ΝΠ | Αφηγήματα

Περί της προελεύσεως του μπακλαβά

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Στον Σωτήρη Δημητρίου,
που μου έδειξε τον τρόπο

Από ό,τι φαίνεται, διαφιλονικούμενο έδαφος στις διμερείς μας σχέσεις δεν υπήρξε μόνο η ποίηση, αλλά και η ζαχαροπλαστική.

Όλα ξεκίνησαν, όταν η Νταίζη έπεσε πάνω σ’ ένα άρθρο επιστημονικής, κατά τα άλλα, κρίσης περιοδικού Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, όπου Τουρκάλα ακαδημαϊκός εγείρει την προβληματική της περί της υβριδοποίησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη στην κατ’ αυτήν «αυθαίρετη εθνικοποίηση» του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’ Εurope, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ουσιοκρατία του είδους, σε ένα ευκρινώς αποδομητικό πλαίσιο, μου θυμίζει, πρωτίστως, τον διάλογο που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους, όταν ιθαγενείς των τριών κρατιδίων χρειαστεί να αλλάξουν, περιστασιακά, χώρα:

— Πιάσε έναν ελληνικό.

E;

— Έναν κυπριακό φέρε μου.

Tι;

— Έναν τούρκικο!

— Α…

Η αλήθεια είναι πως σε αρχεία του Τοπ Καπί απαντούν συνταγές για τον μπακλαβά, ο οποίος διαδόθηκε, μαζί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε πολλές από τις κατακτηθείσες περιοχές.

Στην τουρκική γλώσσα, μαθαίνω, ο μπακλαβάς έχει δοξαστεί από τη λαϊκή μούσα, περνώντας αβίαστα σε παροιμίες και ιδιωματικές εκφράσεις. Πολλά δε ποιήματα φέρονται να έχουν εμπνευστεί θεματικά από αυτόν.

Ράγισε απόψε η καρδιά
με το μπακλα-α-βαδάκι (περισσότερα…)

Γράμματα στην Αννούλα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το στρατόπεδο 286 Τ.Π. στην Λήμνο είναι μια σφηκοφωλιά χτισμένη σε τρία επίπεδα, στα πόδια ενός φαλακρού λόφου, σφηνωμένου σαν προϊστορικό κρανίο στην μέση του πουθενά – ένα σύνολο από κτήρια και σκάλες και βουβές σκοπιές, καρφωμένες στο χώμα σαν κακοφτιαγμένα εικονίσματα. Όλα είναι απλά και πρόχειρα, λες και τα ’στησε για παιχνίδι ένα παιδί κι όπου να ’ναι θα τα χαλάσει. Οι τοίχοι έχουν το χρώμα της ξεβαμμένης άμμου, και η γκρίζα τσιμεντένια του όψη μοιάζει μέσα στο ξερό τοπίο σαν χταπόδι κρεμασμένο στην ταβέρνα του ήλιου, που πέφτει πάνω του δίχως έλεος και το τσουρουφλίζει. Λίγα διάσπαρτα αγκάθια –λιλιπούτειες ξιφολόγχες του άνυδρου– και μυτερά χαλίκια σαν σπασμένα δόντια. Ο αέρας επελαύνει ορμητικός απ’ το πέλαγος, τρυπώνει στα ρουθούνια, κολλάει στον ιδρώτα και τρίβεται πάνω στο δέρμα των φαντάρων σαν αόρατο γυαλόχαρτο. Αφιλόξενο τοπίο, που σε κάνει να νιώθεις πως το μέρος δεν είναι φτιαγμένο για να ζεις, αλλά για ν’ αντέχεις.

Η θάλασσα στραφταλίζει από μακριά σαν ανάμνηση ενός άλλου κόσμου. Τότε το στρατόπεδο μοιάζει με καράβι που σέρνει αλυσίδες στην στεριά: τα κτήρια γίνονται κατάρτια, οι δρόμοι γραμμές στο κατάστρωμα, κι ο χρόνος πετρώνει, σαν να τον έλουσαν με τσιμέντο και τον άφησαν να στεγνώσει.

