ΝΠ | Σάτιρες

Τη Ρωμιοσύνη να την καις

*

Αυτά τα δέντρα βολεύονται και με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες βολεύονται και κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα βολεύονται και δίχως τον ήλιο,
αυτές οι καρδιές βολεύονται και δίχως το δίκιο.

Όταν σφίγγουν το χέρι, τα ντηλ τους είναι όλεθρος για τον κόσμο,
όταν χασκογελάνε, ένα μικρό φιδάκι φεύγει μες απ’ τη γραβάτα τους,
όταν πληρώνονται, όταν πληρώνονται, τη γη ρημάζουν κερδοφόρα
με κονδύλια και με ρεμούλα.

Με τόση στάχτη εχάθη ο ήλιος αν και μέρα
με τόσες κάφτρες ανάβει κόκκινος ουρανός
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι στις οθόνες
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι κάνουν σκρόλινγκ. (περισσότερα…)

Σονέττα πρὸς παλαίμαχο Μεσσία

*

Ι.

Ἐκεῖνοι ποὺ ἀνακήρυξαν πατέρες
τοὺς ἑαυτούς τους δίχως νἄχουν σπείρει,
χειρότεροι εἶναι ἀπὸ κάποιες μητέρες
ποὺ τριγυρνοῦν στὰ ἄνθη γιὰ τὴ γύρη

γιατὶ δίχως ἀπόγονους νομίζουν
πὼς πλήθυναν τὴ γῆ μὲ φωτοκόπιες.
Πτηνὰ ἐνδημικὰ ποὺ ἀλληθωρίζουν
σὲ πτήσεις διεθνεῖς, μὰ μόνο ἐντόπιες

μικρὲς κι’ ἀδέξιες διαδρομὲς πετᾶνε
θυμίζοντας φραγκόκοτα ἢ κότα
λειράτη, γερασμένη. Μὲ τὰ χνῶτα

τὸ ἀνάστημα τοῦ ἀετοῦ μετρᾶνε.
Κι’ αὐτὸ ποὺ ἴσως γιὰ γάλα τοὺς μυρίζει
ἡ νιότη εἶναι ποὺ τοὺς κατακρημνίζει.

///

ΙΙ.

Ἀρνητικὸ ἀντὶ φωτοτυπία
ἐπέλεξα νὰ εἶμαι ‒ νὰ τὸ ξέρεις.
Καὶ τῆς καριέρας σου ἡλιοτυπία
διορθώνω ἀργά, γι’ αὐτὸ καὶ ὑποφέρεις. (περισσότερα…)

Στιχάκιας, 0% (Alcohol Free)

*

Μην την αφήνεις τη ζωή να σε πηγαίνει
είναι βλαμμένη
Αν κάτι θες μην περιμένεις να σ’ το φέρει
–Πώς να το ξέρει;–

Αν κάτι θέλεις πρέπει να το κυνηγήσεις
για να την πείσεις
Και αν εκείνη να σου αρνείται επιμένει
(στο ’πα βλαμμένη)

εσύ δεν πρέπει επ’ ουδενί να πιάνεις πάτο
πας παρακάτω
Κι αν ό,τι ήθελες να πάρεις δεν το πήρες
παίρνεις δυο μπύρες (περισσότερα…)

Εσχάτη Κρίση

*

Στον Θανάση Γαλανάκη

Αχ κριτικέ, που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις
Κι αντί να μου νομοθετείς έγινες παραβάτης
Που ήξερες τον Μπένγιαμιν, τον Βέμπερ από στήθους
Και ήσουνα υπόδειγμα αισθητικής και ήθους
Που έβρισκες τους άγνωστους και υποτιμημένους
Και έπλεκες εγκώμια και μοίραζες επαίνους
Που μια ζωή ολάκερη δεν είπες ένα ψόγο
Κι έρχεται κάθε μπαγλαμάς να σου ζητά τον λόγο;
Πού βούταγες στην ποίηση ίσαμε το μεδούλι
Πώς γίναν ίσα κι όμοια αφεντικά και δούλοι;
Εσύ που ’σουν ανάχωμα στη ποίηση που φθίνει
Και τώρα ψάχνεις μάταια να ρίξεις την ευθύνη
Αχ κριτικέ, ποιος θα βρεθεί για σένα να δακρύσει
Και ποιος την δόλια κριτική θα βγάλει απ’ την κρίση;
Και τώρα δίχως κριτικούς, ποιον θα ’χουμε Μεσσία
Να μας κουνά το δάχτυλο με τόση παρρησία
Για μας τους ματαιόδοξους, ποιος θα ’ρθει να μιλήσει;
Η κριτική της κριτικής ήταν κι αυτή μια λύση.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Στὸν Φραπὲ καὶ στὸν Χασάπη

