Γιώργος Μπλάνας

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Γιώργου Μπλάνα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Τροχός τίς ἐστιν…»

Αποδόσεις του Γιώργου Μπλάνα

 

Ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας έχει παρουσιάσει πρόσφατα ορισμένες αποδόσεις ποιημάτων του Γρηγορίου Ναζιανζηνού στις ηλεκτρονικές σελίδες του facebook. Αυτές συγκεντρώνουμε και παραθέτουμε εδώ, ενώ υπενθυμίζουμε και την απόδοση ενός άλλου ποιήματος του Γρηγορίου που δημοσίευσε στον ιστότοπο του ηλεκτρονικού περιοδικού μας Νέο Πλανόδιον (ΠΟΙΗΜΑ ΜΑ΄. Πρὸς Μάξιμον) και βρίσκει ο ενδιαφερόμενος εδώ.

*

ΠΟΙΗΜΑ ΙΘ΄ [Περὶ ζωῆς ἀνθρωπίνης]

Ἕνας τροχός, πρόχειρα στηριγμένος
εἶναι ἡ μικρή, ἀπρόοπτη ζωή μας. Ἀνεβαίνει
κι ἀνεβαίνοντας πέφτει· δὲν στέκει
ὅσο κι ἂν φαίνεται νὰ στέκει,
κυλάει ἀσάλευτος κι ἀσάλευτος κυλάει.
Κι ὅλο κάνει νὰ φύγει καὶ δὲν φεύγει.
Κι ἂν κάποτε φύγει
μὲ τὴν ταχύτητα τῆς στάσης φεύγει.
Γυρίζει ἢ στέκει: καπνὸς
καὶ ὄνειρο κι ἕνα μικρό,
ἀσήμαντο λουλούδι μὲς στὰ χόρτα.

(facebook, 24 Ιουνίου 2021)

(περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή; (περισσότερα…)

Παλλαδάς ο Αλεξανδρινός: Ανάμεσα στην Ποίηση και την Ιστορία

*

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Εκτός από τα επιγράμματά του, τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό για τον Αλεξανδρινό γραμματικό και ποιητή Παλλαδά (ή ίσως Παλλάδα;).[i] Τα επιγράμματα αυτά όμως με τον καιρό απόκτησαν, πέρα και άσχετα από την ποιητική τους αξία, ιδιαίτερη σημασία, καθώς θεωρήθηκαν, και εξακολουθούν να θεωρούνται, μία από τις σημαντικές ιστορικές πηγές για τα δραματικά γεγονότα του 4ου μ.Χ. αιώνα, της εποχής που σήμανε το τέλος τού ειδωλολατρικού Αρχαίου Κόσμου, και την απαρχή της νέας Χριστιανικής περιόδου. Και είναι ως ιστορική πηγή κυρίως και όχι ως ποιητής που αντιμετωπίζεται ο Παλλαδάς στη νεώτερη, αλλά και την πιο πρόσφατη, βιβλιογραφία. Είναι πολυάριθμα τα άρθρα στα οποία επιχειρείται να συνδεθούν οι αναφορές ή οι υπαινιγμοί που κάνει στα επιγράμματά του με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα της εποχής του. Καθώς όμως υπάρχουν διαφορετικές υποθέσεις όσον αφορά τη χρονολόγηση της ζωής και της δράσης του Αλεξανδρινού, οι ερμηνείες και τα συμπεράσματα ποικίλουν. Τα χρονικά όρια στα οποία τοποθετείται κυμαίνονται έτσι από τα χρόνια της βασιλείας του “πρώτου χριστιανού αυτοκράτορα” Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, μέχρι την οριστική επικράτηση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την εποχή του Θεοδόσιου και των δικών του διαδόχων στις αρχές του 5ου.[ii]

(περισσότερα…)

Παλλαδά Αλεξανδρέως, Τα Επιγράμματα (πρόλογος-μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

afaia 2

 

~.~

Εκατόν πενήντα ένα επιγράμματα κι άλλα είκοσι τρία αμφίβολα σχηματίζουν το φιλολογικό σαρκίο του Παλλαδά από την Αλεξάνδρεια. Όσο για την ποιητική ψυχή του, αυτή ένας θεός ξέρει γιατί και πώς τσακίστηκε πάνω στα βράχια της γλώσσας. Η εποχή του, ο 4ος αιώνας, ήταν από εκείνες τις εποχές που σκληραίνουν τη γλώσσα κι εκθέτουν τις λέξεις στα κτηνώδη στοιχεία της εσωτερικής ανθρώπινης φύσης. Σηκώνονται άνεμοι αλύπητοι, τρικυμίες άγριες, μπόρες ασταμάτητες. Όταν ένας γερασμένος πολιτισμός πεθαίνει κάτω από τα χτυπήματα ενός νέου, που δεν διαθέτει ακόμη παρά την ανεξέλεγκτη δύναμη του ακούραστου και ατσαλάκωτου μέλλοντος, οι ανθρώπινες ψυχές μένουν μόνες, με τα ένστικτα. Προσπαθούν να αρπαχτούν από τις λέξεις και κόβονται, ματώνουν, γιατί η συνεχής τριβή στους πέντε ανέμους μιας ακόμη βίας που ισχυρίζεται την ανθρωπιά τις έχει κάνει αιχμηρές σαν μαχαίρια. Ο φτωχοδάσκαλος Παλλαδάς σηκώνει μια γωνιά του μανδύα που σκεπάζει το ψοφίμι του ειδωλολατρικού κόσμου και βλέπει τον νέο Χριστιανικό κόσμο να το γλεντάει, χορταίνοντας το σκοτεινό ένστικτο που πριν από αιώνες οι Έλληνες είχαν καταφέρει να δαμάσουν. Ξαφνικά αποκτά επίγνωση της ιστορίας ή τουλάχιστον επίγνωση της ζωικής φύσης του ιστορικού υποκειμένου – πράγμα που από μιαν άποψη είναι το ίδιο. Σαρκάζει, δεν πιστεύει σε τίποτε, γελοιοποιεί τα πάντα και τους πάντες. Στην πραγματικότητα, η βάση εκκίνησης της κριτικής του είναι η ασυνέπεια, τόσο του παλιού, όσο και του νέου κόσμου, απέναντι στην έννοια της φιλαλήθειας. Αιώνες αργότερα ο Νίτσε θα θεωρήσει αυτή την ασυνέπεια σαν κεντρικό στοιχείο αυτο-αποδόμησης του Δυτικού Πολιτισμού. Μέχρι τότε όμως, και δεδομένου ό,τι η ποίηση εγκλωβίστηκε στο μπαλκονάκι των αισθήσεων, ο Παλλαδάς δεν υπήρξε παρά ένας «επιδερμικός στιχουργός», του οποίου «η οργίλη διάθεση πύρωνε τα επιγράμματα εξωτερικά, αλλά τους στερούσε ποιητικό βάθος», όπως σημείωνε ένας σημαντικός σοφός του 17ου αιώνα, με μεγάλη επιρροή. Τελικά ο Παλλαδάς επιβίωσε και ο σοφός βρέθηκε στα αζήτητα της ιστορίας.

