Στήλες | Φτερὰ κι ἀγκάθια (από τον Θανάση Γαλανάκη)

Κερδίζοντας ὡς ἔπαθλο τὶς ἁλυσίδες

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1946 σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας. Ὅποιος ξέρει ἀπὸ Ξηρόμερο γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι μιὰ περιοχὴ παῖξε-γέλασε ἀκόμα καὶ σήμερα. Πρόκειται γιὰ ἕναν εὔφορο τόπο μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμα δυσκολότερα. Ὁ κόσμος ποὺ δὲν κατεῖχε γῆ καὶ ἰδιοκτησία ‒πέρα ἀπὸ ἕνα πετρόχτιστο δωμάτιο στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μιὰ διευρυμένη οἰκογένεια‒ δούλευε σέμπρικα τὰ χωράφια τῶν ἐχόντων, κρατῶντας ἕνα μικρὸ κλάσμα τῆς ἐτήσιας παραγωγῆς καὶ εὐελπιστῶντας σὲ κάποια ἐπωφελῆ κουμπαριὰ μὲ τοὺς προύχοντες ὥστε νὰ καταφέρνει νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ἡ σχεδὸν καθολικὴ ἰδεολογικὴ —τάχα μου, τάχα μου— ἐπικράτηση τῆς Δεξιᾶς στὴν περιοχὴ δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἀντεγκλήσεις τέτοιου τύπου, ἑπομένως ὁποιαδήποτε διαφορὰ προέκυπτε λυνόταν ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἀπὸ τὴ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία καιροφυλακτοῦσε γιὰ τὴν ἐμφάνιση ταραχοποιῶν στοιχείων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴ βολὴ τῶν ἀφεντικῶν τους, δηλαδὴ τῶν κτηματιῶν τῆς περιοχῆς.

Δύο ξαδέρφια, ἕνας Λευτέρης κι’ ἕνας Γιάννης, δὲν εἶχαν τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα σπίτι ἕκαστος, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν περὶ τὰ δέκα ἄτομα τῆς ἑκάστης φαμίλιας. Φτωχοὶ καὶ ἄκληροι, δούλευαν ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ, ὡστόσο τὰ πενιχρά τους ἔσοδα ἀφενὸς δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀφετέρου καταναλώνονταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ ἀλκοολοῦχα ποτὰ τοπικῆς παραγωγῆς. Μία ἢ ἄλλη, τὰ πράγματα δὲν πήγαιναν καλά.

Ἔτσι, ἀποφάσισαν ἕνα βράδυ νὰ πᾶνε νὰ κλέψουν ἕνα μοσχάρι ἀπὸ ἕναν πλούσιο τῆς περιοχῆς. Ἤξεραν ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κοπαδιοῦ του ἔβοσκε κοντὰ στὸ χωριὸ Κομπωτη (ἄλλως: Πέρσεβος), κι’ ἔτσι μιὰ καὶ δυὸ ξεκίνησαν πρὸς τὰ κεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ ὧρες πεζοπορίας ἔφεραν τὸ μοσχάρι μὲ ἄκρα μυστικότητα στὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη καὶ τὸ ἔσφαξαν μέσα στὸν ἀχυρώνα, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισαν πριονίδι στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀπορροφήσει τὸ αἷμα τοῦ ζώου. Τὸ ἔγδαραν, τὸ τεμάχισαν καὶ τὸ μοίρασαν. Ὕστερα πῆγαν ὁ καθένας στὸ χωράφι ὅπου ὄφειλαν νὰ βρίσκονται ὡς σέμπροι γιὰ τὴ συγκομιδὴ τοῦ καπνοῦ ὡς νὰ μὴ συνέβη τίποτε. (περισσότερα…)

