Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Αγλωσσίας

Μια άγνωστη, μ’ αρχοντικό παράστημα κυρία, που εμφανίζεται απρόοπτα κι αποχωρεί πριν λήξει η τελετή, πάντοτε προξενεί μια αναστάτωση στους τεθλιμμένους συγγενείς. Ποιά είν’ η ξένη, τι γυρεύει στην κηδεία; ρωτάνε οι νεότεροι με διόλου αθώα απορία. Μα οι παλιότεροι εκεί, φίλοι στενοί του μακαρίτη, ξέρουν πολλά για τον δεσμό με την κυρία — μια σχέση αποκηρυγμένη προ πολλού — και δεν μιλούν να μη ταράξουν την ησυχία του νεκρού. Θυμούνται όμως την εξαίσια καλλονή που τον συνόδευε στα μακρινά ταξίδια του από τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια ως την Οντέσσα και την Πάφο, πριν ο καλός τους φίλος προσβληθεί απ’ τη βαριά αγγλοφρένεια που τον οδήγησε ως τον τάφο. Πίνουν σκυφτοί κονιάκ, πικρό καφέ, misunderstanding, τζάμπα εφέ, ήρθε η άμοιρη σε λάθος κηδεία, λένε στη χήρα από την Ιγγλιτέρα για ν’ αποσείσουν πάσα υποψία ετέρα.

~.~

Μανίκια!

Ο μαιτρ της υψηλής ραπτικής Κρίστομπαλ Μπαλενσιάγκα παρασύρθηκε κάποτε από μια δελεαστική προσφορά και δέχθηκε να συνθηκολογήσει με το πρετ α πορτέ σχεδιάζοντας τις στολές των αεροσυνοδών της Air France. Τα κορίτσια όμως παραπονέθηκαν γιατί τα μανίκια, ψηλά στους ώμους, ήταν στενά και δυσκολεύονταν όταν σήκωναν τα χέρια να τακτοποιήσουν τις χειραποσκευές των επιβατών και να κλείσουν τα ντουλαπάκια. Ο μαιτρ προβληματίστηκε με την αποτυχία του, ειδικά επειδή τα μανίκια ήταν ένα σημείο με το οποίο είχε μακρά εμμονή — και τότε ένας συνεργάτης του τον παρηγόρησε: Μέχρι τώρα σχεδίαζες για κυρίες που δεν σηκώνουν τα χέρια ψηλά!

Ορισμένοι απαιτητικοί συγγραφείς βρίσκονται σε παρόμοια θέση. Όσο κι αν κάνουν κάποιες ατυχείς απόπειρες να εκλαϊκεύσουν το ύφος τους, αδυνατούν να εξασφαλίσουν στο ευρύτερο κοινό άνετη πρόσβαση στα κείμενά τους. Το ύψος είναι μανίκι – κι αυτοί έχουν συνηθίσει να γράφουν για αναγνώστες που δεν σηκώνουν ψηλά τα χέρια στα δύσκολα. (περισσότερα…)

Η ατμομηχανή κουράστηκε

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Η ατμομηχανή της Ευρώπης δεν τρέχει πια. Η γερμανική οικονομία εισήλθε σε ύφεση το 2023 με πτώση 0,3% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, επιβαρυμένη από την κρίση στον βιομηχανικό τομέα που υποφέρει από το ενεργειακό κόστος και τις εξαγωγικές δυσκολίες. Σύμφωνα με στοιχεία του στατιστικού ινστιτούτου Destatis, αυτή η αναμενόμενη μείωση του ΑΕΠ της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, ακολουθεί μεγέθυνση 1,8% το 2022. Αν και τα στοιχεία είναι ελαφρώς καλύτερα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που είχαν προβλέψει συρρίκνωση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης με 0,4% και 0,5%, η Γερμανία τα πήγε πολύ χειρότερα από τον μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το 2023 συνολικά, ο πληθωρισμός αυξήθηκε κατά 5,9% στη Γερμανία, μετά από 6,9% το 2022, ο υψηλότερος από την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Η κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 0,8%. Πλήγηκε και ο μεταποιητικός κλάδος, ο οποίος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 85% του κλάδου (πλην των κατασκευών) που κατέγραψε πτώση -0,4%.

Το 2023, η συνολική οικονομική μεγέθυνση στη Γερμανία υποχώρησε σε ένα πλαίσιο που συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από πολλαπλές κρίσεις. Παρά την πρόσφατη πτώση, οι τιμές παρέμειναν υψηλές σε όλα τα στάδια της οικονομικής διαδικασίας και επιβράδυναν τη μεγέθυνση. Την επίδρασή τους είχαν και οι δυσμενείς συνθήκες χρηματοδότησης λόγω της αύξησης των επιτοκίων και της εξασθένησης της εγχώριας και εξωτερικής ζήτησης. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις χρεοκοπούν (Galeria Karstadt Kaufhof, Signa, Bree κτλ.).

