Στήλες | Μεταφραστικά σταυρόλεξα (από την Νατάσα Κεσμέτη)

Μεταφραστικές δοκιμές από την ξένη ποίηση του καιρού μας.

Μεταφραστοῦ ἐφιάλτης

*

Πρέπει, θαρρῶ στό Λίμπο νά συνέβη, ὅπου
Κατά τόν Δάντη σπουδαῖοι ποιητές συνάζονται,
Φιλίες παλιές θυμοῦνται, κόντρες πού βγάζανε μάτι
Καί, τώρα πού τόν κόσμο ἀφῆκαν πίσω τους, δικαίως
Βάζουν ἀνάλογα τά πράγματα σέ τάξη.

Mέσα στό στριμωξίδι τῆς μεταφορᾶς στό τράνζιτ
Ἕνας Θεός ξέρει για ποιά καταραμένη τρύπα,
Τό ρίσκο εἶπα νά πάρω καί νά παρλάρω
Μέ μερικούς ἀπ’ τούς celebrities πού φαίνονταν
Βαριεστημένοι τόσο, ὅσο παγιδευμένοι θεατρῶνες
Ἀκριβοπληρωμένο ἔχοντας σέ μετρητά κι
Ἀνακαλύπτοντας μετά πόσο μισοῦν τό σόου τελικά…

Ἔπιασα ἕναν: «Ἀμφίβολο νά μέ γνωρίζετε, νομίζω…»
Τινάχτηκε καί μέ περιεργάστηκε: «Νά σέ γνωρίζω,
Κλαψούρη βλάκα!… Νά σέ γνωρίζω; Βεβαίως σέ γνωρίζω!
Ἐσύ ’σαι πού κατάστρεψες τό ἀριστούργημά μου! Δεῖτε
Ποιός εἶναι δῶ…» Στήν παρεούλα στράφηκε μέ χλευασμό,
«Στόκος κακόγλωσσος, τῆς τέχνης μας καταστροφή!
Ἡ πιό μεγάλη βρώμα ἀπό τοῦ Βελζεβούλη τήν πιό πρόσφατη πορδή!» (περισσότερα…)

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)

Ἡ μυρωδιά τῆς βροχῆς

*

Ἡ φρέσκια μυρωδιά τῆς βροχῆς
Τόσο γλυκειά, τόσο πυκνή,
Νιώθω στό πρόσωπό μου τή βροχή,
Καί τήν ἐπιδερμίδα μέ τόν ἄνεμο,
Δροσίζουν οἱ χοντρές σταγόνες,
Καί ρίγη φέρνουνε στήν ράχη μου,
Κλείνω τά μάτια καί στά σύννεφα σηκώνω τό κεφάλι μου,
Νέα καί τόσο ἀνήσυχα, τόσο ζωή γεμάτα,
Γαλήνια τόσο καί συγκεντρωμένα, καθώς ὁ ἄνεμος μιλᾶ σέ μένα,
Γιά τή ζωή διηγήσεις, καί τή θλίψη, γιά τήν ἀγάπη καί γιά τή χαρά,
Γιά πράγματα πολλά, ἐκπληκτικά μαζί καί λυπηρά,
Γιά τόσες ἀπαντήσεις, μακάρι νά τίς εἶχα πιό παλιά,
Γιά τήν ἀπελπισία, καί τήν ἀβεβαιότητα.
Φεύγει ὁ ἄνεμος μακριά,
Ὅμως ἀκόμη ἀκούω τή φωνή του,
Μέ τῆς βροχῆς τήν φρέσκια μυρωδιά,
Τόσο πυκνή, τόσο γλυκειά,
Τόν κόσμο μου ἀφήνει πάλι
Κάποιου ἄλλου νά σταθεῖ παρηγοριά.