Τι ξέρουμε για τη ζωή του Παλλαδά, εκτός από μερικές σημαδιακές χρονολογίες που τον τοποθετούν στα τέλη του 4ου αιώνα; Τίποτε απολύτως. Απομένουν τα επιγράμματά του. Ο Παλλαδάς δηλαδή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

(περισσότερα…)

Η εποχή και το όραμα του Μίκη Θεοδωράκη

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα
και θα αισθανθείς μέσα σου να πλημυρίζει
κάθε είδος μεγαλείου – και θα είσαι ευτυχισμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η μυθιστοριογραφία που ερωτοτροπεί –ενίοτε επιτυχώς– με την αλήθεια και την οποία ονομάζουμε ιστοριογραφία, αμηχανούσε πάντα, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιστορικής προσωπικότητας. Συνήθως τραύλιζε μια εκδοχή του «οργανωτή» της κοινωνικής ζωής τύπου Σπένγκλερ (πολύ πριν ο ίδιος ο Σπένγκλερ εκθέσει ενώπιον της υπέργηρης Ευρώπης τον ιστορικό «υπεράνθρωπό» του) – μέχρι ν’ αρχίσει να τρεκλίζει προς το νομιμόφρον υποκείμενο των στρουκτουραλιστών, το υποκείμενο κατασκευή της εποχής του.

Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το αποτέλεσμα –τουλάχιστον για την «πλοκή»– ήταν το ίδιο: οργανωτής ή ενεργούμενο, κατασκευαστής ή κατασκεύασμα της εποχής της, η μεγάλη προσωπικότητα αντλούσε το μεγαλείο της από την σύμπτωση, την αντιστοιχία, την ομολογία με το ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου υπήρξε.

«Σύμβολο» μιας εποχής, «εικόνα» και «ψυχή» της, είναι μερικές από τις ρητορικές αποστροφές, που χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία γι’ αυτά τα πρόσωπα. Πού και πού τους εκχωρεί το δικαίωμα να έχουν υπάρξει με κάποιον διαδραστικό –ούτως ειπείν– τρόπο: κάτι έδωσαν, κάτι πήραν, κάτι διαμόρφωσαν και από κάτι διαμορφώθηκαν.

Τα σκέπτομαι αυτά, καθώς το ίνδαλμα Μίκης Θεοδωράκης, ο δημιουργός με τον οποίο ταυτίστηκαν άγνωστο πόσοι Έλληνες (δημιουργοί και μη) αποδήμησε πλήρης ημερών – πλην βρέφος ακόμα των αιώνων που του του ανήκουν.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η σχέση του με τον εποχή του;

Ήταν ο σπουδαίος εκφραστής, το σύμβολο, η εικόνα της, έρχεται η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση, ενισχυμένη από τον θαυμασμό με τον οποίον τον περιέβαλε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ως επί το πλείστον της εποχής του). Τότε, γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του διαμαρτύρονταν συχνά και όχι πάντα πολιτισμένα για τις επιλογές του; Γιατί ενώ κανείς –εκτός από τις κυβερνητικές μηχανές, εκείνα τα Κυβόργια που περιφέρονται ανάμεσά μας ως «επιτυχημένα» στελέχη επιχειρήσεων– δεν αμφέβαλε ποτέ για την μουσική μεγαλοφυΐα του, συχνά χαρακτηριζόταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Μήπως επειδή η εποχή του ήταν αμφιλεγόμενη; Καθόλου. Η εποχή του ήταν γεμάτη παράδοξα (όπως κάθε εποχή λίγο ως πολύ) αλλά όχι ασαφής. Η παραδοσιακή ολιγαρχία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει, με σταλινικές μεθόδους, την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτισμική αφύπνιση ενός πολιτικά αδέξιου λαού, του οποίου μόνο ένα περιορισμένο τμήμα πίστευε πως η σταλινική ΕΣΣΔ είναι κοινωνικό μοντέλο της προκοπής. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας εκπροσωπούσαν την βαρβαρότητα, η Εκκλησία τον σκοταδισμό και οι εργάτες και αγρότες την δίψα για ειρήνη και ευημερία. Επειδή αυτήν την σαφήνεια –βεβιασμένη, τεχνητή οπωσδήποτε– την είχε επιβάλλει η ολιγαρχία δια πυρός και σιδήρου, όλος ο βιωματικός πλούτος, που διέτρεχε τα αντίπαλα «στρατόπεδα» -εκφρασμένος από άτομα και ομάδες που δεν ταυτίζονταν με τις σκέψεις και τις ενέργειες των κατ’ επίφαση «ομοϊδεατών» τους- πνιγόταν σε ένα περιβάλλον ουσιαστικά δικτατορικό από το 1936 μέχρι το 1975 (παρά το μεταπολεμικό διάλειμμα μιας δημοκρατίας-φάρσας).

Αυτή ήταν η εποχή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος –όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι- στάθηκε απέναντί της. Από εδώ προκύπτει το μεγαλείο του– όχι από την πλήρη σύμπλευσή του με την αθλιότητα, την παραδοξότητα ενός έθνους που είχε αποφασίσει –παρά τις καλές του προθέσεις– να αλληλοσπαραχτεί για λογαριασμό στερεοτυπικών κοινωνικών μοντέλων, κατεργασμένων από μυστικές υπηρεσίες και διανοούμενους αργυρώνητους παλιάτσους. Στο βάθος αυτού του αδιέξοδου αλληλοσπαραγμού ασφυκτιούσαν αρχές, αξιώματα, δεδομένα, επιθυμίες, παραστάσεις συναισθήματα, θεμελιώδη για την ύπαρξη και την ευημερία ενός έθνους.

Ο Θεοδωράκης προσηλώθηκε σε αυτά, χωρίς να εγκαταλείψει την Αγορά, την πραγματικότητα της Πόλεως (και στο σημείο αυτό υπήρξε Έλληνας Άνθρωπος με την κλασική έννοια). Και στην πραγματικότητα, ο μόνος συνομιλητής του ήταν το όραμα μιας Ελλάδας ιδανικής μέσα στην καθημερινότητα, τον ερωτισμό, την χαρά για την ζωή και την φιλελευθερία της.

