Δεκαπενταύγουστος

Στην Κοίμηση της Θεοτόκου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η γνωστή ποιητική συλλογή Ἄνθη εὐλαβείας, που περιλαμβάνει έμμετρες συνθέσεις των σπουδαστών της Φλαγγινείου Σχολής της Βενετίας, εκδόθηκε στη Βενετία το 1708. Σε αυτή περιέχονται στιχουργήματα συντεθειμένα στην αρχαία και νέα ελληνική, καθώς και στην ιταλική. Το «άσμα» που μεταφράζεται εδώ προέρχεται από τα αρχαιοπρεπή συνθέματα και το θέμα του, όπως και όλης της συλλογής, είναι το εγκώμιο της Θεοτόκου, με αφορμή τον εορτασμό της κοιμήσεώς της. Το ποίημα φέρει τον χαρακτηρισμό «ἆσμα σαπφικὸν» και πράγματι ακολουθεί τη μετρική μορφή της λεγόμενης «σαπφικής ωδής»: Τετράστιχες στροφές, με τρεις ενδεκασύλλαβους και έναν πεντασύλλαβο. Συνδιαλεγόμενος με αυτή τη διάταξη, επέλεξα τετράστιχες στροφές με τρεις ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους και έναν καταληκτήριο ιαμβικό επτασύλλαβο. Πεζή μετάφραση του ποιήματος μπορεί κανείς να βρει στο: Α. Καραθανάσης (επιμ.), Ἄνθη εὐλαβείας, Αθήνα 1978, σ. 48. Από αυτή την έκδοση (σ. 24-25) παρατίθεται μετά τη δική μου μεταφραστική δοκιμή το πρωτότυπο.

///

ΣΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
KAI ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ

Άσμα σαπφικό

Άσπιλη νύμφη, μέγιστη Μαρία,
των αοράτων κι αισθητών η δόξα,
του Θεού των όλων πάναγνη μητέρα,
χαρά πολλή σ’ εσένα!

Διαμένεις πια σε ουράνια κατοικία,
με τρόπαια που σ’ όλους διαμηνύουν
τις άρρητες, τις θείες αρετές σου
και τα επιτεύγματά σου. (περισσότερα…)

Αναζητώντας την Παναγία Μεσοπαντίτισσα (Μια ημέρα στη Βενετία)

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

Στο Ντορσοντούρο και στην Πούντα ντελλά Ντογκάνα το Κανάλ Γκράντε διασταυρώνεται με το Κανάλ Γκιουντέτσα. Εκεί βρίσκεται η οκτάγωνη βασιλική της Αγίας Μαρίας της Υγείας (Santa Maria della Salute). Ο μεγαλοπρεπής ναός άρχισε να οικοδομείται το 1631, ευθύς μετά το τέλος της επιδημίας πανώλης του 1630, που στοίχισε τη ζωή στα 2/3 του πληθυσμού της βορείου Ιταλίας. Η βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της Μεσοπαντίτισσας, η «Μαύρη Μαντόνα» όπως την αποκαλούν διαφορετικά οι Ιταλοί, είναι το επίκεντρο της λατρευτικής ζωής της εκκλησίας.