Η απώλεια φθηνού φυσικού αερίου από τη Ρωσία έπαιξε σημαντικό ρόλο στις κακές οικονομικές επιδόσεις της Γερμανίας, αλλά ακόμη και οι αποφάσεις που ελήφθησαν στα χρόνια της άνθησης αμφισβητούνται τώρα. Μέχρι πρόσφατα, η Γερμανία είχε συγκεντρώσει τη μία οικονομική επιτυχία μετά την άλλη, κυριαρχώντας στις παγκόσμιες αγορές για προϊόντα υψηλής ποιότητας, όπως πολυτελή αυτοκίνητα και βιομηχανικά μηχανήματα, πουλώντας τόσα πολλά στον υπόλοιπο κόσμο που η μισή οικονομία της βασιζόταν στις εξαγωγές[1]. (περισσότερα…)

Μνήμη Ζήσιμου Λορεντζάτου (1915-2004)

*

Με χαρτιά και με μολύβια πέρασες τη ζωή σου. Κι ήσουν εσύ που είπες ότι πιο πολύ έγραφες με τη γόμα παρά με το μολύβι. Τώρα μαζεύω τούτα τα λόγια, σα να σε αντικρίζω ακόμα μία φορά σωματικά, με αυτή σου την οικία μορφή και όχι την «ετέρα» .

Έφυγες σε ώρες κρίσιμες. Την ημέρα ή μάλλον το ξημέρωμα που άφησες την τελευταία σου πνοή ολονυχτίς έβρεχε κρουνηδόν, όπως συμβαίνει συχνά στις μέρες μας, ίσως για να ξεπλύνει τους ρύπους, να μας καθαρίσει.

Έφυγες αποχωρώντας από τούτο τον κόσμο, τον ελληνικό και τον παγκόσμιο, του οποίου φανέρωσες στη διάρκεια της επίγειας μακροημέρευσής σου τα μυστικά του, ψηλάφησες τις ρωγμές του, τις ομορφιές του και τα τραύματα, φώτισες τις κρυφές και φανερές όψεις του, τονίζοντας πάντα, ωστόσο, ότι η ζωή είναι μυστήριο και καλά θα κάνουμε να μη ζητήσουμε να το καταργήσουμε.

Ο λόγος σου –γραπτός κυρίως– διασχίζει τον ελληνικό χωροχρόνο εις ώτα μή ακουόντων, λόγος που θαρρώ πρωτοφανερώθηκε το 1936 και τελευταία ακούστηκε εντελώς πρόσφατα με το «καθυστερημένο» Δοκίμιο για τον Κάλβο. Από το ’36 ως το 2004, έτος της εκδημίας σου, μετράω συμπληρωμένα 68 χρόνια: 68 ολόκληρα χρόνια διαβάζεις, γράφεις, μεταφράζεις και εκδίδεις εν μέσω μάλλον κλοιού σιωπής, που ελάχιστες φορές έσπασε για να ακουστεί ο λόγος σου, να συζητηθεί, να σχολιαστεί, μεριάζοντας την ασίγαστη φλυαρία της εποχής.

Συχνά, πολύ συχνά σε αναπολώ. Εδώ και χρόνια συναντιόμασταν αραιά, κρατούσαμε ωστόσο επαφή και ανηφόριζα που και που κατά το Κεφαλάρι. Τις περισσότερες φορές σε άφηνα να μιλάς και απολάμβανα αυτή την έξοχη στερεότητα της γλώσσας, κυριολεκτικά λέξεις-πράγματα. Μυστήριο πώς ο άνθρωπος που μιλούσε με τόσο στέρεα γλώσσα, περιφερόταν με τρομερή οικειότητα στο χώρο της ποίησης ή ερωτοτροπούσε με τη μυστική, πνευματική εμπειρία έργων και δημιουργών Ανατολής και Δύσης. Ταυτόχρονα όμως καθώς σε κοιτούσα ένιωθα πως δεν θα αργούσες να φύγεις για το μεγάλο ταξίδι και αυτό μου προξενούσε κάτι σα μετεώριση ανάκατη με βαθιά μελαγχολία. Μα ήταν και κάτι άλλο: όπως στεκόμασταν αντικριστά και παρ’ όλο που σε έβλεπα τελευταία ζαρωμένο και γερασμένο να αρθρώνεις τα λόγια σου με κόπο, έφθανε ως εμένα, σχεδόν με άγγιζε κάτι που ξεπερνούσε χώρο και χρόνο, σηκωνόταν πάνω από το γραφείο, την πολυθρόνα, τα βιβλία, υψωνόταν πάνω από την στέγη του πατρογονικού σπιτιού σου και φανέρωνε μία υπέρβαση, κάτι που αποτυπώνονταν πάνω σου ανεξάρτητα από τη σωματική σου παρουσία: ένα πλεόνασμα, μια περίσσια πνεύματος. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος ἢ ὀμοφυλοφιλία

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ἡ ἑλληνικὴ Ἀρχαιότητα, ὡς μιὰ ἀνεξάντλητη δεξαμενὴ ἀπὸ τόσο διαφορετικὲς ἀπόψεις, ἰδέες καὶ τρόπους ζωῆς, ἐπανέρχεται περιοδικὰ στὴ ζωὴ κάθε τόσο ποὺ κάποιος τὴν ἐπικαλεῖται γιὰ νὰ ἀποδείξει ὅτι δὲν ἐμφανίστηκε ἡ δική του κοσμοεικόνα καὶ τρόπος ζωῆς σήμερα ἀπὸ τὸ πουθενά,  ἀλλὰ ὑπάρχει ἐδῶ καὶ χιλιετίες ἀκριβῶς μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὑπάρχει σήμερα. Ἕνας ἰδιότυπος σεβασμὸς στὴν παλαιότητα καὶ τὴν παράδοση κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀνεχτοῦν κάποιο τρόπο ζωῆς, ἂν αὐτὸς ἀποδειχτεῖ πανάρχαιος. Ἔτσι, κι ἡ Ἀρχαιότητα χρησιμοποιεῖται στὸ λόγο ὅλων μὲ τὸ ἕνα τους μάτι στραμμένο στὸ τί λέει ὁ τωρινὸς ἀντίπαλος, κοινωνικός, οἰκονομικός, θρησκευτικός, κρατικός, κ.ο.κ. Μποροῦμε νὰ τὸ συνοψίσουμε στὴν ἔκφραση «ἡ Πολιτικὴ κατὰ τῆς Ἱστορίας / ἱστορικῆς γνώσης».

Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τὴν περίφημη ὁμοφυλοφιλία τῶν Ἀρχαίων. Τὸ ἀνομολόγητο πρόβλημα, στὴν σκέψη τῶν ἀντιπάλων πάνω στὸ ζήτημα αὐτό, δὲν εἶναι ἂν ἡ σημερινὴ ὁμοφυλοφιλία ταιριάζει ἢ ὄχι μὲ τὴν σεξουαλικότητα λ.χ. τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλὰ ἂν μπορεῖ ἡ Ἀρχαιότητα νὰ γίνει λάβαρο καὶ μπαϊράκι τῆς δικῆς τους πολιτικῆς κ.ἄ. ἀτζέντας. Ἡ Ἀρχαιότητα ἀπὸ μόνη της εἶναι ἕνας πραγματικὰ ἀχταρμὰς ἀπὸ ἀλληλοσυγκρουόμενες ἀπόψεις –κι αὐτὸ εἶναι ὁ πλοῦτος της, ποὺ μᾶς κερδίζει καὶ θὰ μᾶς κερδίζει–. Ἡ πολεμική της χρήση εἶναι βέβαια ἀναμενόμενη (καὶ δὲν εἶναι σκοπὸς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ φαντασιώνεται ὅτι προσφέρει τρόπους ἀποφυγῆς τῆς χρήσης αὐτῆς), ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐπιστημονικὰ ἐσφαλμένη ἀφοῦ ἀποσιωπᾶ τὶς ἄλλες μισὲς τοτινὲς ἀντιλήψεις.

Ἡ γνωστότερη πολεμική, σὲ βαθμὸ μισαλλοδοξίας, ἑνοποίηση ἢ τσουβάλιασμα τῆς Ἀρχαιότητας ἔγινε ἀπὸ τοὺς Νέους Χρόνους στὴν προσπάθειά τους νὰ τὴν ἀντιπαραθέσουν ὡς περιεκτικὴ ἰδεολογία καὶ κοσμοεικόνα στὸ μεσαιωνικὸ Χριστιανισμό. Ἀλλὰ ὅσο οἱ (ἢ κάποιοι) ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἦταν «πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί», ἄλλο τόσο ὁ Ἀλέξανδρος (καὶ οἱ Ἀρχαῖοι) ἦταν «ὁμοφυλόφιλος» ἢ «ἀμφιφυλόφιλος». Στὴν «μία καὶ μοναδικὴ Ἀρχαιότητα» ὡστόσο, χωρᾶνε τόσο ὁ Θέογνις τὸν 6ο αἰ. π.Χ. ποὺ λέει ὅτι, τί πιὸ ὡραῖο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιστρέφεις ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ νὰ ξαπλώνεις τὸ ἀπόγευμα μὲ ἕνα ὡραῖο ἀγόρι ἢ ὅτι ἡ γυναίκα εἶναι συναισθηματικὰ καὶ ὄχι μόνον μιὰ ἐγγενῶς προδότρα ποὺ ἐρωτεύεται ὅποιον ἀντικρίσει μπροστά της ἐνῶ τὸ ἀγόρι σοῦ μένει πιστό, καθὼς καὶ ὁ Στράτωνας τὸν 2ο μ.Χ. αἰ., ποὺ βρίσκεται σὲ βασανιστικὸ δίλημμα ποιὰ εἶναι τὰ πιὸ λαχταριστὰ ἀγόρια, τὰ δωδεκάχρονα ἢ τὰ δεκαεξάχρονα· ὅσο καὶ ἄνθρωποι τόσο ἀνόμοιοι μεταξύ τους ὅπως ὁ Διογένης Κυνικὸς ποὺ ἀποστρεφόταν τὴν θηλυπρέπεια τῶν ἀνδρῶν ὡς ἐνάντια στὴ φύση, ποὺ τοὺς ἔφτιαξε ἄνδρες ἐνῶ αὐτοὶ θέλουν νὰ γίνονται γυναῖκες, καὶ ὁ Πλάτωνας ποὺ νομοθετοῦσε κατὰ τῶν ὁμοερωτικῶν σχέσεων, ἢ ὁ ἀντιχριστιανὸς Πορφύριος τὸν 3ο μ.Χ. αἰ., ποὺ θεωροῦσε ὅτι ἡ συνουσία μεταξὺ ἀνδρῶν μολύνει γιατὶ εἶναι παρὰ φύσιν. (περισσότερα…)

Παθολογία του εμφυλίου πολέμου

*

Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων.

Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν, ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και oι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, διά να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον να ενισχυθούν οι ίδιοι.

Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή ελαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ᾽ ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ᾽ ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευμάρειαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος, και τείνει ν᾽ αφομοίωση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν.

Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, διά της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. (περισσότερα…)

Μνήμη Σάμη Γαβριηλίδη

*

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ο Σάμης Γαβριηλίδης, ιδρυτής και στυλοβάτης του σημαντικού εκδοτικού οίκου που επί τρεις δεκαετίες έφερε το όνομά του, πέθανε σαν σήμερα στις 12.2.2020. Η ανέκδοτη ομιλία που ακολουθεί εκφωνήθηκε πέρυσι σε εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη του (Κήπος του Μουσείου, 13.2.23).

~.~

Στη σεπτή σκιά του Σάμη

Κυρίες και κύριοι,
φίλες και φίλοι,

Μοιάζει σχεδόν απίστευτο, μα συμπληρώθηκαν κιόλας τρία χρόνια από την εκδημία του πολυφίλητου Σάμη Γαβριηλίδη, τη μνήμη του οποίου τιμάμε απόψε.

«Τρία, πέντε, δέκα χρόνια μετά», συνηθίζουμε να γράφουμε και να λέμε, δηλώνοντας με μια μόλις φράση, σαν μονοκοντυλιά, την απόσταση που μας χωρίζει από ένα γεγονός που, άλλοτε για τις ανάγκες της ώρας και άλλοτε για λόγους ουσιαστικότερους, εκλαμβάνουμε ως σημείο αναφοράς.

Καλύπτοντας κάτω ή πίσω από έναν ουδέτερο αριθμό τρομακτικές αλλαγές και σπαρακτικά συμβάντα, γεγονότα που χωρίζουν τις ζωές των ανθρώπων σε «πριν» και σε «μετά», η καθημερινή γλώσσα στρογγυλεύει με σκανδαλιστική ευκολία το πέρασμα του χρόνου και ό,τι αυτό συνεπάγεται: όλα εκείνα που μας δωρίζει μα προπαντός όλα όσα, ιδίως από ένα σημείο κι έπειτα, συχνότερα μάς στερεί, πότε λίγο λίγο και πότε αρπάζοντάς τα βίαια και ακαριαία.

Όμως η γλώσσα ετούτη, που καταγράφει, στενογραφικά έστω, τον χρόνο που παρέρχεται, δεν αποτυπώνει (αν δεν προδίδει κιόλας) το χάραγμα του πόνου, το βαθύ σχίσμα στα σωθικά – το μέγεθος της απώλειας και το βάρος της απουσίας. (περισσότερα…)

Ένα άλλο ενύπνιο

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Προσφάτως, και καθώς κανόνιζα τα του επικείμενου ταξιδιού μου από την πρωτεύουσα στον γενέθλιο τόπο, βίωσα μια έντονη ανάγκη ν’ αποφύγω μία ακόμη πτήση. Δεν ήταν όμως μονάχα η αποστροφή που αισθάνομαι για τα ταξίδια με το αεροπλάνο που μ’ οδήγησε σ’ αυτό· ένας εξοντωτικός συνδυασμός φόβου για την ασφυκτικά στενή άτρακτο του αεροσκάφους, τρόμου για το ύψος στο οποίο πετά, και απέχθειας για τις υψηλές επιταχύνσεις που αναπτύσσει κατά τις διαδικασίες απογείωσης και προσγείωσης. Όλα τούτα σημαίνουν πως, όταν η κακή μου τύχη μ’ αναγκάζει να ταξιδέψω δι’ αέρος, αφενός έχω ένα ατσάλινο χέρι να μου σφίγγει το στήθος καθώς ξεκινάμε και σαν φτάνουμε και, αφετέρου, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αν έχω την ατυχία να κάθομαι σε θέση διαδρόμου νιώθω να πνίγομαι από έλλειψη οξυγόνου, ενώ αν μου λάχει να κάθομαι σε παράθυρο υποφέρω από μια ζάλη απερίγραπτη. Όμως δεν θέλω εδώ να σας εκθέσω το δράμα ενός ταξιδιώτη. Επιθυμώ απλώς να τονίσω ότι η μεγάλη μου αποστροφή για τις πτήσεις μπορεί μονάχα να συγκριθεί σε μέγεθος με τον, παιδικό σχεδόν, ενθουσιασμό μου σαν πρόκειται να ταξιδέψω με πλοίο. Το ταξίδι στη θάλασσα με γοήτευε από μικρό παιδί. Και εξακολουθεί. Τότε, φυσικά, ήταν η αίσθηση της ελευθερίας που σου προσφέρει ένας χώρος ξένος και ταυτοχρόνως αρκετά μεγάλος ώστε να ερεθίσει την παιδική διάθεση για εξερεύνηση του αγνώστου. Τώρα, παρότι οι βασικές αρχές παραμένουν αμετάβλητες, συγκεκριμενοποιώ τα πράγματα: Δεν συγκινεί πια η λαμαρίνα, αλλά η δυνατότητα που σου χαρίζεται να γνωρίσεις καλύτερα το πλέον εντυπωσιακό μέρος αυτού του συστήματος· τον επιβάτη, ήτοι τον άνθρωπο. Και τα εφόδια που δίνονται για τούτο τον σκοπό είναι μετρημένα και υπολογισμένα καλά: Ο χρόνος – έχεις ώρες μπροστά σου να περιδιαβείς το πλοίο. Ο χώρος – μπορείς να γυρίσεις σε σαλόνια, εστιατόρια, μπαρ, καταστρώματα. Και το πιο σημαντικό – τ’ ονειρικό στοιχείο. Αυτό που στη γνωριμία δύο ανθρώπων λειτουργεί σαν καταλύτης, που δίχως αυτό να έχει υπάρξει στη σχέση τους μπορεί εκείνη αβασάνιστα να θεωρηθεί ως μη γενομένη. Τον ρόλο αυτόν, ασφαλώς, τον επιτελούν η ίδια η θάλασσα και ο ορίζοντας που συνεχώς ξεμακραίνει αμυνόμενος της γραμμικότητας. Μα όλα αυτά είναι γνωστά και για τούτο θ’ αποφύγω να τους δώσω περαιτέρω έκταση. (περισσότερα…)

Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τί θὰ μείνει στὸ σπίτι ἀπὸ μένα
ὅταν θά ’χω φύγει γι’ ἀντίπερα;
 
διερωτάται ο ποιητής στο ποίημά του «Κατάλοιπα ζωῆς».

Ο ίσκιος, η ματιά, τα όνειρα, οι επίμονοι φόβοι, η σιγανή φωνή δεν είναι τα μόνα και κυρίαρχα κατάλοιπά του στο σπίτι, όπως έγραφε. Μετά το θάνατό του, όταν χώθηκα στο αρχείο του για να το καταγράψω και να ταξινομήσω ό,τι είχε προκύψει από το γράψιμο που τον είχε απορροφήσει τόσα χρόνια, βρέθηκα μπροστά σ’ ένα πλήθος χειρόγραφων κειμένων, ποιητικών και μη, από τα οποία λίγα είχαν ενταχθεί στα βιβλία του

Έδωσα τότε μυστικά την υπόσχεση στον ποιητή και στους αναγνώστες τού έργου του ότι δεν θα αφήσω να επαληθευτεί ο φόβος του ότι «ο άνεμος του χρόνου θα σαρώσει» «τα συντρίμμια των στίχων» του, όπως είχε γράψει το 1976 στο ποίημα «[Ἂν φύτεψα…]», που ακούστηκε. Η ύπαρξη αυτών των καταλοίπων αποτελούσε και αποτελεί για μένα ἕνα βαρύ καθήκον με πολλαπλές διαστάσεις.

Ο Μανουσάκης ως δημιουργός που ζούσε και έγραφε στην επαρχία νόμιζε πως είχε ασθενική ποιητική φωνή με περιορισμένη απήχηση. Γι’ αυτό πότε πότε σκεφτόταν πως ήταν μάταιο να επιμένει να γράφει. Όμως το γράψιμο ήταν για κείνον το οξυγόνο που τον βοηθούσε να ζει, ήταν η ψυχική λύτρωση από την υπαρξιακή αγωνία, ήταν συγχρόνως και «μια δημόσια εξομολόγηση “εκ βαθέων”,[1] που γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ του ίδιου και των άλλων. Ακόμη κι όταν η φθορά του σώματος είχε αρχίσει να απειλεί την ζωή του, το γράψιμο ήταν ο μοναδικός λόγος ὕπαρξης, όπως είχε πει στην τελευταία συνέντευξή του το Νοέμβρη του 2007, (περισσότερα…)

«Η υποκειμενική αλήθεια είναι πιο βαθιά από την αλήθεια του ορθού λόγου»

*

Η συνομιλία αυτή του ποιητή Γιώργη Μανουσάκη με τον φιλόλογο και συγγραφέα Σταύρο Γ. Καλαϊτζόγλου καταγράφηκε τον Μάρτιο του 2004. Μέρος της δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα. Εδώ δημοσιεύεται για πρώτη φορά χωρίς περικοπές με αφορμή το συνέδριο που διοργανώνεται για τον Μανουσάκη στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων το διήμερο 9 και 10 Φεβρουαρίου 2024. Θα ακολουθήσει αύριο το μελέτημα της Αγγελικής Καραθανάση «Ξενάγηση στο ποιητικό εργαστήρι του Γιώργη Μανουσάκη».

~.~ 

–Τι σημαίνει ποιητική έμπνευση για σας;

–Να έχεις την ικανότητα ν’ ακούς την ομιλία των ανθρώπων και των πραγμάτων. Όχι την καθημερινή φλυαρία τους αλλά τις μυστικές φωνές τους, αυτές που τις εκπέμπουν σε μιαν άλλη συχνότητα. Αν έχεις την ικανότητα και την κατάλληλη εξάσκηση να συλλαμβάνεις αυτά τα μηνύματα κι είσαι έτοιμος να τα δεχτείς τη στιγμή που διαχέονται στον αέρα, τότε βρίσκεσαι, εκείνη την ώρα, σε ποιητική έμπνευση.