K. N. SHELDON
Durham, North Carolina, U.S.A.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

Στόν Κώστα Κουτσουρέλη καί ὅλους τούς μετέχοντες στό Πρῶτο Συμπόσιο τῶν Ἡμερῶν Παπαδιαμάντη (τῆς Μαριλίκας συμπεριλαμβανομένης !) γιά νά θυμόμαστε τίς πρωϊνές Σκιαθίτικες Βροχές. – Η μεταφράστρια.

*

*

*

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)

Edmund Blunden (1896-1974), Δυό μικρές ἐλεγεῖες

 

Ὁ σκατζόχοιρος πού σκοτώθηκε στό δρόμο

Ἀργοπάτητε φίλε, φτωχό πλάσμα τῆς γῆς, τά λυπημένα σου μάτια,
Σάν σέ συνάντησα σερνάμενο νά ἐγκαταλείπεις τή ζωή, ἔμοιαζε
Ἴχνος συμπάθειας νά μήν προσδοκοῦν ἀπό γίγαντες σφαιρῶν ἄλλων,
Σέ πενθῶ πεσμένο ἐδῶ· καί στό σχῆμα σου
Ματαίως ἐπιδέξια κουλουριασμένο στερνή φορά, στ’ ἀγκάθια σου
Σπασμένα κι ἀσήμαντα, βλέπω ὁμοιότητα πολύ βαθιά
Μέ ἄλλα βάσανα, ἄλλες παράλογες
Ἐκρήξεις θανάτου, ἀδιανόητες γιά τό νεκρό σου τώρα μυαλουδάκι,
Κι ὅμως δεινά παρόμοια μέ τά δικά σου. Γιά σέ τά δάκρυα, παιδί τῆς γῆς.

~.~ (περισσότερα…)

Ὀξύ

*

ΟΞΥ

Στήν Τζακάρτα
ἀνάμεσα στούς ἐμπόρους
λουλουδιῶν καί ἀναψυκτικῶν,
εἶδα ἕνα παιδί
μ’ ἕνα φρικιαστικό στόμα,
νά ζητιανεύει,
καί κατάλαβα πώς ἡ πληγή εἶχε προκληθεῖ
γιά νά παραμείνει μ’ ἕναν τρόπο ζωντανό.
Αὐτό πού τοῦ ἔδωσα
δέν θά μποροῦσε οὔτε σκύλο νά κρατήσει ζωντανό.
Αὐτό πού μοῦ ἔδωσε
ἀπό τό μαῦρο νόμισμα
τοῦ ἱδρωμένου του προσώπου
ἦταν μιά πανούργα ματιά.
Τήν κουβαλάω
σάν σταγόνα ἀπό ὀξύ
γιά νά θυμᾶμαι πῶς,
μιά στά τόσα,
μπορεῖς νά συρθεῖς ἔξω ἀπό τή δική σου ζωή
καί νά γίνεις κάποιος ἄλλος –
ἐκπυρσοκρότηση
ἐκείνου τοῦ συρμάτινου πλέγματος
πού ἀποκαλοῦμε φαντασία.
Ὑποθέτω δέν θά τό ξαναδῶ ποτέ.
Ἀλλά τί θά γίνει μ’ αὐτό τό ράκος,
τούτη τή σκιά
ἀποριγμένη σάν σῶμα ἀγοριοῦ
στούς τοίχους
τοῦ νοῦ μου, αἱμορραγώντας
τήν πικρόχολη γεύση του –
ὕβρη καί ὀργή,
τούς μεγάλους ὑποκινητές;

ΜΑΙΡΗ ΟΛΙΒΕΡ

New and Selected Poems, Vol. 1, Beacon Press, 1992

~.~

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης
ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

