ΝΠ | Αφηγήματα

Εικόνες από μια έκθεση

*

Εθνική Πινακοθήκη

Επετειακή ομαδική έκθεση βυζαντινής αγιογραφίας με τίτλο

Η σαγήνη της ιερής εικόνας

Εγκαίνια: Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

 ~.~

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

(Απόσπασμα από το ενημερωτικό φυλλάδιο της έκθεσης)

Ου προσκυνῶ τὴν ὕλην, προσκυνῶ δὲ
τὸν τῆς ὕλης δημιουργὸν
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ:
Λόγος Πρῶτος Ἀπολογητικός

Πώς θα ήταν σήμερα οι ναοί μας αν είχαν εικόνες;

Τι θα συνέβαινε αν οι εικονολάτρες είχαν επικρατήσει των εικονομάχων και πετύχαιναν την αναστύλωση των ιερών εικόνων;

Αχειροποίητη μορφή.
Εικόνα θεία κι εύμορφη…

Αντί για τις τωρινές τοιχογραφίες των ναών μας, αντί για ζώα, δέντρα και πουλιά, τώρα τι θα απεικονίζαμε; Το αδύνατον; Τον Ιησού Χριστό με μύτη και μάτια; (περισσότερα…)

Υπέρ νοσούντων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.

ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ AΠΟΣΤΟΛΟΥ, Προς Κορινθίους Β΄, ιβ΄ 9

Τι θα γίνει αν κοιμηθείς και ονειρευτείς
πως πήγες στον παράδεισο κι εκεί
έκοψες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι
και τι θα γίνει αν όταν ξυπνήσεις
κρατάς το λουλούδι αυτό στο χέρι σου;

SAMUEL TAYLOR COLERIDGE

Βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο. Την γάζωνε ο καρκίνος. Δεν έμεινε πλέον τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε μαλλιά, ούτε κουράγιο. Απόψε ήταν η τελευταία της νύχτα. Το ήξερε. Μύριζε τον θάνατο στο δωμάτιο. Ένιωθε την γεύση του στο στόμα της. Τα φώτα στον θάλαμο χαμηλωμένα. Είχαν φύγει όλοι. «Πρέπει ν’ αναπαυθείς», της είπαν, λες και δεν θ’ αναπαύονταν σε λίγο για πάντα. Τα παιδιά της δεν τα είδε τις τελευταίες μέρες. Φοβήθηκαν να της τα πάνε μήπως τρομάξουν, αν αντικρίσουν κάτι κόκαλα σταυρωμένα αντί για την μάνα τους. Λείψανο κατάντησε. Η ανάσα της λιγοστή, όπως η φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει πριν σβήσει, ενώ το λάδι έχει πλέον σωθεί. Σώθηκε το λάδι της. Μα πόσο μπόρεσε να κάψει; Είκοσι επτά μόνον χρονών, τι πρόλαβε να ζήσει;

Παντρεύτηκε μικρή, λες και το ’ξερε. Έγινε μάνα. Ευτυχώς για κείνη. Δυστυχώς για τα παιδιά της: θα ορφανέψουνε νωρίς. Άντρα τής διάλεξε ο πατέρας της. Δεν είπε «όχι». Έναν άντρα θα ’παιρνε, ας ήταν αυτός. Προκαθορισμένη ζωή: μαγκανοπήγαδο. Εκείνος στην δουλειά, εκείνη στο σπίτι. Κάθε δεύτερο Σάββατο σε καμιά ταβέρνα. Την Κυριακή στην εκκλησία. Ο άντρας της ήταν θρήσκος. Της έβαλε μια εικονίτσα των Αγίων Αναργύρων κάτω από το μαξιλάρι φεύγοντας. Εκείνη στράβωσε τα μούτρα της, δεν πίστευε και πολύ: «Άμα πεθάνεις, βράστα! Όσο ζεις, κοίτα να χαρείς». Πολύ που χάρηκε… Μήπως τον έρωτα; Πφ! Σανίδες μέτραγε στο ταβάνι. Μήπως ταξίδια; Τώρα θα τα κάνει μαζεμένα, ένα και μακρινό. Τι χάρηκε; Πάντα την πλήγωνε αυτή η λέξη, ακόμα και στην προφορά της: «Χαρά!» Εκείνο το «Χ», στην αρχή, σαν διαγραφή της φαίνονταν. Σαν διασταυρωμένα ξίφη. Σαν ήχος λάμας που της έσκιζε το λαρύγγι.

Βήχας συγκλόνισε το στέρνο της. Ένας κόμπος αίματος ανέβηκε στο στόμα και τον έφτυσε στο σεντόνι. Ο λεκές απλώθηκε στο ύφασμα σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο στο χιόνι. Ο αέρας λιγόστευε, λες και κάποιος τον έκοβε με μαχαίρι. Πήρε κοφτές ανάσες και πετάρισε τα βλέφαρα. Δεν έβλεπε καλά. Σαν να κοίταζε πίσω από θολωμένα τζάμια. Μόνον σκιές ξεχώριζε. Σκιές ακαθόριστες. Μία την πλησίασε κι έπιασε τον σφυγμό της. Θα ’ταν ο γιατρός, ήταν η ώρα του.

