Στήλες | Μεταφραστικά σταυρόλεξα (από την Νατάσα Κεσμέτη)

Μεταφραστικές δοκιμές από την ξένη ποίηση του καιρού μας.

Richard Tillinghast, Ἡ γιαγιά μοῦ εἶπε

*

Βρές ἕναν τόπο ὅπου τά δέντρα εἶναι ψηλά
ὅπου καμπάνες λένε τίς ὧρες,
ὅπου καπνός ξύλου ἀκονίζει τόν ἀγέρα
ὅταν ἀρχίζει ἡ ἀλλαγή τοῦ χρόνου.

Ἕναν τόπο ὅπου μπορεῖς νά κάτσεις σ’ ἕνα στασίδι
καί ν’ ἀκοῦς τίς πανάρχαιες λέξεις νά μελλωδοῦνται.

Φτιάξε ἕναν ἐξώστη, εἶπε ἡ γιαγιούλα,
γιά τόν σκύλο σου νά ξαπλώνει καί νά ὀνειρεύεται πλάι σου.
Φύτεψε λίγη μέντα νά μεγαλώνει
κάτω ἀπ’ τή βρυσούλα πού στάζει.

Ἄς ἔρχονται πυγολαμπίδες τά καλοκαιρινά βράδια
γιά νά κάθεσαι ἔξω μέ ρακί
παρακολουθώντας τούς φτερωτούς περιπλανώμενους νά χαράζουν
μονοπάτια φωτιᾶς καί ταξίδια ἐρώτων.

Καί τήν ἴδια τήν ἀστραπή, εἶπε ἡ ἡλικιωμένη κυρία. Πάρε χρόνο
ὥσπου νά σέ συνεπάρει – ἡ ἀστραπή,
καί ἡ χαμηλή ὑπόκωφη βουή
τῆς βροντῆς ἀπό τήν ἄλλη πλευρά τοῦ βουνοῦ
στίς μακριές ἀβυθομέτρητες νύχτες.

Ἄς ἁπλώνει πάνω στη στέγη σου ἡ βροχή τά μακριά της
δάχτυλα ὅταν κοιμᾶσαι ἀπομακρύνοντας τήν πληγή
ἀπό ὅσα μᾶς κυκλώνουν.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

στήν Χριστίνα Καραντώνη, η μεταφράστρια

*

*

*

 

 

Mary Oliver, Γιά ταξίδια σέ ὄμορφους τόπους

*

Ἀκόμη ψάχνω κάθε μέρα τόν Θεό
κι ἀκόμη τόν ἀνακαλύπτω παντοῦ,
στήν σκόνη, στά παρτέρια τῶν λουλουδιῶν.
Σίγουρα στούς ὠκεανούς,
στά νησιά πού πλαγιάζουν πέρα μακριά
ἤπειροι πάγου, χῶρες ἄμμου
καθεμιά μέ τή δική της σύναξη πλασμάτων
καί τόν Θεό, κάτω ἀπό ὁποιοδήποτε ὄνομα.
Πόσο τέλειο νά βρίσκομαι πάνω σέ ἕνα πλοῖο μέ
ἐκατό ἴσως χρόνια ἀκόμη στό χέρι μου.
Ἀλλά εἶναι ἀργά, γιά ὅλους μας,
καί ἀληθεύει πώς τό μόνο ὑπαρκτό πλοῖο
εἶναι τό πλοῖο ὅπου ὅλοι εἴμαστε πάνω
καίγοντας τόν κόσμο καθώς φεύγουμε.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

***

Denise Levertov, Ἡ Πηγή

*

Mή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό
νά παρηγορήσει τήν στέγνια στίς καρδιές μας

Ἔχω δεῖ
τήν πηγή να ξεπηδᾶ ἀπό τόν βραχόκτιστο τοῖχο
καί σένα νά πίνεις ἐκεῖ. Κι ἐγώ ἐπίσης
μπροστά στά μάτια σου
βρῆκα πατήματα καί σκαρφάλωσα
γιά νά πιῶ τό δροσερό νερό.