Στα δρομάκια, ανάμεσα απ’ τα κτήρια, οι στρατιώτες περπατούν γρήγορα, λες και πηγαίνουν να παραλάβουν το απολυτήριο. Οι φωνές τους είναι κοφτές κι οι συζητήσεις σύντομες. Μερικές φορές ακούγεται η σφυρίχτρα κάποιου λοχία ή το βήμα ενός περιπόλου κι η αναγνώριση ενός σκοπού. Το βράδυ, όταν ανάβουν τα φώτα, οι σκιές μεγαλώνουν, το στρατόπεδο γίνεται απόκοσμο, κι η σιωπή έχει το βάρος της χαμένης ελευθερίας.

Κι όμως, μικρές γωνιές ζωής τρυφερεύουν την αυστηρότητα του τοπίου: ένα παγκάκι όπου κάποιοι καπνίζουν, ένας τοίχος που φιλοξενεί ένα όνομα γραμμένο με κιμωλία, το ΚΨΜ που μοσχοβολάει καφέ και σουβλάκι, κι ένα γέλιο που ακούγεται ξαφνικά, σαν να δραπέτευσε από μια φωτογραφία του έξω κόσμου που κοιμάται στο πορτοφόλι ενός φαντάρου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα και στις σκοπιές και στις λίγες ώρες της ανάπαυλας, γεννιούνται φιλίες, μικρές εξεγέρσεις και ανείπωτα μυστικά.

Στην Λήμνο ο αέρας κόβει σαν λεπίδι, (περισσότερα…)

Τρία μικρά διηγήματα για την απελπισία

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΦΟΥΡΝΑΡΗ

~.~

Ο άντρας με το καπέλο

Ξανάρθε σήμερα Κυριακή λίγο πριν από τις δέκα, όπως κάθε Κυριακή τούτο τον μήνα.
Κατεβήκαμε για λίγο στο γραφείο μου και φαινόταν πολύ κουρασμένος. Μαύροι κύκλοι γύρω από τα μάτια. Αϋπνία. Ξέρω πως παίρνει τρεις συγκοινωνίες για να έρθει από το νοσοκομείο ως εδώ και μένει μόνο ένα τέταρτο. Δεν τολμώ να τον ρωτήσω τι σκέφτεται. Δεν μου λέει τίποτα για την γυναίκα του, πώς πάει, τι λένε οι γιατροί, πώς είναι τα παιδιά. Τίποτα. Μόνο πηγαίνει στο παράθυρο τραβάει την κουρτίνα και νά, ο άνθρωπος με το καπέλο βγαίνει έξω από τη πόρτα του απέναντι σπιτιού. Δεν το φοράει το καπέλο, το κρατάει με το δεξί του χέρι. Η γυναίκα βγαίνει ως την πόρτα και του φτιάχνει την γραβάτα, φοράει την ρόμπα της ακόμα, από το πρωινό ξύπνημα, δεν έχει αλλάξει, ούτε ξέρω αν θα αλλάξει καν ή αν μένει με την ρόμπα μέχρι το βράδυ. Ο άντρας είναι ηλικιωμένος με άσπρα μαλλιά, αν αυτό σημαίνει κάτι, αλλά τι να σημαίνει; Πρόκειται για ένα συνηθισμένο κυριακάτικο πρωινό με ήλιο. Ο άντρας θα πάει στο καφενείο, θα πει δυο κουβέντες με τους φίλους και θα γυρίσει. Στην μέση της σκάλας σταματάει, βάζει το καπέλο, το στεριώνει με τα δυο του χέρια και κατεβαίνοντας κλείνει την αυλόπορτα κι εξαφανίζεται στον δρόμο με αργά βήματα.