«Δεν μπορώ ν’ ανασάνω, γιατρέ!» ψιθύρισε με κόπο. (περισσότερα…)

Herbert Clyde Lewis, Τζέντλεμαν στη θάλασσα!

*

Προλόγισμα – Μετάφραση
Χρίστος Κρεμνιώτης

~.~

Ο Χέρμπερτ Κλάυντ Λιούις γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1909 και πέθανε στην ίδια πόλη το 1950. Εργάστηκε ως ανταποκριτής σε διάφορες εφημερίδες, έγραψε το σενάριο για κάποιες ταινίες, δημοσίευσε επί πληρωμή αρκετά διηγήματα, ωστόσο έζησε ως επί το πλείστον με στερήσεις. Κάποια στιγμή, το όνομά του για λόγους που εν μέρει σχετίζονται και με τον αντιμιλιταρισμό των έργων του, των οποίων η έκδοση συνέπεσε με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βρέθηκε στη μαύρη λίστα λόγω «αντιαμερικανικών ενεργειών». Το γεγονός αυτό έδωσε τη χαριστική βολή στον ήδη εξαντλημένο συγγραφέα που αγωνιούσε επιπλέον για την επιβίωση της οικογένειάς του. Το αν πέθανε από έμφραγμα ή αυτοκτόνησε παραμένει αδιευκρίνιστο.

Δεκαετίες αργότερα, όταν ένας Αργεντινός εκδότης ζητά από τον Αμερικανό συγγραφέα και κριτικό Μπραντ Μπίγκελω να του προτείνει ένα βιβλίο προς μετάφραση, ο δεύτερος έχει κατά σύμπτωση μόλις εντοπίσει στο Αρχείο του Time μια βιβλιοκρισία για το Genteleman Overboard. Το βιβλίο θα εκδοθεί στην Αργεντινή το 2010. Αμέσως μετά εκδίδεται στο Ισραήλ πουλώντας χιλιάδες αντίτυπα και, μέσα από ατραπούς που πάντως οδήγησαν στο φως, στα 2020 φτάνει στην Αγγλία μέσω του οίκου Recovered Books.

Στα εννέα κεφάλαια του έργου, ανθίζουν μεσοπέλαγα –και λουσμένες κάπου κάπου με σκοτεινές ανταύγειες μαύρης κωμωδίας– σκέψεις συγγενικές με εκείνες του Ιβάν Ίλιτς, προσφέροντας λάμψεις ενός μικρού λογοτεχνικού διαμαντιού που μπορεί να απολαύσει τόσο ένας αναγνώστης όσο, πιστεύω, και ένας θεατής. – XK

///

Όταν ο Χένρυ Πρέστον Στάντις έπεσε στον Ειρηνικό ωκεανό, ο ήλιος μόλις που είχε αρχίσει να φαίνεται στον ορίζοντα. Με τη θάλασσα να απλώνει ατάραχη σαν λίμνη, τον ήπιο καιρό και την πραότητα της αύρας, ήταν αδύνατον να μην αισθάνεσαι νικημένος από μια ακαταμάχητη μελαγχολία. (περισσότερα…)

Franz Kafka, Έρευνες ενός σκύλου

 *

Μετάφραση Πέτρος Γιατζάκης

~.~

Πόσο έχει αλλάξει η ζωή μου και εντούτοις πόσο απαράλλακτη έχει μείνει κατά βάθος!

Όταν τώρα πια αναλογίζομαι τα περασμένα και ανακαλώ στη μνήμη μου τον καιρό που ζούσα ακόμα καταμεσής στους κόλπους της κοινότητας των σκύλων, όταν συμμετείχα σε όλες τους τις έγνοιες, ένας σκύλος ανάμεσα σε σκύλους, βρίσκω όντως όταν κοιτάζω από κοντά, ότι εδώ εξαρχής κάτι δεν ταίριαζε, ότι υπήρχε μια μικρή ρωγμή, ότι με καταλάμβανε μια ελαφριά δυσφορία ακόμα και εν μέσω των πιο σεπτών εκδηλώσεων του λαού μου, μερικές φορές μάλιστα ακόμα και μέσα στον πιο έμπιστο, φιλικό μου κύκλο.