Στάθηκε μόνος! Αυτό λένε οι σκέψεις και οι πράξεις του.

Υπήρξε ιδιοφυής μουσουργός, με συμβολή στην πρωτοτυπία. Λάτρευε τον Bach και επέστρεφε συνεχώς σε αυτόν, αλλά η μουσική γραμματική του ανήκε στην ρωσική avant-garde: Προκόπιεφ, Στραβίνσι, Σοστακόβιτς. Συνέθεσε συμφωνίες, αλλά έγραψε και τραγούδια τα οποία χόρεψαν άνθρωποι που αν άκουγαν ποτέ μια Συμφωνία θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Υπήρξε κομμουνιστής, αλλά δεν ανεχόταν τον δογματισμό. Υπήρξε βουλευτής του ΚΚΕ, αλλά άσκησε καταιγιστική κριτική στις οργανωτικές αρχές και τις πολιτικές προθέσεις του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βαθιά Αντιεξουσιαστής. Και ήταν – με την έννοια του μεγάλου δημιουργού, που τολμάει ν’ αντικρίσει το οντολογικό χάος, την απουσία νοήματος, το «τετριμμένο» του βίου και αναλαμβάνει να δημιουργήσει σημασίες, ανασύροντας από το χάος την γεμάτη νόημα καρδιά του. Αυτή η καρδιά ήταν για τον Θεοδωράκη η Ελλάδα: ένα κορίτσι έτοιμο να ζήσει με όλη την σημασία του ρήματος, ψιθυρίζοντας τον στίχο του Αρχίλοχου: Η ζωή με τραγούδια εξημερώνεται…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

 

Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί. (περισσότερα…)

Κυριακή 11/7 | Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς – Με τον Γιώργο Μπλάνα

~.~

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η θεατρολόγος και πανεπιστημιακός Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Κυριακή 11 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

Γιώργος Μπλάνας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Ποιητής, κριτικός και μεταφραστής εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν την σφαγή. Έκτοτε εξέδωσε 10 ποιητικά βιβλία: Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου * Νύχτα * Παράφορο * Η απάντησή του * Επεισόδιο * Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα * Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη * Στασιωτικά [1-50] * Στασιωτικά [51-100] *Τερατούργημα και Ο Κότσυφας του Σύμπαντος. Άσκησε επί δεκαετίες την κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική κριτική και μετέφρασε πλήθος σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων λογοτεχνικών έργων. Η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική λυρική και δραματική ποίηση, απέδωσε εκδόσεις του συνόλου των αποσπασμάτων του Αρχίλοχου και του Παλλαδά του Αλεξανδρέως, Ραψωδιών της Ομήρου Ιλιάδος και δραμάτων του Αισχύλου, του Σοφοκλέους, του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους. Οι μεταφράσεις του αρχαίων δραματικών και σαιξπηρικών έργων χρησιμοποιήθηκαν συχνότατα σε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και άλλων θεατρικών οργανισμών.

2011 Ευριπίδου: Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.
2014 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2015 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2016-17 Αισχύλου: Επτά επί Θήβας, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2017 Ευριπίδου: Ιφιγένεια εν Αυλίδι, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2017 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγαρτζίδη.
2018 Αισχύλου: Αγαμέμνων, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2018 Σοφοκλέους: Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2018 Ευριπίδου: Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
2018 Αριστοφάνους: Βάτραχοι, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2021 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη.

Οι εργασίες του που έχουν βραβευθεί: Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω (Στασιωτικά [1-50]), Έπαινος Κάρολος Κουν (Ευριπίδης: Ηρακλής Μαινόμενος), Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (Βασίλι Γκρόσμαν: Ζωή και Πεπρωμένο).

~.~

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΤΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ

Μετάφραση Γιώργου Μπλάνα

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά.

~.~

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Κυνήγι φτερωτό των ουρανών
κι έθνος ολόχαρο των αγριμιών
που τρέφεται σε τούτες τις πλαγιές,
μη φεύγετε την πέτρα μου, μην τρέχετε·
δεν έχω πια στα χέρια τόξου δύναμη,
ο δύστυχος. Ελάτε,
μη φοβάστε.
Ο τόπος είναι αφύλαχτος.
Σειρά σας να χορτάσετε ό,τι μένει
από το σφάγιό μου.
Εγώ σε λίγο
φεύγω απ’ τη ζωή.
Με τι να πορευτώ;
Χορταίνει ο άνεμος αυτόν
που έχασε της μάνας γης την αγκαλιά;

~.~

ΑΙΑΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αι, α! Στενάζω και ακούω τ’ όνομά μου.
Όχι στενάζω, αιάζω είναι το σωστό.
Κι έτσι μπορώ να είμαι Αίας
όσο ζητάει η κατάντια μου. Αι, α, κατάντια:
να φτάνει κάποτε στην Τροία ο πατέρας,
να σπέρνει σθένος και ορμή και να θερίζει δόξα·
και να ’ρχεται ύστερα ο γιος στην ίδια γη
να οργώνει τα πεδία των μαχών
με χέρια ισάξια του πατέρα,
να σπέρνει το ίδιο σθένος και να θερίζει ατίμωση
σαν να ’ναι ο τελευταίος των Αχαιών.
Όμως ακόμα κι έτσι ερείπιο όπως είμαι,
μέσα μου ξέρω σίγουρα πως αν ο Αχιλλέας
ήταν εδώ και έκρινε ποιος έχει την ανδρεία
να φέρει τα όπλα του, θα έδειχνε εμένα·
μόνο εμένα. Κι ας πιστεύουν οι Αχαιοί
πως είναι άξιος να τα ’χει ένας πανούργος
κι ας λοιδορούν το σθένος μου.
Αν έβλεπα μπροστά μου, αν μπορούσα να σκεφτώ,
δεν θα τολμούσαν να προκρίνουν άλλον άνδρα.
Μὰ εγώ άπλωσα το χέρι να συντρίψω
ανθρώπους ένοχους και η κόρη, η αρπακτική, του Δία
έλυσε καταπάνω μου την λύσσα της. Ορίστε,
λοιπόν, ο ανδρείος μαχητής: ένας ασήμαντος χασάπης.
Τώρα γελούν, νομίζουν πως είναι ζωντανοί
από δικό μου λάθος. Δεν σκέφτονται πως όταν
σπέρνει σκοτάδι ο θεός, βρίσκει την ευκαιρία
και ξεγλιστρά απ’ τον γενναίο ο δειλός.
Λοιπόν, τι μου απομένει; Οι θεοί με κυνηγούν,
το πανελλήνιο με μισεί κι η Τροία δεν με σηκώνει.
Ν’ αφήσω ετούτη την στιγμή τους Αχαιούς,
να πάρω πίσω το Αιγαίο μονάχος, λιποτάκτης;
Πώς θα σταθώ μπροστά στον Τελαμώνα;
Πώς θα τον αντικρύσω; Και πώς θ’ αντέξει να με δεῑ
να επιστρέφω με άδεια χέρια; Τι θα του πω;
Γυμνός θα πάει ο γιος στην δόξα του πατέρα;
Όχι, ποτέ, ποτέ όσο ζώ. Καλλίτερα να ορμίσω
πάνω στους Τρώες μόνος μου. Κι όσους θερίσω
πριν με θερίσουν. Έτσι τουλάχιστον θα πάω
δοξασμένος. Όχι! Αυτό δεν περιμένουν οι Αχαιοί,
για να πανηγυρίσουν; Δεν βγαίνει άκρη. Κάπως
πρέπει να μάθει ο πατέρας πως ο γιος
δεν είναι ανάξιος καρπός της γενναιότητάς του.
Πρέπει· γιατί είναι ντροπή να θες να ζήσεις μια ζωή
που οι δυστυχίες της γεννούν μονάχα δυστυχίες.
Τι νόημα έχει να πεθαίνεις κάθε μέρα
για να μένεις ζωντανός; Ύπαρξη κάλπικη αυτός
που προσπαθεί να συντηρήσει της ελπίδας την φωτιά
με ψέματα χλωρά. Ζήσε καλά ή πέθανε καλύτερα.
Νά πώς υπάρχει ο αυθεντικός άνθρωπος.
Εγώ αυτά είχα να πω.

