Δύση

Στη «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Η υποδοχή ενός κειμένου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Την περασμένη Παρασκευή, το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε ένα κείμενό μου με τίτλο «Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου». Διατύπωσα την –εδώ που τα λέμε, όχι και τόσο πρωτότυπη– άποψη ότι ο πόλεμος αυτός θα μπορούσε να έχει αποτραπεί εάν η δυτική πολιτική είχε χειριστεί το ζήτημα διαφορετικά και ιδίως εάν κατανοούσε τα κόκκινα καμπανάκια που χτυπούσε ο αντίπαλος. Το συμπέρασμα αυτό μου φαινόταν (και εξακολουθεί να μου φαίνεται) ολωσδιόλου αυτονόητο. Στη διπλωματία, όπως και στη ζωή γενικότερα, είναι σημαντικό να κατανοείς την οπτική του αντιπάλου. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όχι μόνον δεν έγινε αυτό, αλλά η Δύση (πρωτίστως οι ΗΠΑ) παρασύρθηκε σε απανωτά σφάλματα κρίσης που είχαν τραγικά αποτελέσματα για την Ουκρανία.

Εν πάση περιπτώσει, κατόπιν της δημοσίευσης είχα την τιμή να ανταλλάξω απόψεις με σοβαρότατους φιλελεύθερους πανεπιστημιακούς ή ανεξάρτητους αναλυτές, οι οποίοι, ευγενικά, αναγνώρισαν προτερήματα στην ανάλυσή μου, φροντίζοντας ωστόσο, όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο, να τονίσουν και τη διαφωνία τους σε επιμέρους σημεία ή στα γενικότερα συμπεράσματα. Αυτή ήταν η θετική πλευρά.

Διότι κατά τα άλλα, η ιδιωτική μου αλληλογραφία κατακλύστηκε και συνεχίζει να κατακλύζεται από χυδαιότητες και απειλές που ντρέπομαι και να επαναλάβω, προερχόμενες, κυρίως, από απρόσκλητους συνομιλητές. Χαρακτηριστικά, και αυτό εξηγεί τον συναισθηματισμό της ανάρτησης, ένας έφθασε να μου γράψει ότι δεν θα έλεγα τις ίδιες «αφηρημένες ηλιθιότητες» εάν «σε ένα από τα σεντόνια βρισκόταν καλυμμένο το παιδί μου»! Η επωδός όλων: Υποστηρίζω ουσιαστικά τον Πούτιν και δικαιολογώ τον πόλεμό του… Δικαιολογώ τα εγκλήματα πολέμου, τις φρικωδίες κατά των αμάχων και τα εκατομμύρια των προσφύγων…

Ξύνω πραγματικά το κεφάλι μου για να καταλάβω από πού κι ώς πού μου επιφυλάχθηκε αυτή η τόσο ξεχωριστή θέση στην κόλαση. Διότι μόνον ιεροεξεταστική λογική μπορεί να διέπει την ακατανίκητη προσπάθεια των «φίλων» μου, παρά τις μύριες διαβεβαιώσεις μου περί του αντιθέτου, να σκάψουν βαθιά στην ψυχή μου και να αποσπάσουν την ομολογία μου, την αληθινή απάντηση που ως αιρετικός φρόντισα να συγκαλύψω, στο ένα και μοναδικό ερώτημα: είμαι με τον Πούτιν ή είμαι με τους Ουκρανούς;

Το ερώτημα πώς φθάσαμε ώς εδώ και τι μπορεί να γίνει τώρα, είναι, φαντάζομαι, αδιάφορο. Για το δικαίωμα να ασκήσω κριτική στη Δύση, όχι ως εχθρός, αλλά ως φιλελεύθερο τέκνο της (γιατί αν τρέφω οποιαδήποτε ελπίδα για λύση έρχεται από εκεί), δεν μπορεί να γίνει ούτε λόγος.

