ΝΠ | Σάτιρες

Στοχασμοί μετά το σεξ

*
στην Ε.

Η καύλα πέρασε· τα σώματα
που πριν ριγούσαν ψάχνω νά βρω.
Πώς μονομιάς σβήσαν τα χρώματα
κι έμεινε μόνο του το μαύρο!

Η καύλα πέρασε· ανάσκελα
η κόρη πια, κι αυτός μπρουμύτως.
Τ’ όνειρο γύρω ρίχνει φάσκελα
σ’ αυτούς που «ελύθη» λεν «ο μίτος».

Η καύλα πέρασε· κι αργότερα
καθένας εαυτόν θα ντύσει.
Αλήθεια, αξίζαν περισσότερα
απ’ τη μακρά, θλιμμένη δύση.

Η καύλα πέρασε· κατάλαβα
αυτ’ η ρουτίνα τι σημαίνει:
πληγές σε χρόνια θεοπάλαβα
με μια ψυχή σακατεμένη.

Η καύλα πέρασε· πώς κλείσαμε
σ’ ανήλιο λάκκο την ελπίδα;
Σαν ποιος βοριάς μάς σπρώχνει, ίσαμε
μπρος στη ζωή μας πούμ’ «ουκ οίδα»;

Σαν ποιος, λοιπόν, μας καταράστηκε
και τ’ ουρανού μας σβει το υφάδι;
Η καύλα πέρασε, ξεχάστηκε
– και μένει μόνο το σκοτάδι…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

*

*

«Ελεύθερ@ Πολιορκημέν@»: Ο Σολωμός ως εισηγητής της ελληνικής queer ποίησης

*

της ΣΑΡΑΣ-ΖΕΪΝΕΠ ΣΟΛΗ

Εισαγωγή

H εθνικιστική, πατριαρχική βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρος ο κανόνας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας έχει αποκλείσει εκ προοιμίου κάθε συγγραφική φωνή που ευαγγελίζεται έναν αντιπατριαρχικό, alternative, queer κόσμο από τις τάξεις και τους κόλπους της, ευνοώντας αντ’ αυτών λευκούς cis άντρες κι εθνικιστές συγγραφείς που αναπαράγουν παραπλήσιες υπερπατριωτικές κορώνες και συντείνουν στα προτάγματα της προκατάληψης βάσει κατασκευασμένου φύλου. Το σύστημα διδασκαλίας, ως διδασκαλία του συστήματος, από μικρή ηλικία διδάσκει στα παιδιά πως υπάρχουν μόνο δύο βιολογικά φύλα, μαθαίνοντάς τα να μισούν όποι@ διαφέρει από τη νόρμα, προπαγανδίζοντας το στείρο εθνικισμό και τη cis-male κυριαρχική αντίληψη υποταγής στην πατριαρχία, με την παραπάνω νοοτροπία να αντανακλάται στις λογοτεχνικές επιλογές διδασκαλίας και «χρηστής» εθνικά συμμόρφωσης.

Κυρίαρχο ρόλο σ’ αυτό το συνειδητά κατασκευασμένο και κοινωνικά οριζόμενο δια μέσω μονάχα των εξατομικευμένων προσώπων σχήμα διαδραματίζει εδώ και δύο αιώνες η μορφή του –άνωθεν οριζόμενου ως– «εθνικού» ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, ως δήθεν γενάρχη του «υγιούς» κεφαλαιοκρατικά, και «ορθού» αστικά και εθνικο-πολιτισμικά υποδείγματος. Ωστόσο, η στείρα εθνικιστική ανάγνωση του έργου του Σολωμού έχει από καιρό δείξει τόσο τα όριά της όσο και τη νομοτέλεια της -προερχόμενης από την τοξική αρρενωπότητα- βίας που γεννά και αναπαράγει ενάντια στις θηλυκότητες στο διηνεκές. Στο συγκεκριμένο σύντομο άρθρο, θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως δεν υπάρχει ποιητ@ που κακοποιήθηκε περισσότερο από το Σολωμό μέσω των παρελκυστικών αναγνωστικών πρακτικών και της τοξικότητας που επενδύθηκε στο λόγο του, τη στιγμή, μάλιστα, που, όπως θα τολμήσουμε –συνειδητά προκλητικά– να υποστηρίξουμε, το έργο του συνιστά την πρώτη ανοιχτά και καταστατικά queer νεοελληνική ποιητική καταγραφή. (περισσότερα…)

