ΝΠ | Σάτιρες

Στιχάκιας, Τα γηρατειά έχουν ανάγκες…

*

Τα γηρατειά έχουν ανάγκες
κι εμείς που κάναμε τους μάγκες
κάπως κουλάραμε
Οι τσαμπουκάδες έχουν πέσει
(λένε ο γέρος άμα χέσει,
τη σκαπουλάραμε)

Ακούς; Θ’ αλλάζαμε τον κόσμο
Και τώρα; Τσάι μέντα-δυόσμο
(Καλή ανάσταση!)
Ας αναλάβουνε τα νιάτα
(να τα ’χαμε πανάθεμά τα)
την επανάσταση (περισσότερα…)

Η αναμονή

*

Έστεκε ώρες με τους άλλους στην ουρά,
τόσο πού ξέχασε σχεδόν τον λόγο·
μια πόρτα που άνοιγε συνήθως αραιά
και κάποιος έμπαινε, αυτό ήταν όλο.

Οι άλλοι γύρω του ήταν μάλλον απαθείς,
λίγοι γκρινιάζαν, λίγοι αδημονούσαν:
ένα ξανθό παιδάκι μασουλούσε τσιπς·
μπρος σε μια οθόνη μια χρυσοφορούσα

μαντάμ σκυμμένη πολεμούσε μ’ ένα παζλ
ή ένα σταυρόλεξο να καταφέρει·
δυο νεαρές μιλούσαν περί μακιγιάζ
κι ένας πιο κει για κέρδη και για χρέη. (περισσότερα…)

Οι δώδεκα βασιλοπούλες και τα πασουμάκια τους

*

της ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

Ήταν μια φορά και δώδεκα καιρούς (λέμε «δώδεκα», γιατί ο χρόνος πολλαπλασιάζει τους καιρούς) δώδεκα βασιλοπούλες ή πριγκιποπούλες – όπως προτιμάτε. Σκέτες κοπελίτσες ήταν, βέβαια, όπως όλες, αλλά το παραμύθι τις θέλει αναβαθμισμένες, για λόγους γκλάμουρ – αλλιώς, το Crown π.χ. θα ’χε πάει άπατο.

Αφού ήταν βασιλοπούλες, είχαν μπαμπά βασιλιά. Αυτός ήταν φυσικά πανηλίθιος, τύραννος, φαλλοκράτης και έπασχε από αντίστροφο οιδιπόδειο: ήταν εκείνος ερωτευμένος με τις κόρες του (και με τις 12 – πού ακούστηκε!).

Μαμά-βασίλισσα δεν υπήρχε πουθενά στην ιστορία. Και ιδού γιατί: όταν δεν είναι κακές μανάδες, ή φθονερές μητριές, ή θεόμουρλες, ή φρικτές μάγισσες, οι μαμάδες των παραμυθιών –εστεμμένες ή μη– διατελούν νεκρές ή ανύπαρκτες. Έτσι, τα παραμύθια ξεμπερδεύουν χωρίς πολλά-πολλά απ’ τις καλές μητρικές φιγούρες, που μπερδεύουν τους πάντες, ακόμη και τον Φρόυντ.  Βέβαια, στην αληθινή ζωή, υπάρχουν μανάδες που μπορούν να μετριάσουν τις αυθαιρεσίες του δεσποτικού πατρός, που σφουγγαρίζουν, μαγειρεύουν, αλλάζουν πάνες, είναι CEO στη Microsoft, πλέκουν κάλτσες για τα στρατά και καμιά φορά αυτοθυσιάζονται, θυσιάζοντας μαζί και τα τέκνα τους (βλ. Σουλιώτισσες). Στα παραμύθια, ποτέ. Είτε τις τρώει η μαρμάγκα από την πρώτη φράση είτε ξεκάνουν κατευθείαν τέκνα και λοιπούς συγγενείς. Μετά, καβαλάνε το φτερωτό άρμα του Ήλιου, και μην τις είδατε (βλ. Μήδεια).

Τέλος πάντων (που λέει ο λόγος),  ο πανηλίθιος μπαμπάς-βασιλιάς διπλοκλείδωνε τις θυγατέρες του το βράδυ, μην τυχόν του ξεφύγουν, προτού τις μοσχοπαντρέψει με βασιλοπαλικαρόπουλα της αρεσκείας του, ώστε να  δωδεκαπλασιάσει το βασίλειό του (οιδιπόδειο, ξε-οιδιπόδειο, είχε τον νου του και στο δημόσιο συμφέρον). Αυτές; Στα παλιά τους τα παπούτσια! Είχαν βρει σούπερ κόλπο να κάνουν την βασιλοπουλική επανάστασή τους.