*

*

*

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Βροχή Φωτός


*

Ὁλημέρα τ’ ἄστρα παρακολουθοῦν ἀπό πολύ παλιά
ἡ μητέρα μου εἶπε Φεύγω τώρα
ὅταν εἶσαι μόνος θά εἶσαι καλά
εἴτε τό γνωρίζεις εἴτε ὄχι θά γνωρίσεις
κοίταξε τό παλιό σπίτι στήν αὐγινή βροχή
ὅλα τά λουλούδια εἶναι μορφές νεροῦ
ὁ ἥλιος μέσα ἀπό ἕνα λευκό σύννεφο τίς θυμίζει
ἀγγίζει τίς συρραφές ἀνάμεσα σέ διάσπαρτα μπαλώματα πάνω στό λόφο
τά πλυμένα θαμπά χρώματα τῆς πέραν τοῦ θανάτου ζωῆς
πού ζοῦσαν ἐκεῖ πολύ πρίν ἀπό την γέννησή σου
δές πῶς ξυπνοῦν δίχως καμιά ἐρώτηση
ἀκόμα κι ἄν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀναφλέγεται

The Shadow of Sirius, 2008

Γυρισμένο στά Ἑλληνικά ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη, Ιανουάριος 2024.
Στήν Μνήμη τῆς ἀδελφῆς της Ἀγαθονίκης.

*

Ἡλιοστάσιο: Ὅταν Πληθαίνει τό Σκοτάδι

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Ἡλιοστάσιο

Τούτη εἶναι ἡ ἰσημερία, τό ἀκίνητο σημεῖο
τοῦ ἥλιου, τό ἀποκορύφωμα καί τά μεσάνυχτά του,
τό κατώφλι τοῦ χρόνου
καί τό ξεκλείδωμα, ὅπου τό παρελθόν
ἀπελευθερώνεται καί γίνεται μέλλον·
ὁ τόπος πού κρατᾶς τήν ἀναπνοή σου, ἡ θύρα
σπιτιοῦ ἐγκαταλελειμμένου ἀφημένη μισάνοιχτη.

Μargaret Atwood

~.~

Ὁ Μανδύας τοῦ Χειμώνα

Αὐτή τή χρονιά δέ θέλω
νά μ’έγκαταλήψει το σκοτάδι.
Χρειάζομαι τή σιωπηλή του ἀκινησία
νά μέ τυλίγει
να διαρκέσει πολύ
ὁ μανδύας τοῦ ἐναγκαλισμοῦ του.

Ὑπερβολικά δυνατό φῶς
μέ ἀποτράβηξε μακριά
ἀπό τό θάλαμο
τῆς κυοφορίας. (περισσότερα…)

Μούιν Μπίσισα (1926-1984), Σέ Ἀμερικάνα τουρίστρια

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Συγγνώμη, κυρία μου,
ἀλλά καθώς μᾶς ἤρθατε ἀκριβῶς
τή μέρα πού κόπηκαν τά χέρια τοῦ ποιητῆ
τί ἀπομένει γιά πούλημα στήν Ἀνατολή;

Ἤδη σέ μιά προηγούμενη ἡλικιωμένη τουρίστρια πουλήσαμε
τόν Τάφο τοῦ Σαλαδίν, τή Μάχη τῶν Χετταίων,
καί τούς Κρεμαστούς Κήπους τῆς Βαβυλώνας.
Στίς ἀγορές τοῦ κόσμου τά πουλήσαμε

καρπό κι ἀνθό,
δάχτυλο καί δαχτυλίδι, τά πουλήσαμε.
Τίποτα δέν ἔχει μείνει παρεκτός οἱ πυραμίδες.
Πόσο βαριές οἱ πέτρες τῶν πυραμίδων εἶναι!

Ἡ Σφίγγα μαχαιρώθηκε
καί θά πεθάνει
ἄν παρθεῖ μακριά ἀπό τούτη τή γῆ,
άκόμη κι ἄν τραβηχτεῖ τό μαχαίρι ἀπό τό μέτωπό της.

Συγγνώμη, κυρία μου,
πουλήσαμε τήν τελευταία σαρκοφάγο,
πετάξαμε τά τελευταῖα μελανοδοχεῖα στόν Νεῖλο
καί ξεριζώσαμε τό λαρύγγι τοῦ τελευταίου πετεινοῦ πού λάλησε.