~.~

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ [ΑΙΣΧΥΛΟΥ]

Απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού·
αέρα, διάφανο γεράκι της δροσιάς,
πηγές των ποταμών,
πέλαγο, γέλιο της αρμύρας φωτεινό
μητέρα γη και φλογερό βλέμμα του ήλιου,
δείτε θεός από θεούς τι πάσχω.
Δείτε αιώνιο μαρτύριο που έχω να παλέψω.
Αυτό αξίζω για την νέα εξουσία:
πέτρα και σίδερο σε μια ερημιά.
Α, πού κατάντησα! Δεν ξέρω τι να πρωτοπονέσω·
το σιδερένιο μου παρόν
ή τους πέτρινους αιώνες που θα έρθουν;
Λύτρωση! Θά ’ρθει η λύτρωση ποτέ;
Τι λέω; Σαν να μην ξέρω τι θα φέρει
το μέλλον: ένα-ένα, καθαρά·
τίποτα απρόβλεπτο, όλα δοσμένα, μετρημένα.
Θα το αντέξω -πρέπει!-
το μέρισμά μου. Δεν παλεύεται -το ξέρω-
η Ανάγκη. Θα σωπάσω
μπροστά στην δύναμή της.
Μα δεν μπορώ να κάνω την σιωπή μου
να σωπάσει. Μιλάει – κι εγώ ένα στόμα έχω…
Άνθρωπος η κατάντια μου!
Γι’ αυτόν άρπαξα απ’ την φλόγα την φωτιά·
σ’ αυτόν την χάρισα, κλεισμένη
σ’ ένα καλάμι, ζωντανή – να τον διδάξει
πως γίνεται Άνθρωπος ο Άνθρωπος. Αυτό
το ανθρώπινο όραμα με οδήγησε εδώ, στην ερημιά
των απάνθρωπων δεσμών μου. Αχ!
Ποιος είναι εκεί;
Ποιος ψιθυρίζει; Ποιος μυρώνει τον αέρα,
διάφανος σαν αέρας. Φανερώσου!
Είσαι θεός, θνητός ή πλάσμα θεϊκό;
Ήρθες στης γης την άκρη για να δεις
το πέτρινο μαρτύριο που περνώ ή τι;
Βλέπεις θεό δεσμώτη, απόβλητο, εχθρό
της εξουσίας των θεών… από φιλανθρωπία.
Τι είναι αυτό! Ακούω πουλιά;
Φτερά θροΐζουν ή σηκώθηκε αέρας;
Τι φέγγει εκεί; Ποιος τρόμος…

~.~

ΗΡΑΚΛΗΣ [ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ – ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Λοιπόν, αφού πιαστήκαμε για τα καλά λόγια,
άκου στις νουθεσίες σου τι έχω ν’ αντιτάξω•
και μέτρα τα χτυπήματα που μου ’δωσε η ζωή.
Με γέννησε ο άνθρωπος
που σκότωσε τον γέροντα πατέρα της μητέρας μου –
κι όταν δεν έχει μια γενιά βάσεις σωστές, οι απόγονοι
θα δυστυχήσουν βέβαια.
Ύστερα, αυτός ο Δίας
-ποιος είναι δεν με νοιάζει-
σε κάποια κλίνη, μου άνοιξε πόλεμο με την Ήρα.

Γέρο μου, μην ανησυχείς. Έναν πατέρα έχω.

Ήμουν μωρό, στα σπάργανα, κι έπρεπε να παλέψω
με φίδια τερατόμορφα, για να επιβιώσω.
Κι όταν στο σώμα μου έδεσε η πανοπλία του άντρα,
τι δεν αντιμετώπισα – Τρισώματους Τυφώνες;
Λιοντάρια; Γίγαντες; Ορδές τετράποδων πολεμιστών;
Τη σαρκοβόρα Ύδρα, που είχε δυο κεφάλια και έκαψα εκατό;
Τι πέρασα! Πώς άντεξα! Και άντεξα πολλά.
Μέχρι τον Άδη έφτασα και έφερα στο φως
τον σκύλο τον τρικέφαλο, τον πυλωρό του σκότους•
για χάρη του Ευρυσθέα.
Και, να, το επιστέγασμα των άθλων μου: τα λάφυρα
της δυστυχίας μου: νεκρά
παιδιά – και είναι παιδιά μου!
Κατάντια!
Πώς να μείνω στη Θήβα που αγάπησα;
Είναι ντροπή!
Κι αν μείνω
ποιο ιερό, ποια τελετή, ποιον φίλο να πλησιάσω;
Δεν έχω το δικαίωμα και δεν θα με δεχθούν.
Να πάω στο Άργος; Πώς; Φυγάς
απ’ την πατρίδα μου;
Ή να βρω
μιαν άλλη πόλη να κρυφτώ;
Ποια πόλη; Είναι μπροστά μου
τα μοχθηρά τους βλέμματα, που θα με αναγνωρίζουν•
Τρυπούν τ’ αφτιά μου οι ψίθυροι:
«Αυτός δεν είναι ο φονιάς,
ο γιος του Δία, που σκότωσε γυναίκα και παιδιά;
Α, να χαθεί, το σίχαμα, να ξεβρομίσει ο τόπος!»