Στις 22 Οκτωβρίου του 1630 η Γερουσία της πόλης της Βενετίας αποφάσισε πως η νέα βασιλική θα είναι αφιερωμένη στη εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου (Festa della Madonna della Salute). Από τότε η εικόνα εορτάζεται κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες Βενετοί (47.000) περνάνε μπροστά από την εικόνα της Παναγίας που βρίσκεται τοποθετημένη στο Άγιο Βήμα. Ένας μεγάλος ανθρώπινος κύκλος σχηματίζεται γύρω από το οκτάγωνο σχήμα της εκκλησίας το οποίο συμβολίζει τους οκτώ ανέμους της θάλασσας. Η κοινή ευχή των κατοίκων είναι μία: η αρχαία πολιτεία να συνεχίσει να σμίγει την αλπική λευκότητα με τα σμαραγδένια πράσινα του Βένετο και το μπλε της Αδριατικής.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1669 η εικόνα της Μεσοπαντίτισσας βρισκόταν στον Χάνδακα της Κρήτης, στον ιερό ναό του Αγίου Τίτου. Λίγο προτού η κρητική πολιτεία παραδοθεί στους Οθωμανούς μεταφέρθηκε τον Σεπτέμβριο του 1669 στη Βενετία και τοποθετήθηκε αρχικά στον Άγιο Μάρκο. Σύμφωνα με την παράδοση την φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Έφτασε στην Κρήτη από την Κωνσταντινούπολη τον καιρό της Εικονομαχίας. Η πιο τεκμηριωμένη άποψη είναι ότι είναι έργο του 11ου ή του 12ου αιώνα. Μπροστά της οι Κρήτες ορκίστηκαν πίστη στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας το 1211, όταν ο Βονιφάτιος Μομφερατικός πούλησε μυστικά το νησί στους Βενετούς. Ονομάστηκε «Μεσοπαντίτισσα» διότι ένωσε τις δύο «μπάντες», τους βυζαντινούς Κρήτες και τους Ενετούς. Εκείνα τα χρόνια λατρευόταν στις 13 Ιανουαρίου. Τις Τρίτες περιφερόταν στα σοκάκια του Χάνδακα. Η λιτάνευσή της συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της εικοσιτετράχρονης σύρραξης των Βενετών με τους Οθωμανούς.

~.~

Η καμπάνα του Αγίου Μάρκου χτύπησε δυνατά. Νύκτιο νερό ξεπρόβαλε, παχύ και πυκνό σαν ερωτικό φιλί. Κάποιες ανταύγειες νοητής σελήνης φωτίζανε τον παλμό του, μια διαταραχή πάνω στην τρεμάμενη, σαν από σκούρο μπρούντζο, επιφάνειά του, καθώς γεννιόταν κύμα κι ύστερα κι άλλο κύμα και το εμβόλιμο διάστημα μεταξύ των χτύπων της καμπάνας γινόταν μια χώρα νερού στον κόρφο μου. Να την κατακτούσα δεν γινόταν αυτή την παράξενη χώρα. Μπορούσα μονάχα να τη διασχίσω, μυστικά κι άρρητα εντός μου. Πού θα με έβγαζε η σκοτεινή θάλασσά της; Ήταν η πολιτεία της που μου μιλούσε. Τα λόγια της αντηχούσαν μέσα της και μ’ άρπαζαν. Έπρεπε τη φωνή της να ακούσω καθαρότερα. Να την αισθανθώ προτού τα αδηφάγα πλήθη των τουριστών σκεπάσουν κάτω απ’ τις μεγάλες και φαρδιές ριγηλές βοές τους την πόλη με τα πράσινα νερά και τη λευκή στεφάνη των Δολομίτων. Και μέσα στο αίσθημα αυτό το πιο καθαρό την περίφημη Μεσοπαντίτισσα, που ήθελα από καιρό να αντικρίσω, να συλλάβω καλύτερα σε όλο της το βάθος, ρυθμίζοντας την ομιλία μου μαζί με τη δική της πριν το σκαρί μπατάρει για πάντα στη θάλασσα της συνήθειας, του άλλου χρόνου, του φθαρτού και του φθαρμένου. Η Παναγιά των Βενετών, είπα από μέσα μου, δεν είναι η ίδια με κείνη του Χάνδακα. Αυτή εκεί ήταν μια αγρότισσα κρητικιά μα ετούτη εδώ μοιάζει με τη δέσποινα των νερών.

Η μέρα ήταν βροχερή και κρύα. Ο αέρας λυσσομανούσε. Η υγρασία τρύπαγε ως το μεδούλι και η ομίχλη σκέπαζε το San Giorgio Maggiore. Το ημερολόγιο έγραφε 22 Νοεμβρίου 2022. Σκόπευα να περάσω τη γέφυρα του Ριάλτο και να σταθώ κάτω από το υπόστεγο της Πινακοθήκης της Ακαδημίας για να πιω τον καφέ μου και να διαβάσω ξανά τον στίχο που χρόνια πριν είχε ανοίξει για πρώτη φορά τον δρόμο προς την πόλη των Μεδίκων. (περισσότερα…)

Ὁ ρεμβαστὴς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα (λεπτομέρεια)