Ὅ,τι ἀπομένει εἶναι ὁ Θεός
τρέχοντας σάν πράσινη γαζέλα
κυνηγημένη ἀπό κάθε κυνηγόσκυλο
κυνηγημένη ἀπό τήν ψευτιά πού ἱππεύει καθαρόαιμο Ἀραβικό ἄτι.

Γιά σένα, θά κυνηγήσουμε κεῖνο τό ἄτι.
Γιά σένα, θά καταδιώξουμε καί θά πιάσουμε τόν Θεό.
My lady,
Ἐκεῖνοι πού πούλησαν τόν ποιητή θά πουλήσουν τόν Θεό.

~.~

Ὁ Παλαιστίνιος ποιητὴς καὶ δραματουργὸς Μούιν Μπίσισα (Muin Bseiso, 1926-1984) γεννήθηκε καὶ μεγάλωσε στὴ Γάζα. Θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους συγγραφεῖς τῆς παλαιστινιακῆς ἀντίστασης. Γιὰ τοὺς ἀγῶνες του φυλακίστηκε ἐπανειλημμένα. Ἔζησε γιὰ χρόνια στὴν Αἴγυπτο. Πέθανε στὸ Λονδίνο. Τὸ Ἰσραὴλ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ταφή του στὴν πατρικὴ γῆ. Ἡ ἑλληνικὴ ἀπόδοση τοῦ ποιήματός του βασίζεται στὴν ἀγγλική μετάφραση ἀπό τά ἀραβικά τῆς Rose Styron, The Paris Review, τχ. 51, 1971.

*

 

Louise Glück (1943-2023), Περσεφόνη ἡ Περιπλανώμενη

*

Στήν πρώτη ἐκδοχή, ἁρπάζουν
τήν Περσεφόνη ἀπό τή μητέρα της
καί ἡ θεά τῆς γῆς
τιμωρεῖ τή γῆ – κάτι
συνεπές πρός ὅσα γνωρίζουμε γιά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά,
πώς οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις παίρνουν βαθιά ἱκανοποίηση
προκαλώντας κακό, ἰδιαιτέρως
ἀσυναίσθητο κακό:

θά μπορούσαμε νά τό ἀποκαλέσουμε
ἀρνητική δημιουργία.

Ἡ ἀρχική διαμονή τῆς Περσεφόνης
στήν κόλαση συνεχίζει νά διασύρεται
ἀπό τούς μελετητές πού διαφωνοῦν γιά
τίς αἰσθήσεις τῆς παρθένας:

συνέβαλε στόν βιασμό της,
ἤ σύρθηκε, παρά τή θέλησή της,
ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει τώρα στά μοντέρνα κορίτσια.

Ὅπως εἶναι πασίγνωστο, ἡ ἐπιστροφή τοῦ ἀγαπημένου
δέν ἐπανορθώνει
τήν ἀπώλεια τοῦ ἀγαπημένου: ἡ Περσεφόνη (περισσότερα…)