Στιγμὲς ἀπὸ τὴ μέρα ἑνὸς φίλιππου

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Τουὶντ σακάκι τριμμένο στοὺς ἀγκῶνες, παντελόνι ὑφασμάτινο μὲ ὑποψία τσάκισης, ἕνα-δυὸ νούμερα παραπάνω, σακουλιασμένο στὸν καβάλο. Τὸ μαλλί του εἶναι τὸ μόνο φροντισμένο σημεῖο πάνω του, μὲ ἐπιμελημένη χωρίστρα στὰ δεξιά, γυαλιστερὸ καὶ φρεσκοβαμμένο. Στο δεξὶ χέρι μεταξὺ δείκτη καὶ μέσου τὸ κίτρινο στίγμα δηλώνει χρόνια καπνίσματος, χρόνια ἀναμονῆς. Εἶναι γύρω στὰ ἑβδομῆντα καὶ δὲν ἔχει καμία σημασία πῶς τὸν λένε. Παραμένει ἕνας φίλιππος, ὅπως καλοῦνται μεταξύ τους οἱ συμπαῖχτες, αὐτὸ ποὺ κοινῶς ὁνομάζεται στὴν πιάτσα ἀλογομούρης. Ἕνας καθημερινὸς παπποῦς, παντρεμένος ἢ μόνος, πλούσιος ἢ φτωχός· τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς ταυτότητάς του τὰ ἀγνοῶ. Ξέρω μόνο ἕνα πράγμα: βρίσκεται στὸ πρακτορεῖο τοῦ ΟΠΑΠ στημένος μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ ὀθόνη πρὶν τὸ ταμεῖο καὶ παρακολουθεῖ τὶς ἱπποδρομίες, κρατῶντας στὰ ἀδύνατα χέρια του δελτία.

~.~

Κόσμος μπαίνει καὶ βγαίνει στὸ πρακτορεῖο. Κόσμος μένει στὸ πρακτορεῖο. Εἶναι οἱ θαμῶνες, οἱ τακτικοί, οἱ καθημερινοί, οἱ ὁλοήμεροι. Χαιρετιοῦνται καὶ συζητοῦν τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν πολιτικὴ σὰν νὰ εἶναι στὸ καφενεῖο. Ἀνταλλάζουν ἀπόψεις γιὰ ἀποδόσεις, στοιχήματα, πονταρίσματα. Μοιράζονται κυρίως τὴν ἧττα. Διαμαρτύρονται γιὰ τὰ δοκάρια στὸ γήπεδο ἢ τὰ δοκάρια στὸ ΚΙΝΟ καὶ στὴν ψηφιακὴ ρουλέτα ‒ τὴν ἀνάδειξη ἀριθμοῦ ὅμορου πρὸς τὸ ποντάρισμά τους. Ὅταν κερδίζουν ἁπλῶς ἀνακοινώνουν πόσα πήρανε μὲ μιὰν ἀπάθεια ποὺ δηλώνει τὴ ὑπεράνω χρημάτων καὶ κερδῶν θέση τους, ὡς νὰ πρόκειται δηλαδὴ γιὰ κάτι τὸ ἀσήμαντο, τόσο πολὺ ποὺ φαίνεται λὲς καὶ προτιμοῦν νὰ χάνουν. Ἄλλωστε, ἡ γκίνια δημιουργεῖ ἐνσυναίσθηση· ἡ νίκη μόνο ἀνομολόγητο φθόνο.