*

Ἐπιγραμμάτιον περὶ τῶν δύο παίδων

Στὸν Φραπὲ καὶ στὸν Χασάπη
ὅλη ἡ Κρήτη μὲ ἀγάπη
καὶ μὲ σεβασμὸ ὁμνύει:
ἅπλωσαν ὡς τὴν Λιβύη
τὰ χλωρά της βοσκοτόπια
κι ὡς τὰ εὔφορα τὰ Σκόπια.
Ὅλη ἡ νῆσος μὲ τιμὴ
καὶ χιλιάδες ΑΦΜ
κλίνουν εὐλαβῶς τὸ γόνυ
κι ἀνακράζουν στὴν ὀθόνη
στὰ κοπέλια αὐτὰ τοῦ Κούλη
(τίμια μέχρι τὸ μεδούλι)
ἐγγονοὶ καὶ γιοὶ καὶ πάπποι:
Ὦ Φραπὲ καὶ ὦ Χασάπη,
ὦ Χασάπη καὶ Φραπέ,
τῶν Κρητῶν ὦ παῖ καὶ παῖ!

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

*

*

Στιχάκιας, Τα γηρατειά έχουν ανάγκες…

*

Τα γηρατειά έχουν ανάγκες
κι εμείς που κάναμε τους μάγκες
κάπως κουλάραμε
Οι τσαμπουκάδες έχουν πέσει
(λένε ο γέρος άμα χέσει,
τη σκαπουλάραμε)

Ακούς; Θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Και τώρα; Τσάι μέντα-δυόσμο
(Καλή ανάσταση!)
Ας αναλάβουνε τα νιάτα
(να τα ’χαμε πανάθεμά τα)
την επανάσταση (περισσότερα…)

Η αναμονή

*

Έστεκε ώρες με τους άλλους στην ουρά,
τόσο πού ξέχασε σχεδόν τον λόγο·
μια πόρτα που άνοιγε συνήθως αραιά
και κάποιος έμπαινε, αυτό ήταν όλο.

Οι άλλοι γύρω του ήταν μάλλον απαθείς,
λίγοι γκρινιάζαν, λίγοι αδημονούσαν:
ένα ξανθό παιδάκι μασουλούσε τσιπς·
μπρος σε μια οθόνη μια χρυσοφορούσα

μαντάμ σκυμμένη πολεμούσε μ’ ένα παζλ
ή ένα σταυρόλεξο να καταφέρει·
δυο νεαρές μιλούσαν περί μακιγιάζ
κι ένας πιο κει για κέρδη και για χρέη. (περισσότερα…)

Οι δώδεκα βασιλοπούλες και τα πασουμάκια τους

*

της ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

Ήταν μια φορά και δώδεκα καιρούς (λέμε «δώδεκα», γιατί ο χρόνος πολλαπλασιάζει τους καιρούς) δώδεκα βασιλοπούλες ή πριγκιποπούλες – όπως προτιμάτε. Σκέτες κοπελίτσες ήταν, βέβαια, όπως όλες, αλλά το παραμύθι τις θέλει αναβαθμισμένες, για λόγους γκλάμουρ – αλλιώς, το Crown π.χ. θα ’χε πάει άπατο.

Αφού ήταν βασιλοπούλες, είχαν μπαμπά βασιλιά. Αυτός ήταν φυσικά πανηλίθιος, τύραννος, φαλλοκράτης και έπασχε από αντίστροφο οιδιπόδειο: ήταν εκείνος ερωτευμένος με τις κόρες του (και με τις 12 – πού ακούστηκε!).