[Άκου με: αυτός ο άνθρωπος που έλεγε πως ζούσε
τάχα μέσα στο φως
της ευτυχίας, ταράζεται, τα χάνει, όταν αρχίσει
να σκοτεινιάζει η μοίρα του.
Όμως αυτός που έμαθε τι είναι δυστυχία
από τα γεννοφάσκια του, ξέρει τι περιμένει.]
Κι εγώ γνωρίζω, φίλε μου,
πως θα τελειώσω. Κάποτε κι η γη θα μου φωνάζει
πως είμαι ανεπιθύμητο; να πάψω να μολύνω
τα χώματά της, τα νερά, τις θάλασσες. Θα λέει
πως μόνο το μαρτύριο του Ιξίωνα μου ταιριάζει.
[Καλύτερα έτσι. Οι Έλληνες δεν θα ’ναι αναγκασμένοι
να βλέπουν ενός Έλληνα γενναίου την κατάντια.]

Λοιπόν; Γιατί να ζω;
Τι έχει να μου δώσει αυτή η άχρηστη ζωή;
Το αίσχος της;
Τώρα μπορεί του Δία η γυναίκα
να ξεσηκώσει απ’ τους χορούς τις αίθουσες του Ολύμπου.
Έγινε αυτό που ήθελε. Τον πρώτο των Ελλήνων
τον γκρέμισε απ’ το βάθρο του.
Θεά να σου πετύχει!
Πώς να την σεβαστείς,
όταν για μια γυναίκα, που άρεσε στον Δία,
στερεί από την Ελλάδα
τους υπερασπιστές της;

~.~

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Δεν έχω του Ορφέα το μυαλό, πατέρα μου· δεν ξέρω
να τραγουδάω και να ξυπνούν οι πέτρες και να τρέχουν
να μ’ ακούσουν· να μιλάω και να μαγεύω
τους ανθρώπους και να κάνουν ό,τι θέλω.
Τα δάκρυά μου τα χαζά έχω μονάχα.
Κάτι αξίζουνε κι αυτά, πατέρα: είναι δικά μου
κι είναι της κόρης σου – μην τ’ αρνηθείς.
Πέφτω στα πόδια σου· σε ικετεύω. Ξέρω:
δεν ικετεύουνε ποτέ με άδεια χέρια· να,
δέξου τα χέρια μου και πες πως είναι
κλαδάκια ελιάς και δάφνης. Μην με διώχνεις
τόσο γρήγορα απ’ το φως· είναι γλυκό
το φως – μην μ’ αναγκάσεις
να δω της γης τ’ ανίδωτα κι ανείπωτα σκοτάδια.
«Πατέρα μου» δεν ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσες
να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου; «Παιδί μου»
δεν σ’ άκουσα να λες μόλις σε είδα
στο φως του κόσμου; Κι όταν
μεγάλωσα, σε σένα δεν ερχόμουν, δεν καθόμουν
στα γόνατά σου, δεν σου γύριζα τα χάδια, τα φιλιά σου;
Δεν μου ’λεγες: «Θα ζήσω να σε δω, πριγκίπισσά μου,
βασίλισσα στο σπίτι σου· γυναίκα ευτυχισμένη
στην αγκαλιά ενός βασιλιά, μεγάλου σαν και μένα;»
κι εγώ σου χάιδευα τα γένια –όπως τώρα–
και σου ’λεγα: «Θα ζήσεις και θα είσαι
γέροντας και θα έρχεσαι στο σπίτι μου κι εγώ
θα σε φροντίζω όπως με φρόντιζες εσύ».
Εγώ δεν τα ξεχνάω τα λόγια μου, πατέρα.
Εσύ τα ξέχασες και θέλεις να με σκοτώσεις.
Τι θα ’λεγε ο Ατρέας, ο παππούς μου,
αν ήξερε; Τι θα ’λεγε ο δικός σου
παππούς, ο Πέλοπας; Άκου τι λέει
η μητέρα μου. Δεν φτάνει μία φορά
που πόνεσε, όταν μου ’δωσε ζωή; Πρέπει να ζήσει
και τον πόνο του θανάτου μου; Τι φταίω
εγώ αν ήθελε η Ελένη τον Αλέξανδρο, πατέρα;
Πώς να πεθάνω εγώ γι’ αυτούς;
Κοίταξέ με, φίλησέ με να θυμάμαι τον καλό μου
πατέρα, όταν θα φύγω απ’ τη ζωή επειδή
δεν με λυπήθηκε ο πατέρας μου. Και συ,
Ορέστη μου, αδελφέ μου, βοήθησέ με. Ξέρω·
είσαι μικρούλης· όμως νιώθεις
–το νιώθω– το κακό που πλησιάζει
την αδελφή σου· και το δάκρυ σου, μωρό μου,
έχει δύναμη μεγάλη – να το ξέρεις.
Κοίτα, πατέρα, τι σου λέει: «Είναι μικρή
η αδελφούλα μου· λυπήσου τη!» Μαζί,
μαζί σ’ το λέμε – εγώ πουλί μικρό κι αυτός
πουλάκι τοσοδά. Είμαι μικρή, όμως πρόλαβα
να μάθω κάτι π’ ούτε εσύ ούτε κανείς
μπορεί να το νικήσει.
Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Κι είναι τρελός αυτός που λέει:
καλύτερα να πέθαινα χαρούμενος παρά
να ζω δυστυχισμένος.