Παρὰ τὴ δημιουργία τῶν πρακτορείων ΟΠΑΠ play τὰ ὁποῖα μοιάζουν μὲ μικρὰ καζίνο, τὸ συνοικιακὸ πρακτορεῖο ἐπιτελεῖ αὐτὸν τὸν ρόλο καταλυτικὰ ἐπὶ δεκαετίες. Πρόκειται γιὰ τὸ λαϊκὸ καζίνο, τὸ καζίνο τοῦ φτωχοῦ, τόσο πολὺ ποὺ ἡ μικροκοινωνία του μοιάζει πολὺ συχνὰ  νὰ υἱοθετεῖ τὸ decorum τῶν ναῶν τῆς τύχης. Ὑπερταξικότητα, κινητικότητα, ἡλικιακὴ ἀντιπροσωπευτικότητα, πασατέμποι καὶ ἐπαγγελματίες, κυρίως ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ γυναῖκες. Ὅλοι μποροῦν νὰ μποῦν στὸ πρακτορεῖο δίχως καμία προκατάληψη, δίχως face control καὶ dress code. Τὸ πέρασμά τους ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἑτεροτοπία μπορεῖ νὰ γίνει ἀθόρυβα. Λίγα εἶναι τὰ καταστήματα ὅπου τὸ κοινωνικό τους συμβόλαιο δὲν ἐπιβάλλει τὸν χαιρετισμὸ πρὸς τοὺς ὑπόλοιπους πελάτες ἢ τὸν καταστηματάρχη κ.ο.κ. Στὸ πρακτορεῖο μπορεῖς ἁπλῶς νὰ μπεῖς, νὰ συμπληρώσεις τὸ δελτίο σου, νὰ προσεγγίσεις τὸ ταμεῖο, νὰ ἀφήσεις τὸ ποσὸ τοῦ πονταρίσματος καὶ νὰ φύγεις μὲ τὸ χαρτάκι δίχως νὰ ἀνταλλάξεις οὔτε μία ματιὰ μὲ τὸν πράκτορα. Δὲν εἶναι ἀεροδρόμιο γιὰ νὰ ἀνακοινώνει κανεὶς τὴν ἄφιξη ἢ τὴν ἀναχώρησή του. (περισσότερα…)

Καναρίνια, ἀγελάδες, μαθητές: ἐπιβάτες στὸ ἴδιο τρένο

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Πρὶν ἀπὸ χρόνια ἤμουν στὸ ἐκτροφεῖο τοῦ Παναγιώτη Μακρῆ, ἐκτροφέα καναρινιῶν χρώματος, τὰ ὁποῖα τὰ προετοίμαζε γιὰ τοὺς τοπικούς, ἐθνικοὺς καὶ πανευρωπαϊκοὺς ἢ παγκόσμιους μορφολογικοὺς διαγωνισμούς. Γιὰ περισσότερο ἀπὸ μιὰ δεκαετία συμμετεῖχα κι’ ἐγὼ σὲ ἀντίστοιχες ἐκθέσεις μὲ πτηνὰ δικῆς μου ἐκτροφῆς. Ἐξωγενεῖς συνθῆκες μὲ ὁδήγησαν μὲ πολλὴ λύπη νὰ σταματήσω τὸ κοπάδι μου, τὸ ὁποῖο σιγὰ-σιγὰ καὶ θὰ ξαναρχίσω νὰ φτιάχνω, αὐτὴ τὴ φορὰ πιὸ μεθοδικὰ καὶ σίγουρα πιὸ διαχειρίσιμα ἀπ’ ὅ,τι στὸ παρελθόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καὶ τόση σημασία. Αὐτὸ ποὺ μοῦ ἔκανε τότε ἐντύπωση ἦταν ὅτι ὁ Μακρῆς ἐπισκεπτόταν τὸ ἐκτροφεῖο κάθε δύο μὲ τρεῖς ἡμέρες γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ καθαρίσει, νὰ ποτίσει, νὰ παρακολουθήσει τὴν πορεία τῆς ἀναπαραγωγῆς κ.ο.κ. Τὸν εἶχα, λοιπόν, ρωτήσει τότε, τί γίνεται στὸ ἐκτροφεῖο του ὅταν ἐκεῖνος λείπει. Πρακτικὰ ζητήματα ‒ ἄλλωστε, ἦταν ὁ μέντοράς μου: Ἀφήνει κάποιο παράθυρο ἀνοιχτό; Βάζει κάποιο θερμαντικὸ ἢ ψυκτικὸ σῶμα ἀνάλογα τὴν περίοδο; Παρακολουθεῖ μέσω κάποιας κάμερας τὸν χῶρο; Κι’ ἄλλα τέτοια παρόμοια. Ὁ «πτέραρχος» —ἀπόστρατος τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, ἐξ οὗ καὶ τὸ παρατσούκλι— μοῦ ἐξηγοῦσε πάντοτε λεπτομερῶς τὸ τί καὶ τὸ πῶς, τὰ μυστικὰ τοῦ χόμπι μας, καὶ μεταξὺ ἄλλων μοῦ εἶχε πεῖ: «Καὶ φυσικὰ ὅλη μέρα παίζει μουσικὴ τὸ ραδιόφωνο. “Ντέρτι” ἢ “Μελωδία”. Πάντα λαϊκά».