Το μοναδικό θέμα είναι λοιπόν η καταδίκη της εισβολής. Ας εξηγήσω, για άλλη μια φορά. Δεν μπορώ να συμφωνήσω σε αυτό, όχι βέβαια επειδή θεωρώ την εισβολή δίκαιη/επιτρεπτή/ηθική, αλλά, αρχικά, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν ξέρω αν υπάρχει έστω ένας πόλεμος που σταμάτησε, ως δια μαγείας, επειδή καταδικάστηκε ως άδικος. Ο συμβολισμός της καταδίκης σπάνια είναι τόσο ισχυρός ώστε να αφοπλίζει έναν αντίπαλο ο οποίος θεωρεί ότι διεξάγει δίκαιο πόλεμο. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί πόλεμοι οι οποίοι αποφεύχθηκαν επειδή οι δυνητικοί αντίπαλοι κατέληξαν σε αμοιβαίες υποχωρήσεις, αφού κατανόησαν την κανονιστική οπτική της άλλης πλευράς.

Κυρίως όμως δεν συμφωνώ επειδή βλέπω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι της ηθικής μας στράτευσης κινδυνεύουν να φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδιώκουμε. Παρακαλώ αναλογιστείτε τι κάνουμε τώρα. Έχοντας το «ηθικό πλεονέκτημα» (συγγνώμη για τον προφανή συνειρμό, αλλά περί αυτού πρόκειται) που μας δίνει η ταύτιση με τον δίκαιο αγώνα των Ουκρανών, και καθώς δεν θέλουμε να αφήσουμε τους αμυνόμενους ανυπεράσπιστους αλλά θέλουμε να τους δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας, τους εξοπλίζουμε και τους παροτρύνουμε σε μάχη μέχρις εσχάτων απέναντι σε έναν εχθρό με σαφή υπεροπλία, χωρίς να βλέπουμε ουσιαστική προοπτική στον αγώνα τους και χωρίς την παραμικρή δέσμευση ότι θα πολεμήσουμε στο πλευρό τους.

Και καλά όλα αυτά στην αρχή του πολέμου. Τώρα που μάλλον θα βλέπουμε τον ρωσικό στρατό να καταφεύγει ολοένα και περισσότερο σε μεθόδους δοκιμασμένες σε προηγούμενες συγκρούσεις, να ακολουθεί δηλαδή το εξαιρετικά βάναυσο, αλλά δυστυχώς πολύ επιτυχημένο, στρατηγικό σχέδιο που εφάρμοσε στη Συρία και το Γκρόζνι, ποιο πρακτικό νόημα θα έχει η καταδίκη του Πούτιν και η «αλληλεγγύη» με τους Ουκρανούς; Δεν αξίζει να αναρωτηθούμε ποιο είναι τελικά το μέγεθος της καταστροφής που είμαστε διατεθειμένοι να επιτρέψουμε (και να εκλογικεύσουμε) προκειμένου να υπακούσουμε στο περί δικαίου αίσθημά μας, αντί να σκεφθούμε πολύ πιο απλά τι ωφελεί πραγματικά τον αδύνατο, ποιοι πρέπει να κάτσουν στο τραπέζι και τι πρέπει να συζητήσουν; Διότι, όπως τα γεγονότα αποδεικνύουν, ο ιός της χιλιετίας φαίνεται να μην διέγραψε τη μνήμη και τη λογική βάσει της οποίας δρουν οι μεγάλες δυνάμεις. Και είναι βέβαιο ότι ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει, νωρίτερα και πρωτίστως, μέσω της συνεννόησης Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας.

Τώρα που οι βαναυσότητες θα διαδέχονται η μία την άλλη, θα μείνουμε λοιπόν με την ελπίδα ότι ο εχθρός, κάπου, στο βάθος-βάθος, ίσως και ηττηθεί; Φαντάζομαι ότι το αποτέλεσμα θα αξίζει, αφού το μόνο που έχει σημασία είναι να είμαστε στη «σωστή πλευρά της ιστορίας», στραγγαλίζοντας κάθε φωνή που τολμήσει να πει κάτι διαφορετικό. Όσο για εμένα, ας πάρω τη θέση που μου αξίζει στην κόλαση.

ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

*

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση του ρωσοουκρανικού πολέμου

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ας διακρίνουμε την προσπάθεια εξήγησης από την προσπάθεια δικαιολόγησης ενός πολέμου. «Εξηγώ» πώς προκύπτει ένας (ας πούμε εδώ: διακρατικός) πόλεμος αξιοποιώντας, συνήθως, γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των διεθνών σχέσεων, μαζί με ιστορικά ακριβείς περιγραφές των συνθηκών που οδηγούν στο ξέσπασμά του. Όταν η συζήτηση αφορά τη «δικαιολόγηση» ενός πολέμου, καλούμαι κατά κανόνα να λάβω θέση ανάμεσα σε δύο αδρώς διακριτές ηθικές στάσεις: α) τον πασιφισμό, ο οποίος, μέσες-άκρες, τονίζει ότι κανένας πόλεμος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ηθικά (υπάρχει πάντα κάποια ανώτερη, μη-βίαιη, εναλλακτική) ή β) την υποστήριξη του «δίκαιου πολέμου», της ιδέας, δηλαδή, ότι, μερικές φορές, είναι ηθικά επιτρεπτό ένα κράτος να διεξαγάγει πόλεμο με κάποιο άλλο. Χωρίς κανένα σχόλιο, θα προχωρήσω παραβλέποντας την πασιφιστική θέση.

Η εξήγηση και η δικαιολόγηση αποτελούν, οπωσδήποτε, διαφορετικά αντικείμενα εργασίας. Στην πρώτη περίπτωση, ασκώ το δικαίωμα του παρατηρητή των εμπολέμων, στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο του θιασώτη. Από τη θέση του παρατηρητή, προσωπικά, αναγνωρίζω την υπεροχή της «ρεαλιστικής» κατανόησης των διεθνών σχέσεων. Σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή: α) ο πόλεμος και η ηθική δεν έχουν καμία εγγενή σχέση μεταξύ τους και β) το διεθνές περιβάλλον είναι υπό μια έννοια «άναρχο», αφού απουσιάζει μία αξιόπιστη ή αποτελεσματική διεθνής κανονιστική αρχή ικανή (τουλάχιστον επί του παρόντος) να ρυθμίσει τα «αντικειμενικά» δικαιώματα των μεμονωμένων κρατών της γης. Με άλλα λόγια, τα κράτη είναι στην ουσία μόνα τους και σμιλεύουν συμμαχίες ή διεξάγουν πόλεμο με βασικό γνώμονα τα δικά τους λελογισμένα συμφέροντα. Η περιγραφική δύναμη της ρεαλιστικής παράδοσης συνδέεται με τη σταθερή επιτυχία της θεωρητικής θέσης (β) να παρέχει πειστικές εξηγήσεις για το ξέσπασμα ενός πολέμου. Βρίσκω λιγότερο πειστική τη θεωρητική θέση (α). Αυτό αξίζει, ίσως, έναν σύντομο σχολιασμό. (περισσότερα…)

Ποιοι κυβερνούν αυτόν τον κόσμο;

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Βρισκόμαστε σήμερα στο σημείο όπου ο λεγόμενος νεοφιλελευθερισμός επιβάλλει την αντίληψη του ανθρώπου-καταναλωτή, του ανθρώπου-παραγωγού και του ανθρώπου-επιχειρηματία κι έτσι παραμερίζει αν δεν μηδενίζει τον άνθρωπο-πρόσωπο και τον άνθρωπο-υπεύθυνο πολίτη που συνυπάρχει με τον συνάνθρωπο. Καλλιεργείται έτσι ένας ολοκληρωτισμός και κάτι σαν θρησκεία που εγκαθιδρύει λυσσαλέα ανταγωνιστικότητα και μόνιμη μέριμνα για μεγιστοποίηση κερδών.

Εν μέσω μιας τέτοιας πραγματικότητας που είναι αμφίβολο πόσο την παρακολουθούν οι λαοί, ακούσαμε το πρώτο διάγγελμα του Πούτιν που απευθυνόταν προς όλο τον κόσμο και βεβαίως προς τη Δύση.