Αυτό βλέπει ο φίλος μου κάθε Κυριακή, την ίδια επαναλαμβανόμενη σκηνή. Και πάντα (περισσότερα…)

Το τσουρέκι

*

Κάθε πρωί, ακολουθώ την ίδια διαδρομή από το σπίτι στο γραφείο. Απόσταση τριακοσίων μέτρων περίπου. Μικρή απόσταση που κρύβει όμως κινδύνους, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τα ζιγκ ζαγκ στα στενά που καθημερινά επινοώ για να αποφύγω ανεπιθύμητες συναντήσεις.

Δεν τα καταφέρνω πάντα. Συχνά τρακάρω σε κάποιον γνωστό, πρόθυμο για μια συζήτηση περί κρίσης… Αναγκαστικά, φοράω το χαμόγελό μου και υφίσταμαι τον μονόλογο του συνομιλητή μου…. Για λίγο όμως. Σύντομα βάζω σε εφαρμογή το σχέδιο εξόδου από τη κρίση που έχω περιέλθει… Προφασίζομαι ραντεβού με πελάτη, αποσκοπώντας στην τυπική ευγένεια του συνομιλητή. Η στρατηγική συνήθως πιάνει τόπο. Απελευθερώνομαι από τα δεσμά μιας συζήτησης που με επέλεξε, κουβαλώντας, ωστόσο, μια μικρή ενοχή για το ψέμα μου.

Καμιά τριανταριά μέτρα από το γραφείο, καλημερίζω τον περιπτερά, αγοράζω εφημερίδα και προχωρώ, όταν πια το βλέμμα μου πέφτει στον άστεγο… Ενοχλούμαι και αμέσως, αλλάζω πορεία, περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Σήμερα, η ίδια διαδρομή έκρυβε εκπλήξεις. Βγαίνω από το σπίτι, αγκαλιά με ένα τσουρέκι. Απρόσμενο δώρο ενός φίλου που με επισκέφθηκε την προηγουμένη. Αποφασίζω να μην «γλυκαθώ» για να κρατήσω σιλουέτα…

Φτάνω στο περίπτερο, αγοράζω εφημερίδα και κατευθύνομαι προς τον άστεγο. Είναι τυλιγμένος με μια βρώμικη κουβέρτα και χαρτόνια. Βλέπω την πλάτη του. Δεν με βλέπει. Γρήγορα και όσο το δυνατόν πιο διακριτικά, αφήνω το τσουρέκι δίπλα του. Επιταχύνω για να μην με αντιληφθεί, καθώς ντρέπομαι κάπως για την πράξη μου. (περισσότερα…)

Σύβροχο

*

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΕΚΑΚΗ

~.~

Περιληπτικός τίτλος: Σύβροχο
Ημερομηνία καταγραφής: 22 Ιουνίου 2008
Στίγμα: 36.6108° N / 27.8333° E|Κάμπος, Αντίπαρος
Πληροφορήτρια: Ζ******

[ Από μνήμης
αποκαταστημένη
προφορική μαρτυρία
λόγω δυσλειτουργίας
του καταγραφικού μέσου ]

~.~

( Μια γυναίκα, η μάνα της Ζ., κάθεται μπροστά σε ένα ξύλινο τραπέζι. Οι ώμοι της είναι σφιγμένοι. Τα χέρια μέσα στην ποδιά της. Κάτι κρατάει. Το βλέμμα της χαμηλωμένο, αποφασιστικό. Το τραπέζι έχει μια φρουτιέρα στη μέση. Η φρουτιέρα είναι άδεια. Απέναντί της κάθεται ένας παπάς. Ο παπάς δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί. Έξω φυσάει θύελλα ).

Κάτσε τώρα
κι άκου.

Και μάζεψε αυτά
τα μαγικά σου
τα νερά,
παπά,
και δεν ξέρω’γώ τι
δε σε φώναξα
για σχώρεση,
να μ’ακούσεις θέλω
να βγουν τα λόγια
απ΄το στόμα μου
στέρεα (περισσότερα…)

Παραλλαγές θανάτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~ 

«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ

1

Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.

Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.

Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον

Ἔργο τοῦ Σωτήρη Σόρογκα

*

Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχῶς δὲν ἠλήθευσε τὸ ρητόν, «ἡ πρώτη δούλα, ἡ δεύτερη κυρά». Ἡ Θοδωριά, ἡ πτωχή, ὑπέφερεν ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅσας τῆς ἐπέβαλλεν ὁ σύζυγός της. Ἀσβεστὰς ἐκεῖνος, φουρνάρισσα αὐτή. Τὸ πτωχὸν νήπιον, ὁ Ἐλευθέρης, δὲν εἶχε χορτάσει τὸ γάλα τῆς μητρός του. Ἐφαίνετο γηράσασα ἤδη, ἂν καὶ μόλις εἶχεν ὑπερβῆ τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος. Ὁ μπαρμπα-Στέργιος, δεκαπέντε ἔτη μεγαλύτερός της, τὴν εἶχε πάρει εἰς δεύτερον γάμον, καὶ μάλιστα μὲ τὸ σπαθί του· τὴν ἔκλεψε. Ὁ μικρὸς Ἐλευθέριος, τετραέτης ἤδη, ἦτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος καὶ ἡ μήτηρ του οὔτε νὰ τὸν θρέψῃ ἦτο ἱκανὴ οὔτε νὰ τὸν «ἀποκόψη» ἠδύνατο. Οἱ μαζοί της, ὡς νὰ εἶχαν παραψηθῆ ἀπὸ τὴν ἀντιλαμπὴν τοῦ φούρνου, ἐκρέμαντο μαραμμένοι ὑπὸ τὴν τραχηλιάν, καὶ ὁ μικρὸς δυσκόλως εὕρισκεν ἐκεῖ σταγόνα γάλακτος.

Τῆς εἶχαν πεθάνει τὰ δύο πρῶτα παιδιά της, τὸ ἓν θῆλυ, τὸ ἄλλο μικρὸν ἀγόρι, καὶ τώρα ὅλαι αἱ ἐλπίδες της ἐκρέμαντο εἰς τὸν Λευθέρην. Ἀλλὰ μέγας φόβος τὴν εἶχε κυριεύσει, διότι καὶ αὐτό της τὸ παιδὶ ἦτον ἄρρωστον. Ἄ! ἡ καρδούλα της ἦτον καμένη! Καλύτερα νὰ μὴ ᾽μβαίνῃ στὸν κόσμο ἄνθρωπος. Ἐνθυμεῖτο μετὰ σπαραγμοῦ τὴν στιγμήν, ὅταν «ἀγγελιάστηκε» τὸ μικρὸν κοράσιόν της. Πηγαίνει καὶ τὸ βρίσκει στὴν κούνια του, ξερό, μελανό, μισοπεθαμένο. Βάζει μιὰ φωνή. Τρέχουν δυὸ γειτόνισσες. «Τί ἔχεις; Τί εἶναι;» «Τὸ παιδί μου! Τὸ παιδί μου!» Φωνάζουν τὸ γιατρό. Ὅσο νὰ ᾽ρθῇ ὁ γιατρός, τὸ κορίτσι «ἔσωσε». Σὲ μιὰ ὥρα, μιὰ ὡρίτσα! Ἦρθεν ἡ γειτόνισσα ἡ Κατερίνα ἡ Μπροστινή, τὸ σαβάνωσε· ἡ Θοδωριὰ ἔψαξε καὶ ηὗρε τὰ ρουχάκια του· ἔσκυφτε μὲς στὴν κασσέλα νὰ τὰ εὕρῃ, κ᾽ ἐμοιρολογοῦσε σιγανά! Ἡ Κατερίνα τὴν ἐμάλωνε, λέγουσα ὅτι δὲν μοιρολογοῦν τὸν νεκρόν, πρὶν τὸν ἐνδύσουν. Τὸ στόλισαν ὄμορφα-ὄμορφα, τὸ ξάπλωσαν στὸ κιλίμι, καὶ τὸ σκέπασαν νὰ μὴν τὸ βλέπῃ ὁ μικρὸς καὶ κλαίῃ. (περισσότερα…)