Όχι, ούτε καν μερικές φορές, αλλά μάλλον πολύ συχνά, ακόμα και το απλό θέαμα ενός σκύλου, αγαπημένου μου συντρόφου, το απλό αυτό θέαμα, σαν να το έβλεπα κατά κάποιο τρόπο με νέο βλέμμα, μου προκαλούσε αμηχανία, με τρόμαζε, με οδηγούσε σε αδιέξοδο, μου προξενούσε εν τέλει απελπισία. Προσπαθούσα κατά κάποιον τρόπο να καλμάρω, φίλοι στους οποίους το εμπιστευόμουν αυτό με βοηθούσαν, κι έτσι έρχονταν πάλι πιο ήσυχοι καιροί, καιροί κατά τους οποίους δεν έλειπαν μεν εκείνες οι εκπλήξεις, αλλά εγώ τις δεχόμουν πλέον με μεγαλύτερη αταραξία, εντάσσονταν πλέον πιο αδιατάρακτα στη ζωή μου, με έκαναν ίσως θλιμμένο και πιο κουρασμένο, αλλά κατά τα άλλα με άφηναν να υπάρχω ως έναν μεν λιγάκι ψυχρό, επιφυλακτικό, φοβισμένο, υπολογιστικό σκύλο, αλλά σε γενικές γραμμές ασφαλώς έναν απολύτως κανονικό σκύλο. Πώς άλλωστε θα μπορούσα να φθάσω στην  ηλικία που έχω τώρα δίχως αυτά τα διαλείμματα ανάπαυσης, πώς θα ήμουν σε θέση να καταλήξω στη γαλήνη με την οποία παρατηρώ τους τρόμους της νιότης μου και αντέχω τους φόβους των γηρατειών μου; Πώς θα μπορούσα να φτάσω στο σημείο να βγάλω τα σωστά συμπεράσματα από την –οφείλω να το παραδεχθώ– ατυχή, ή για να το εκφράσω κάπως πιο προσεκτικά, όχι και πολύ ευτυχή φύση μου και να ζήσω σε σχεδόν απόλυτη αρμονία μαζί τους;

Ζω αποτραβηγμένος, μοναχικός, απασχολημένος μονάχα με τις δικές μου, μικρές και απέλπιδες, αλλά για μένα απολύτως απαραίτητες έρευνες. Έτσι ζω εγώ, (περισσότερα…)

Μακρολεπιότα ἡ ὑψηλὴ

*

τοῦ ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

~.~

Ζύγιζα τὸ κάθε μου βῆμα. Ἦταν ἀπόγευμα καὶ κόντευε νὰ νυχτώσει στὸ δάσος. Ζύγιζα καὶ ἰσορροποῦσα σὲ κάθε μου κίνηση. Σὲ ποιὰ πέτρα θὰ πατήσω, τὸ κλαδὶ ποῦ θὰ κρατηθῶ καὶ δὲν θὰ σπάσει, πῶς θὰ διαβῶ τὴν ἀτέλειωτη σειρὰ τῶν χειμάρρων – κανένα μονοπάτι, ἄγριος τόπος, ἄγρια ἡ ὀμορφιά του.

Τότε, ἕνα ἀχνὸ σύννεφο, σὰν κινούμενο πέπλο, θαμπάδα τοῦ δάσους· νύχτα, ἔξω ἀπὸ τὶς ὧρες τῆς νύχτας, σκέπασε τὰ πάντα. Καὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ μ’ ἔκανε νὰ φοβᾶμαι τὶς γλιστερὲς πέτρες, τὸ νοτισμένο στρῶμα ἀπὸ φύλλα ὀξιᾶς, τὸ τυχὸν στραβοπάτημα καὶ τὴν εὐαισθησία τοῦ δεξιοῦ ἀστραγάλου. Μὰ πιὸ πολύ, τὰ γόνατα, ποὺ λυγίζουν ἀπὸ τὴν κούραση καὶ τὰ χρόνια.

Ἀκόμη, φοβόμουνα τὴ βροχὴ –τὶς ἀτέλειωτες ὧρες βροχῆς, κακὸς ὁδηγός, κακὸς σύμβουλος– ποὺ ξέπλενε τὰ μανιτάρια –ἴδιος καιρὸς τὰ γεννοῦσε, ἴδιος τὰ παραμόρφωνε–, καὶ τότε δυσκολευόμουνα νὰ τὰ γνωρίσω. Ὅπως τὶς λέξεις, ὅταν ἔχαναν τὸν ἦχο, τὸ χρῶμα, ἀκόμα καὶ τὸ νόημά τους καὶ ἐξοστρακίζονταν ἀπὸ τοὺς στίχους, καὶ ἔπρεπε νὰ τὶς ἐπαναφέρουμε προσδιορίζοντας τὶς λειτουργίες τους μέσα στὸ κείμενο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ μακρινὸ ἀναλλοίωτο τοπίο –ὄχι ἀπρόσιτο, ἀλλὰ δύσκολα προσεγγίσιμο–, ὅπως αὐτὸ τοῦ δάσους.

Μὲ τὸ δάσος ἔνιωθα νὰ γίνομαι ἕνα. Γνώριζα τὴ μεγάλη ἀποκαλυπτικὴ δύναμη ποὺ ἔκρυβε μέσα του. Πίστευα πὼς κάθε σημεῖο του –ποὺ ἦταν ἕνας συνδυασμός, ἕνα ἄγριο συνταίριασμα δέντρων, νερῶν, πηγῶν, κακοτράχαλων μονοπατιῶν, καὶ συνήθως ὅλα αὐτὰ κρυμμένα ἀπὸ τὸν οὐρανό, μάλιστα κάποιες φορὲς θαμπὰ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ διαβατάρικο σύννεφο– (περισσότερα…)

