Γιώργος Μπλάνας

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με ποιήματα (άλλων)

Impression

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Νομικός δεν είμαι, συνεπώς δεν μπορώ να αποφανθώ περί λογοκλοπής από νομική άποψη. Δεν έχω, ωστόσο, λόγους ‒το αντίθετο μάλιστα‒ για να υποψιάζομαι καν πως οι προσφάτως καταγγέλλοντες τον Χάρη Βλαβιανό για συστηματική λογοκλοπή αγνοούν και τις νομικές διαστάσεις του θέματος.

Εγώ την λογοκλοπή μπορώ να την κρίνω με κάποια ασφάλεια μόνο από ηθική ή και αισθητική άποψη. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος ξεκίνησε με αρκετές προοπτικές, τις οποίες πολύ γρήγορα διέψευσε, παρατηρώ τα παρακάτω.

Πρώτον, οι στίχοι, οι στροφές, τα χωρία και οι ιδέες ολόκληρων ποιημάτων άλλων που ενσωματώνει ή ακολουθεί, όταν δεν είναι απλές μεταφράσεις, όχι μόνο δεν στέκονται στο ύψος των πρωτοτύπων, αλλά αποτελούν αδέξιες παραλλαγές. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει νομίζω πως τα ποιήματά του δεν έχουν την ποιότητα την οποία διαφημίζει ο ίδιος, οι εκδότες του και οι παρουσιαστές του. Δίνουν έντονα την εντύπωση πως αποτελούν ομοιώματα ποιημάτων ή τουλάχιστον μη ποιημάτων τα οποία διεκδικούν ρόλο ποιημάτων, μέσω ελλιπούς κατανόησης κριτικών θεωριών περί μετά- (post-) ποίησης. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια αισθητική πρόταση, αν ο ποιητής είχε κατανοήσει σε βάθος τις λειτουργίες αυτομεταμόρφωσης του ποιητικού λόγου και βέβαια ήταν ικανός να χειριστεί την γλώσσα με τρόπο δημιουργικό. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού έχουμε μόνο ατυχείς προσπάθειες, οι οποίες καταφεύγουν σε κοινότοπα αφηγηματικά τεχνάσματα.

Η δεύτερη παρατήρησή μου τώρα. Ο Χάρης Βλαβιανός δίνει την εντύπωση μιας κατασκευής του ιδίου. Ακολουθώντας κάθε είδους θεμιτές ή αθέμιτες κοινωνικές πρακτικές, εξασφαλίζει όχι εκτιμήσεις, αλλά εγκώμια για τις εργασίες του – εγκώμια των οποίων η σταθερά επαναλαμβανόμενη ομοιότητα δείχνει πως έχουν προέλευση τον ίδιο (υπό την μορφή δελτίων τύπου ή και προσωπικών υπαγορεύσεων). Εδώ το έργο έπεται της φήμης, όχι μόνο εμποδίζοντας την άμεση ανάγνωση και εκτίμηση, αλλά επιβάλλοντας αυτές που προαποφασίζουν ειδικοί και μη παρουσιαστές του έργου.

Το γεγονός πως γράφω ο ίδιος ποίηση, δεν μου επιτρέπει (αντίθετα με καθιστά κάπως «αναξιόπιστο») για να συνεχίσω με την αντικειμενική ‒ούτως ειπείν‒ εκτίμηση του ολέθριου για τον ίδιο δρόμου που έχει πάρει ο Χάρης Βλαβιανός. Είμαι αναγκασμένος, ωστόσο, να γράψω όλα τα ως άνω εκ του γεγονότος πως για πολύ καιρό υποστήριξα τις αρχικές προοπτικές του, προκαλώντας τα ειρωνικά σχόλια ομοτέχνων μου, οι οποίοι μου καταλογίζουν την επιβολή (τουλάχιστον στην αρχή) αυτού του ανθρώπου στα γράμματά μας.

Ασφαλώς, δεν αποδέχομαι μια τέτοιου είδους κατηγορία. Συχνότατα ο κριτικός προδίδεται από τον ποιητή που εκτιμά. Ο χώρος της ποίησης στη σημερινή Ελλάδα δίνει την εντύπωση μιας έρημης χώρας με νοσηρό κλίμα. Θα ήμουν ο τελευταίος που θα απέδιδα αυτήν την κατάσταση αποκλειστικά στον Χάρη Βλαβιανό (παρ’ όλο που έκανε ό,τι περνάει από το χέρι του για να τη δημιουργήσει). Είμαστε όλοι, όσοι διεκδικούμε τον τίτλο του ποιητή, υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Δεν δημιουργήσαμε αισθητική συνείδηση – παρόλο που ένας-ένας είχαμε και έχουμε και με το παραπάνω. Δεν συνομιλήσαμε ποτέ για την σχέση μας με το ευρύτερο πολιτισμικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Δεν δημιουργήσαμε αντισώματα. Το αντίθετο, συρθήκαμε πίσω από το ρεύμα της εποχής.

