ελληνική ποίηση

Του ουρανού και της Γης, λοιπόν

Τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς λοιπόν.

~.~

Θάνος Γιαννούδης, Τοῦ ουρανού και της Γης, εκδ. Βακχικόν, 2019.

του ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗ

Ὑπὸ τὸν τίτλο αὐτὸ συστεγάζονται τὰ ποιήματα ὄχι μιᾶς, μὰ πέντε ὁλάκερων ποιητικών συλλογῶν ποὺ συνεκδίδονται σὲ κοινὸ βιβλίο, κοντολογὶς ὅλη ἡ ποιητικὴ παραγωγὴ τοῦ Γιαννούδη ἀπὸ τὸ 2015 καὶ δῶθε, παραγωγὴ ἐντυπωσιασκὴ σὲ ῥυθμὸ ἂν ἀναλογιστῇ κανεὶς πὼς οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ἀντιστοιχεῖ μία συλλογὴ ἀνὰ ἔτος γιὰ μιὰ τετραετία. Νὰ παρουσιάζῃς λοιπὸν τὴν ἔκδοσι αὐτὴ σημαίνει τελικὰ νὰ παρουσιάζῃς ὅλη σχεδὸν τὴν ποίησι τοῦ Γιαννούδη.

(περισσότερα…)

Λεκτική πληθωρικότητα και λυρισμός

Για την ποιητική συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Του ουρανού και της Γης

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Του ουρανού και της Γης
εκδ. Βακχικόν, 2019.

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΔΗΜΟΥ

Η πρώτη, προσωπική ποιητική συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν», φέρει τον προσιδιάζοντα στη δημοτική ποίηση τίτλο Του ουρανού και της γης, έναν τίτλο στον οποίο μπορεί κανείς να προσδώσει πολλές και ποικίλες ερμηνείες και, έτσι, να διαμορφώσει και τις αντίστοιχες προσδοκίες για το περιεχόμενο του βιβλίου. Η φράση αυτή θα μπορούσε να αναφέρεται, για παράδειγμα, στα ίδια τα ποιήματα και στη διάκρισή τους σε υψηλόφωνα, σε ποιήματα «του ουρανού», και χαμηλόφωνα, σε ποιήματα «της γης», ή ακόμα και στον ίδιο τον δημιουργό που, σαν άλλος Ποιητής «ουρανού και γης», πλάθει με τους στίχους του, όχι τον κόσμο, αλλά το απείκασμά του, την αντανάκλασή του πάνω στην ποιητική συνείδηση και πρόσληψη.

Πρόκειται για μία συγκεντρωτική έκδοση που περιλαμβάνει ποιήματα πέντε επιμέρους συλλογών της περιόδου 2015 – 2019, πολλά από τα οποία δημοσιεύθηκαν κατά καιρούς στο διαδίκτυο. Το σύνολο των ποιημάτων είναι έμμετρα, γραμμένα σε φόρμα και αυτή η συνειδητή επιλογή του ποιητή, αποτελεί και ένα είδος θεωρητικής κατάθεσης και απολογίας του πάνω στο θέμα αυτό, στον προσανατολισμό δηλαδή που πρέπει να έχει η σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Η συλλογή ανοίγει με ένα παντούμ με το οποίο ο Γιαννούδης καταθέτει τις σκέψεις του για τον νέο κόσμο και για τη θέση του ίδιου μέσα σε αυτόν. Η διάθεσή του είναι μελαγχολική και απαισιόδοξη αλλά, τη στιγμή ακριβώς που φτάνει στο σημείο να ακυρώσει και να καταδικάσει και τον κόσμο και τον εαυτό του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή βρίσκει το νόημα της ύπαρξής του στο αγαπημένο πρόσωπο, στον έρωτα και στην αγάπη: Χαίρε, φύσημα της πλαστουργού πνοής, / νιότης όνειρα που μοιάζετε σαν ξένα / σαν δεν βρίσκεις πια ένα νόημα ζωής / – αν υπάρχω στη ζωή, είναι για σένα… («Παντούμ για τον νέο κόσμο»).