Οἱ σύγχρονες κτηνοτροφικὲς μέθοδοι ἔχουν εἰσαγάγει τὴ μουσικὴ ὡς ἕνα μέσο «ἐξορθολογισμοῦ» τῆς μαζικῆς ἐκτροφῆς τῶν ζώων. Ἐπιπλέον, ἡ μουσικὴ βοηθᾶ στὴν αὐξημένη παραγωγὴ γάλακτος, στὴν παραγωγὴ μαλακότερου κρέατος, στὴ μείωση τῶν τοξινῶν ἕνεκα τοῦ ἄγχους ἐν ὄψει τῆς σφαγῆς, κι’ ἄλλα τέτοια ἀνθρωπιστικὰ μέν, ἐπιτατικὰ τῆς παραγωγῆς δὲ τεχνάσματα. Φυσικά, στὴν περίπτωση αὐτὴ δὲν μιλᾶμε γιὰ ἕνα ἁπλὸ μουσικὸ χαλὶ ἢ ἕναν λευκὸ θόρυβο, ἀλλὰ γιὰ σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα ἔργα τῆς κλασσικῆς μουσικῆς, μιᾶς καὶ οἱ τονικότητες, ἡ ἁρμονία κι’ ὅλα τὰ συμπαρομαρτοῦντα μοιάζουν στοὺς ἐπιστήμονες ὡς ἀποδοτικότερα γιὰ τοὺς στόχους τους. Βέβαια οἱ ἀγελάδες, τὰ αἰγοπρόβατα ἢ οἱ κότες δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσουν τὸ πρελούδιο σὲ ντὸ δίεση ἐλάσσονα τοῦ Ραχμάνινωφ, (περισσότερα…)

Πολιτική / Κατανάλωση

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

“A Better Life, A Better World”, “Building a World That Works”, “Building a better working world”, “A Better World has to be Built”, “Building a smarter planet”, “Caring for the world, one person at a time”, “Creating a better everyday life for the many people”, “Bring the world closer together”, “Belong anywhere”. Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι λίγα μόλις ἑταιρικὰ σλόγκαν ἢ φράσεις ποὺ βρίσκονται στὴ δήλωση σκοποῦ μεγάλων ἐμπορικῶν ὀργανισμῶν ποὺ δραστηριοποιοῦνται σὲ κάθε σχεδὸν πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ. Κοινός τους παρονομαστὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προφανῆ: ἡ ὑπόσχεση ἑνὸς νέου, πιὸ καινοτόμου, πιὸ λειτουργικοῦ, πιὸ συμπεριληπτικοῦ, πιὸ καλοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει κόσμου, ἀνεξαρτήτως παρεχόμενου προϊόντος ἢ προσφερόμενης ὑπηρεσίας. Πλάι ὅμως στὴ σημαντικὴ αὐτὴ δήλωση κρύβεται μιὰ ἀκόμα σημαντικότερη παραδοχή. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος εἶναι ἀνεπαρκής, προβληματικός, ἀνολοκλήρωτος· τὰ δὲ —πλασματικὰ μονάχα— κυρίαρχα ὑποκείμενά του, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἐξίσου εὐάλωτα, ἐπισφαλῆ καὶ μόνα. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, οἱ ὑπηρεσίες καὶ τὰ προϊόντα αὐτὰ νὰ χτίσουν ἕναν καλύτερο κόσμο· καλύτερο, ναί, ὅμως ὄχι «πιὸ καλὸ» ἀπ’ τὸν ὑπάρχοντα. Αὐτὸς ἐκ προοιμίου ἔχει ἀποφασιστεῖ ὅτι εἶναι ἀτελὴς καὶ γεμάτος τυφλὰ σημεῖα, παγίδες, βλάβες καὶ τέλος πάντων «ὄχι καλός». Θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ὑπερβολὴ νὰ εἰκάσουμε ὅτι γιὰ τὸν διαφημιστικὸ λόγο ὁ κόσμος εἶναι ἁπλὰ «κακός» ‒ μὲ κάθε πιθανὴ ἐξακτίνωση τῆς λέξης;

Θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ καὶ ἄδικο νὰ μποῦμε σὲ μιὰ συζήτηση ὀντολογικῆς τάξεως γιὰ τὸν κόσμο μὲ μιὰ τόσο ἀσήμαντη φαινομενικὰ ἀφορμή. Ἄλλωστε, σὲ κάθε ἐνδεχόμενη ἐπιχειρηματολογία θὰ φτάναμε στὸ ἀδιέξοδο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι διάφορες πολιτισμικὲς παραδόσεις ἔχουν ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἠθικὴ ταυτότητα τοῦ κόσμου. Ἀλλοῦ ὁ κόσμος κι’ ὁ ἄνθρωπος ἐντός του εἶναι ριζικὰ ἐκ γενετῆς κακοὶ καὶ πειθαρχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο ποὺ τοὺς τρέπει σὲ μὴ-κακούς, τῇ ἐξαιρέσει τῶν ἁγίων ποὺ καταφέρνουν καὶ γίνονται καλοί, ἂν δὲν εἶναι ἤδη ἐξαρχῆς. Ἀλλοῦ τὸ καλὸ κυριαρχεῖ καὶ θεωρεῖται ἀναγκαῖα προϋπόθεση· ἐξωγενεῖς συνθῆκες ὁδηγοῦν στὸ κακὸ καὶ τὸ ἐπίβουλο, συνήθως πιστώνοντάς το σὲ ἀλλογενεῖς δυνάμεις ποὺ συγκεντρώνουν τὶς δυνάμεις τους γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀλλοῦ, τέλος, ὅλα εἶναι ἐπιλογὲς καὶ ἐξωτερικὲς πιέσεις. (περισσότερα…)

Ἀκτινογραφία φανατικοῦ

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Δὲν πάει καιρὸς ἀπ’ ὅταν ἄνοιξε στὴν ἀρένα τῶν κοινωνικῶν δικτύων μὲ ἀφορμὴ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρλυ Κὲρκ μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ καὶ τὰ θλιβερά του ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι, ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ψύχραιμα καὶ ἐξ ἀποστάσεως δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξει στὸ ἴδιο συμπέρασμα. Ὁ φανατικὸς δρᾶ παρωπιδικά, σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ ξέρει ἕνα μονοπάτι καὶ δὲν τὸ ἀλλάζει εἴτε ἔχει κατολίσθηση, εἴτε ἔχει ρίξει ἕνα μέτρο χιόνι, εἴτε ἂν προκύψει ἕνας νέος ὁμαλότερος δρόμος ποὺ θὰ διασφαλίσει τὴ σωματική του ἀκεραιότητα. Ναί, εἶναι κάπως ἔτσι. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ πέρα ἀπὸ ἐξίσου θυμικὴ μὲ τὸν θυμικὸ ἀγώνα τοῦ φανατικοῦ εἶναι κάπως ἀνάλατη, γλυκερή, ἴσως εὐχετική, σὰν τὶς ἐκθέσεις ποὺ γράφαμε στὸ σχολεῖο, τῶν ὁποίων ἂν ἀκολουθούσαμε τὰ προτάγματα ποὺ ὑποστηρίζαμε γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ στὴ μετέπειτα ἐνήλικη ζωή, θὰ φτάναμε νὰ καταφέρουμε τὶς αὐτονομιστικὲς εὐτοπίες (τελικὰ δυστοπίες) τοῦ Καστοριάδη καὶ ἄλλων χαρούμενων στοχαστῶν τοῦ γραφείου.