Ἡ γυναίκα ἐκείνου τοῦ τόπου, σκιάζοντας τά μάτια της,
ἔσμιξε τά φρύδια της παρακολουθώντας – ἀλλ’ ὄχι γιατί
φθονοῦσε τό νερό
μόνο γιατί περίμενε
νά δεῖ πώς ξεδιψάσαμε καί
ἀναζωογονήθηκαμε.

Μή λές, μή λές δέν ὑπάρχει νερό.

(περισσότερα…)

Rolf Jacobsen, Φύλακας ἄγγελος

*

Εἶμαι τό πουλί πού φτεροκοπᾶ στό παράθυρό σου τό πρωί,
καί ὁ πιό κοντινός σου φίλος, πού ποτέ δέ μπορεῖς νά γνωρίσεις,
λουλουδίζει ψηλά ἐκεῖνο τό φῶς γιά τούς τυφλούς.

Εἶμαι ὁ παγετώνας πού λαμποκοπᾶ πάνω ἀπ’ τά δάση, τόσο ἁπαλά,
καί βαριές φωνές ἀπό τόν πύργο τοῦ καθεδρικοῦ.
Ἡ σκέψη πού αἰφνίδια σoῦ ἐμφανίζεται στό μέσο τῆς μέρας
καί σέ κάνει νά νιώθεις τόσο ὑπέροχα εὐτυχισμένος.

Εἶμαι αὐτός πού ἀγαπᾶς γιά πολλά χρόνια.
Βαδίζω δίπλα σου ὅλη μέρα καί σέ κοιτάζω ἐπίμονα
καί βάζω τό στόμα μου πάνω στήν καρδιά σου
παρόλο πού δέν τό ἀντιλαμβάνεσαι.

Εἶμαι τό τρίτο σου χέρι, ἡ δεύτερη σου σκιά, ἡ λευκή,
πού δέ μπορεῖς νά δεχτεῖς,
κι αὐτή εἶναι ἀδύνατο νά σέ ξεχάσει ποτέ.

(περισσότερα…)

Mark Strand, Ὁ Ἐρχομός τοῦ Φωτός

*

Ἀκόμη καί τόσο ἀργά, συμβαίνει:
ὁ ἐρχομός τῆς ἀγάπης, ὁ ἐρχομός τοῦ φωτός.
Ξυπνᾶς και τά κεριά εἶναι ἀναμένα σάν ἀπό μόνα τους,
ἀστέρια συνάζονται, ὄνειρα ξεχύνονται στά μαξιλάρια σου
στέλνοντας ψηλά θερμά μπουκέτα ἀέρα.
Ἀκόμη και τόσο ἀργά, τά ὀστά τοῦ σώματος λάμπουν
Καί ἡ αὐριανή σκόνη λαμπρή φουντώνει στήν ἀναπνοή.

(The Late Hour, 2002)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Seamus Heaney, Ὑστερόγραφο

*

Καί κάποια στιγμή βρές χρόνο νά ὁδηγήσεις δυτικά
Στήν κομητεία Clare, κατά μῆκος τῆς Ἀκτῆς Flaggy,
Σεπτέμβρη ἤ Ὀκτώβρη, ὅταν ὁ ἄνεμος
Καί τό φῶς αλληλοσυμπληρώνονται
Ἔτσι πού ὁ ὠκεανός ἀπ’ τή μιά πλευρά εἶναι ἄγριος
Μέ ἀφρούς και λάμψη, καί στήν ἐνδοχώρα ἀνάμεσα στίς πέτρες
Ἡ ἐπιφάνεια μιᾶς γκρίζας τοῦ σχιστόλιθου λίμνης ἀνάβει
Ἀπό τό γήϊνο ἄστραμμα ἑνός κοπαδιοῦ κύκνων
Μέ τά φτερά τους τραχιά καί ἀνακατωμένα, λευκό πάνω στό λευκό,
Τά πλήρως ἐνήλικα πεισματάρικα, ὅπως μοιάζουν, κεφάλια τους
Χωμένα ἤ ὀρθά στήν κορυφή τους ἤ ἀπασχολημένα κάτω ἀπ’ τά νερά.
Μάταιο νά σκεφτείς πως θά παρκάρεις καί θά τό ἀπαθανατίσεις
Πιό βαθιά. Δεν εἶσαι οὔτε κεῖ οὔτε ἐδῶ
Μιά βιασύνη ἀπ’ ὅπου γνωστά καί παράξενα πράγματα περνοῦν
Λές ἔρχονται μεγάλα μαλακά ραπίσματα ἀπ’τίς πλευρές τοῦ ἁμαξιοῦ
Καί ἀδράχνουν τήν καρδιά ἀφρούρητη καί τήν παρασύρουν ὀρθάνοιχτη.

