένων. Κι’ ὀ δάσκαλος τοῦ εἶπε μιὰ μέρα: «Δημήτρη, ἀφοῦ τὰ παίρνεις τὰ ρημάδια, γιατί εἶσαι τεμπελάκος; Δὲν βλέπεις τὴ φίλη σου; Θὰ ἀποτύχεις στὶς ἐξετάσεις». Κι’ αὐτὸς ἔπιασε χαρτὶ καὶ μολύβι κι’ ἔμαθε τὰ γράμματα. Κι’ ἄφησε πίσω τὰ κολλυβογράμματα καὶ τὶς ἀνορθογραφίες, καὶ πέρασε πρῶτος στὶς ἐξετάσεις. Κι’ ἀργότερα βρέθηκε σ’ ἕνα βιβλιοπωλεῖο καὶ τοῦ χάρισε ὁ βιβλιοπώλης τὸν Σκαρίμπα, μιᾶς καὶ δὲν “τὰ εἶχε” γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσει. Κι’ ἄλλα πολλὰ καὶ τί νὰ λέμε τώρα… Ἀπὸ Δημητράκης ἔγινε Δημήτρης, γιὰ τοὺς φίλους Μῆτσος, γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες Δημήτρης Ἀρμάος. Κι’ ἀγάπησε τὰ βιβλία. (περισσότερα…)

Ο Ποιητής ανάμεσα στο Μύθο και το Μήνυμα

Συμβολή στην ερμηνεία του Οιδίποδα Τύραννου[1]

της ΖΩΗΣ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ

…χαριέντως δὲ  Τ ύ ρ α ν ν ο ν  ἅπαντες αὐτὸν
ἐπιγράφουσιν, ὡς ἐξέχοντα πάσης τῆς
Σοφοκλέους ποιήσεως…

Οι Αλεξανδρινοι (Cod. Laurentianus 32, 9)

O Οιδίπoυς Τύραννος διατηρεί αδιάκοπα ανοιχτό τον διάλογο γύρω από το κείμενο και τις καλλιτεχνικές του σκοπιμότητες.[2] Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα εκθέσω, μερικούς συλλογισμούς, πρώτα σ᾿ επίπεδο κοινωνικού υποστρώματος (κοινωνικών «όρων», τους οποίους η τραγωδία προϋποθέτει), κι έπειτα θα μείνω σε ορισμένες «κορυφώσεις» του.[3]

(περισσότερα…)

«Λουκής Λάρας»: Διάλογος με την κριτική

Δημητρίου Βικέλα Λουκῆς Λάρας :

Διάλογος μὲ τὴν κριτική[1]

τῆς ΖΩΗΣ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ

Εἰσαγωγικά

Ὁ Δημήτριος Βικέλας (1835-1908) ἔγραψε τὸν Λουκῆ Λάρα στὸ Παρίσι στὶς ἀρχὲς τοῦ 1879 καὶ ἔστειλε τὸ ἔργο γιὰ δημοσίευση στὴν Ἀθήνα, στὸ περ. Ἑστία, ὅπου καὶ δημοσιεύτηκε σὲ 10 συνέχειες.[2] Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ προκάλεσε μεγάλο ἐνδιαφέρον στοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων – κατὰ τὴν πληροφορία μάλιστα τοῦ Γρ. Ξενόπουλου, τὸ διήγημα ἀνεγνώσθη ἀπλήστως.[3] Σχεδὸν ὅλοι οἱ σημαντικότεροι κριτικοὶ ἔγραψαν γι᾿ αὐτό, πότε σχόλια ἐξυμνητικά, πότε ἐπιφυλάξεις ἢ καὶ ἀπορριπτικὲς κρίσεις.

(περισσότερα…)