Μικρή σπουδή εις γέλωτα Μείζονα

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

~.~

Σ’ εκείνη τη διάσημη πρότασή του ο Έγελος γράφει πως η γλαύκα της Αθηνάς ξεκινά το πέταγμά της μόνο κατά το σούρουπο. Τώρα, ο ίδιος ο Έγελος εννοούσε κάτι είτε πολύ συγκεκριμένο είτε το εξαιρετικά ασαφές, όμως ούτως ή άλλως εμένα οπωσδήποτε μου διαφεύγει το καθαρό νόημα της σκέψης του στα ορθά της συμφραζόμενα. Υποπτεύομαι πως δεν είμαι ο μόνος. Την πρόταση του τη σκέφτομαι όλο και συχνότερα –έρχεται και μου καρφώνεται στον νου, σαν να θέλει κανείς να μου υπενθυμίσει πως την όποια σοφία διαθέτω την κατέκτησα πολύ αργά, έτσι που μόνο στην κατανόηση του παρελθόντος με ωφελεί, δίχως να με προφυλάσσει από τις κακοτοπιές που μέλλονται να φανούν εμπρός μου. Σε αυτό μου το παρελθόν ωστόσο πολύ θα μου ήταν χρήσιμη λίγη σύνεση παραπάνω, αφού τα όσα θα περιγράψω ακολούθως θα μπορούσαν ευκόλως να αποφευχθούν από κάποιον λίγο πιο πονηρό ή συνετό ή ταπεινό ή, τέλος πάντων, από εκείνον που αντί της ανέμελης υπερηφάνειας του –συνοδευόμενη συνήθως αυτή από μια ανάλαφρη αδιαφορία για τα αισθήματα των γύρω– θα πρόκρινε μια προσεκτικότερη στάση απέναντι τους. Την ελαφρομυαλιά μου την πλήρωσα εν τούτοις σε νόμισμα σκληρό, μάλιστα, έτσι που ο νους μου βάρυνε έκτοτε απότομα και κατέληξα να τον σέρνω αδρανή εδώ κι εκεί, ίδιο κουφάρι δυσκίνητο και άχθος καθαρό.

Κάποτε ζούσα δίχως φορτία: Πέρασα χρόνια παιδικά αμέριμνα, με παιχνίδι, γέλιο και ένα κορμί πάντα ζεστό, ανίδεο έστω και της πλέον ήπιας ασθενείας. Σαν κουραζόμουν απ’ τις τρεχάλες στους δρόμους και στην εξοχή, γυρνούσα πίσω κι ύστερα απ’ το δροσερό μου μπάνιο έπιανα το βιβλίο. Κανείς από τους δικούς μου δεν ήτανε άνθρωπος των γραμμάτων, μα τα βιβλία μού τα πρόσφεραν τόσο απλά όσο τους τα ζητούσα –κι ούτε ποτέ κανείς με πίεσε για να διαβάσω κάτι ή το αντίθετο. Η ελευθερία μου ήταν πλήρης –το ίδιο και η ευδαιμονία μου.

Στον κύκλο μου γίνανε όλοι μηχανικοί ή ακολούθησαν σπουδές διοίκησης και, σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι κατέληξαν στη φιλόξενη αγκαλιά της μεγάλης οικογενειακής επιχείρησης ή (περισσότερα…)

Ένας ασήμαντος άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Είμαι ένας τυχαίος άνθρωπος, ένας ασήμαντος άνθρωπος, εσωτερικά εξαντλημένος, πληγωμένος από πίκρες που έχουν σημασία μόνο για μένα, μετέωρος ανάμεσα στον κυνισμό και τη συμπόνια, επιρρεπής αλλά όχι παραδομένος στη μνησικακία, κουρασμένος απ’ το παιχνίδι των προσδοκιών και της υποκρισίας, εθισμένος σε ορισμένες ιδεοληψίες: να ζήσω την προσωπική μου ιστορία χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς ξεφωνητά, να μην γίνω γελοίος, να κατακτήσω την διαύγεια που μου είναι απαραίτητη για να φτάσω μέχρι το τέλος χωρίς να προδώσω τον εαυτό μου, να διαχειριστώ ψύχραιμα την προοπτική του θανάτου μου, την τελική αποτυχία της επίγειας ύπαρξής μου.

Υπάρχω αυθαίρετα, ανεξήγητα. Δεν ξέρω τι είμαι και γιατί υπάρχω. Δεν ζήτησα να υπάρξω. Ξένες αποφάσεις καθόρισαν την είσοδό μου στη ζωή. Άγνωστες δυνάμεις θα καθορίσουν και την έξοδο μου. Η πορεία καθορισμένη αμετάκλητα, τα μεγάλα ερωτήματα αναπάντητα. Αιχμάλωτος στην ύπαρξη έχω να υποστώ ένα πεπρωμένο, μια σειρά από συμπτώματα και αγωνίες, μια ζωή και έναν θάνατο, χωρίς να ξέρω τι υπερασπίζομαι, αποφασισμένος ωστόσο να βρω ένα νόημα και να εξαντλήσω τα πάντα μέχρι τέλους, συλλογιζόμενος κάθε τόσο ότι όλα αυτά ίσως να μην έχουν τελικά καμιά σημασία, κανένα νόημα, καταδικασμένα όλα σε έναν αθεράπευτο παραλογισμό και σε μια ολοκληρωτική εκμηδένιση.