Loren Eiseley, Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

*

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ Τελευταία Πεταλούδα

Θάμνος ἀνώνυμος στό κηπάριο τῆς πρόσοψης εὐωδιάζει·
Κάποιος ἀπό κείνους τούς μερακλῆδες κηπουρούς, τώρα πεθαμένος,
γνώστης παράξενων φυτῶν ὅπου φυλάγονται μυστικά φυτώρια σάν τόν κόσμο
τόν ἀγόρασε καί τόν φύτεψε κεῖ.
Ἴσως εἶναι ἀπό τίς Ἄνδεις, τό Θιβέτ ἤ κάποιον ἄλλο τόπο λιγότερο ἀξιοσημείωτο.
Μοναδικό ἄρωμα σκορπίζει στόν ἀέρα κίτρινο λουλουδάκι, ἀφανές.
Ὅμως ὁ ἴδιος κάθε ἄνοιξη τόν λατρεύω καί τόν παρατηρῶ περισσότερο γιά τήν Papilio mahaon τήν ὄμορφη πεταλούδα πού ἔρχεται ἀπό πολύ μακριά τό νέκταρ στά μπουμπούκια νά ρουφήξει.
Χρειάζεται νά κατανοήσετε πώς τώρα σ’ αὐτή τήν πόλη σπανίζουν, τοῦτα τά πλάσματα
μιᾶς μόνον ἐποχῆς πού τήν σκέπτομαι πάντοτε ἐξαιτίας τῆς μοναδικῆς πεταλούδας πάνω στόν μοναχικό μου θάμνο ὡς μιά ἀθάνατη,
πού ἐμφανίζεται ἐξαφανίζεται μέ τίς χρυσές ἐποχές,
ἀλλ’ οὐσιαστικά ἀθάνατη
Εἰσχωρώντας στό χειμωνιάτικο σκοτάδι
ἐπιστρέφει, πάντα ἐπιστρέφει στό ἕνα καί μόνο καλοκαιρινό φυτό τοῦ κόσμου.
Ὁ κόσμος ἕνας συγκλίνων κῶνος ἀπό τήν παιδική ἡλικία, ὅπου τοῦτα τά πλάσματα ἦσαν ὁλόγυρά μου, ὅπου γνώριζα τήν σκοτεινιά προνύμφη τῆς σφήγγας τῶν σκώρων κάτω ἀπό τίς πατατιές τόν Ὀκτώβριο ἤ τίς κρεμάμενες χρυσαφιές χρυσαλίδες,
κρυμμένες στίς χειμωνιάτικες καταιγίδες,
τήν ἀνάσταση μέ τήν ἄνοιξη, τήν ἄσκοπη φευγαλέα περιπλάνηση
ἀσύλληπτη ψηλά πέρα ἀπό τίς πίσω αὐλές, χορεύοντας
σέ λιβάδια μαῦρα, χρυσά, κίτρινα,
ἡ οὐσία τοῦ καλοκαιριοῦ καί τό αἰώνιο ἡλιόφως.
Τήν κρατῶ στήν προχωρημένη ἡλικία τώρα, ἀπό τήν τελευταία
χελιδονοουρά – Papiliο mahaon. Kάθε καλοκαίρι μόνο μιά,
σιγανά κινώντας τά λεπτεπίλεπατα φτερά της, καθώς ρουφᾶ τόν χρυσαφένιο θάμνο.
Δοκιμάζω τό ἴδιο ἁπαλά νά ἀγγίξω τό φτερό της – δέ θά μοῦ τό ἐπιτρέψει,
Πάντα ψηλά φευγάτη σέ μιάν ἄνοιξη πολύ μακρινή γιά νά τή φτάσω.

Ἀπό τήν συλλογή: Notes of an Alchemist, 1972

(περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Σπάιρς, Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο.
JOHN DONNE

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα φθινόπωρο. Τά φύλλα  εἶναι πάντοτε ἑτοιμόρροπα ἐκεῖ ἀλλά ποτέ δέν πέφτουν, καί ζευγάρια ψυχῶν περπατοῦν ἔξω στά μονοπάτια τοῦ παραδείσου δίχως νά νιώθουν πιά τό βάρος τῶν χρόνων πάνω τους.

Ἀσφαλῆ στή νηνεμία τοῦ παραδείσου, κρατοῦν ὁ ἕνας τό μπράτσο τοῦ ἄλλου, λάμποντας τό φῶς τούς διαπερνᾶ, παρελθόντα ὅλα χαρά καί τρόμος.