Kοιμόντουσαν όλες στο ίδιο δωμάτιο, καθότι, λόγω ελλείψεως μητρός και ελλιπούς πατρός, στο κάστρο (που λεγόταν Holy-wood, προς τιμήν της αγίας βασίλισσας, οία είχε τινάξει τα πέταλα γεννοβολώντας έφιππη τις δωδεκάδυμες στο πέριξ δάσος, όπου κυνηγούσε ελάφια) επικρατούσαν συνθήκες ντικενσιανού ορφανοτροφείου. (περισσότερα…)

Η επικράτηση των βαρβαρόγλωσσων

*

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΟΓΛΩΣΣΩΝ

Διαβάζω πάλι τον Καβάφη ολόκληρον,
διαβάζω λέω μ’ όλο που
σχεδόν όλο το έργο του το έχω αποστηθίσει.
Διαβάζω κι έχω τη χαρά ν’ απολαμβάνω
τον τέλειο στίχο του τον τέλειο ρυθμό του.

Και βλέπω εδώ να μου υπογραμμίζουν
τη λέξη «ολόκληρον» σα να ’ναι λαθεμένη.
Μου την υπογραμμίζει ο κομπιούτερ
ο ρυθμισμένος από τους Σελτζούκους
που κατακλύσανε τις τελευταίες δεκαετίες
τη γλώσσα μας και διαρκώς την καταστρέφουν.
Γιατί τα νι δεν τα γουστάρουν οι Σελτζούκοι
κι ούτε τις κλίσεις θέλουνε που για χιλιετίες
τη γλωσσική μας έδιναν ακρίβεια κι ευφροσύνη.

Αναίσθητοι κακοποιοί, «ψυχές μαραγκιασμένες»,
δεν λένε «τους αγνώστους» μα «τους άγνωστους»
κι ούτε «ο Κίμων» λένε μα «ο Κίμωνας»,
κ’ «είπαμε προηγούμενα» κι όχι «προηγουμένως» (περισσότερα…)

Καβαφικόν

*

«Με ποιόνα να μιλήσω
κάταμονος μέσα στο σπίτι αυτό;»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Απ’ τες Εννιά
Στον Ααρών Μνησιβιάδη

Τι κούφια λόγια ήτανε αυτές οι βασιλείες
Τι πνεύματα αδιάφορα. Τι χαρακτήρες κρύοι
Σαλόνια φιλολογικά – σχεδόν λυκοφιλίες
Οι φαύλοι που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Τι θίασος εξαίσιος! Σαν Τρώες μπρος στην πτώση
Παλιά πετσιά που τριγυρνούν σε αμφικτυονίες
Ρήματα της καυχήσεως, εν πάση περιπτώσει
Τα άλλα ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.

Την Μούσα δεν την κυνηγάς. Έρχεται και σε βρίσκει
Για μια στιγμή. Δεν κάθεται εκεί να την αρμέγεις
Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
Δεν λιγοστεύ’ η συμφορά όσω και αν την λέγεις.

Ζήτα κι εσύ να μπαλωθείς, σαν βγεις για την Ιθάκη
Πες στωικά: Ας φρόντιζαν. Κι ας μην σε πολυνοιάζει
Σχεδόν απαρηγόρητος πες το παραμυθάκι
Πως καταντά η τέχνη μας σαν τέχνη να μη μοιάζει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Νυχτερινές περιπέτειες

*

Ἔχω ἕνα ξύλινο κρεββάτι ποὺ ὅλο τρίζει
–ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πρὸ πάντων– μὰ ἀγνοῶ
ἂν στοὺς θορύβους ἔχω τοῖχο στεγανό·
ὁ γείτονάς μου, μοῦ ’χει πεῖ, δὲν ροχαλίζει,

ἀλλὰ οὔτε κι ἄκουσα ποτὲ ἀπὸ δίπλα κρότους.
Ἔλα ποὺ ὡστόσο κι ἡ ἠρεμία μ’ ἐνοχλεῖ –
ἀφοῦ δὲν ἔχω κἂν μιὰν ἔνδειξη ἁπαλὴ
ἐὰν μ’ ἀκούει μέσ’ ἀπ’ τὴ σιγὴ τοῦ σκότους…