~.~

ΜΗΔΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Ορίστε· ήρθα εγώ σε σας, γυναίκες της Κορίνθου,
για να μην παρεξηγηθώ. Λένε πολλά
οι άνθρωποι μπροστά και πίσω από τις πόρτες.
Αλαζονεία βλέπουν στην διακριτικότητα
οι γείτονες, γιατί το βλέμμα
και άδικο είναι κι απρόκλητα επιθετικό,
πριν διακρίνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο·
πόσο μάλλον αν είναι ξένος. Το σωστό
είναι να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Μα κι οι πολίτες να μην κρίνουν
απ’ τα φαινόμενα. Πολίτης
και άγνοια είναι σωστή καταστροφή. Όσο για μένα,
με τσάκισε, καλές μου, αυτό το ξαφνικό.
Σαν φάντασμα πλανιέμαι σε τούτη την ζωή
που δεν την θέλω. Είμαι νεκρή, σας λέω·
νεκρή. Ο άντρας μου, αυτός που ήταν για μένα
ο κόσμος όλος, όλη μου η ζωή,
είναι το μεγαλύτερο ψέμα του κόσμου.
Μα, δεν υπάρχει πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο,
πιο δύστυχο απ’ την γυναίκα.
Κάθε ανάσα, κάθε σκέψη κι ένα πρόβλημα.
Πληρώνουμε πανάκριβα έναν άντρα
κι αγοράζουμε αφέντη.
Υπάρχει μεγαλύτερη απάτη;
Κι αν βγει καλός, πάει καλά. Όμως θα βγει;
Άλλη αγωνία αυτή. Για χωρισμό ούτε λόγος.
Η άτιμη, αυτή που άφησε τον άντρα της!
Μένουμε εκεί, σ’ ένα καινούριο άγνωστο σπίτι,
με άλλες συνήθειες κι άλλες αρχές,
αμήχανες, χωρίς να ξέρουμε τι πρέπει
να κάνουμε. Πρέπει να είσαι Πυθία για να ξέρεις
πράγματα που δεν έμαθες στο πατρικό σου σπίτι.
Κι αν καταφέρουμε να μάθουμε όπως-όπως
και πάρουν όλα την σειρά τους
κι ο άντρας λέει -όπως λένε- πως αντέχει τον ζυγό
του γάμου έχει καλώς.
Δεν είναι άσχημα. Το αντίθετο, μπορείς να λες
πως είσαι ευτυχισμένη. Ασφαλώς,
ο άντρας, όταν βαρεθεί την σπιτική μονοτονία,
βγαίνει, πηγαίνει να ξεσκάσει.
Εμείς στο μεταξύ δίνουμε μάχη για την τιμή του
με σύμμαχο την μοναξιά. Για ν’ ακούσουμε στο τέλος
πως είμαστε κρυμμένες στην ασφάλεια του σπιτιού,
όταν εκείνοι προσπαθούν να ξεφύγουν, με το δόρυ,
το δόρυ του εχθρού. Ανοησίες! Χίλιες φορές
η ασπίδα και το δόρυ, παρά μια γέννα. Όμως άλλο
εσείς κι άλλο εγώ. Εσείς έχετε τόπο
και σπίτι πατρικό και φίλους και γνωστούς.
Εγώ είμαι μόνη σε ξένο τόπο: λάφυρο
μιας εκστρατείας σε τόπο βάρβαρο,
χωρίς γονείς και αδελφό και συγγενή να καταφύγω.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ. Αν βρω τρόπο να τιμωρήσω
τον άντρα μου, την νύφη του και τον πατέρα της,
για το κακό που μου ’καναν, μην πεις
τίποτα σε κανέναν.
Γιατί, σ’ το λέω: μπορεί η γυναίκα να φοβάται
και τον ίσκιο της, μπορεί να μην αντέχει
ούτε ν’ ακούει για μάχες και σπαθιά,
μα όταν πολιορκηθεί ο έρωτάς της, δεν υπάρχει
πιο πολεμόχαρη ψυχή.

~.~

ΑΝΤΙΓΟΝΗ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αχ, νυφική μου κάμαρα, σπίτι μου σκοτεινό:
τάφε και φυλακή μου, έρχομαι για να βρω
όσους δικούς μου δέχτηκε εκεί η Περσεφόνη.
Μόνον εγώ απόμεινα. Μόνο και μόνο για να δω
τον θάνατό μου πριν καλά-καλά να ζήσω.
Άργησα, άργησα πολύ, μάνα καλή, πατέρα μου,
κι αγαπημένε μου αδελφέ, κοντά σας να κουρνιάσω.
Έρχομαι, κατεβαίνω: το αγαπημένο σας παιδί,
εγώ που σας ετοίμασα, σας στόλισα, σας τίμησα
στο τελευταίο ταξίδι.
Ακούτε; Ακούς κι εσύ καλέ μου Πολυνείκη.
Το σώμα σου προστάτεψα, αδελφέ
και να τι κέρδισα! Όχι·
σε τίμησα, έτσι έπρεπε: το ξέρουν οι καλοί.
Τέτοιο φορτίο τρομερό -κι ενάντια στους πολίτες-
δεν θα το άντεχα, αδελφέ, ούτε για τα παιδιά μου,
τα σπλάχνα μου· τον άντρα μου αν έβλεπα να λιώνει
άταφος… Όχι, αδελφέ, μην σε τρομάζουν
τα λόγια μου· ξέρω τι λέω. Τη θέση ενός άντρα
νεκρού την παίρνει άλλος.
Και την απώλεια των παιδιών,
καινούργια την γιατρεύουν.
Όμως δεν γίνεται άλλος αδελφός από γονείς
που βρίσκονται στον Άδη.
Αυτό είναι νόμος, αδελφέ.
Και τον σεβάστηκα. Κι αυτός, ο Κρέων, λέει
πως παρανόμησα, δικαίωμα στις χαρές
δεν έχω της ζωής: άντρα παιδιά και σπίτι.
Σπίτι μου θέλει ο τάφος μου να γίνει·
εκεί μονάχη κι έρημη να ζω τον θάνατό μου.
Ποιο νόμο παραβίασα των θεών;
Θεοί! Θεοί!
Ούτε θεοί ούτε άνθρωποι μπορούν να με συντρέξουν πια,
αφού καταδικάστηκα γι’ ασέβεια επειδή υπήρξα ευσεβής!
Αν συμφωνούν μ’ αυτήν την καταδίκη οι θεοί,
πεθαίνοντας θα ξέρω πως το λάθος ήταν δικό μου. Όμως
αν είχα δίκιο εγώ, ας πάθουν οι άδικοι όσα μου έκαναν.
Αυτό μου φτάνει.