Κάποτε (μόλις χθες) ήμουν παιδί – τα χρόνια εξαϋλώθηκαν λες και δεν υπήρξαν. Κληρονόμησα μια ορισμένη κατάσταση, αυτό που αφαιρετικά ονομάζουμε «φτώχεια», με καθόρισε, με έκανε αυτό που είμαι. (Θυμάμαι ένα παγωμένο αποχωρητήριο στην άκρη μιας αυλής, θυμάμαι ένα παγωμένο σπίτι, θυμάμαι έναν άντρα που πρέπει να ήταν ο πατέρας μου – δεν έμαθα ποιος ήταν, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Θυμάμαι την απουσία άλλων, τις σπάνιες επισκέψεις κάποιων. Κάπως έτσι μεγάλωσα. Κάπως έτσι διαμόρφωσα τη ντροπή και την περηφάνια μου).

Υπό άλλες συνθήκες θα γινόμουν κάποιος άλλος; Δεν ξέρω. Ίσως ναι, ίσως όχι. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συγκαιρινές ἱστορίες

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος Β΄: Συγκαιρινές ἱστορίες

1.   Δέχτηκα ξαφνικά τά ἐξ οἰκείων βέλη νικηφόρων ἐγωισμῶν. Ἔτσι κι ἐγώ, οἰκεία βουλήσει, προσῆλθα στά γραφεῖα τῶν προϊσταμένων. Δηλαδή ξεκίνησα τήν ἀγόρευση μέσα σ’ ἕνα κουτί. Ε λοιπόν, ὅλη ἡ πιατέλα ἦταν μπροστά μου καί τσίμπαγα ὅποια λέξη ἤθελα. Ὄχι μόνο δέν ὑπῆρχε ἔλλειψη, ἀλλά τέτοια πληθώρα, πού ἔκανα κι ἐπιλογή. Ἄλλες τίς ἄφηνα, ἄλλες τίς ἔπιανα, σάν καλοτηγανισμένες πατάτες. Ὅλα ἦταν σέ θαυμαστή ἁρμονία· τά ρήματα, καθώς καί ἡ κίνηση τοῦ σώματος, στίς ἄκρες τοῦ ὁποίου κουβαλήθηκε μέ θάρρος τό θιγμένο μέσα μου, ἔδεναν μεταξύ τους σέ μιά καλοστημένη παράσταση διαμαρτυρίας χωρίς νά ξεφεύγω ἀπό τήν κομψοπρέπεια. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι νά μιλήσω τήν ἀλήθεια μου σέ ἀγαπημένο πρόσωπο, οἱ λέξεις ξεμακραίνουν. Τό ποτήρι γεμίζει σταγόνα σταγόνα. Τά ψέματα δέν καταστρατηγούν τήν ἀλήθεια μέ σκοπό νά βλάψουν οὔτε τή φυλάσσουν, βέβαια, ὡς πολύτιμη. Ἔμπροσθεν τοῦ προϊσταμένου, τά ψέματα καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ἕνα πρᾶγμα μέσα στό ἐπιμελημένο γαυρίαμα. Δέν ὑπῆρχε πρόβλημα, ἤμουν ἐγώ ἔξω. Ὅταν σέ στριμώξουν μέσα εἶναι τό πρόβλημα. Ὅταν σοῦ ζητᾶ τήν ἀλήθεια ἡ ἀγαπημένη, δέν εἶναι εὔκολο νά ζευγαρώσεις τή φιλοπρωτεία μέσα στό συναίσθημα μέ τήν ἐκλογή τῆς ἀλήθειας. Τί νά πεῖς; Κι αὐτά πού λές δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἶναι τά λόγια τοῦ μόχθου σου μέσα στούς ρόλους μιᾶς πολύωρης ζωῆς. Ποιός εἶπε ποτέ γιά τόν ἑαυτό του ξεμέθυστες ἀλήθειες; Ὑπάρχουν τέτοιες; Ὑπάρχουν, καί τίς λέμε κι αὐτές, σά νά σπρώχνεις τόν ἄλλο μακριά. Οἱ λέξεις δέν εἶναι καμωμένες γιά τήν ἀλήθεια, μόνο οἱ πράξεις ἀληθεύουν, ἐπειδή ξεπετάγονται ἔξω ἀποκλεισμένες ἀπό τόν δημιουργό τους και δεν ἐξουδετερώνονται. Ποτέ μου δέν φιλοξένησα ἄνθρωπο! Δόλιος, προδοτικός, τά λέω καί πρῶτος ἐγώ τά πιστεύω, τήν ὥρα πού πίσω μου σπαρταροῦν ἐθελόκακα πράξεις χθεσινές πού δεν λένε να χηρεύσουν ἀπό μένα.