Πολὺ τὸ σκέφτομαι. Ἡ ἔγνοια δὲν μ’ ἀφήνει,
τὶς νύχτες πλέον δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ.
Μ’ αὐτὶ στημένο προσπαθῶ ν’ ἀφουγκραστῶ
ἂν μ’ ἀφουγκράζεται κι αὐτὸς μὲς στὴ γαλήνη. (περισσότερα…)

Πένθος λογοτέχνου


*

Αλήθεια σου το λέω· ταράχτηκα πολύ με τον χαμό του Γ. Είμ’ όλη μέρα στα τηλέφωνα. Μίλησα μόλις με τον Κ. Πριν απ’ αυτόν με είχε πάρει η Ν. Μας έχει όλους συγκλονίσει. Δεν θ’ αργήσουμε να βάλουμε μπρος ένα αφιέρωμα στην ποίηση του. Καλά, δεν είναι καιρός ακόμη. Απ’ τη βδομάδα που ’ρχεται τα σχέδια. Είναι το μούδιασμα που αφήνει το φευγιό, κατάλαβες; Θα μιλήσουμε και με τη Ζ, τον Β, τη Δ. Το επόμενο τεύχος πρέπει να του αφιερωθεί, έχουμε δρόμο να καλύψουμε στην ύλη. Εγώ; Θα αναλάβω μια σύντομη μελέτη. Στην πρώιμη φάση της ποίησής του θα εστιάσω. Μα για την ώρα σιωπή. Είναι το κενό που μας κοιτάζει μες στα μάτια, η απώλεια που βαραίνει στον ώμο μας. Η γλώσσα που φτωχαίνει.

Δεν ξεχνώ την πρώτη μας γνωριμία. Ήμουνα νέος – τι νέος, σχεδόν παιδί. Η συλλογή δεν είχε ακόμα δείξει. Κάνα δυο ποιήματα είχανε όλα κι όλα ακουστεί, τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι είχα στείλει στο Π. μού το ’χαν απορρίψει (σε προσωπική μας συνομιλία αργότερα, ο Δ μου ζήτησε συγγνώμη και γι’ αυτό). Ίσα που είχα πάρει το πτυχίο μου και έπιανα το μεταπτυχιακό σε τόπο άλλον. Κρύο, σκοτεινιά, αμφιβολίες. Δύσκολες μέρες άπλωναν μπροστά. Και έπειτα, σ’ εκείνη την παρουσίαση που μιλούσε, πώς με κοίταξε με βλέμμα όλο ζωηράδα σαν πήγα και του ’σφιξα το χέρι, και πώς μου δήλωσε σιβυλλικά: «Τα ποιήματά σας αξίζουν προσοχής… και κάτι περισσότερο…». Εκείνο εκεί το «περισσότερο», εκείνο το «κάτι παραπάνω» μού έτρωγε την ψυχή… Σαν τι να εννοούσε; Το μάτι του σπινθήριζε – γαλάζια φλόγα που ’καιγε τους μέσα μου δισταγμούς. Πλημμύρησα ευχαρίστηση απέραντη. Λες κι είχα κάπου φτάσει· στο χ, το ψ σκαλί της σκάλας. Σίγουρα κάπου πέρα από το πρώτο κείνο που ’μουνα. Τα είχα καταφέρει –μα ταπεινά έσκυψα το κεφάλι. Γνώριζα πως δεν αρκεί. (περισσότερα…)

Το Στέλιο Καζαντζίδι τραγουδά για τη συμπερίληψη

*

γράφει η Σάρα – Ζεϊνέπ Σολή

///

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον,

Στην διάρκεια μιας σύντομης χειμερινής καθόδου μου στην Ελλάδα, την οποία ευτυχώς άφησα οριστικά πίσω να χάνεται πνιγμένη στην πατριαρχία και την τοξικότητα, πέτυχα με χαρά στ@ αποβάθρ@ του σταθμού μετρό «Κεραμεικό» την ευμενή ευχή «Καλές γιορτές σε όλ@», υπογεγραμμένη από το Ίδρυμα Μιχάλι Κακογιάννι. Διαπίστωσα, λοιπόν, κοιτώντας ευτυχισμένο τη διαφήμιση, πως και το συγκεκριμένο Ίδρυμα παίρνει επιτέλους το σωστό δρόμο που χρόνια τώρα ακολουθεί και το αντίστοιχο Ίδρυμα που κληροδότησε το Αριστοτέλι Ωνάσι, απολύτως πιστό και τίμιο στην συμπεριληπτική κοσμοαντίληψη του εκλιπόντος δημιουργού και μακριά από αποκλεισμούς και περιχαρακώσεις κατά τον αγώνα του να χτυπήσει τον καπιταλισμό στη ρίζα του ενόσω μάχεται για μια πραγματικά αντικαπιταλιστική, ρηξικέλευθη και ριζοσπαστική κοινωνία.