(περισσότερα…)

Αφανών γυναικών ιστορίες

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με την έκτη κατά σειρά ποιητική κατάθεσή του Αφανών γυναικών (Γαβριηλίδης 2019), ο πολυσχιδής Ξάνθος Μαϊντάς συγκροτεί έναν πολυσήμαντο και βαθύ ποιητικό, αλλά και εσωτερικό-υπαρξιακό χώρο. Το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο αποτελεί, κατά την άποψή μου, μια σύνοψη ιδεών που αναπηδούν από ιδιαίτερα, προσωπικά, αλλά και συλλογικά βιώματα ερωτισμού και απώλειας και συμπυκνώνουν αισθητικά όχι μόνο τη συναισθηματική και καλλιτεχνική ωρίμανση του ποιητή και δοκιμιογράφου, αλλά και μια γενικότερη θέαση, δηλωτική της ανθρώπινης περιπέτειας. (περισσότερα…)

Ἡ Ἰχθυοσαυρική Ρήγαινα τῆς Νάσας Παταπίου, ἄλλως: Ἡ διφυής ἀθανασία χειρογράφων τε καί ποιημάτων

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Νάσα Παταπίου, Μελουζίνης ενώτια ή Η ωραία που έρχεται, Καστανιώτης, 2019

Eὐθύς ἐξαρχῆς θέλω νά πῶ ὅτι τό κυρίαρχο σύμβολο τῆς Ἰχθυοσαυρικῆς Κόρης πού βλέπω να ἐκδιπλώνεται σέ ὁλόκληρη τή συλλογή τῆς Νάσας Παταπίου, ἀποτελεῖ τόν συνδετικό ἱστό τεσσάρων διαφορετικῶν ἐπιπέδων:  ἱστορικό,  κοινωνικό,  ὑπεριστορικό καί ὑπερφυσικό. Ὡστόσο, δέν ἀποτελεῖ  «συνδετικό ἱστό» μόνο. Ἐλπίζω πώς στή συνέχεια θά δείξω γιατί. (περισσότερα…)

Έρινα Χαραλάμπους, Δύο ποιήματα

ants

 

Μια αναστάτωση ανεπαίσθητη

Είναι μια αρμαθιά λιμπούροι στο αίθριο της Βουλής.
Κατέλαβαν συθέμελα το κτίριο.
Αναρριχώνται στους ορόφους.
Τρυπώνουν ανεμπόδιστα στα δώματα,
πίσω από τα καλώδια,
μέσα από τους σωλήνες.
Διαπερνούν πουκάμισα και νόμους.
Ανήκουστα και νοερά ψελλίζουν
πρόνοιες, άρθρα, επιφυλάξεις,
μυστικά.
Μα, δεν τους κρώννεται κανείς.
Κι ας είναι μια αρμαθιά λιμπούροι στο αίθριο της Βουλής.

Λίμπουρος: μερμήγκι
Κρώννουμαι: ακούω, πείθομαι

~ . ~

Σημεία πήξης

Να βάζεις μια άνω τελεία στη σκέψη και
μία τελεία στη βούληση  ̶
ενίοτε διπλή.
Τα ερωτηματικά στο βήμα και
τα θαυμαστικά στην ημερήσια διάταξη.
Να καταθέτεις τα αποσιωπητικά στην πυρά.
Οι παύλες χρήσιμες  ̶
κυρίως αυτές που προϋποθέτουν την ανάπαυλα της μνήμης.
Λιγότερο σημαντικές οι διπλές
̶ ανούσιες ̶
τα κόμματα εξυπηρετούν ποικιλοτρόπως.
Τα εισαγωγικά να εκφωνείς με στόμφο,
μεγαλόφωνα.
Τις παρενθέσεις μόνο,
αυτές κυρίως να φοβάσαι  ̶
εάν κι εφόσον ανοίξουν τις φτερούγες τους,
σε μεταφέρουν ανυπάκουα αυτοτελώς
στον πλανήτη των μεγάλων αντιφάσεων
στη χώρα των γενναίων ψευδαισθήσεων
του ανύπαρκτου της τήξης
(στις παρενθέσεις δεν χωράνε αναστολές).

~ . ~

Η Έρινα Χαραλάμπους ζει και εργάζεται στη Λευκωσία.

Γιώργος Παπασταθόπουλος, Τρία σονέτα

 

ΤΑ ΚΟΛΙΜΠΡΙ

Σκάβουνε το χαράκωμα οι φαντάροι
για να προφυλαχθούν απ’ τον εχθρό,
έξω πετούν το χώμα με το φτυάρι
γύρω απ’ το χαράκωμα σωρό! (περισσότερα…)

«Μιλώ ελεύθερα όταν μιλώ για μένα»

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Ευγενία Βάγια,
Μικρή Χιροσίμα,
Μελάνι, 2019

497765Ένα από τα καλά βιβλία που ήρθε στα χέρια μου τις τελευταίες μέρες, αν και εκδοθέν το 2019, είναι η Μικρή Χιροσίμα της Ευγενίας Βάγια, δεύτερο στην παραγωγή της, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου. Μινιμαλιστική ελεύθερη φόρμα, εσωστρεφώς υπαρξιακό, ελλειπτικό νόημα και στις ευτυχείς στιγμές αφοριστικά πυκνό. Ο προνομιακός της ποίησης χώρος: ο άνθρωπος στην αναμέτρηση με τις καταστροφές της ύπαρξης και της συνύπαρξης. (περισσότερα…)