Σάτιρα και Καριοφίλι

*

Στον Θάνο Γιαννούδη

Γιώργο για σένα θα ζωστώ εκρηκτικά
Στην κάθε σάτιρα θα γίνω καμικάζι
Μην τους ακούς! Εσύ τα λες εκπληκτικά
Στείλε στο διάολο όποιον Πάτζετ δεν διαβάζει

Γιώργο θα γίνω σταυροφόρος – Μην μου σκας
Και τα προπύργια της σάτιρας θ’ αλώσω
Να σε χλευάζουν, είναι αβάσταχτος νταλκάς
Μα μην τα βάφεις μαύρα βρε, θα σε μαλώσω!

Γιώργο μην σκας! Και θα τους φάω τον λαιμό
Θα τους χτυπώ στο πάτωμα σαν τα χταπόδια
Εγώ για χάρη σου τους πάντες πολεμώ
Όλα τα πρόβατα, τα γίδια και τα βόδια

Γιώργο για σένα θα γενώ αρματολός
Θα κυνηγώ τη σάτιρα με καριοφίλι
Θέλει και ρώτημα; Δεν είσαι εσύ τρελός
Το λένε όλοι: Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι

Μονάχα Πάτζετ! Κι όλοι οι άλλοι στην πυρά!
Να μείνουν μόνο ο Μπουκόφσκι κι ο Καβάφης
Κι άμα σε τσούζει Γιώργο, κλαίγε σιωπηρά
Κάνε κουράγιο Γιώργο, μαύρα μην τα βάφεις

Γι’ αυτό σου λέω πάρ’ τα όλα χαλαρά
Μην μουρτζουφλιάζεις αν τα νεύρα σου σού σπάνε
Τον εαυτό σου μην τον παίρνεις σοβαρά
Γιατί δεν ξέρουμε τα τέσσερα που πάνε

Γιώργο τι κάθεσαι κι ακούς τους κωμικούς;
Γιατί μαράζωσες στον ψόγο και την χλεύη
Εσύ μονάχα τους δικούς σου να ακούς
Κι όποιος σε κράζει είναι γιατί σε ζηλεύει

Μη δίνεις βάση στο τι λέει κάθε ντολμάς
Εσύ εκεί! Περήφανος σαν το λιοντάρι
Σαν Δον Κιχώτης για την Τέχνη πολεμάς
Κι εγώ σαν Σάντσος σου κρατάω το κοντάρι

Γιώργο κρατήσου, δώσε τόπο στην οργή
Και θα τους φάει – σ’ το υπογράφω – μαύρο φίδι
Γιατί της ποίησης είμαστε οι ιδαλγοί
Κι άμα θυμώσεις, σου συστήνω λίγο ξύδι

Άσ’ το ρε Γιώργο και ας πάει στην ευχή
Άσ’ το ρε Γιώργο να το πάρει το ποτάμι
Στον κάθε βάρβαρο ποιος δίνει προσοχή;
Άσ’ το, μην πούνε πως καβάλησες καλάμι

Γιώργο μην σκιάζεσαι! Σου λέω: C’est la vie
Πάντα υπάρχει κάποιος άσχετος να κράζει
Κάνε κι εσύ για μια φορά την παλαβή
Στο κάτω κάτω, λίγη πλάκα τι πειράζει

Κι όσα σου λέω, σου τα λέω φιλικά
Όπως μιλώ μόνο στους άσπονδούς μου φίλους
Που μοιάζουνε σαν Δον Κιχώτες τελικά
Και πολεμάνε μόνο πρόβατα και μύλους

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Σένριου περί μεταφράσεων χάικου

*
Στον άγνωστο καλλιτέχνη
του Τσόζου ζίνμπουτσου γκίγκα
*

Άλλα αντί
άλλων:
οποία θλίψη!

~

Τρία πουλάκια
κάθονταν
σε χάικου.

~

Ο συκοφάντης
είναι φυσικό
να παραφράζει.

~

Τουλάχιστον
τελειοποίησε
την ημιμάθεια.

~

Τον Σίκι,
σικιμπούμ
σικαμπούμ.

~

Άσ’ το να πάει
στο διάολο,
είπε ο Μπασό.

~ (περισσότερα…)

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες

*
Βρε, άντε παγκοσμιοποιηθείτε!