Στη συνέχεια του χειμώνα, ωστόσο, η πρωτοπόρα αφίσα αντικαταστάθηκε διαδικτυακά από μια ακαδημαϊκή και συμβατική ευχητήρια χριστουγεννιάτικη κάρτα. Αδυνατώ να γνωρίζω αν υπήρξε κάποια εσωτερική αντιδραστική αλλαγή κατεύθυνσης έπειτα από διχογνωμία ή μια συνειδητή διπλή πρακτική από πλευράς του Ιδρύματος, φοβούμεν@ προφανώς τον σεξιστικό οχετό των φασιστικών social media όπου μπορεί το καθέν@ να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του χωρίς διαμεσολαβήσεις.

Εξ αφορμής αυτού, επομένως, παίρνω σήμερα την πρωτοβουλία να τιμήσω την αρχική αντισυμβατική στάση του Ιδρύματος, αναδεικνύοντας τα όσα πραγματικά ήθελε να γράψει το Κακογιάννι σε ένα κομβικό τραγούδι του, αλλά η μεσαιωνική ελληνική πραγματικότητα δεν του είχε επιτρέψει. Κρίνοντας, μάλιστα, από την έσχατη δημοσιότητα που έλαβε το ερμηνευτό του τραγουδιού, Στέλιο Καζαντζίδι, με αφορμή μια πρόσφατη ταινία για τη ζωή και το έργο του, η σημασία μιας τέτοιας κίνησης είναι πολλαπλή. Εξάλλου, ανέκαθεν το Στέλιο Καζαντζίδι τραγουδούσε για τη συμπερίληψη και την ξενότητα, αποδομώντας συνειδητά τόσο έμφυλους ρόλους όσο και τις παρεμφερείς άνωθεν οριζόμενες θεσιακότητες. (περισσότερα…)

Ονειροκρίτης

*

Στην παγερή σκιά της νύχτας
εσύ γυμνή, μέσα του Μάρτη
Να σε τυλίγει μια Τετάρτη
το φλογερό φιλί της νύστας

Η οθόνη σβήνει σε μιαν άκρη
και δίνεις στ’ όνειρο τα σκήπτρα
μα αυτό ξηλώνει όλα τα πλήκτρα
για να συνθέσει μια απάτη

Ήτανε, λέει, μια χαρτορίχτρα
που ορμηνεύει όπως ορίζεις
κι όσο φωνάζεις και δακρύζεις
κρατάς στο χέρι σφουγγαρίστρα

Σου τάζει μέλλον που ξορκίζεις
και όχι Ωραίας Κοιμωμένης
πλύστρα σε σκάλες της Κυψέλης
τη φτώχεια ν’ αναθεματίζεις

Μιας τράπουλας σημαδεμένης
η μάγισσα δείχνει τ’ αστέρι
κι αναρωτιέσαι αν θα φέρει
αυτό που δεν το περιμένεις (περισσότερα…)

Ὁ παπαγάλος

*

Πάνω σὲ ἕνα ποίημα τοῦ Ζ. Παπαντωνίου

Σὰν ἔμαθε τὴν φράσι «εἶναι φασίστας»
ὁ παπαγάλος εἶπε ξαφνικά:
«εἶμαι ἀνώτερος ἀπ’ ὅλους φυσικά!
Τί κάθομαι ἔτσι ἄπραγος τουρίστας;»

Τὴν πράσινη μετάβασι φορεῖ
καὶ στὶς Βρυξέλλες τὶς φτεροῦγες του ἀνοίγει
νὰ δώσῃ ἀπ’ τὴν σοφία του ὀλίγη·
παίρνει μιὰ στάσι κάπως σοβαρή
–κάτι ἐν μέσῳ κατανύξεως καὶ νύστας–
καὶ λέει μὲ προφορά: «εἶναι φασίστας!»