Μαμά-βασίλισσα δεν υπήρχε πουθενά στην ιστορία. Και ιδού γιατί: όταν δεν είναι κακές μανάδες, ή φθονερές μητριές, ή θεόμουρλες, ή φρικτές μάγισσες, οι μαμάδες των παραμυθιών –εστεμμένες ή μη– διατελούν νεκρές ή ανύπαρκτες. Έτσι, τα παραμύθια ξεμπερδεύουν χωρίς πολλά-πολλά απ’ τις καλές μητρικές φιγούρες, που μπερδεύουν τους πάντες, ακόμη και τον Φρόυντ.  Βέβαια, στην αληθινή ζωή, υπάρχουν μανάδες που μπορούν να μετριάσουν τις αυθαιρεσίες του δεσποτικού πατρός, που σφουγγαρίζουν, μαγειρεύουν, αλλάζουν πάνες, είναι CEO στη Microsoft, πλέκουν κάλτσες για τα στρατά και καμιά φορά αυτοθυσιάζονται, θυσιάζοντας μαζί και τα τέκνα τους (βλ. Σουλιώτισσες). Στα παραμύθια, ποτέ. Είτε τις τρώει η μαρμάγκα από την πρώτη φράση είτε ξεκάνουν κατευθείαν τέκνα και λοιπούς συγγενείς. Μετά, καβαλάνε το φτερωτό άρμα του Ήλιου, και μην τις είδατε (βλ. Μήδεια).

Τέλος πάντων (που λέει ο λόγος),  ο πανηλίθιος μπαμπάς-βασιλιάς διπλοκλείδωνε τις θυγατέρες του το βράδυ, μην τυχόν του ξεφύγουν, προτού τις μοσχοπαντρέψει με βασιλοπαλικαρόπουλα της αρεσκείας του, ώστε να  δωδεκαπλασιάσει το βασίλειό του (οιδιπόδειο, ξε-οιδιπόδειο, είχε τον νου του και στο δημόσιο συμφέρον). Αυτές; Στα παλιά τους τα παπούτσια! Είχαν βρει σούπερ κόλπο να κάνουν την βασιλοπουλική επανάστασή τους.

Kοιμόντουσαν όλες στο ίδιο δωμάτιο, καθότι, λόγω ελλείψεως μητρός και ελλιπούς πατρός, στο κάστρο (που λεγόταν Holy-wood, προς τιμήν της αγίας βασίλισσας, οία είχε τινάξει τα πέταλα γεννοβολώντας έφιππη τις δωδεκάδυμες στο πέριξ δάσος, όπου κυνηγούσε ελάφια) επικρατούσαν συνθήκες ντικενσιανού ορφανοτροφείου. (περισσότερα…)

Η επικράτηση των βαρβαρόγλωσσων

*

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΓΛΩΣΣΩΝ

Διαβάζω πάλι τον Καβάφη ολόκληρον,
διαβάζω λέω μ’ όλο που
σχεδόν όλο το έργο του το έχω αποστηθίσει.
Διαβάζω κι έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω
τον τέλειο στίχο του τον τέλειο ρυθμό του.

Και βλέπω εδώ να μου υπογραμμίζουν
τη λέξη «ολόκληρον» σα να ’ναι λαθεμένη.
Μου την υπογραμμίζει ο κομπιούτερ
ο ρυθμισμένος από τους Σελτζούκους
που κατακλύσανε τις τελευταίες δεκαετίες
τη γλώσσα μας και διαρκώς την καταστρέφουν.
Γιατί τα νι δεν τα γουστάρουν οι Σελτζούκοι
κι ούτε τις κλίσεις θέλουνε που για χιλιετίες
τη γλωσσική μας έδιναν ακρίβεια κι ευφροσύνη.

Αναίσθητοι κακοποιοί, «ψυχές μαραγκιασμένες»,
δεν λένε «τους αγνώστους» μα «τους άγνωστους»
κι ούτε «ο Κίμων» λένε μα «ο Κίμωνας»,
κ’ «είπαμε προηγούμενα» κι όχι «προηγουμένως» (περισσότερα…)

Καβαφικόν

*

«Με ποιόνα να μιλήσω
κάταμονος μέσα στο σπίτι αυτό;»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Απ’ τες Εννιά
Στον Ααρών Μνησιβιάδη

Τι κούφια λόγια ήτανε αυτές οι βασιλείες
Τι πνεύματα αδιάφορα. Τι χαρακτήρες κρύοι
Σαλόνια φιλολογικά – σχεδόν λυκοφιλίες
Οι φαύλοι που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Τι θίασος εξαίσιος! Σαν Τρώες μπρος στην πτώση
Παλιά πετσιά που τριγυρνούν σε αμφικτυονίες
Ρήματα της καυχήσεως, εν πάση περιπτώσει
Τα άλλα ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.

Την Μούσα δεν την κυνηγάς. Έρχεται και σε βρίσκει
Για μια στιγμή. Δεν κάθεται εκεί να την αρμέγεις
Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
Δεν λιγοστεύ’ η συμφορά όσω και αν την λέγεις.