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ὑπάρχουνε κάποιες  μέρες ποὺ θὰ  μπορούσαμε νὰ τὶς ποῦμε «μέρες Παπαδιαμάντη», ἔτσι καθὼς ἔχουν ἁγιάσει γιὰ δεύτερη  φορὰ μέσα στὸ ἔργο του. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς  εἶναι κι ὁ «Δεκαπενταύγουστος», τούτη ἡ ἄλλη ἡ μικρότερη Λαμπρή,  ποὺ μᾶς ἔρχεται κάθε χρόνο καταμεσῆς τοῦ καλοκαιριοῦ. Ἔχει γίνει ὄχι μόνο γιορτὴ τῆς Παναγίας, μὰ καὶ γιορτὴ τοῦ Παπαδιαμάντη ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ ὁ κὺρ Ἀλέξανδρος ρέμβασε καθισμένος νοερὰ «παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν», «εἰς προαύλιον ναΐσκου τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας».[1]

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὁ ποιητὴς τῆς σκιαθίτικης ζωῆς ἤτανε «ὣς πενηνταπέντε χρονῶν ἄνθρωπος»,[2] σὰν τὸν ἥρωά του, τὸ Φραγκούλη Κ. Φραγκούλα. Καὶ σὰν αὐτὸν κουρασμένος ἀπὸ τὴ ζωή, μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη πόνο. Ἔμενε πάντα στὴν Ἀθήνα, «στὴν πόλιν τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν»[3] καὶ κάθε φορὰ ποὺ θυμοῦνταν τὸ μικρὸ νησί του ἡ καρδιά του ἔλιωνε ἀπὸ νοσταλγία καὶ πίκρα. Ἐκεῖ, στοὺς κόρφους μὲ τὴν ψιλὴ ξανθὴ ἀμμουδιά, στὶς ψαρόβαρκες, στὰ μοναχικὰ ἐκκλησάκια, στὰ κάτασπρα συμμαζωμένα χωριουδάκια, εἶχε περάσει τὰ μοναδικὰ χρόνια τῆς ζωῆς του ποὺ τά ’φερνε στὸ νοῦ του μ’ ἀγάπη. Ὅμως ἐκεῖ,  στὸ φτωχικὸ πατρικὸ σπίτι περιμένανε τέσσερεις μαυροντυμένες γυναῖκες σιωπηλές.  Ἡ γριὰ μάνα κι οἱ τρεῖς πρόωρα γερασμένες, ἀνύπαντρες ἀδερφάδες του. Ὁ πατέρας εἶχε πεθάνει. Προστάτης τῆς οἰκογένειας ἦταν ὁ ἴδιος. Μὰ ἐκεῖνος ζοῦσε μακριά τους, μοναχός του, ἔγραφε καὶ μετάφραζε καὶ δὲν ἐκατάφερνε νὰ βγάλει μήτε τὸ δικό του, τὸ λιγοστὸ φαΐ. Δίπλα στὴ δική του ἀγωνία γιὰ τὸ καθημερινό, δίπλα στὸν πόνο ποὺ τοῦ ’φερνε ἡ ἀδυναμία του  νὰ προσαρμοστεῖ στὴν κοινωνία του καὶ στὴν ἐποχή του, δίπλα στὴν αἴστηση τῆς παραγνώρισής του ἀπὸ τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους τῆς πρωτεύουσας, ἕνας ἀνάξιος γιὸς κι ἀδερφός.  «Φεῦ, οἱ δυστυχεῖς αὐτοί! ὁποῖος πόνος καὶ ὁποία τύψις! Εἴθε νὰ εἶχον υἱὸν καὶ ἀδελφὸν καλλίτερον…».[4] Λίγους μῆνες πρωτύτερα εἶχε χάσει καὶ τὸν ἀδερφό του τὸ Γιώργη. Ἄλλη μιὰ οἰκογένεια, μὲ πέντε μικρὰ παιδιὰ αὐτή, εἶχε μείνει δίχως προστάτη. Κι αὐτὸς δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς στείλει μήτε μιὰ ἐλάχιστη βοήθεια. (περισσότερα…)