Αφήνεις πονηρό γελάκι
όταν ακούς για Κασσελάκη,
αγαπητέ μου ποιητή!
Άει αμερικανοποιήσου,
mister! Fuck off! «Άντε γαμήσου!»
για να στο πω κι ελληνιστί.

Όταν Παγκόσμιους διαλαλούσες
Διαγωνισμούς Ποίησης, ζούσες
Όνειρο Αμερικανικό:
fast food ποιήματα στο blender,
όλοι μαζί και all together –
το ξένο είναι πιο γλυκό!

Μα πιο γλυκό είναι το μουνάκι
που έγινες, στο κασελάκι
σου έχεις δυο λογιών κρασί:
το ’να ξινό – αυτό που είσαι –
τ’ άλλο γλυκό, σαν προσποιείσαι
εκείνον που δεν είσαι εσύ.

Με το fair play όλοι είν’ ωραίοι,
με το yes men – αλά USA –
χτίζουν καριέρα τα σκατά.
Καθείς αφήνει την κλανιά του
κι ύστερα ανοίγει τα κανιά του:
γυρνάει κώλο να πάει μπροστά.

Απανταχού ποιητές Λαλάκηδες,
άντε γινείτε Κασσελάκηδες –
τι κόμματα τι σωματεία!
Δεν είμαι εγώ που κάνω πλάκα
μα ο καπιταλισμός, μαλάκα,
που τα ’χει κάνει όλα αστεία.

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες
ένα και το αυτό, ρε μάγκα!
Τράβα με τους σαχλαμαράκηδες
ειδάλλως σ’ έφαγε η μαρμάγκα.

Μην πάρετε την νέα ταυτότητα
– με τσιπ ή με χωρίς τσιπάκι –
πάνω αν δεν γράφει «υπηκοότητα:
κορόιδο κι Αμερικανάκι».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
22.9.2023

*

Προσωπικός Παρνασσός

*

ΕΤΣΙ ΟΠΩΣ ΜΙΛΗΣΕ

στον Δημήτρη Σολδάτο

Από θεούς, ήρωες, ανθρώπους
πάντοτε προτιμώ τους οργισμένους.
Αυτοί μόνο μου φαίνονται ευθείς και αυθεντικοί,
Του Ποσειδώνα το γινάτι, ας πούμε,
που για τον γιο του τον Πολύφημο
έστρωσε τον Λαερτιάδη στο κυνήγι
στα μάτια μου τον κάνει συμπαθή,
πατέρα αληθινά φιλόστοργο.
Ή η εκδίκηση του Σιδερά τού Βαίλουντρ
που τσάκισε όσους τόλμησαν
πάνω του να σηκώσουν χέρι –
μπορεί να ’ταν φρικτή αλλά φανερώνει
το αδούλωτό του πνεύμα.

Πάνω απ’ όλα όμως θαυμάζω
του Ιησού το ξέσπασμα μες στον Ναό
που πήρε μόνος κι έπλεξε ένα φραγγέλιο
κι όρμηξε στους εμπόρους και τους τοκογλύφους·
«και των κολλυβιστών εξέχεε το κέρμα»
μας λέει ο Ιωάννης,
«και τας τραπέζας ανέτρεψε» –
τι πράξη αξιομίμητη αυτή, «και τας τραπέζας»,
ιδίως στους καιρούς μας!

Αυτούς που αποστρέφομαι είναι τους καθωσπρέπει,
κάτι πολιτικάντες της φακής,
κάτι ιησουίτες φιλανθρωπιστές,
κάτι τραπεζορρήτορες χαρτογιακάδες παρασημοφόρους
μαικήνες ή τρεχέδειπνους, κάτι όρθια τούβλα
που αόκνως μάχονται υπέρ των αδυνάτων
κι έχουνε το μειδίαμα χαλκομανία στη φάτσα,
που το χειλάκι τους στάζει όλο μέλι κι έγνοια,
που όλο για το δίκιο σου λεν ότι βάζουν πλάτη –
και τα ίδια λεν και σ’ όλους τους εχθρούς σου.
Κι ακόμη, κάτι ποετάστρους και μποέμ
που κάνουνε καριέρα αντικομφορμιστή
και μάχονται δήθεν τα καθεστώτα
μα στο σινάφι είν’ όλο γαλιφιές
και δεν αφήνουνε αφίλητη ούτε μια
ποδιά κατουρημένη. (περισσότερα…)

Κλιματισμού εγκώμιον

*

ΚΛΙΜΑΤΙΣΜΟΥ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Ἄλλοτε ἔσουρα στὸ θέρος τὰ ἐξ ἁμάξης,
τώρα θὰ ψάλω ἔπαινο κι ἐγκώμιο·
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἐπανέλθῃ πιὰ ἡ τάξις
σὲ μέτρο καὶ ῤυθμὸ κάπως παρόμοιο.