2.   Παίζοντας στή ρουλέτα, διαλέγοντας τά νούμερα, εἶναι στιγμές, σπάνιες εἶναι ἀλήθεια, πού ἀντιλαμβάνεσαι πόσο πρωτότυπος ἤσουν! Ἐκπλήσσεσαι ἀπό τό γεγονός ὅτι τούς ἀριθμούς πού τελικά ξεχώρισες δέν θά μποροῦσες νά τούς εἶχες σκεφτεῖ. Σάν νά σέ προτίμησαν αὐτοί. Σάν νά ξέκριναν μόνοι τους καί νά σοῦ παρουσιάστηκαν ἀκάλεστα. Δέν φανταζόσουν ποτέ ὅτι θά μποροῦσες νά διαλέξεις αὐτούς ἀκριβῶς τούς ἀριθμούς. Ἀριθμοί πού συχνά κερδίζουν. Τέτοιους βρίσκει ὁ ἀρχάριος. Ἐξ οὗ καί ἡ λεγόμενη τύχη του. Ὁ καινούργιος παίκτης εἶναι ἀνοιχτός, ἀδούλωτος σέ ὅλες τίς συλλογές ἀριθμῶν. Χαρούμενος, δηλαδή, χωρίς ἄσχημες ἀκόμα ἀναμνήσεις, καί τωρινός στή δράση, ἁπλώνεται ἰσότιμα καί ἀμερόληπτα σέ ὅλους τούς ἀριθμούς. Καί διαλέγει σωστά. Πράγματι στήν τύχη. Καί τήν τύχη τή συναντᾶ. Ὁ παλιός παίκτης ἀντίθετα ἐπιμένει. Ἐπιμένει στό ἑαυτό του. Ἡ μνήμη του εἶναι βαριά. Κολλημένος στά νούμερά του ὅπως ὁ μεσήλικας στίς ἀτάκες του. Καί ἡ τύχη νά μήν εἶναι ποτέ ἀδιάφορη ἀλλά κάθε φορά νά περνάει σύρριζα. Βλέπεις τά νούμερά σου νά κερδίζουν συνεχῶς στό διπλανό τραπέζι. Ἡ τύχη νά βηματίζει πίσω ἤ μπροστά σου. Ἀφήνεις τά νούμερά σου γιά μιά ριξιά καί αὐτά βγαίνουν. Ἐπιστρέφεις καί βγαίνουν ἐκεῖνα πού διάλεξες ὅταν ἄφησες τά δικά σου. Δέν ξέρεις ποῦ νά πᾶς καί ποῦ νά σταθείς. Κρῖμα πού δέν ἐπέμενες! Ἡ μπίλια νά χώνεται ἐπίτηδες στη μόνη τρῦπα πού σκόπιμα ἄφησες ἀπό μιά μεγάλη συλλογή ἀριθμῶν, μόνο καί μόνο γιά νά δεῖς ἄν θά μπεῖ ἐκεῖ κοροϊδευτικά. Καί μπαίνει! Στό τέλος ἀντιλαμβάνεσαι πώς δέν ὑπάρχουν ἀριθμοί πού θά μποροῦσες νά διαλέξεις. Ὅλοι οἱ ἀριθμοί χάνουν. Συνεχίζεις νά παίζεις γιά νά σιγουρευτεῖς. Γιά νά ἐπιμείνεις. Καί ἐσύ ἐπιμένεις στόν χρόνιο ἑαυτό σου, στά νούμερά σου, ἀρχίζεις νά συχνάζεις ἐκεῖ σάν φτωχοκόριτσο πού θέλει νά φτουρήσει. Τό πουλί πέταξε καί ἐσύ ἀλησμόνητη παλιά καραμπίνα πού ἐμμένει στίς ἀτάκες πού χάνουν. Ἀναθυμητική στήλη πού πίνει οὐίσκι καί καπνίζει. Στό τέλος, ἔρχεται καί ὁ Πασκάλ: «μεγάλο πρᾶγμα ἡ ποιότητα, αὐτή πού σέ κάνει ἕτοιμο στά εἴκοσί σου χρόνια. Ὅταν οἱ ἄλλοι καταφθάνουν στά πενῆντα τους, ἐσύ ἔχεις κερδίσει ἄκοπα 30 χρόνια».

(περισσότερα…)

Θραύσματα

Αλβανικό Μέτωπο, φωτογραφία αρχείου. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πατέρας.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ Σ. ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δεν ήταν, λοιπόν, τόσο απλό
ούτε τόσο απαλό το τέλος.»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Το δικό μας αίμα

Οι ιστορίες όλων των ανθρώπων έχουν παράλληλες –καμμιά φορά και αντιπαράλληλες αλλά με την ίδια κατεύθυνση– φορές. Πόσο αντέχει κανείς να ξύνει τις πληγές του; Όσο ζει; Υπάρχουν όμως στιγμές που οι μνήμες φέρνουν μπρος μας ακούσματα και ιστορίες αληθινές, γραμμένες θραυσματικά σε υποσυνείδητα ενίοτε μισοσβησμένα, άλλοτε ως βάλσαμο κι άλλοτε ως σφάχτες. Με μιαν αλήθεια όμως βιωμένη στο λόγο. Με την απόσταση που ο χρόνος και οι γεωγραφικές συντεταγμένες το επιτρέπουν. Και με τη διαθλαστική ματιά των επιγόνων.