O Κώστας Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε… ή Το ολίσθημα ενός δασκάλου

697975_Ο_Κώστας_Καρυωτάκης_νεκρός_στο_Βαθύ_Πρέβεζας_-1928-_D_1_1

 

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Ἂς θυμηθοῦμε  μιὰ καίρια παραίνεση τοῦ Γ.Π. Σαββίδη στὸ φιλολογικὸ δοκίμιο τοῦ 1972 «Ὁ Καρυωτάκης ἀνάμεσά μας»:

[…] Καιρὸς νὰ πάψει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ σπειροχαίτη τοῦ Καρυωτάκη […] καὶ ἀκόμη λιγότερο ἡ αὐτοκτονία του […], καὶ νὰ στραφοῦμε πρὸς τὰ ποιήματα καὶ τὰ πεζογραφήματά του – σὰν νὰ τὸν εἶχε κόψει τὸ πράσινο τρὰμ δίπλα στὸ πατρικό του στὴν ὁδὸ Πειραιῶς. [1]

Ὁ Σαββίδης συμβουλεύει περισσότερο τὸν ἑαυτό του, ἂν καὶ εἶναι βέβαιος ὅτι στὸ τέλος θὰ ἐνδώσει πρῶτος καὶ καλύτερος σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιδημικὴ νόσο, τὴ φιλολογικὴ νεκροτόμηση, δηλαδὴ σκύλευση, ἑνὸς ἄτυχου πτώματος. (περισσότερα…)

Ναι, οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα

pikrodafnes

του ΑΝΤΗ ΡΟΔΙΤΗ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη,
Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα,
Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

Το σκεφτόμουν συχνά ή μάλλον περισσότερο το ένιωθα παρά το έβαζα σε λέξεις. Ότι τριάντα χρόνια όνειρα να επιστρέψουμε στους αγαπημένους και απαγορευμένους τόπους, ήταν όνειρα επιστροφής στον χρόνο παρά στον τόπο. Εκείνο το συναίσθημα έγινε θύελλα βουβής θλίψης όταν μπορούσαμε πια να επιστρέφουμε. Ο χρόνος απουσίαζε, κι όπου ο χώρος ήταν ακόμα ο ίδιος, ο απών χρόνος νέκρωνε και τον χώρο. (περισσότερα…)

Πέτρος Φωκιανός, Λεωφόρος Συγγρού

img_02561

 

Λεωφόρος Συγγρού

Ι.

Στην λεωφόρο Συγγρού βρέθηκε ένα κουφάρι.
Ένα εντελώς κουφαριασμένο κουφάρι,
που το ‘χαν αφήσει να κουφαριάζει από καιρό
κι όταν κουφάριασε καλά,
περνάγανε κουφάρια και το βλέπανε.
Θαύμαζαν την όψη του,
την στάση που είχε διατηρήσει κατά την πτώση,
το σχήμα που άφηνε ο λεκές.

Ήταν το καλύτερο κουφάρι που είχε να επιδείξει η πολιτεία.

ΙΙ.

Η λεωφόρος Συγγρού είναι ο κατάλληλος δρόμος να καταστείς κουφάρι.
Δεν έχεις παρά να επιλέξεις το ιδανικό κτήριο.
Την ώρα της πτώσης θα ευθυγραμμίσεις χέρια και πόδια με το κενό.
Λίγο πριν σκάσεις στην άσφαλτο,
φέρε το σώμα σου στην πιο ακραία θέση.
Μέχρι ο νους σου να διαρρήξει τους συνδέσμους,
οι φυσικοί νόμοι θα έχουν φροντίσει για αυτό.

Τότε θα καταστείς κουφάρι.

Επίλεξε το σημείο της πτώσης σου σωστά.
Ένας θάνατος δίπλα στην θάλασσα φαντάζει ελκυστικός.
Ο θάνατος στην λεωφόρο Συγγρού δεν σου προσφέρει εκείνες τις χαρές.
Οι γιατροί δεν εκτιμούν την πτώση του σχοινοβάτη·
φροντίζουν να σπάνε τον χορευτικό κλοιό.
Πρέπει να ξέρεις από μπαλετικούς όρους
για να εκτιμήσεις ένα σώμα που πέφτει.

Το κουφάρι για να ανθίσει θέλει τον χρόνο του
κι όταν του τον προσφέρεις, αυτό θα σε ανταμείψει.