Ὄχι, σκοπὸ δὲν ἔχω νὰ παλινῳδήσω,
νὰ γίνω δεύτερος ἐγὼ Στησίχορος,
ἀπ’ ὅσα ἔγραψα δὲν κάνω βῆμα πίσω
κι ἂς εἶν’ ὁ τόπος ὄπισθεν εὐρύχωρος.

Μὰ ὅπως ἔψεξα σφοδρῶς τὸ καλοκαίρι
ὡσαύτως καὶ μὲ τρόπον παραπλήσιον
θέλω νὰ γράψω μὲ τὸ ἴδιο τοῦτο χέρι
εὐγνωμοσύνης ὕμνο στὸ αἲρ κοντίσιον.

Κι οὔτε μὲ νοιάζει τῶν μεμψίμοιρων ἡ γκρίνια
πὼς τάχα τοὺς πειράζει στὸ κεφάλι τους·
ἄ! ὅλα κι ὅλα φιλαράκια μου, σαϊνια,
δὲν φταίει τὸ αἲρ κοντίσιον γιὰ τὸ χάλι τους!

Γνώρισα τέτοιους τύπους: Αἶσχος! Τρόμος! Φρίκη!
Ὁ ὑδράργυρος νὰ φτάνῃ ὡς τὸν Μύτικα
νὰ βράζῃ ὁ τόπος καὶ νὰ σκάῃ τὸ τζιτζίκι
κι ἐκεῖνοι τὰ δικά τους ψηλομύτικα:

«Ἄχ δὲν μπορῶ μ’ αὐτό, κλεῖσ’ το τὸ μαραφέτι
θ’ ἁρπάξω κἀμμιὰ ψῦξι μῆνα Ἰούλιο!»
Οὐ μπλέξεις μὲ κρυουλιάρηδες, κόλασι σκέτη,
τέτοια φρικιὰ οὔτε κἂν στὸ κοινοβούλιο!

Σ’ αὐτῶν τὰ σπίτια ἐγὼ οὔτε περνῶ ἀπ’ ἔξω
–οὐδέποτε μοῦ ἄρεσαν οἱ σάουνες–
μοῦ ἔρχεται πιὸ εὔκολο νὰ τρέξω
ἀπὸ τὸ Μὲτς μέχρι τὶς Κουκουβάουνες

παρὰ μιὰν ὥρα νὰ σταθῶ μὲς σὲ σαλόνι
ποὺ οἱ αὖρες τοῦ Φουτζίτσου δὲν εὐλόγησαν,
ποὺ ἐν ᾧ ὁ καύσωνας ἀνάβει καὶ κορώνει
μὲ τσιγκουνιὰ τὰ BTU ὑπολόγισαν.

Τὸ λέω, τὸ ἐννοῶ, δηλώνω κι ὑπογράφω:
κλιματισμοῦ οὐδὲν πλέον εὐφρόσυνον!
Στοῦ ἐφευρέτη του τὸν ἁγιασμένο τάφο
ὀφείλω νὰ τελέσω ἕνα μνημόσυνον.

Ὅταν στοῦ ἄστεως τὴν τσιμέντινη Σαχάρα
ἡ μοῖρα μ’ ὁδηγῇ καὶ στ’ ἀδιέξοδα
τρυπώνω μὲς στὰ Hondos, στὰ Anel, στὰ Zara
τὴν τζούρα μου νὰ πάρω ἔτσι ἀνέξοδα.

Μὰ τι θαρρεῖτε, πῶς μοῦ ἄλλαξαν τὰ γοῦστα;
Πῶς τώρα στὰ γεράματα τὸ γύρισα;
Πῶς μπῆκα ν’ ἀγοράσω μάσκαρα ἢ φούστα;
Λίγο ἁπλῶς νὰ δροσιστῶ ἐπιχείρησα.