(Ἀπό τήν συλλογή Τhe Spirit Level, 1996)

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Karel Matěj Čapek-Chod, Ἡ Προσευχή τοῦ Κηπουροῦ

*
Ὤ Κύριε, εὐδόκησε ὥστε κάπως
νά γινόταν νά βρέχει κάθε μέρα,
γιά παράδειγμα ἀπό τά μεσάνυχτα περίπου
ὥς τίς τρεῖς τό ξημέρωμα.

Ὅμως, ξέρεις, ἡ βροχή πρέπει νά ’ναι σιγανή καί θερμή,
γιά νά μουσκεύει, ποτιστική·
εὐδόκησε ὥστε ταυτοχρόνως δέν θά βρέχει
στήν σιληνή, τό ἅλυσσο, τόν ἡλίανθο, τή λεβάντα καί ἄλλα πού
Ἐσύ στήν ἄπειρη σοφία Σου γνωρίζεις
πώς ἀγαποῦν τήν ξηρασία –
θά Σοῦ γράψω τά ὀνόματά τους σ’ ἕνα χαρτάκι
ἄν θέλεις – (περισσότερα…)

David Wagoner, Χαμένος

*

Στάσου ἀκίνητος. Τά δέντρα ἐμπρός σου κι οἱ θάμνοι δίπλα σου
Δέν εἶναι χαμένοι. Το ὄνομα ὅποιου τόπου κι ἄν βρίσκεσαι εἶναι Ἐδῶ,
Καί πρέπει νά τοῦ φερθεῖς σάν σέ ἰσχυρό ἄγνωστο,
Πρέπει νά ζητήσεις ἄδεια νά τόν γνωρίσεις καί νά τοῦ γίνεις οἰκεῖος.
Τό δάσος ἀναπνέει. Ἀφουγκράσου. Ἀπαντάει,
Ἔχω φτιάξει τοῦτο τόν τόπο γύρω σου.
Ἄν τόν ἐγκαταλείψεις, μπορεῖς νά γυρίσεις πάλι, λέγοντας Ἐδῶ.
Γιά τό Γεράκι δυό δέντρα δέν εἶναι ἴδια .
Δυό κλαδιά δέν εἶναι ἴδια γιά τόν Τρυποκάρυδο.
Ἄν ὅ,τι φτιάχνει ἕνα δέντρο ἤ ἕνας θάμνος πάει χαμένο γιά σένα,
Σίγουρα εἶσαι χαμένος. Στάσου ἀκίνητος. Τό δάσος γνωρίζει
Ποῦ βρίσκεσαι. Πρέπει νά τό ἀφήσεις νά σέ βρεῖ.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

Elaine Feinstein, Ἰούνιος

*

Ἀφυδατωμένε γερο-κάκτε
κιτρινίζοντας σέ διάφορα σημεῖα
χλομά στεκάμενε στό παράθυρο τῆς κουζίνας μου
σέ εἶχα παρατήσει γιά τά καλά πεθαμένο
ἀλλά τά κατάφερες πάλι σέ μιά νύχτα
μ’ ἕνα λουλούδι κροσσωτή τρομπέτα
καί μιά θηριώδη κόκκινη ἀναλαμπή!
Λοιπόν εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι,
ζεστός ἥλιος κελαηδισμός καί στεγνός ἀέρας·
θυμόμαστε τήν ἔρημο
και τίς πόλεις ὅπου τό γρασίδι σπανίζει.
Ἐδῶ πλάϊ στό πράσινο τῆς ἰτιᾶς ποτάμι
πλαγιάζουμε ξυπνητοί στήν ταράτσα
γιατί εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι· (περισσότερα…)

Brian Bilston, Ἡ Ἀμερική εἶναι ἕνα Gun

*

Ἡ Ἀγγλία εἶναι ἕνα φλιτζάνι τσάι
Ἡ Γαλλία, ἕνα κεφάλι ὡριμασμένο μπρί.
Ἡ Ἑλλάδα, μιά κοντούλα ἐλιά χοντρή.
Ἡ Ἀμερική, πιστόλι 45άρι.