~.~

ΗΛΕΚΤΡΑ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Άσπιλο φως και σύντροφε
πιστέ της γης, αέρα·
πάλι με βρήκατε οικτρό
ναυάγιο στα ρηχά των σκοταδιών.
Πάλι όλη-νύχτα πάλευα
με την στυγνή αγρύπνια μου,
σ’ αυτό το άθλιο σπίτι:
να προσπαθώ να κρατηθώ
απ’ τις πληγές μου με πληγές,
να μην αφήσω να χαθεί η μνήμη του πατέρα
που δεν μου πήρε ο πόλεμος,
δεν έπεσε σαν άνδρας, μαχόμενος βαρβάρους·
η μάνα μου κι ένας μοιχός, ο Αίγισθος, τον έκοψαν
σαν δέντρο που τους έκλεβε το φως.
Κι έμεινα εγώ , πατέρα μου, μονάχη να θρηνώ
τον άδικο και άνανδρο, πανάθλιο θάνατό σου.
Μόνον εγώ· άλλος κανείς.
Σε ξέχασαν πατέρα.
Μα όσο έχει τ’ άστρα της η νύχτα κι όσο βγαίνει
ο ήλιος, δεν θα στερηθεί εμένα το κατώφλι σου.
Σαν την αηδόνα που της πήραν τα μικρά
θα κλαίω απαρηγόρητα· εδώ – να με ακούν,
να μην μπορούν στιγμή να ησυχάσουν.
Άδη, με ακούς;
Ακούγομαι εκεί κάτω Περσεφόνη;
Πού είσαι Ερμή των σκοταδιών κι εσύ Κατάρα ευλογημένη;
Πού είστε κόρες των θεών, άγριες Ερινύες;
Τι πάθατε, δεν βλέπετε μοιχούς και δολοφόνους
να τριγυρνούν στο σπίτι μου;
Ελάτε, εκδικηθείτε,
τον φόνο του πατέρα μου.
Φέρτε τον αδελφό μου.
Πονώ βαθιά και σκοτεινά.
Πάω στα τυφλά. Ένα χέρι!

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Προς Μάξιμον (μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ
(329-390 μ.Χ.)

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑ΄

Προς Μάξιμον *

Τι είναι πάλι αυτά; Τολμάς κι εσύ να γράφεις, Μάξιμε; Τολμάς,
λοιπόν, να γράφεις; Ε, αυτό κι αν είναι αναίδεια, σκέτος
κυνισμός! Βέβαια, σήμερα οι πάντες τολμούν τα πάντα.
Τι καιροί! Σαν μανιτάρια ξεπετάγονται οι επαΐοντες στρατηγοί
κι οι ευγενείς επίσκοποι να δρέψουν δάφνες
για το καλό που δεν τους άφησε η νωθρότητα να κάνουν.
Τι καταφέρνουν; Να πνίγουν τα βλαστάρια της αρετής.
Αποθρασύνθηκε η χωριατιά. Όχι πως κάνει κανένα μεγάλο
κακό με τα μικροκουτσομπολιά της, αλλά, να, δεν είναι σωστό.
Ας παριστάνει, λοιπόν, όποιος θέλει τον γελωτοποιό,
χωρίς να ξέρει πώς (γιατί κι αυτό απαιτεί
γνώση) ας παριστάνει τον μεγάλο τοξότη, ας ανοίγει φτερά
κι ας πετάει στα σύννεφα. Η πράξη έχει σημασία, η γνώση…
υπάρχει τέτοιο πράγμα; Μήπως έγινες κι εσύ
μουσόπνευστος ‒ κατά πως λέγαν οι παλιοί;
Μήπως διεύρυνε το πνεύμα σου κανένα φύλλο δάφνης
ή παραστράτησες κι έπεσες μέσα σε τίποτα ιερά νερά
κι έπειτα, εσύ ο άμετρος, ανάβλυσες μέτρα;
Απίστευτα πράγματα!
Προφήτης ο Σαούλ – συγγραφέας ο Μάξιμος!
Μα έτσι ποιος δεν είναι προφήτης; Έχεις χέρι;
Γράψε. Χαρτί υπάρχει άφθονο, η πέννα
είναι εύχρηστη – ας γράψουν και τα γραΐδια.
Λέγε, γράφε, γέμιζε θέατρα, δρέπε αναίσχυντα
χειροκροτήματα. Λίγοι οι σοφοί, πολλοί οι παράφοροι
Μάξιμοι στο ακροατήριο. Σ’ αυτούς αρέσεις – τους σοφούς,
συγκροτημένους και καλλιεργημένους… χαιρέτα τους.
Γέλα μαζί τους﮲ κι αν δεν σου φτάνει,
πες ό,τι θέλεις ‒ θεμιτό κι αθέμιτο. Αντέχουμε. Εξάλλου,
η παρρησία σου είναι άκρως διασκεδαστική –
έχουμε βέβαια το δικαίωμα να γελάσουμε λιγάκι
κι εμείς. Πόσο μάλλον τώρα, που υπάρχουν πλήθος
ευκαιρίες. Καλλιέργησε ελεύθερα το πνεύμα
της ρητορικής και άσκησε την τέχνη
του γαυγίσματος σ’ αυτούς που σ’ ενοχλούν.
Λόγοι μου, γράμματα και ιδέες, θα φωνάξω μια και δυο
κι άλλες τόσες: Τολμάς κι εσύ να γράφεις; Πού
κι από ποιον και πότε έμαθες – για πες μου;
Δικό σου είναι το χέρι; Χθες ακόμα βολευόσουν
με ξεροκόμματα, που σου προσπόριζαν
η γελοία άσπρη προβιά σου, της ζωής σου
ο σκυλοκαβγάς και τα γρυλίσματά σου.
Τότε η γραφή ήταν για σένα ό,τι η λύρα
για τον γάιδαρο, το κύμα για το βόδι, η ζυγαριά για τα θαλασσινά.
Τώρα μας προέκυψες Ορφέας και κρέμονται όλοι
από τα δάχτυλά σου. Ή Αμφίονας, που παίζει
στις πέτρες μουσική να χτίσουν μόνες τείχη.
Κοίτα θαύματα που κάνει ο κυνισμός, όταν καλοπερνάει.