Όμως αν για κάτι αξίζει η ποίηση είναι πως δεν ακολουθεί το ρεύμα της εποχής της, αλλά το δημιουργεί ή τέλος πάντων προσπαθεί να το δημιουργήσει. Μπορεί αυτό να μοιάζει αφελές, εξωπραγματικό, αν αναλογιστεί κανείς την δεσποτεία αλλότριων προς την τέχνη πανίσχυρων κοινωνικών παραγόντων, μα τίποτα δεν δικαιολογεί την δειλία μας – ίσα-ίσα μας καταδικάζει στην ασημαντότητα.  Αν κάνω λάθος, ο θεός της ποίησης ας μη με δεχθεί στον παράδεισό του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Κώστας Κουτσουρέλης: Περί μεταφραστικών βραβείων

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Μεταφραστικό έργο αξιοβράβευτο ο Γιώργος Μπλάνας έχει και παραέχει. Κι αν το δει κανείς με τη λογική της επετηρίδας (αυτά μετρούν παρ’ ημίν…) ήταν καιρός του πια να το πάρει το Κρατικό. Τώρα γιατί η Επιτροπή αποφάσισε να του το δώσει για μια δουλειά που, όπως στο βιβλίο (αντιφατικά) δηλώνεται, γίνεται μεν από τα ρωσικά αλλά παραλλήλως «ακολουθεί την αγγλική απόδοση», είναι άλλης τάξεως ζήτημα. Και η απάντηση δεν είναι τόσο προφανής όσο εικάζεται.

Από τότε που θεσπίστηκε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης το 1989, ο τιμώμενος είναι σχεδόν πάντα μεταφραστής πεζογραφίας, πρωτίστως δε μυθιστορήματος. Μετρημένες στα μισά δάκτυλα της μιας χειρός είναι οι περιπτώσεις όπου το βραβείο πήγε σε μεταφραστή ποιήσεως ή δράματος. Αν δεν ξεχνάω κάποιον, ο Φωκάς το πήρε για τα ποιήματα του Μπωντλαίρ και ο Πασχάλης για μια τραγωδία του Ρακίνα, αυτοί είναι όλοι κι όλοι… Πέρσι η Επιτροπή ανέβλεψε μεν από τη συνήθη μονοφθαλμία της, αλλά έκανε την απρέπεια να μοιράσει το βραβείο στον Σταμπουλού για τον Χαίλντερλιν και στον Καψάλη για τον Σαίξπηρ. Αποτέλεσμα ήταν ο δεύτερος να το αρνηθεί. Πέραν των άλλων, για τα οποία είχα γράψει τότε, βλέπουμε κι εδώ την ίδια εξοργιστική στάση: μια ποιητική, μια θεατρική μετάφραση από μόνη της δεν γεμίζει το μάτι των κριτών, πρέπει να πάει πακέτο με μια δεύτερη για να τύχει βραβεύσεως!

Τώρα, ο Μπλάνας έχει την ατυχία να είναι παμμεταφραστής. Έχει αποδώσει έργα από όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη. Και είναι μάλιστα εκτός μυθιστορήματος που αποδίδει κατά τη γνώμη μου τα μέγιστα. Έλα όμως που αυτά, όπως είπαμε, δεν μετρούν… Ούτε οι ποιητικές του μεταφράσεις λ.χ. από τον Πόε ή τον Μπλαίηκ, ούτε καν οι επιστολές του Ουάιλντ που εξέδωσε δεν μέτρησαν στον καιρό τους. Και χρειάστηκε τώρα να προκύψει ένας Γκρόσσμαν, να θεωρηθούν πληρούμενες οι άτυπες προϋποθέσεις που αντικανονικώς έχουν τεθεί (πεζογραφία! μυθιστόρημα! τούβλο! προβολή από τον Τύπο!), να ανέλθει και ο ίδιος ο μεταφραστής κάμποσες θέσεις στην επετηρίδα, ώστε να λάβει ένα βραβείο που έτσι κι αλλιώς δικαιούται… Επαναλαμβάνεται δηλαδή κι εδώ το ίδιο φαινόμενο που βλέπουμε συστηματικά σ’ όλα τα Κρατικά Βραβεία: για να τηρηθούν οι διάφορες ενδοσυντεχνιακές ισορροπίες, σπανίως βραβεύεται η καλύτερη δουλειά ενός συγγραφέα. Στην καλύτερη περίπτωση, το βραβείο μετακυλίεται στο μέλλον και απονέμεται σε εργασία πολύ λιγότερο πρόσφορη. Παραδείγματα τέτοια, φευ, υπάρχουν πάμπολλα…

Το αποτέλεσμα εν προκειμένω; Αποσιωπώντας το ζήτημα, που όντως προκύπτει, χωρίς καν να υπερασπίζεται την κρίση της (διότι υπάρχουν βέβαια και έμμεσες μεταφράσεις άξιες επαίνου και επάθλων, η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη από δαύτες…) η Επιτροπή αντί να προστατεύσει τον μεταφραστή και την προσφορά του, κατάφερε το αντίθετο: τον εξέθεσε.

Αλλού λοιπόν ας αναζητηθεί το πραγματικό πρόβλημα με τα κρατικά βραβεία. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα θεσμικό· μια χαρά είναι οι θεσμοί στα χαρτιά, ούτε επετηρίδα, ούτε ειδολογικές διακρίσεις προβλέπουν! Τη νοοτροπία του σιναφιού, τον τρόπο με τον οποίο όλοι εμείς κρίνουμε και σκεφτόμαστε, αυτά πρέπει να θέσουμε εδώ στο επίκεντρο της συζήτησης.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