Ἡ Βραζιλία, στήν ἄμμο ποδοσφαίρου μπάλα.
Ἡ Ἀργεντινή, τοῦ Μαραντόνα ἡ ἀλάνα.
Ἡ Γερμανία, ἀπό τοῦμπες μιά μπάντα.
Ἡ Ἀμερική, ἕνα Browning Gun.

Ξύλινο τσόκαρο, ἡ Ὀλλανδία.
Γκούλας στιφάδο, ἡ Οὐγγαρία.
Καγκουρώ, ἡ Αὐστραλία.
Ἡ Ἀμερικάνικη Συμπολιτεία, ἕνα Gun.

Ἡ Ἰαπωνία, ἰαματικός λουτρός.
Ἡ Σκωτία, τῶν ὑψιπέδων χορός.
Ὤ, καλύτερα νά εἶσαι   ἄ  λ  λ  ο    τ  ί
παρά σάν Magnum ἡ Ἀμερική.

(περισσότερα…)

D. H. Lawrence, Ὁ θρίαμβος τῆς μηχανῆς


*

Mιλοῦν γιά τόν θρίαμβο τῆς μηχανῆς,
ἀλλά ἡ μηχανή ποτέ δέν θά θριαμβεύσει.

Ἀπό τίς χιλιάδες καί χιλιάδες αἰώνων τοῦ ἀνθρώπου
μέ τό ξετύλιγμα τῆς φτέρης,
τίς λευκές γλῶσσες τῆς ἄκανθας λείχοντας τόν ἥλιο,
χάρη σ’ ἕνα θλιβερό αἰώνα
οἱ μηχανές θριαμβεύουν, κατρακυλώντας μας ἐδῶ κι ἐκεῖ,
ταρακουνώντας τή φωλιά τοῦ κορυδαλλοῦ ὥσπου τ’ αὐγά νά σπάσουν.

Τρανταγμένοι οἱ ὑγρότοποι, ὥσπου φύγανε οἱ χῆνες
καί οἱ ἄγριοι κύκνοι πέταξαν μακριά
γιά μᾶς τραγουδώντας τό κύκνειο ἄσμα.

Σκληρά, σκληρά πάνω στήν γῆ οἱ μηχανές κυλοῦν,
ἀλλά μέσα ἀπό κάποιες καρδιές ποτέ δέν θά κυλήσουν.

Ὁ ἄγριος κύκνος κολυμπᾶ στoύς ὑγρότοπους τῶν λαγόνων του,
καί στίς πλατιές παιδιάδες τοῦ στέρνου του
νεαρός ταῦρος ποιμαίνει τίς ἀγελάδες του,
ἀρνάκια σκιρτοῦν ἀνάμεσα στίς μαργαρίτες τοῦ μυαλοῦ του. (περισσότερα…)

Mary Oliver, Λάμπες

*

Στίς ὀκτώ, ὄχι ἀργότερα
Ἀνάβεις τίς λάμπες,

Τή μεγάλη πλάι στό φαρδύ παράθυρο,
Τή μικρή πάνω στό γραφεῖο σου.

Δέν προορίζονται γιά νά βλέπεις περνώντας –
Ἔξω πλανιέται τό λυκόφως πάνω ἀπό τήν ἄμμο,

Τίς χαμηλές βελανιδιές καί τά κούμαρα.
Ἀκόμη καί τά μικρόπουλα δέν ἔχουν καταλαγιάσει

Πέφτοντας γιά ὕπνο, ἀνέγγιχτα (περισσότερα…)