Και ενώ από το πρωί ως το άλλο πρωί τα ΜΜΕ ανά τον κόσμο καταγγέλλουν οποιαδήποτε ενέργεια των Ρώσων ως εχθρική και αντίθετη με το διεθνές Δίκαιο, ελάχιστα συζητείται η επιθετικότητα της Δύσης απέναντι στη Ρωσία. Οι εξαγγελίες του νεοεκλεγέντος αμερικανού προέδρου Μπάιντεν από καιρό στοχεύουν τον Πούτιν και τη χώρα του και δημιουργούν κλίμα ψυχροπολεμικό, λες και δεν έφτανε αυτό που είχε επικρατήσει τόσα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οπωσδήποτε μια αναπτυσσόμενη (ξανά) Ρωσία και μάλιστα μετασοβιετική, δυσχεραίνει την περαιτέρω εδραίωση της παντοδυναμίας των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο και την εξακολούθηση της κυριαρχίας τους σ’ αυτόν. Παρ’ όλο που θα έπρεπε να είναι πασιχαρείς αφού ο εξ αυτών ή αν θέλετε, γενικότερα, ο εκ δυσμών πηγάζων καπιταλισμός και το σύστημά του εισέδυσε λάβρος σε όλο τον κόσμο, κομμουνιστικό και μη, και μάλιστα όχι μονάχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα που από μια άποψη παρουσιαζόταν πιο επαναστατική από την «μητέρα» της.

Μα φαίνεται πως το παιχνίδι δεν είναι μονάχα οικονομικό (κατά βάσιν οικονομίστικο) αλλά και στρατιωτικό και πολιτικό και πλουτοπαραγωγικό. Αποβαίνει μάλιστα σκληρότερο όσο η αληθινή πνευματική-πολιτιστική πραγματικότητα ανθρώπων και λαών περιθωριοποιείται ή συρρικνώνεται (αν όχι παραμορφώνεται) αφήνοντας τα ανθρώπινα όντα έρμαια ενός αδηφάγου υλισμού, και καταναλωτισμού που βοηθούμενος από την προέλαση της τεχνοκρατίας ζητά να συνοψίσει στον άξονα παραγωγή-κατανάλωση το Νόημα της ζωής. (περισσότερα…)

Για την υπεράσπιση της Δύσης

του ΡΟΤΖΕΡ ΣΚΡΑΤΟΝ

(Μετάφραση: Γ. Καλογερόπουλος)

Δεν πιστεύω πως θα κατανοήσουμε την αντιπαράθεση μεταξύ της Δύσεως και του ριζοσπαστικού Ισλάμ εάν δεν αναγνωρίσουμε την τεράστια πολιτισμική αλλαγή που συνέβη στην Ευρώπη και την Αμερική μετά το τέλος του πολέμου του Βιετνάμ. Οι πολίτες των Δυτικών κρατών έχουν χάσει κάθε όρεξη για ξένους πολέμους· έχουν αποσείσει την ελπίδα σημείωσης οποιαδήποτε νίκης πέραν των προσωρινών· και έχουν χάσει την εμπιστοσύνη στον τρόπο ζωής τους, και πράγματι δεν είναι πλέον σίγουροι ως προς το τι ζητά απ’ αυτούς αυτός ο τρόπος ζωής.

Την ίδια στιγμή οι λαοί τους αντιμετωπίζουν έναν νέο αντίπαλο, που πιστεύει ότι ο Δυτικός τρόπος ζωής είναι βαθειά ελαττωματικός, και ίσως προσβλητικός εναντίον του Θεού. Σε μιαν «απουσία του νου» οι Δυτικές κοινωνίες έχουν επιτρέψει σε αυτόν τον αντίπαλο να βρεθεί ανάμεσά τους, κάποιες φορές, όπως στην Γαλλία, την Βρετανία και την Ολλανδία, σε γκέτο που έχουν μόνο ανίσχυρες και αρκετά ανταγωνιστικές σχέσεις με την περιβάλλουσα πολιτική τάξη. Και στην Αμερική και την Ευρώπη παρατηρείται μια αυξανόμενη επιθυμία κατευνασμού: καλλιεργείται η δημόσια μετάνοια, η αποδοχή, αν και με βαριά καρδιά, των περιοριστικών διαταγμάτων των Μουλάδων, και η περαιτέρω κλιμάκωση της επίσημης αποκήρυξης της πολιτισμικής και θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Είκοσι χρόνια πριν θα ήταν αδιανόητο ένας Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι να εκφωνήσει δημόσια μιαν ομιλία υποστηρίζοντας την ενσωμάτωση του νόμου της Σαρία στο νομικό σύστημα της Αγγλίας. Σήμερα, πολλοί άνθρωποι θεωρούν πως κάτι τέτοιο είναι ένα θέμα προς συζήτηση, κι ενδεχομένως το επόμενο βήμα προς έναν ειρηνικό συμβιβασμό.