–Ναι, αλλά σε ένα ποίημα πόσο ρόλο παίζει το ταλέντο και πόσο η «θεία χάριτι» γραφή;

–Το ταλέντο το δημιουργεί, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, η επίμονη κι επίμοχθη δουλειά, το σχίσιμο και το ξαναγράψιμο των ποιημάτων. Επόμενο είναι πως πρέπει να ’χουν προηγηθεί τα χρόνια μαθητείας, με ταπεινοσύνη και δεκτικότητα, στο έργο παλιότερων και νεότερων ποιητών. Δεν ξέρω αν επεμβαίνει η «θεία χάρις» στη δημιουργία του ταλέντου. Ίσως να παίζουν το ρόλο τους κάποια κληρονομημένα γονίδια (για να μεταχειριστούμε τους όρους της σύγχρονης επιστήμης). (περισσότερα…)

Ελένη

*

Με τη Λίζυ Λασσιθιωτάκη [1946-2024] «Ενοχλώντας το σύμπαν» [1990-1992]. Αποχαιρετισμός

Τόπος: «Brazilian». Χρόνος: Νοέμβριος 1989. Με το Νίκο Καρούζο. Πίνοντας καφέ συζητώντας και χαζεύοντας τη Βουκουρεστίου. Συλλαμβάνω μια αστραπή να με τυφλώνει έξω απ’ το τζάμι. Γυρίζω στο Ν.: «Ν., κοίταξε αυτή τη γυναίκα που περνάει! Είναι ασύλληπτη!» «Πράγματι, πολύ ωραία γυναίκα», μου κάνει ο Ν. αδιάφορα. Την αιχμαλωτίζω. Τόπος: «Μικρό μπαρ». Χρόνος: 17 Φεβρουαρίου 1990. Εισέρχομαι νύχτα. Ο Ν. κάθεται στο κεντρικό τραπέζι με μια μικρή παρέα αγνώστων. [Ήσουν με τη Σοφία.] Τη βλέπω: είναι εκεί, στην παρέα. Είναι αυτή. Ελάχιστες φορές έχω χάσει την ψυχραιμία μου σε συμβάντα του είδους θαύμα. Θα μπορούσα να δω τον Ιησού χωρίς πανικό ή ταραχή ή να πέσω στα γόνατα. Χαιρετάω το Ν., αλλά δεν υπάρχει χώρος να κάτσω και ακουμπάω στο μπαρ, σε απόσταση δύο μέτρων. Κοιταζόμαστε. Σε λίγο ο Ν. μού απευθύνεται: «Θ., να σου συστήσω τη φίλη μου τη Λίζυ που θέλει να σε γνωρίσει!». [Του είχες πει, όπως μου αποκάλυψες λίγο αργότερα, τι έξυπνο πρόσωπο, γνώρισέ μου τον – ζητάω συγνώμη από τους αναγνώστες.] Με συστήνει. Ο Ν. με τη Λ. έχουν γνωριστεί μόλις πριν από δύο ώρες αλλά μιλούν και επικοινωνούν σα να γνωρίζονται χρόνια. Ένας από τους άγνωστους σηκώνεται και μου λέει: «Καθίστε». Κάθομαι. Μπαίνω στ’ όνειρο. Δεν έχουν περάσει δέκα λεπτά και τους αφήνουμε, σηκωνόμαστε και καθόμαστε στο μπαρ οι δυο μας. Στις τέσσερις το πρωί η Λ. με προσκαλεί στο σπίτι της για ένα τελευταίο ποτό. Αναστασίου Τσόχα 18-20, 5ος όροφος. Σε τρεις ώρες ξημερώνει Σάββατο. Επιστρέφω στο σπίτι μου τη Δευτέρα το απόγευμα. Υπήρξαμε: Βασιλίσσης Σοφίας, Η ναυτία, Το Είναι και πέρα απ’ αυτό τίποτ’ άλλο», Player’s, «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» – Ψαλμός ΞΒ΄, το Βερολίνο που άφησα πίσω μου, ακυρώνοντας κάθε βδομάδα τα αεροπορικά εισιτήρια και ορίζοντας νέα ημερομηνία μέχρι που τέλος! Silk Cut, «Φλόκας», Δημητρίου Σούτσου, Hypnosedon, 6468658, Πλατεία Μαβίλη [ο ανδρικός πληθυσμός όλων των ηλικιών της πλατείας με μίσησε, πλην του Αλέξανδρου, του Λώρα και του Τζώρτζη, σταμάτησαν ξαφνικά να μου μιλούν, να με συναναστρέφονται – ένας με περίμενε μια νύχτα για να με χτυπήσει, δεν με πέτυχε], «Η αφήγηση είναι πάντα η άλλη πλευρά του βιώματος, αυτή απ’ την οποία απουσιάζει το βίωμα», Baltazar, Michel Serres, Κολωνάκι, Με τον Σαρτρ, Αίγινα, «Ζήλια, τη φώναξα ένα βράδυ», Η ιστορία της μουσικής, «Λώρας» [Δεν έγινα σαν τους αλκοολικούς