Ὁ λόγος του εὐθὺς χειροκροτήθη,
κατέρρευσαν μεμιᾶς ὅλοι οἱ μῦθοι,
«τί διαβασμένος!» λένε εὐλαβῶς,
«ἂς προχωρήσουμε λοιπὸν γιὰ τὸ Νταβός!
Μ’ αὐτὸν ἀέρα θἄχουμε στὰ ἱστία,
τοῦ Χάρβαρντ παπαγάλος, ὄχι ἀστεῖα!
Τῶν πιὸ καινούργιων θεωριῶν μεγάλος ῥέκτης
καὶ στὴν ὁμάδα μας πολύτιμος ὡς παίκτης!
Κὺρ παπαγάλε μας, γιά πὲς καὶ παρακάτω,
στὰ σίγουρα θὰ πᾷς γιὰ νομπελίστας!»

Κι ὁ παπαγάλος, τί νὰ πῇ στὸ ἐκλεκτορᾶτο;
Ξανάπε μοναχά: «Εἶναι φασίστας!»

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

*

**

Μεταφραστοῦ ἐφιάλτης

*

Πρέπει, θαρρῶ στό Λίμπο νά συνέβη, ὅπου
Κατά τόν Δάντη σπουδαῖοι ποιητές συνάζονται,
Φιλίες παλιές θυμοῦνται, κόντρες πού βγάζανε μάτι
Καί, τώρα πού τόν κόσμο ἀφῆκαν πίσω τους, δικαίως
Βάζουν ἀνάλογα τά πράγματα σέ τάξη.

Mέσα στό στριμωξίδι τῆς μεταφορᾶς στό τράνζιτ
Ἕνας Θεός ξέρει για ποιά καταραμένη τρύπα,
Τό ρίσκο εἶπα νά πάρω καί νά παρλάρω
Μέ μερικούς ἀπ’ τούς celebrities πού φαίνονταν
Βαριεστημένοι τόσο, ὅσο παγιδευμένοι θεατρῶνες
Ἀκριβοπληρωμένο ἔχοντας σέ μετρητά κι
Ἀνακαλύπτοντας μετά πόσο μισοῦν τό σόου τελικά…

Ἔπιασα ἕναν: «Ἀμφίβολο νά μέ γνωρίζετε, νομίζω…»
Τινάχτηκε καί μέ περιεργάστηκε: «Νά σέ γνωρίζω,
Κλαψούρη βλάκα!… Νά σέ γνωρίζω; Βεβαίως σέ γνωρίζω!
Ἐσύ ’σαι πού κατάστρεψες τό ἀριστούργημά μου! Δεῖτε
Ποιός εἶναι δῶ…» Στήν παρεούλα στράφηκε μέ χλευασμό,
«Στόκος κακόγλωσσος, τῆς τέχνης μας καταστροφή!
Ἡ πιό μεγάλη βρώμα ἀπό τοῦ Βελζεβούλη τήν πιό πρόσφατη πορδή!» (περισσότερα…)

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

*

Κακοτράχαλος τόπος το χτές

Κακοτράχαλος τόπος το χτές.
Ξεκινάω με τα πρώτα κοκόρια
την ανάβαση. Μόνος-μου. Λές
εγώ να μήν ξέρω απο ζόρια;

Ζωντανεύει, γλιστράει το ραβδί
σάν φίδι, μου φεύγει απ’ το χέρι
κι απο μόνο-του πιά μ’ οδηγεί
στο κρυφό μονοπάτι που ξέρει.

Μα στο τέλος του δρόμου, ψηλά,
στη σιγή που γεννάει παγετώνες
κάποιο ακούραστο χέρι κυλά
μία μία τις μεγάλες κοτρώνες

προς το μέρος-μου. Βοήθεια! Ξανά
και ξανά με σβελτάδα στην άκρη
πηδάω, κι απο δίπλα περνά
του βουνού το πέτρινο δάκρυ.

Πόνος ξάφνου. Αγωνία. Κραυγές
και στα μέλη ενα αβάσταχτο βάρος.
Τα παπούτσια-σου δέσε και βγές
να με σώσεις. Ή σου λείπει το θάρρος;

///

Το κουκλί

Σάν να μήν έφταναν όλα,
νά το κλαμένο κουκλί.
«Σπάσε το κρύσταλλο κι έλα»
μοιάζει να παρακαλεί,

«έλα να παίξουμε ξύλο.»
«Ξύλο; Μαζί-σου; Τί λές;
Με σένα, γλυκούλι-μου, θέλω
χάδια, φιλιά κι αγκαλιές.»

Πάνω στο γυάλινο ράφι
κλαίει, όλο κλαίει το κουκλί
κι η ταμπελίτσα-του γράφει:
«Γιατί να με λέν Ηρακλή;»

/// (περισσότερα…)