Για μένα, όλα αυτά σημαίνουν πως η Δύση θα διανύσει μια επικίνδυνη περίοδο κατευνασμού, κατά την οποία το νόμιμο δικαίωμα της κουλτούρας και της κληρονομιάς μας θα αγνοείται ή θα υποβαθμίζεται, σε μια προσπάθεια απόδειξης των ειρηνικών μας προθέσεων. Θα περάσει λίγος καιρός έως ότου η αλήθεια να διαδραματίσει τον σημαντικό της ρόλο, να διορθώσει τα τωρινά μας λάθη, προετοιμάζοντας τον δρόμο για ο,τι επίκειται. Αυτό σημαίνει ότι είναι παραπάνω από αναγκαίο για μας, η επανάληψη της αλήθειας και η αντικειμενική κατανόηση του τιθέμενου θέματος. Για αυτό τον λόγο θα παραθέσω μερικά κρίσιμα χαρακτηριστικά της Δυτικής κληρονομιάς, τα οποία θα πρέπει να κατανοηθούν και να υποστηριχθούν εν προκειμένω. Καθένα απ’ αυτά, τονίζει κι ένα σημείο αντίθεσης, πιθανώς και σύγκρουσης, με την παραδοσιακή ισλαμική οπτική της κοινωνίας. Και κάθε ένα έχει παίξει ζωτικής σημασίας ρόλο στη δημιουργία του σύγχρονου κόσμου. Η ισλαμική επιθετικότητα πηγάζει από το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι δεν βρίσκουν ασφαλές μέρος στον κόσμο, αναζητώντας καταφύγιο σε κανόνες και αξίες που είναι σε σύγκρουση με τον Δυτικό τρόπο ζωής. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να αποκηρύξουμε ή να απαρνηθούμε τα διακριτά χαρακτηριστικά του πολιτισμού μας, όπως πολλοί θα έλεγαν να κάνουμε, αλλά ότι θα πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή για την υπεράσπισή τους.

Το πρώτο εκ των χαρακτηριστικών που έχω κατά νου είναι η ιδιότητα του πολίτη. Η κοινή συναίνεση ανάμεσα στους Δυτικούς λαούς είναι πως ο νόμος νομιμοποιείται από τη συναίνεση αυτών που θα πρέπει να τον υπακούσουν. Η συναίνεση προκύπτει μέσω μιας πολιτικής διαδικασίας διά της οποίας κάθε άνθρωπος συμμετέχει στην διαμόρφωση και εφαρμογή του νόμου. Με την έννοια του «πολίτη» εννοούμε το δικαίωμα στη (και το καθήκον για) συμμετοχή, ενώ η διάκριση μεταξύ πολιτικών και θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να συνοψιστεί στο ότι οι πολιτικές κοινωνίες αποτελούνται από πολίτες, οι θρησκευτικές από υποκείμενα – απ’ αυτούς που έχουν «υποταχθεί» (το οποίο είναι το κύριο νόημα της λέξης ισλάμ ). Και αν θέλουμε έναν απλό ορισμό της Δύσης όπως είναι σήμερα, θα ήταν σοφό να ξεκινήσουμε από την έννοια του πολίτη. Αυτό αναζητούν εκατομμύρια μεταναστών που γυρνούν ανά τον κόσμο: μια τάξη που να αποδίδει ασφάλεια και ελευθερία με αντάλλαγμα τη συναίνεση.