του «Λώρα», όπως φοβόσουν και με ξόρκιζες χτυπώντας με στο στήθος – το διαπίστωσες άλλωστε μέσα στα χρόνια], Δάφνος, “Fazz”, [μια νύχτα μας έδωσαν βραβείο καλύτερου χορευτικού ζευγαριού, το βραβείο ήταν μια πολαρόιντ (την κράτησες) την ώρα που χορεύαμε, στο περιθώριο είχαν γράψει,: «Να είστε πάντα έτσι!», με θαυμαστικό (δεν περάσαμε ποτέ από face control είχαμε πάντα το τραπέζι μας), «Αυτό που θέλω να καταλάβεις, καλό μου αντικείμενο, είναι πως οτιδήποτε υπάρχει εκ-στατικά είναι αυτόματα καταδικασμένο να μην “υπάρχει”. Εδώ θα πρέπει, μ’ άλλα λόγια, ν’ αναζητήσουμε την ποίηση της ύπαρξης καθώς και την καταδίκη της. Πρόκειται για μια παρ-ουσία που δεν επαρκεί στον εαυτό της (αλλιώς θα ’ταν μια απλή υποκειμενική εποπτεία) ριγμένη πάντα έξω, στον κόσμο, σε διαρκή αναζήτηση μιας αδύνατης σύμπτωσης με τα πράγματα του κόσμου και τον εαυτό της, αφού η ταύτισή της μαζί τους θα σήμαινε, και στις δύο περιπτώσεις, τη μετατροπή της σε πράγμα (καθ’ εαυτό). Η ταυτότητά της επομένως ορίζεται απ’ την αδυνατότητά της να υπάρξει παρά ως δυαδικότητα, σε συνεχή μηδενοποίηση του ταυτόσημου προς χάριν της διαφοράς, αυτού δηλαδή που την αποσπά απ’ τη στείρα προσομοίωση με τον εαυτό της για να την εκτοξεύσει στο σύμπαν», Νοσταλγία, στις 28 Σεπτεμβρίου πεθαίνει ο Ν., το βράδυ μ’ έψαχνες, είχαμε μόλις γυρίσει από το Νάυπλιο με τον Τάσο, μου τηλεφώνησες στο μπαρ του Τζώρτζη, ήλθαμε στο σπίτι σου και ήπιαμε μέχρι το πρωί, Σέριφος, Τέσσερα Κουαρτέτα, πάντα ο Έλιοτ, ας τον γράψω στα ελληνικά, σου άρεσε να μου διαβάζεις Έλιοτ στ’ αγγλικά, Κύθνος, Η απόλαυση του κειμένου, «Μικρό μπαρ», “Hotel Brown”, Leo Ferre, Avec le temps, κοριτσάκι μου, Το είναι και το μηδέν, Κωστής Παπαγιώργης, «Τα μεγαλύτερα γεγονότα δεν είναι οι θορυβωδέστερες, μα οι σιωπηλότερες ώρες μας» – Nietszche, Chanel No 5, διέγερση έως εσχάτων, David Bowie, κανείς δεν ξέρει ότι κάνεις ένα πέρασμα ως κοριτσάκι στο Ζορμπά του Κακογιάννη, Κωστής Σαλιάρης-Δευτέρα Δημοτικού, Μαρίκα, Λεωφόρος Αλεξάνδρας, Ο ηλίθιος της οικογένειας, αυτόματος τηλεφωνητής («Θέλω να ξέρεις ότι είσαι πολύ, πολύ παρών στη ζωή μου»), αγάπη μου, κομμωτήριο «Άγγελος», Jameson, «Περδικιώτικα», Lacan, Gin&Tonic, Μάριος Μαρκίδης, λίθιο, «Καλογήρου», η τρέλα μας με τα παπούτσια, στριπτιζ, Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, “Zonar’s”, οδός Μαρωνείας, θυρωρός, αν μπορούσαν θα μας πετούσαν πέτρες οπουδήποτε, πλην του “GB Corner”, ο μπάρμαν μάς έβλεπε να φιλιόμαστε και έλεγε, «Αφού είστε φίλοι του Μάνου Χατζιδάκι…», έπαιρνες τα χείλη σου απ’ τα χείλη μου και πεταγόσουν, «Αυτός! Εγώ είμαι φίλη του Μίκη Θεοδωράκη!», Ο βαθμός μηδέν της γραφής, Francis Bacon, άμβλωση, “The Hill”, εξαδέλφη Σοφία, αδελφός Μανώλης, Η ιστορία της τρέλας, Τάσος Δενέγρης, “Decadence”, [Μακάρι να μπορούσα να σου πάρω τη μανία], Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι, Tanita Tikaram, Twist in my sobriety, ήσουν, είσαι και θα είσαι ο άξονάς μου, ο λάκκος μου, «πού σου θάνατε, τον κέντρον, πού ΄σου, άδη, το νίκος»; Adieu, mon amour. Βροχή βροχή βροχή φτύνω αίμα

ΘΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ

*

*

Μιχαήλ Χωνιάτης, Τὸ χαμένο μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγγραφέας και μητροπολίτης Αθηνών (1182-1204), αυτάδελφος του γνωστού ιστορικού Νικήτα, γεννήθηκε το 1138 στις Χώνες της Μικράς Ασίας, εξ ού και η επωνυμία τους άλλωστε, και ήταν μαθητής του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Υπερασπίστηκε την Αθήνα κατά την πολιορκία της πόλης από τον Λέοντα Σγουρό και κατά την Λατινοκρατία κατέφυγε στην Κέα και αργότερα στη μονή Προδρόμου στη Βουδονίτσα της Λοκρίδας (κοντά στις Θερμοπύλες), όπου και εκμέτρησε το ζην γύρω στα 1222. Σθεναρός πολέμιος της αστικής αριστοκρατίας την επέκρινε για την αδιαφορία της προς την τύχη των επαρχιών. Όπως σημειώνει ο Καζντάν, ο Μιχαήλ ανήκε στους σπάνιους εκείνους συγγραφείς που ξέφυγαν από τις τυπικές συμβάσεις και μας παρέδωσε ζωντανές εικόνες και περιγραφές, αναπτύσσοντας μάλιστα τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές του σε ολοκληρωμένες παραστατικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα –ένα από τα ελάχιστα που συνέγραψε– που έχει αποδώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (τον οποίο θερμώς ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ) και μιλά για το χαμένο παρελθόν της πόλης της Αθήνας. Της πόλης της οποίας ήταν μητροπολίτης, γνώριζε και θαύμαζε το ένδοξο παρελθόν της, και προσπάθησε με αυτή την ελεγεία να εκφράσει την αγάπη του για την χαμένη πια ομορφιά της, σαν ερωτευμένος που στερείται το ζωντανό πρόσωπο της αγαπημένης του και την αντικρίζει μόνο μέσα από τη μεσολάβηση μιας εικόνας. Του Μιχαήλ Χωνιάτη σώζονται και δυο τοιχογραφίες από τα μέσα του 13ου αιώνα από τα περίχωρα των Αθηνών (Καλύβια Αττικής και Πεντέλη), που φανερώνουν μάλιστα ότι θεωρούνταν άγιος ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του.

~•~ (περισσότερα…)

Κότες, άνθρωποι, χοίροι: Για το Poor Things

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

Το Poor Things είναι μια ταινία σε σενάριο του Αυστραλού Τόνυ ΜακΝαμάρα, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Άλασνταιρ Γκραίυ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992. Στην Ελλάδα προκάλεσε, και ακόμα προκαλεί, δεκάδες αποκρίσεις των κριτικών και του κοινού, προερχόμενες μάλιστα από κάθε ιδεολογική σκοπιά. Οπωσδήποτε, τούτη η μαζικότητα πυροδοτήθηκε κατά πολύ όχι από το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας, όσο από την ελληνική καταγωγή του σκηνοθέτη Γιώργου Λάνθιμου. Ωστόσο, οι ζωηρές, κι ενίοτε αφοριστικές, αντιδράσεις δεν θα έβρισκαν γόνιμο έδαφος να σταθούν αν και το ίδιο το περιεχόμενο της ταινίας δεν προσφερόταν για πολιτικές και κοσμοθεωρητικές αποφάνσεις, ενστάσεις και διερευνήσεις.

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα αριστοτεχνικό έργο το οποίο ξεχειλίζει από δημιουργική ευφορία, όπως σχολίασε ο Κώστας Κωστάκος στο ελculture. Από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο θεατής έχει να θαυμάσει κάτι το εικαστικά ξεχωριστό. Το CGI ουδέποτε προσπαθεί να ομοιάσει στην πραγματικότητα, αλλά να δημιουργήσει έναν μαγικό ψευδοβικτωριανό κόσμο γεμάτο steampunk αναφορές. Συνεργεί, δε, με το πλούσιο mise-en-scène και τις υπερευρυγώνιες λήψεις του σκηνοθέτη κι έτσι αναδύεται μια ατμόσφαιρα από την οποία διόλου δεν λείπει το art nouveau και το arts & crafts. Ωστόσο, το κύριο ενδιαφέρον του Poor Things βρίσκεται στην ίδια την ιστορία που πιάνει ν’ αφηγηθεί.

Κάθε αφήγηση παίρνει τη συχνά θολή πραγματικότητα και τη δομεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Κι αυτή είναι μια αλήθεια συνεχώς επανερχόμενη και, πιθανότατα, πανανθρώπινη. Ήδη ο Άμλετ του Σαίξπηρ αποφαίνεται πως σκοπός της τέχνης, «πάντοτε και τώρα, ήταν και είναι, να βαστάει ας πούμε τον καθρέφτη μπροστά στη φύση· να φτιάχνει την αγνότητα κατά το δικό της το σχήμα, τη ντροπή κατά τη δική της την εικόνα, και να δίνει την αληθινή ηλικία και τη σωματική διάπλαση της εποχής, τη μορφή και το αποτύπωμά της» (Πράξη 3, σκηνή 2). Πλάι στις σαιξπηρικές παρατηρήσεις, να προσθέσουμε και μια περισσότερο πρόσφατη. Το 1965, στη μελέτη του για τους πεζογράφους του 19ου αιώνα, ο Τζόζεφ Χίλλις Μίλλερ έγραφε ευσύνοπτα ότι «ένα έργο λογοτεχνίας είναι μια πράξη μέσω της οποίας ένας νους καταλαμβάνει τον χώρο, τον χρόνο, τη φύση ή άλλους νόες». Κι αν έτσι έχει το πράμα για τη λογοτεχνία, έτσι έχει και για το σινεμά. Δομώντας την πραγματικότητα, η τέχνη μεταβολίζει από τα πιο μεγάλα έως τα πιο μικρά, από τις εσχατιές του χώρου και του χρόνου έως τις μύχιες διεργασίες του νου. Το ίδιο ισχύει και για την ταινία του ΜακΝαμάρα και του Λάνθιμου. Μα, ας παρατηρήσουμε πρώτα πως, στη μεγάλη εικόνα, το Poor Things μάς δίνει μια σαφή χρονοτοπική δομή: σπίτι – ταξίδι – σπίτι. Ας πιάσουμε αυτό το νήμα. (περισσότερα…)