Σε αποθράσυναν, μου φαίνεται οι μαμές,
συνέταιροι και συνεργοί σου. Βέβαια, σ’ αυτές
φαίνεσαι κύκνος, που λαλεί μελωδικά στ’ αυτιά τους,
σαν ψίθυρος του ζέφυρου σ’ ολόχαρα μεσούρανα φτερά.
Και τι γράφεις; Ενάντια σε ποιον, σκυλί;
Σε άνθρωπο που είναι ολόκληρος γραφή:
ό,τι η ροή για το νερό κι η ζέστη για το πυρ;
Περιττό να επισημάνω πως ενώ δεν αδίκησα ποτέ
κανέναν ‒όχι με πρόθεση τουλάχιστον‒ υπέφερα τα μύρια
όσα αισχρά. Ανόητε, αγράμματε, θρασύ﮲ τι κάνεις;
Περήφανο άλογο σ’ αγώνα δρόμου προσκαλείς;
Λιοντάρι προκαλείς σε πάλη; Έστω μέχρι εκεί
μπορεί να φτάσει ο νους σου: υποθέτεις
πως δεν θα κάνω νύχια και δόντια την γραφή του,
για χάρη σου. Λοιπόν, σε διαβεβαιώ,
πως στο σημείο αυτό ‒αν και το μόνο‒ είσαι σοφός.
Ποιος σοβαρός άνθρωπος θ’ άνοιγε καυγά μ’ έναν σκύλο;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

* Ο Αιγύπτιος κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος βαπτίστηκε χριστιανός από τον ίδιο τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος τον αγαπούσε και τον επαινούσε. Ωστόσο ο Μάξιμος επιδόθηκε σε δολοπλοκίες κατά του Γρηγορίου και για ένα διάστημα υπήρξε αντικανονικός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Στην ίδια Σύνοδο που καθαίρεσε τον Μάξιμο, υπέβαλε ο Γρηγόριος την παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο, αηδιασμένος από το γεμάτο συνωμοσίες και αυτοκρατορικές παρεμβάσεις περιβάλλον της Εκκλησίας.

 

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

~.~

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη φετινή θεατρική παραγωγή του θεάτρου «Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, μουσική συναυλία με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη και τους συνεργάτες του, ανοιχτές συζητήσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων λειτουργίας του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, αφιερώματα σε μεγάλους Σταθμούς του Θεάτρου με καλεσμένους τους ποιητές και μεταφραστές Στρατή Πασχάλη και Γιώργο Μπλάνα, τιμητικές εκδηλώσεις για τον Γιώργη Μανουσάκη και τον Αλέξη Πολίτη, παρουσιάσεις βιβλίων των Γιάννη Κιουρτσάκη, Κώστα ΧατζηαντωνίουΛίλας Τρουλινού και Κώστα Κουτσουρέλη και συζήτηση με τους συγγραφείς τους. Μετά την τελευταία παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θανάση Βαλτινό.

Ακολουθεί το πλήρες και αναλυτικό πρόγραμμα όλων των εκδηλώσεων.

Την ευθύνη των εκδηλώσεων έχουν οι Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης, και Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας.

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όλες οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.30 μ.μ. Όπου δεν αναγράφεται κάτι διαφορετικό, η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

 

Παρασκευή 2/7 | Θεατρική πρεμιέρα

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

 «Ο Αντρέας Κορδοπάτης είναι όλοι εκείνοι που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη νεοελληνική ένδεια. Υπέστησαν τα πάντα: ταπεινώσεις, κακουχίες. Τα κατάφεραν ωστόσο», έχει πει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Βαλτινός. Η Θεατρική Εταιρεία Μνήμη ανεβάζει στη σκηνή ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Σκηνοθετεί ο Μιχάλης Βιρβιδάκης. Ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος. Σκηνογραφία-κοστούμια Ξανθή Κόντου. Σύνθεση ήχων Δημήτρης Ιατρόπουλος. Φωτισμοί Μικαέλα Παπά.

Γενική είσοδος 14 €, φοιτητικό εισιτήριο 10 €

 

Σάββατο 3/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 4/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 5/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο Κυδωνία 2000-2020: 20 χρόνια προσφοράς στα Χανιά

Με έναυσμα την πρόσφατη έκδοση «Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη – Θέατρο Κυδωνία. 20 χρόνια θέατρο στα Χανιά» της Ιωάννας Ρεμεδιάκη (λέκτορος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ), η συγγραφέας και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία Μιχάλης Βιρβιδάκης συζητούν με το κοινό, τους δημοσιογράφους, τους φίλους και τους συνεργάτες του θεάτρου (ηθοποιούς, μεταφραστές, σκηνογράφους, μουσικούς, εθελοντές κ.ά.) για τα είκοσι αυτά χρόνια της διαδρομής του.

Τετάρτη 7/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο εκτός των Πυλών

Η Αλεξία Αλτουβά, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, συζητά με την Ιωάννα Ρεμεδιάκη και τον Μιχάλη Βιρβιδάκη για το ελληνικό θέατρο το εκτός Αθηνών, για τους θιάσους και τα σκηνικά εγχειρήματα της περιφέρειας, αλλά και για τη μακρά εκδοτική δραστηριότητα της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη. 

Παρασκευή 9/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 10/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς (Με τον Στρατή Πασχάλη) 

Στην πρώτη μιας σειράς από δύο βραδιές αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Κυριακή 11/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς (Με τον Γιώργο Μπλάνα)

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Δευτέρα 12/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Θαύμα και η Τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον Κόσμο του Ομήρου στην Παγκόσμια Επαρχία», του Γιάννη Κιουρτσάκη

Πίσω από την ποικιλία των θεμάτων που απαντούν στα έργα του Γιάννη Κιουρτσάκη υπάρχουν πάντοτε τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική ως αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους· η δημιουργία, ως μοναδικό θεμέλιο ενός πολιτισμού· η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής στους δύσκολους καιρούς. Με αφορμή το νέο βιβλίο του, ένα δοκίμιο αναστοχαστικό για το 1821 και την πορεία του ελληνισμού έκτοτε (Πατάκης, 2020), τον συγγραφέα και το έργο του παρουσιάζει η Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος και πεζογράφος. Μαζί του συζητά η φιλόλογος και συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο Αιμίλιος Καλογερής.

Τετάρτη 14/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Παρασκευή 16/7 | Τιμητική εκδήλωση

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι Νύχτες του Ιουλίου τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός και σκηνοθέτις, Δημήτρης Πολυχρονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης και Γιάννης Δημητρακάκης, επίκουρος καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και Μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι, φωνἠ). Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Γενική είσοδος 15 €

Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

Δευτέρα 19/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Τετάρτη 21/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 24/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 25/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση

Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο «Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές» (Κίχλη 2021), μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος.

Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία

«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη

Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Παρασκευή 30/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Ίδιο Χώμα. Κατεβαίνοντας τις Ανηφόρες της Ιστορίας», της Λίλας Τρουλινού

Το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων από ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, σε μια απέλπιδα αναζήτηση της ρίζας του κακού στην αναστατωμένη εποχή μας. Για το πρόσφατο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού και ορμητικής φαντασίας (Περισπωμένη, 2021), μιλούν η Νίκη Τρουλλινού, πεζογράφος, και η Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Σάββατο 31/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Την τελευταία παράσταση του έργου θα τιμήσει με την παρουσία του ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός.

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)