Τα Χριστούγεννα του νταλικέρη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Εσύ, με πόσα φωτάκια
θα στολίσεις την θλίψη σου φέτος;
ΣΥΝΘΗΜΑ ΣΕ ΤΟΙΧΟ

Λες και το κάνουν επίτηδες οι δήμαρχοι και στολίζουν έναν μήνα νωρίτερα τους δρόμους για τις Γιορτές. Κάποιους θέλουν να εκδικηθούν αυτοί οι τύποι. Μάλλον εκείνους που δεν τους ψήφισαν: τους μοναχικούς, τους ασυνύπαρκτους, τους αποσυνάγωγους. Κι αφού οι δήμαρχοι εκλέγονται απ’ την πλειοψηφία, δεν εκλέγονται απ’ αυτούς. Ή μήπως –αλίμονο– αυτοί, οι μοναχικοί, οι ασυνύπαρκτοι, οι αποσυνάγωγοι, είναι η πλειοψηφία;

«Μοναχικά Χριστούγεννα!» Ο εφιάλτης που χωρά σε δυο λέξεις. Εκτός κι αν σε καλέσουν κάποιοι να… καταθλιφτείς μαζί τους. Γιατί σιγά μην περάσεις καλά στο ξένο σπίτι. Και συγγενικό σου να είναι, δηλαδή, ακόμα χειρότερα: θα δεις τον κόσμο μ’ ανάστροφα κιάλια – τόσο μακρινό, που θα μοιάζει ψεύτικος.

Όταν εσύ έμενες παιδί, αυτοί μεγάλωναν. Όταν εσύ ονειρευόσουν, αυτοί συμβιβάζονταν. Όταν εσύ έφτυνες αίμα, αυτοί έπιναν σαμπάνια. Ίδια τα πρόσωπα, οι εκφράσεις, οι φωνές, οι χειρονομίες, αλλά εκείνοι άλλοι. Τα ρούχα τους μυρίζουν καινουργίλα. Τόσο ατσαλάκωτα, που σε τσαλακώνουν. Κραυγάζουν φίρμες, διαλαλούν φορολογικές δηλώσεις. Αποτελούν ζυγαριά κοινωνικής στάθμης. Δεν είναι οι φίλοι σου και οι συγγενείς σου αυτοί, μα μεταμφιεσμένες φραγκόκοτες και πετεινάρια μασκαρεμένα.

Μην πας! Αν σε καλέσουν πουθενά, μην πας! Δεν θα περάσεις καλά – σιγά μην περάσεις! Θα ξεράσεις τον εαυτό σου… (περισσότερα…)

Στα νύχια του αιμοδιψούς Εϊ-ά-ι

*

Ι

Τσιγάρο, καμπαρντίνα, μισόκλειστα βλέφαρα. Νουάρ καταστάσεις, παρότι μέρα μεσημέρι. Μου είχαν πει για το φοβερό και τρομερό τέρας που σκορπούσε πανικό στους φιλήσυχους κατοίκους των γειτονιών μας. Την πρώτη ηλικιωμένη –πάντα ηλικιωμένη!– την είχα βρει κουλουριασμένη σε μια γωνιά και μόνο παραμιλούσε, επαναλαμβάνοντας πρωτόγονα: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Η δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευκατάστατη νεαρή κυρία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προσπαθούσε να με χαστουκίσει κι εγώ θα την απαντούσα ακινητοποιώντας τη: «Βρε, βρε, η γατούλα έχει πολύ μακριά νύχια!» αλλά τώρα δεν γινόταν. Είχε χώσει το όμορφο προσωπάκι της μέσα στις παλάμες με τα πάλλευκα δάχτυλα, μα η πλάτη της έμοιαζε με παρένθεση, παρά με ραχοκοκαλιά λεοπάρδαλης. Την ανασήκωσα απαλά και τα χαμένα μάτια της μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Χμ, αρχή πανδημίας;

«Μην το πεις παραέξω, Μαρλίδη, αλλά αρχίζει να διασπείρεται διαολεμένος πανικός».