Ἀλλά ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε πολύ μακριά ἀπ’ τόν παράδεισο, σ’ ἕναν κῆπο ρημαγμένο καί παραμελημένο ὅπως θά ἦταν ἡ Ἐδέμ μέ τούς τοίχους  γκρεμισμένους, τά μονοπάτια σκεπασμένα μέ ἀσάρωτα φύλλα πολλῶν χρόνων, λαμπερά θυμητάρια γιά παιδιά τοῦ Φθινοπώρου. Τό φῶς χρυσό, καθώς ὁ ἥλιος ἀφαιρεῖ ἀπό κάθε πράγμα τή μακριά σκιά τῆς ψυχῆς, φανερώνοντας μιά κατάληξη.

Τά τελευταῖα ρόδα τῆς χρονιᾶς ταλαντεύουν τά εὔθριπτα κεφάλια τους, σάν ἀκροατές πού ἀφουγκράζονται ὅ,τι λέγεται, γιά νά ρωτήσουν:

Τί μᾶς ἔφερε ἐδῶ; Ποιός σπόρος; Ποιά βροχή; Ποιό φῶς;

Τί μᾶς ἔσπρωξε ψηλά μέσα ἀπό τήν σκοτεινή γῆ; Τί μᾶς ἔκανε ν’ ἀνθίσουμε;

Ποιός ἄνεμος γρήγορα θά μᾶς πάρει; Σαρώνοντας τόν κῆπο ὥς τή γύμνια;

Οἱ ἄφωνες φωνές τους κρέμονται ἐδῶ, ὅπως ἴσως κι οἱ δικές μας, ἄν ἤμασταν κι ἐμεῖς ρόδα. Τά παρτέρια καλυμμένα μέ φύλλα, φροντισμένα ἀπό ἕναν ἀπόντα κηπουρό πού ζεῖ κάπου ἀλλοῦ.

Εἶναι ἡ τελευταία ἀπό πολλές τελευταῖες μέρες. Ἀρκεῖ;

Νά ξεκουραστοῦμε αὐτή τή στιγμή; Νά στρέψουμε τά πρόσωπά μας στόν ἥλιο;

Νά παρατηρήσουμε τίς γάζες ἑνός παρερχόμενου κόσμου;

Νά νιώσουμε τό μέταλλο μαύρης σιδερένιας καρέκλας, κρύο καί αἰώνιο, καθώς πιέζει τό δέρμα μας; Νά κατανοήσουμε ἕνα παιδί σάν σύννεφα πού περνοῦν ψηλά, μετατρέποντάς μας σέ τρέμουσα σκίαση καί ἥσκιο;

Καί μετά νά γυρίσουμε ἀποκαταστημένοι, μικρό θαῦμα, ὁ ἥλιος νά φωτίζει λαμπερά ὅπως πρίν; Συνεχίζουμε, ἐσύ ὁδηγεῖς, μιά φιγούρα γερμένη σέ ραβδί πού ἀφήνει τό ἴχνος του στή γῆ.

Φίλε μου, μέ ἔχεις ὁδηγήσει πιό πέρα ἀπό ὅπου ἔφτασα ποτέ ἄλλοτε.

Σ’ ἕναν κῆπο τό φθινόπωρο. Σ’ ἕναν παράδεισο προσωρινότητας ὅπου ἡ τελική πτώση εἶναι ἀργή, ἕνα ἀργό καί ἀκτινοβόλο συμβάν.

Τό φῶς εἶναι χρυσό. Κι ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, θαρρῶ πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος.

ELIZABETH SPIRES

Γραμμένο το 2012. Περιλαμβάνεται στήν ποιητική συλλογή Now the Green Blade Rises, Kindle Edition, 2015

 ~.~

Ἡ Elizabeth Spires γεννήθηκε τό 1952 στό Lancaster, Ohio. Εἶναι διακεκριμένη ποιήτρια καί συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων. Ζεῖ στήν Βαλτιμόρη, Maryland, καί διδάσκει στό Goucher College. Στίς συλλογές της περιλαμβάνονται: A Memory of the Future (2018), The Wave-Maker (2008), Now the Green Blade Rises (2004), Swan’s Island (1997), and Worldling (1995).

*