Παραδοσιακά, η Ισλαμική κοινωνία βλέπει τον νόμο ως ένα σύστημα εντολών και συστάσεων καθορισμένων απ’ τον Θεό. Οι εντολές αυτές δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθούν, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η εφαρμογή τους περιλαμβάνει νομολογικές διαφωνίες. Ο νόμος, όπως τον βλέπει το Ισλάμ, απαιτεί την υπακοή μας, ενώ δημιουργός του είναι ο Θεός. Κατά μία έννοια αυτό αντιτίθεται στην έννοια του νόμου που έχουμε κληρονομήσει μέσω της έννοιας του πολίτη. Ο νόμος για εμάς αποτελεί μιαν εγγύηση των ελευθεριών μας. Δεν δημιουργείται απ’ τον Θεό, αλλά από τον άνθρωπο, ακολουθώντας το κληρονομικό στην ανθρώπινη συνθήκη ένστικτο περί του δικαίου. Δεν πρόκειται για σύστημα ιερών εντολών· αντιθέτως, αποτελεί κατάλοιπο ανθρώπινων συμφωνιών.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στους Βρετανούς και Αμερικανούς πολίτες, οι οποίοι απολαμβάνουν τα ανυπολόγιστα κέρδη από την ύπαρξη ενός κοινού νόμου – ένα σύστημα το οποίο δεν έχει προκύψει από την κρατική εξουσία, αλλά αντιθέτως διαμορφώθηκε από τα δικαστήρια στην προσπάθειά τους να αποδώσουν δικαιοσύνη σε ατομικές διαμάχες. Ο νόμος μας είναι ένα σύστημα «από τα κάτω», το οποίο απευθύνεται στο κράτος με τον ίδιο τόνο που απευθύνεται στον πολίτη – επιμένοντας, δηλαδή, αναφορικά με το ότι θα επικρατήσει η δικαιοσύνη, κι όχι η εξουσία του ισχυρού. Γι’ αυτό είναι αποδεδειγμένο ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια ότι ο ίδιος ο νόμος, ακόμα κι αν η εφαρμογή του εξαρτάται από τον κυβερνήτη, μπορεί να εκθρονίσει τον τελευταίο, αν εκείνος προσπαθήσει να τον καταλύσει.

Όπως έχει διαμορφωθεί ο νόμος μάς έχει επιτρέψει την ιδιωτικοποίηση της θρησκείας, και μεγάλου μέρους της ηθικής. Για εμάς είναι απλώς αδιανόητη και καταπιεστική η ύπαρξη ενός νόμου που τιμωρεί τη μοιχεία. Ασφαλώς, δεν τν εγκρίνουμε · αλλά την ίδια στιγμή, δεν πιστεύουμε ότι είναι υπόθεση του νόμου η τιμωρία της αμαρτίας, απλά και μόνον επειδή είναι αμαρτία. Στη σαρία, ωστόσο, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ ηθικής και νόμου: και τα δύο πηγάζουν από τον Θεό, κι εφαρμόζονται από τις θρησκευτικές αρχές, εν υπακοή της δεδηλωμένης θέλησης του Θεού. Η σκληρότητα αυτή μετριάζεται ώς έναν βαθμό από την παράδοση, η οποία επιτρέπει συστάσεις, όπως επίσης και υποχρεώσεις ως αποφάσεις του Ιερού Νόμου. Όπως και να ’χει όμως, στη σαρία δεν υπάρχει περιθώριο ιδιωτικοποίησης των ηθικών, και ακόμα λιγότερο των θρησκευτικών, πτυχών της ζωής. (περισσότερα…)

Για μια λιτή ευημερία

Αποτέλεσμα εικόνας για austerity

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο μεγαλύτερος μύθος που έθρεψε η κρίση είναι εκείνος της «λιτότητας». Αν λιτότητα είναι να ξοδεύεις λιγότερα απ’ όσα βγάζεις και να ξεχρεώνεις τα δανεικά, τότε τέτοια πολιτική δεν εφαρμόστηκε ποτέ και πουθενά όλ’ αυτά τα χρόνια. Κάθε άλλο μάλιστα!

Από το 2008 έως σήμερα, το παγκόσμιο χρέος εκτοξεύθηκε κατά 30%, ξεπερνώντας τα 230 τρισ. δολλάρια και αγγίζοντας το 300% του πλανητικού ακαθάριστου προϊόντος! Οι φερόμενοι ως πρωταθλητές της «λιτότητας» Γερμανοί κατάφεραν να μειώσουν μεν το δημόσιο χρέος τους κατά 1,4% το 2013 (για πρώτη φορά από το… 1950), όμως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες τους για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της κατανάλωσης χρεώνονται ιδιωτικά. Σε μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που καμαρώνουν ότι, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου, κρατούν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο, το ιδιωτικό τους χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Πάνω από 240% του ΑΕΠ χρωστούν τα δανικά νοικοκυριά, σχεδόν 220% του δικού τους ΑΕΠ τα ολλανδικά.