Προφανῶς, τὰ πράγματα δὲν κινοῦνται πάντοτε στὸ ἀσπρόμαυρο δίπολο, ὡστόσο μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ («Ποὺ θἄπρεπε νἆναι μόνο στὰ γήπεδα», ὅπως μοῦ ΄λεγε πρόσφατα νηφάλια πλὴν ἐμπύρως ὁ Πατίλης) δὲν γίνεται νὰ περιοριστεῖ σὲ εὐχολόγια καὶ δυνητικότητες· κι’ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ ἡ νηφαλιότητα εἶναι κατακτημένη κατάσταση κι’ ὄχι φυσική, βιολογικὴ προϋπόθεση, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ τὸν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ μένοντας στὸν φαινότυπο καὶ ἀποσιωπῶντας τὸν γονότυπο.

Τὸ γονιδίωμα τοῦ φανατισμοῦ εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ κινεῖται σὲ δύο παράλληλους ἄξονες ποὺ ἅπτονται πολλῶν ἐπικρατειῶν. Στὸν πρῶτο ἕλικα/ἄξονα ὑπάρχει ὁ ὀρθολογικοποιημένος φανατισμὸς ποὺ προκύπτει κατόπιν σκέψης, ἐπιλογῶν, συνθηκῶν καὶ ἀποκλεισμῶν ἕτερων φανατισμῶν, ἐνῶ στὸν ἄλλον βρίσκεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κοινῶς «τυφλὸς φανατισμός», ποὺ ὅμως δὲν διαφέρει καθόλου ἀπ’ ὅ,τι καθημερινὰ ὀνομάζουμε «πίστη». Ὁ ἕνας ἕλικας εἶναι προϋπόθεση τοῦ ἄλλου· ὁ πρῶτος ὡριμάζοντας μετατρέπεται στὸν δεύτερο, καὶ κάθε νέα πληροφορία, κάθε νέο ἐρέθισμα, κάθε ἐξωγενὴς παράσταση ἐπανατροφοδοτεῖ τὸν πρῶτο. Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πίστη, ἂν δὲν εἶναι «τυφλή». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα (ἔλεγχος, αἰτιολόγηση, ὀρθολογικοποίηση, ἀξιολογικὲς παράμετροι) ἐδῶ ἀπάδουν.

Ὁ φανατικὸς νιώθει παράλληλα ὅτι ἔχει ἐπιλέξει νὰ στηρίζει κάτι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸ τὸ «κάτι» τοῦ φαίνεται ὡς προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴ γέννα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ἐπουδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀλλιῶς. Εἶναι ὡς νὰ ὁρίστηκε ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς σκοποῦ ποὺ ἐνῶ πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλὴ πίστη τείνει νὰ γίνεται ἕνα ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους συνεκτικὸ modus vivendi et operandi. Οἱ ὅποιες ἀποκλίσεις προκύπτουν περιστασιακὰ ἢ ἀναγκαστικά, γρήγορα γίνονται φύση τοῦ κυρίως κορμοῦ σὲ βαθμὸ ποὺ πλέον δὲν λογίζονται ὡς τέτοιες, παρὰ μόνον ὡς ἐξελιγμένες ἐκδοχὲς τοῦ ἀρχικοῦ πλάνου. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πάντα βγάζουν νόημα στὸν κόσμο τοῦ φανατικοῦ, καθὼς ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὕπαρξης ἑνὸς κόσμου ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ μὲ ἴσιο κρέας μόνο μέσα ἀπὸ τὰ μάτια του ἢ τὰ μάτια τῶν ὁμοϊδεατῶν του, πλημμυρίζει τελικὰ τὸ πράττειν του σὲ μιὰν ὁρῶσα [γιὰ τὸν ἴδιον] τύφλωση [γιὰ τοὺς ἄλλους]. (περισσότερα…)