Θέλω τὸ σπίτι μου ἰγκλοὺ γιὰ Ἐσκιμώους,
στάλα Ἀρκτικῆς στὸν Τροπικὸ τοῦ Αἱγόκερω,
χωρὶς μπὴτς μπάρ, ἀκρογιαλιὲς κι ἱστιοπλόους,
χωρὶς τοῦ Αὐγούστου τὸν φρικτὸ παλιόκαιρο!

Ἀπ’ τὸ ταβάνι μου ποθῶ σὰν ξιφολόγχες,
(κι ὰν θέλῃς μέτρα τό μου γιὰ ἐλάττωμα)
σὰν σταλακτῖτες νὰ σωρεύωνται στὶς κόγχες,
νὰ κρέμωνται οἱ κρύσταλλοι ὡς τὸ πάτωμα.

Στὸ κομοδῖνο μοῦ ἀρκοῦν τέσσερις τόμοι·
γιὰ μένα τοῦτο εὐτυχία λέγεται:
νὰ κάνω ἔρωτα μὲ ἔνα Τογιοτόμι
κι ἡ τσιμεντούπολι ἀπ’ ἔξω ἂς φλέγεται!

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

*

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Παντού παντούμ

Παντού παντούμ

Ταρατατζούμ, παντού παντούμ,
από την Μαλαισία φερμένο.
Η ποίησή μας γιουσουρούμ –
ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.

Από την Μαλαισία φερμένο
μέσω Γαλλίας προς ημάς.
Ό,τι σκατό, αρκεί να ’ναι ξένο.
Η ποίησή μας αχταρμάς.

Μέσω Γαλλίας προς ημάς
έρχεται η σάρα και η μάρα.
Η ποίησή μας αχταρμάς.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα.

Έρχεται η σάρα και η μάρα
μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό.
Τον ένα πάρ’, τον άλλον βάρα –
ω, πνεύμα νεοελληνικό!

Μ’ ύφος μπλαζέ και ξενικό
παντουμιαζόμαστε αναλόγως.
Ω, πνεύμα νεοελληνικό,
ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος.

Παντουμιαζόμαστε αναλόγως
πού πάει η τάση της μοδός.
Ου πίπτει ράβδος, πίπτει λόγος
διατυπωμένος βλακωδώς.

Πού πάει η τάση της μοδός;
Στο διάλο πάει, στα τσακίδια!
Διατυπωμένος βλακωδώς
κι ο λόγος μου, μία απ’ τα ίδια.

Στο διάλο πάει, στα τσακίδια
της ποίησής μας το αλαλούμ
κι ο λόγος μου μία απ’ τα ίδια –
ταρατατζούμ, παντού παντούμ!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

 

Στιχάκιας, Σάτιρες

*

Μέντιος

Δεμένος στο μαγγανοπήγαδο της θλίψης
γυρίζω γύρω, γύρω και πηγαίνω
χωρίς να ξέρω δίχως να καταλαβαίνω
το μέγεθος ή το βαθμό της σήψης

Στην πλάτη μου δυο ψάθινα καλάθια
και στο κεφάλι –πάλι– ψάθινο καπέλο
τα αυτιά μου εξέχουν και τα δυο (θέλω δε θέλω)
και τα ποδάρια μου ματώνουν απ’ τα αγκάθια

Και πάω πάντα μια πορεία γύρω, γύρω
φτάνω ή δε φτάνω –πια– δεν έχει σημασία
Τα χνώτα μου βρομοκοπούν απελπισία
αγκομαχώντας τον αγώνα μου το στείρο

Χρόνο ξεκλέβοντας καμιά φορά κοιμάμαι
όρθιος όμως μη με πάρουνε χαμπάρι
κι έρθουνε να μου κλέψουν το κριθάρι
Αυτό μονάχα. Τίποτα άλλο δε φοβάμαι

Και πάω πάλι… με το φως ή με σκοτάδι
(Πι ρο τετράγωνο του κόσμου το εμβαδόν)
Κι ας παραμένω κατά τύχη εδώ παρών
κι ας μην, στο κέντρο του, έχει ο κύκλος μου πηγάδι

~.~

Αχ!

Για κοίτα μικρή μου πώς κάνω στροφές
και πώς περπατώ στον αέρα
Σα χάρτινο φύλο του ανέμου οι ριπές
με πάνε μια δώθε μια πέρα….