Ο πατέρας και παππούς των παιδιών μας, από δώδεκα χρονών –αρχές του ’30– στέλνεται μόνος σε συγγενείς στην Αθήνα, βγάζει το Γυμνάσιο και καταφέρνει να σπουδάσει μηχανικός αεροσκαφών στην Αεροπορία. Μια φορά σε μια δοκιμαστική πτήση με διπλάνο, καθόταν στο πίσω κάθισμα. Είχε όμως ξεχάσει να δέσει τη ζώνη του. Ο πιλότος κάνει ξαφνικά «loop», αναστροφή, αλλά ο νέος τότε μηχανικός κρατιέται.

Το βράδυ της 6ης Ιουνίου του 1933 φρουρούσε ως νεαρός υπαξιωματικός της αεροπορίας στην λεωφόρο Κηφησίας. Κάπου κοντά άκουσε τον –ευτυχώς άστοχο– πυροβολισμό με στόχο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Δυο χρόνια αργότερα έλαβε μέρος στο αποτυχημένο κίνημα των τότε βενιζελικών κι αριστερών αξιωματικών κι αποστρατεύεται.

Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει επιλοχία του πεζικού στα βουνά της Χειμάρρας. Συνέχεια στην πρώτη γραμμή. Εκεί που, όπως διηγήθηκε, οι φωτογράφοι δεν τολμούσαν να φθάσουν. Ο ίδιος λέει –είπε– ότι έζησε γιατί τραυματίστηκε. Δεν θ’άντεχε άλλο. Και πάλι κατά τύχη επέζησε.

Όταν στο ύψωμα επάνω σκοτώθηκε ο χειριστής του οπλοπολυβόλου, το πήρε εκείνος. Μέχρι που μια ιταλική ριπή γάζωσε την χλαίνη και τον βρίσκει στο πόδι κοντά στο γόνατο. Η σφαίρα πέρασε το πόδι αφήνοντας διαμπερές τραύμα. Ήταν ήδη σούρουπο, έπεσε σιγά-σιγά το βράδυ. Σύρθηκε κάτω από έναν θάμνο, τυλίχτηκε στην κομματιασμένη χλαίνη του και λούφαξε με την πληγή του αιμάσουσα. Πώς πέρασε η παγωμένη νύχτα, μόνο εκείνες οι ψυχές το ξέρουν. Το πρωί περνά ένας ημιονηγός του Ερυθρού Σταυρού με το μουλάρι του. Βλέπει ένα ρυάκι αίμα να κατρακυλά από τον θάμνο. Κοιτάζει από κάτω, τον βλέπει. Στο μουλάρι κουβαλούσε έναν βαριά τραυματισμένο Ιταλό αξιωματικό. Παρότι οι αξιωματικοί –ακόμα κι οι εχθροί– προηγούνταν, τον πετά και παίρνει τον πατέρα. Γύρω από τον λόφο –μαθαίνει αργότερα– κοίτονται δεκάδες σκοτωμένοι Ιταλοί. Ήταν ανήμερα της γιορτής του, 27 Δεκεμβρίου, όταν τραυματίστηκε. (περισσότερα…)

Πείνα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε. Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία. Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο. Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942. Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους. Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300. Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς. Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.

Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: «Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες». Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε.

Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει:

«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί».

* (περισσότερα…)

Ρέκβιεμ τῆς μικρῆς γειτονιᾶς

 *

1 . Στόν χωματόδρομο, κυλᾶνε στεφάνες ἀπό ρόδες τ’ ἀγόρια, τά τσέρκια, μ’ ἕνα κομμάτι σίδερο λυγισμένο, γιά μανιβέλα. Σκόνη σηκώνεται ἀπό τά ποδοβολητά καί στήν τρεχάλα τους παίρνουνε σβάρνα τίς στημένες πέτρες πού ἐμεῖς τά κορίτσια ἔχουμε στήσει γιά νά παίξουμε‘πυργάκια’. «Φύγετε ἀπ’ τή μέση, σκατοῦλες!» φωνάζουν καί φτύνουν κάτω. Κι ὁ Μανώλης. Προχτές μοῦ εἶχε πεῖ πώς θά μέ παντρευτεῖ ὅταν μεγαλώσει. Ἐγώ ὅμως, τό ἀποφάσισα. Δέν θά τόν πάρω!

2 . Στό οἰκόπεδο, δίπλα στό σπίτι μας, βρίσκουμε λογιῶν-λογιῶν πράγματα. Σχισμένες παντόφλες, τσίγκινα καπάκια, μικρά κομμάτια κορδέλας καί σκατά σκύλων. Κοιτᾶμε ποιός θά μαζέψει τά πιό ὡραῖα καί χρήσιμα. Ὅπως, μιά πεταμένη κορνιζούλα. Κάνουμε διαγωνισμό. Ὅποιος μαζέψει τά πιό ὡραῖα, εἶναι ὁ νικητής τῆς ἡμέρας.

Μιά μέρα τά κορίτσια βρήκαμε κάτι νεογέννητα γατάκια. Τυφλά. Τά πήραμε ἀγκαλιά καί ψάχναμε γιά τροφή. Μᾶς τά ἅρπαξαν τά ἀγόρια κοροϊδεύοντάς μας. «Μυξιάρες, σάν κι αὐτά». Φωνάζαμε. Σέ λίγο ὁ Μιχάλης, ὁ μεγάλος τῆς παρέας, πῆρε ἕνα ξύλο καί χωρίς δεύτερη σκέψη τό ἔχωσε στά μάτια τους. Οἱ «μυξιάρες» βάλαμε τίς φωνές. Ὁ Μανώλης γελοῦσε τρανταχτά. Ὄχι, τό ἀποφάσισα. Δέν θά τόν παντρευτῶ.