Στην λεωφόρο Συγγρού, τα καλύτερα κουφάρια
τα κλέβουν λήσταρχοι και απατηλά στοιχεία.
Αν στην προσγείωση αποδειχθείς αρκούντως επιδέξιος,
θα βρεθείς κρυμμένος σε μία γυάλινη βιτρίνα.
Τα βράδια θα σε αφήνουν να γυροφέρνεις στις υπόγειες διαβάσεις,
να ηδονίζεσαι στα στριπτιζάδικα
και να σκαρφαλώνεις στις κορυφές από τα κτήρια
για να ασπαστείς την μορφή σου αφ’ υψηλού.

Πρέπει πάντα να επιστρέφεις στην προθήκη.
Το νου σου!

Είσαι το καλύτερο κουφάρι που έχει να επιδείξει η πολιτεία μας.

2020

ΠΕΤΡΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Αντίφωνα

modigl

 

«Να σε βλέπω μισή να περνάς
στο νερό
και μισή να σε κλαίω
μες τον παράδεισο.»
Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Μην με κοιτάξεις σα περνώ ασυγκράτητα, μ’ ορμή
και σπρώχνω τους περαστικούς στις γειτονιές
της πόλης. Τίποτα πια δεν θα ’ναι ίδιο, μα
ένας καινούργιος κόσμος, εχθρικός, αγνώριστος
που θα τον επιβλέπω, με περιέργεια περισσή,
προσεχτικά, μέσα απ’ τα μικρά μου
τετράγωνα παράθυρα.
Κι αν υπάρχει λίγη λογική στον παραλογισμό μου,
αν κι εκείνος στην λογική μου εμφανίζεται ξανά
κι υπάρχει, καταρρίπτεται περίτρανα το κύρος
της Αλήθειας· η αλήθεια μετατρέπεται σ’ υπόθεση
υποκειμενική,
και πλέον κομματιάζεται σε τόσες πολλές αλήθειες
όσα και τα υποκείμενα που θα την πουν,
χωρίς καμία από δαύτες να θεωρηθεί πως
αντιπροσωπεύει την Μία και μοναδική μου Αλήθεια.
Εδώ, αφοσιωμένη στην δουλειά, εργάζομαι μονάχη
δίχως επαφές από τον έξω κόσμο, ανεπηρέαστη
άγρια και κάπως απλησίαστη.
Δημιουργώ επίπεδα, όγκους, χρώματα ‒ τόπο και
χρόνο δηλαδή, με την βοήθεια τ’ ανέσπερου φωτός,
σ’ ένα μνημείο, εξαίσιο, της αγάπης.
Παρ’ όλη την αφάνταστη σκληρότητα και αδιαφορία
είχα πάντοτε σωστή την αίσθηση του ωραίου,
το πάθος του δωρικού ρυθμού.
Πολλά χρόνια χρειάστηκαν, 22 χιλιάδες άνθρωποι
πέρασαν στην ζωή μου για να χτιστεί· και το ’φτιαξα
με δέος, όπως πηγαίνεις έπειτ’ από πολύ καιρό κοντά
σε πράγματα, πρόσωπ’ αγαπημένα που ζητάς
να μην βρεις μπροστά σου αλλαγμένα, κουρασμένα
ή κάπως γερασμένα.
Έτσι, την φιγούρα τη φαντάζομαι όχι περιορισμένη
σε μια επιφάνεια στενή, αλλά γαλάζια
να υψώνεται μέσα, ψηλά στο Σύμπαν,
όπως μεγαλειώδης και κυρίαρχη είναι κι η θάλασσα,
που σα μνημείο διαλαλεί τη μνήμη
με την έκτυπη μαρμαρένια της φόρμα
που την ζωντάνεψα, μ’ αίμα πληθωρικό.
Τι να ψιθυρίζει· τι να φωνάζει,
πώς να κινείται ή και να τρέμει·
αν ησυχάζει, αν ονειρεύεται πάνω στις επιφάνειες
‒ και κάτω από αυτές,
στους ανεπαίσθητους κυματισμούς μου,
στις δυνατές μου εξάρσεις…
Κάποια στιγμή θα τρελαθώ, και θα σταθώ
μπρός απ’ την θάλασσά σου,
με το μισό μου κορμί θα περπατώ τα νερά της
αμίλητη και σοβαρή
φωνάζοντας στεντόρεια
το επίγειο όνομά σου:

«… Σ΄ αγαπώ , μ’ ακούς;
………………………………………………………Πάντοτε σε θυμάμαι!»

κι εφτά φορές θα ’ν’ η απάντηση σκληρή:
«Παντοτινά κοιμάμαι, ,…………………………………………………………………
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, ……………………………………………………………….
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, ………………………………..
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………..παντοτινά…»

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