Ζήτα κι εσύ να μπαλωθείς, σαν βγεις για την Ιθάκη
Πες στωικά: Ας φρόντιζαν. Κι ας μην σε πολυνοιάζει
Σχεδόν απαρηγόρητος πες το παραμυθάκι
Πως καταντά η τέχνη μας σαν τέχνη να μη μοιάζει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Νυχτερινές περιπέτειες

*

Ἔχω ἕνα ξύλινο κρεββάτι ποὺ ὅλο τρίζει
–ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πρὸ πάντων– μὰ ἀγνοῶ
ἂν στοὺς θορύβους ἔχω τοῖχο στεγανό·
ὁ γείτονάς μου, μοῦ ’χει πεῖ, δὲν ροχαλίζει,

ἀλλὰ οὔτε κι ἄκουσα ποτὲ ἀπὸ δίπλα κρότους.
Ἔλα ποὺ ὡστόσο κι ἡ ἠρεμία μ’ ἐνοχλεῖ –
ἀφοῦ δὲν ἔχω κἂν μιὰν ἔνδειξη ἁπαλὴ
ἐὰν μ’ ἀκούει μέσ’ ἀπ’ τὴ σιγὴ τοῦ σκότους…

Πολὺ τὸ σκέφτομαι. Ἡ ἔγνοια δὲν μ’ ἀφήνει,
τὶς νύχτες πλέον δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ.
Μ’ αὐτὶ στημένο προσπαθῶ ν’ ἀφουγκραστῶ
ἂν μ’ ἀφουγκράζεται κι αὐτὸς μὲς στὴ γαλήνη. (περισσότερα…)

Πένθος λογοτέχνου


*

Αλήθεια σου το λέω· ταράχτηκα πολύ με τον χαμό του Γ. Είμ’ όλη μέρα στα τηλέφωνα. Μίλησα μόλις με τον Κ. Πριν απ’ αυτόν με είχε πάρει η Ν. Μας έχει όλους συγκλονίσει. Δεν θ’ αργήσουμε να βάλουμε μπρος ένα αφιέρωμα στην ποίηση του. Καλά, δεν είναι καιρός ακόμη. Απ’ τη βδομάδα που ’ρχεται τα σχέδια. Είναι το μούδιασμα που αφήνει το φευγιό, κατάλαβες; Θα μιλήσουμε και με τη Ζ, τον Β, τη Δ. Το επόμενο τεύχος πρέπει να του αφιερωθεί, έχουμε δρόμο να καλύψουμε στην ύλη. Εγώ; Θα αναλάβω μια σύντομη μελέτη. Στην πρώιμη φάση της ποίησής του θα εστιάσω. Μα για την ώρα σιωπή. Είναι το κενό που μας κοιτάζει μες στα μάτια, η απώλεια που βαραίνει στον ώμο μας. Η γλώσσα που φτωχαίνει.

Δεν ξεχνώ την πρώτη μας γνωριμία. Ήμουνα νέος – τι νέος, σχεδόν παιδί. Η συλλογή δεν είχε ακόμα δείξει. Κάνα δυο ποιήματα είχανε όλα κι όλα ακουστεί, τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι είχα στείλει στο Π. μού το ’χαν απορρίψει (σε προσωπική μας συνομιλία αργότερα, ο Δ μου ζήτησε συγγνώμη και γι’ αυτό). Ίσα που είχα πάρει το πτυχίο μου και έπιανα το μεταπτυχιακό σε τόπο άλλον. Κρύο, σκοτεινιά, αμφιβολίες. Δύσκολες μέρες άπλωναν μπροστά. Και έπειτα, σ’ εκείνη την παρουσίαση που μιλούσε, πώς με κοίταξε με βλέμμα όλο ζωηράδα σαν πήγα και του ’σφιξα το χέρι, και πώς μου δήλωσε σιβυλλικά: «Τα ποιήματά σας αξίζουν προσοχής… και κάτι περισσότερο…». Εκείνο εκεί το «περισσότερο», εκείνο το «κάτι παραπάνω» μού έτρωγε την ψυχή… Σαν τι να εννοούσε; Το μάτι του σπινθήριζε – γαλάζια φλόγα που ’καιγε τους μέσα μου δισταγμούς. Πλημμύρησα ευχαρίστηση απέραντη. Λες κι είχα κάπου φτάσει· στο χ, το ψ σκαλί της σκάλας. Σίγουρα κάπου πέρα από το πρώτο κείνο που ’μουνα. Τα είχα καταφέρει –μα ταπεινά έσκυψα το κεφάλι. Γνώριζα πως δεν αρκεί. (περισσότερα…)