Τι σόι «λιτότητα» είναι αυτή λοιπόν; Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το σκάσιμο της ιαπωνικής φούσκας των ακινήτων (τότε που τα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα στο Τόκυο έφτασε να έχουν αγοραία αξία υψηλότερη απ’ όλα τα ακίνητα της Καλιφόρνιας μαζί!), οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου επιδόθηκαν σε μια εξωφρενική κούρσα, πρωτοφανή στην ιστορία της οικουμένης, μ’ έναν σκοπό: να κρατήσουν την παράλογη, την εξωφρενική φυσαλίδα της κατανάλωσης άθικτη. Από τον Γκρήνσπαν ώς τον Ντράγκι σε σύμπνοια αγαστή μηδένισαν, ή και έριξαν κάτω από το μηδέν, τα επιτόκια (τιμωρώντας έτσι τους αποταμιευτές και αβαντάροντας τους άσωτους), πολλαπλασίασαν ανεύθυνα τις ποσότητες του κυκλοφορούντος χρήματος (η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση»), έφτασαν στο σημείο να συζητούν να ρίξουν χρήμα «με το ελικόπτερο»…

Η έκβαση; Τροφοδότησαν τη μια κρίση μετά την άλλη. Το 1990 κατέρρευσε πρώτο το χρηματιστήριο στο Τόκυο. Οι Ιάπωνες έριξαν άφθονα γεν στην αγορά για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, τα οποία εξαγόμενα προκάλεσαν τη φούσκα της Νοτιοανατολικής Ασίας που με τη σειρά της οδήγησε στο κράχ της Κορέας, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και άλλων χωρών της περιοχής το 1997. Το πληθωριστικό χρήμα κατέφυγε αυτή τη φορά στις «ασφαλείς» ΗΠΑ όπου με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων της Fed έθρεψε την επόμενη φούσκα, των Dotcom και του NASDAQ, που έσκασε τον Μάρτη του 2000. Και πάλι ο Γκρήνσπαν και η Fed αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που ήξεραν: ρίχνοντας τα επιτόκια και πλημμυρίζοντας την παγκόσμια αγορά με φτηνό χρήμα.

Με τη βοήθεια εν τω μεταξύ και του ευρώ (που κατέστησε «αξιόχρεες» ακόμη και χώρες-παραγωγικές ερήμους όπως η Ελλάδα, μπουκώνοντάς τες με δάνεια), η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: η στεγαστική φούσκα του 2007, η Lehman Brothers, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι αλλεπάλληλες φούσκες στις αγορές πρώτων υλών, ακόμη και επισιτιστικές κρίσεις στον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο λόγω του εξαγόμενου πληθωρισμού…

Για ποια «λιτότητα» που καταστρέφει τάχα τη ζωή των ανθρώπων μιλάμε λοιπόν; Ήταν η περίσσεια χρήματος που μας οδήγησε εδώ. Αυτή ευθύνεται καί για το τεράστιο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας στο εσωτερικό της Δύσης καί για την παρακμή της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Διότι οι χαμηλοί τόκοι και η ποσοτική χαλάρωση ευνοούν όχι τους ενδεείς, ούτε τους πρεκάριους, αλλά τους έχοντες και τους κατέχοντες. Και τους κατευθύνουν σε κινήσεις μεσοπρόθεσμα καταστροφικές για τους πάντες.

Γιατί να επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, γιατί να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις θέσεις εργασίας, γιατί να στήσεις μια έντιμη και χρήσιμη δουλειά όταν αγοράζοντας μετοχές και ακίνητα βλέπεις το κεφάλαιό σου να πολλαπλασιάζεται με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς; Ο DAX της Φρανκφούρτης λ.χ. αυξήθηκε από το 2009 κατά 220%, όταν η πραγματική γερμανική οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 14%. Τα ίδια ακριβώς γίνονται στις ΗΠΑ όπου η αδιανόητη φούσκα που δημιούργησε ο Ομπάμα (επί της θητείας του οποίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διπλασιάστηκε) γιγάντωσε αφενός μεν τη σπέκουλα του χρηματιστηρίου, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφετέρου δε την οργή της μέσης τάξης που εγκαταλειμμένη στην τύχη της στράφηκε προς τον χυδαίο λαϊκισμό ενός Τραμπ.