«Μείνε ήσυχος, αρχηγέ. Δεν μιλάω μέχρι να δούμε τι διάολο γίνεται».

«Χρειάζεσαι κάποιον ειδικό μήπως; Αν βέβαια ξέρεις τι διάολο ψάχνουμε…».

«Νομίζω πως ξέρω πού πρέπει να απευθυνθώ, διάολε!» (περισσότερα…)

Ο Εσταυρωμένος

*

Στο άλλοτε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, πλάι στην παλιά εργατική κατοικία που της είχε κληροδοτήσει ο οικοδόμος σύζυγος, ξεφύτρωσε μια μεζονέτα. Ήρθε και κόλλησε στον ανατολικό τοίχο του σπιτιού της και της έκλεψε τον ήλιο. Από την ημέρα που ξεκίνησαν οι εργασίες, μέχρι που κατοικήθηκε και ως σήμερα, ησυχία δεν είχε βρει. Αρχικά οι εργάτες, με τις αγριοφωνάρες, τα σκεπάρνια, τις μπετονιέρες και τα ανεβατόρια τους, χάλαγαν την ηρεμία της κυρά Μαρίκας. Αργότερα οι ένοικοι. Ο ιδιοκτήτης της μεζονέτας, μετανάστης από τη δεκαετία του ’60 στη Γερμανία, δεκάρα δεν έδινε, όσο κι αν του γκρίνιαζε η Μαρίκα στο τηλέφωνο. Συχνά πυκνά τον καλούσε να παραπονεθεί για τη φασαρία από τα καμώματα του ενοικιαστή του, που έπλητταν την ψυχική της γαλήνη. Αλλά εκείνου του έφτανε να μπαίνουν τα νοίκια στην τράπεζα.

Στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας είχε αφήσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα για φοιτητές, και όλη την υπόλοιπη την νοίκιαζε σε ένα νεαρό ζευγάρι. Το δωμάτιο ήταν όλο κι όλο τριάντα τετραγωνικά και το έδινε επιπλωμένο. Εκεί μέσα ήταν στριμωγμένα: ένα κρεβάτι, το ψυγείο, το πλυντήριο, το πετρογκάζ και η σόμπα. Σε μια γωνιά είχε φτιάξει με γυψοσανίδα έναν χώρο, κυριολεκτικά δύο μέτρα επί δύο – κι αυτό ήταν το μπάνιο, όπου χωρούσαν μετά βίας ο νιπτήρας και η λεκάνη με το καζανάκι.

Μία ωραία πρωία, αντί για φοιτητής, αριβάρισε ο αιωνόβιος μπάρμπα Γεστάς. Ο «Εσταυρωμένος», όπως τον βάφτισε η Μαρίκα. Είχε τόσο καιρό να μιλήσει για την ηλικία του, (περισσότερα…)

Όψιμες ματαιότητες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Χρόνια τώρα, ήταν ένας αγαπημένος θείος. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όπου μπορεί, πάντα εκεί στις δύσκολες, επιθανάτιες κυρίως στιγμές. Μέχρι που εκείνη η κουβέντα ανέδυσε μνήμες παιδικές· στην κατάρρευση οδηγώντας της εικόνας και κυρίως των αισθημάτων. Ποια σκοτεινή πλευρά κρύβεται πίσω από το είδωλό μας στον καθρέφτη; Άρχισε να ξετυλίγεται προς τα πίσω η μαυρόασπρη ταινία της μνήμης.

Στέκεσαι εν έτει χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, μπροστά από το εργοστάσιο Τεχνητής Μετάξης στον Κηφισό. Παραδίπλα βλέπεις ένα απομεινάρι κτήματος με λαχανίδες. Φυτεύουν ακόμα εδώ, σκέφτεσαι. Εκεί στην Κολοκυνθού. Προχωράς πιο μέσα, εκεί που μηχανές πενήντα μέτρων –οι επονομαζόμενες «Γολιάθ»– βράζουν τη μάζα της κυτταρίνης σε πυκνό θειϊκό οξύ, απελευθερώνοντας ψηλά λευκά σύννεφα αναθυμιάσεων στον αττικό ουρανό. Εκεί στο είχε αναφέρει τότε ο χημικός, ο άνθρωπος του Θεού: «οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εύκολα, μονάχα ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει!».