3 . Ἀκούσαμε στριγγλιές καί βγήκαμε στά μπαλκόνια. Ἀπό τήν ἀνοιχτή πόρτα μιᾶς κουζίνας, ἀκούστηκε ἕνα  «τρομάρα μουου!». Οἱ μανάδες, μᾶς ἔβαλαν μέσα τά μικρά παιδιά, ἔκλεισαν τίς πόρτες, μᾶς εἶπαν μέ συνομωτικό τρόπο «καθίστε μέσα καί μήν κουνηθῆτε ἀπό’ δῶ» καί τράβηξαν κατά τό σπίτι ἀπ’ ὅπου ἀκούστηκε ἡ κραυγή. Ὅταν γύρισαν, μάθαμε πώς ὁ γείτονας πέθανε ξαφνικά. Μπροστά στή γυναίκα του καί στά παιδιά του. Κατάλαβα τότε, πώς μπροστά στόν θάνατο τρομάζει κανείς. Τρομάζει πολύ. (περισσότερα…)

Κραιπάλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

Άπαξ και ανάψει, το κερί αρχίζει να σώνεται. Άλλοι
το ανάβουν από τη μια μεριά, άλλοι κι από τις δύο.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, Περί μέθης

1

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Γ. άρχισε να πίνει. Ερχόταν στο μπαράκι που δούλευα. Τον ήξερα από παλιά, από την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Κάθε χειμώνα έβγαζαν το οικογενειακό σκάφος για συντήρηση – ένα γιοτ δεκαέξι μέτρα. Κάποιες νύχτες ο Γ. έμενε στο σκάφος, πότε μόνος, πότε με γυναίκα. Τριαντάρης, όμορφος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Η ξαφνική απώλεια του πατέρα του τον έφερε αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν τον είχαν απασχολήσει μέχρι τότε. Άβγαλτος στο ποτό, στην αρχή γινόταν λιώμα, σταδιακά βρήκε τις ισορροπίες του. Μεθούσε αλλά δεν κατέρρεε, στεκόταν στα πόδια του. Δοκίμασε χρώματα και γεύσεις. Κατέληξε να πίνει σταθερά Μανχάταν – σκληρό ποτό για τα δικά μου δεδομένα.

Μια νύχτα του έκανα παρέα. Συνήθως καθόταν σε κάποιο τραπέζι, εκείνη τη φορά ήρθε στη μπάρα. Ήπια μαζί του, συγκρατημένα. Μιλήσαμε, για ποτά κυρίως. Το χάραμα με ρώτησε αν μπορούσα να τον μεταφέρω στο σκάφος – εκεί κοιμόταν, δεν άντεχε να πάει στο σπίτι. Είχε πιει παραπάνω από το συνηθισμένο, ήθελε κάποιο στήριγμα. Ένοιωθα εξαντλημένος αλλά  δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Κάλεσα ταξί. Καθίσαμε πίσω. Μετά από λίγο έγειρε στον ώμο μου, αποκοιμήθηκε. Τον κοίταξα. Ένας μεθυσμένος άγγελος. Όπως και άλλες φορές, είχα την αίσθηση ότι αυτές οι πρόσκαιρες γνωριμίες ήταν μοιραίες, αναπόφευκτες, προέκταση ενός παρελθόντος που παιζόταν κάθε φορά σε νέες παραλλαγές. Έκλεισα τα μάτια, θυμήθηκα τα περασμένα. Παλιά ξεχασμένα δωμάτια, γλαρωμένα χαμόγελα, ξένα πάθη που άφησαν μέσα μου ανεξίτηλα τα πένθιμα και σκοτεινά τους ίχνη.

Είχα χρόνια να κατέβω στο καρνάγιο. Ξημέρωνε. Το φεγγάρι μισό, ανεξήγητο. Ο φύλακας ήταν παλιός γνωστός. Φέρθηκε εγκάρδια. Του εξήγησα την κατάσταση. Το ξέρω, μου λέει, κάθε νύχτα τα ίδια. Τον ανεβάσαμε στην καμπίνα και τον βάλαμε στο κρεβάτι. Το εσωτερικό του σκάφους ήταν εντυπωσιακό, άνετο αλλά ακατάστατο. Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχαν άδεια μπουκάλια κρασί, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, χαρτιά, φάκελοι και μια φωτογραφία σε μεγάλη επίχρυση κορνίζα – υπέθεσα πως ήταν ο πατέρας του, τον θυμόμουν αμυδρά. Πήγα να φύγω αλλά ο φύλακας μου ζήτησε να κοιμηθώ εκεί. Ανησυχούσε μη γίνει καμιά στραβή και πάρει φωτιά το σκάφος. Πριν από καιρό ένας μεθυσμένος Ισπανός είχε καεί μαζί με το ιστιοφόρο του από ένα ξεχασμένο τσιγάρο. (περισσότερα…)