Πίσω από τα νούμερα αυτά, κρύβεται μια αλήθεια που όλες οι πολιτικές παρατάξεις (ακόμη και οι λεγόμενες αριστερές που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται τον καπιταλισμό – ιδίως μάλιστα αυτές) την τρέμουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα, η ευμάρεια, η «ανάπτυξη», η ίδια η Υπεραγία Κατανάλωση έχει όρια. Όρια ψυχικά, δημογραφικά, κοινωνικά, όρια αξεπέραστα. Υπάρχει σημείο κορεσμού. Χώρες όπως η Ιαπωνία δείχνουν ότι το σημείο αυτό ο ανεπτυγμένος κόσμος το προσεγγίζει ταχύτατα, ενδεχομένως το έχει ήδη ξεπεράσει. Το αίτημα της λιτότητας, της μείωσης δηλαδή της αλόγιστης κατανάλωσης στο φυσιολογικό, σ’ αυτό που επιτρέπουν οι πραγματικές δυνατότητες οι δικές μας και η οικολογική αντοχή του πλανήτη, θα ‘πρεπε να είναι όχι ο μπαμπούλας της λεγόμενης «αριστεράς», αλλά το κύριο, το κινητήριο σύνθημά της. Όπως και των αυτοαποκαλούμενων «συντηρητικών» άλλωστε – συντήρηση χωρίς προηγούμενη αυτοσυντήρηση δεν νοείται.

Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης θα έκλεινε μεταξύ άλλων την εισοδηματική ψαλίδα και το πελώριο χάσμα μεταξύ του λαού και των ελίτ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή στην Αμερική και την Ευρώπη. Μια νέα ισορροπία, ισορροπία σε χαμηλότερο καταναλωτικό επίπεδο αλλά ταξικά δικαιότερη, περιβαλλοντικά βιώσιμη και ψυχικά ευεργετική, μια νέα «λιτή ευημερία», όπως την αποκαλεί στη δική του γλώσσα ένας καλλιτέχνης πολύ πιο πολιτικός από τους πολιτικούς μας, ο Χρήστος Μποκόρος, θα ήταν τότε ξανά εφικτή.

Για κάτι τέτοιο όμως χρειαζόμαστε πρώτα μια πνευματική μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων. Στην ουσία, μιαν επανάσταση. Από την ύβριν, την αναρχοφιλελεύθερη αναίδεια του τύπου «Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα!», («Greed is good»,  έλεγε ειλικρινέστερα ο Γκόρντον Γκέκο) θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιομοδίτικη, τη διακωμωδούμενη από τους φαιδρούς αλλά πάντοτε στέρεη σοφία του «εκ εν τω πολλώ το ευ». Από το μονοφόρι τού τάχα μου «πολυπολιτισμικού» One World, στις «ποικίλες στοχαστικές προσαρμογές» της ζείδωρης τοπικότητας, της εθνικής και της κοινοτικής πολυμορφίας. Από τη λατρεία του γιγαντώδους, στην ανατίμηση του μέσου και του μικρού.

Είμαστε για όλα αυτά ικανοί; Πιθανότατα όχι. Ο homo sapiens δεν είναι δα τόσο έμφρων ώστε να μπορεί να συλλαμβάνει και να επιλύει με τρόπο συλλογικό και συντεταγμένο προβλήματα αυτής της κλίμακας. Από την άλλη πλευρά, είναι το μόνο ον που μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον. Και τη σημερινή δυστοπία ακόμη, κάποιοι την ονειρεύτηκαν κάποτε. Ας έχουμε πίστη λοιπόν στη δύναμη του αντίδρομου, του ανορθωτικού, του αναρρωτήριου ονείρου. Στο κάτω κάτω, τι άλλο μας μένει;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