Το χαίρομαι όμως, γελώ σα χαζός
αυτό το μια κάτω μια πάνω
Του κόσμου ο κόσμος πηγαίνει πεζός
μα εγώ ουρανό πάντα πιάνω

Και κοίτα πώς πάω σα χαρταετός
που εσύ –ναι εσύ!– κουμαντάρεις
Ματάκια που λάμπουν στη νύχτα σα φως
κανόνισε να… με στουκάρεις (περισσότερα…)

Μικρή σάτιρα σε δύσκολους καιρούς

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Των νέων τούτων των καιρών, των όψιμων των χρόνων
(ξέρω, σας πέσανε βαριές πολύ οι γενικές)
της σοβαρής της έκφρασης, του αινίγματος των τόνων
τέκνα απομένουν άξια μονάχα οι ποιητές.

Της κρύπτης, του ανέλπιδου τ’ αέναο κυνήγι
(η τέχνη να κοιτά κανείς και κάτω απ’ το χαλί)
στο ευγενές αυτό το σπορ, το ξέρω, μείναν λίγοι
στον κόσμο μας τον κάλπικο – μα λίγοι και καλοί.

Το βλέμμα κάπως σκυθρωπό, τα πόδια σταυρωμένα
τα μάτια πίσω απ’ τους φακούς να στρέφουν στα βαθιά
και θραύσματα των σκέψεων που, ατάκτως ερριμμένα,
να ξοδευτούν προσμένουνε σε pixel και χαρτιά.

Hurrah ενδοσκόπηση! Και hurrah ελευθερία!
Και hurrah εν γένει καθετί που δείχνει σεβαστό.
Αλήθεια να ζητήσουμε σαφώς δεν είναι χρεία
σ’ ό,τι φτηνό που ξεπερνά τον δόλιο εαυτό.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν στη νέα Αγορά μας
μαζί να εξορκίσουμε αυτά που ’ναι κακά:
Της στίξης το ανώφελο, το μέτρο, τα παλιά μας
– και προπαντός ό,τι ζητά τα μάτια ανοιχτά.

Ας σμίξουμε ξανά λοιπόν κι ύστερα να χαθούμε
σ’ ό,τι ο καθένας μας ζητά, σ’ αυτό που αγαπά.
Οι άμουσοι ας μας χτυπάν κι ας μας περιφρονούνε:
Οι στίχοι μας σαν βιαστικοί· μ’ αξίζουνε πολλά.

~.~

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Κριτική Επιτροπή Κρατικών Βραβείων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Τις βραχείες λίστες των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2021 ανακοίνωσε το Υπουργείο».

Η Κριτική Επιτροπή στα Κρατικά Βραβεία
έμαθα είναι τριετής. Νομίζω, δίχως άλλο,
άλλο σημαίνει «τριετής» και άλλο «για τα τρία»,
γιατί ήθελα τ’ αρχίδια μου Επιτροπή να βάλω.

Η Κριτική Επιτροπή είναι διορισμένη
κι όχι με κλήρωση, αλλά πληρώνεται απ’ το Λόττο.
Σ’ υπηρεσία, βέβαια, δεν είν’ διατεταγμένη,
μα διορίστηκε απλώς έτσι, για το γαμώτο!

Η Κριτική Επιτροπή δεν κρίνεται, κι ας κρίνει
– γαμώ τα υπουργεία μου! – όπως της κατεβάσει.
Κι αν κριτική τής άσκησα, ας κρίνει εμέ κι εκείνη
απ’ το βιβλίο μου, που ’κρινε δίχως να το διαβάσει.

Προτείνω, αντί διορισμού Επιτροπής και τέτοια,
στην κληρωτίδα όλα μαζί να μπούνε τα βιβλία
κι όποιο σταθεί πιο τυχερό να βραβευτεί, ρουσφέτια
έτσι κανένας δεν θα πει πως είναι τα βραβεία!

Παρακαλάω τον Θεό να μην με ξαναφέρει
σε τέτοια ανάγκη άλλη φορά για να ξαναμιλήσω.
Ξαναγυρίζω στην σιωπή τώρα, σαν τον Σεφέρη,
κι άμα μου δώσουν Κρατικό, έρχομαι πάλι πίσω –

όχι, βεβαίως, να βραβευτώ – στο στόμα μου πιπέρι –
μα την ψωλή μου ν’ αρνηθώ να κρατικοποιήσω!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*