Έπαιρνε με τα πόδια στην Κατοχή, η μάνα δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι, τις γραμμές του τραίνου που περνούσαν απ’ το Χαλάνδρι –αυτές του μουτζούρη που ερχόταν από το Λαύριο– μαζί με τα ξαδέρφια της και μετά από τρεις περίπου ώρες έφθαναν στην Κολοκυθού δίπλα στον Κολωνό. Εκεί η αδερφή της γιαγιάς, η Βενέταινα είχε περιβόλια με κολοκυθάκια και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά. Τα φορτώνονταν και γύριζαν σπίτι μετά από άλλες τρεις-τέσσερεις ώρες ποδαρόδρομο. Έτσι θραφήκαν τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Τη θυμάσαι τη θεία Βενέτα – ήσουν παιδί, να τρέμει από το Πάρκινσον που τη βασάνιζε ως το τέλος της. Την είχαν αναλάβει να τη γηροκομήσουν, καθότι άκληρη, τα ξαδέρφια της μάνας. Όχι ανιδιοτελώς, όπως έδειξε η συνέχεια. Τα περιβόλια έγιναν αργότερα βιομηχανικά κτίρια –της τσίγκινης στέγης τα πιο πολλά– και η περιοχή πήρε με τα χρόνια την ανάλογη υπεραξία. (περισσότερα…)

Εφήμερη σχέση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η ιστορία της σχέσης μου με τη Χρυσάνθη θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα αλλά μπορεί το ίδιο άνετα να χωρέσει και σε λίγες σελίδες. Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελα να την κάνω μυθιστόρημα, το αποτέλεσμα θα ήταν τουλάχιστον βαρετό: δεν διαθέτω τις αρετές για να γράψω εκατοντάδες σελίδες χωρίς να χάσω την ουσία της υπόθεσης και χωρίς να παρασυρθώ σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.

Με εξαίρεση κάποιες λεπτομέρειες που ίσως είναι μοναδικές, γενικά η σχέση μου με τη Χρυσάνθη ήταν μια τυπική, συνηθισμένη ιστορία, όμοια με εκατομμύρια άλλες: μια περίπτωση γάμου δυο ανθρώπων που, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους και τους όρκους ισόβιας αγάπης, δεν μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να ανθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον καθώς έψαχναν τελείως διαφορετικά πράγματα.

Η Χρυσάνθη ήταν μια ελκυστική γυναίκα, ποθητή, με εύρωστο σώμα, ιδανικές καμπύλες, κοντά καστανά μαλλιά, προσωπάκι μάλλον μικρό σε σχέση με το σώμα της, χαριτωμένο σαν ξωτικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διάβαζε. Ακτινοβολούσε θηλυκότητα, ζωντάνια, καλή διάθεση και αγάπη για τη ζωή. Aυτά αγάπησα πάνω της  από την πρώτη μας συνάντηση. Γνωριστήκαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Ήμουν τριάντα έξι, εκείνη τριάντα δύο. Το διάβασμα και η αγάπη για τα βιβλία ήταν ένας πρόσθετος λόγος που με είχε κάνει να ελπίζω σε μια σχέση βαθιά και με διάρκεια. Της άρεσαν τα παραμύθια και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μια φορά το μήνα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσει ή να παραγγείλει βιβλία. Παρότι θεωρούσε «σκληρές» ή «ενοχλητικές» τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, ξεφύλλιζε συχνά τα βιβλία που διάβαζα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινε στον πειρασμό και διάβαζε αποσπάσματα.

Η μόνη καλή περίοδος ήταν οι μήνες πριν τον γάμο. Μάλλον η λέξη «καλή» δεν είναι αρκετή για να περιγράψει εκείνο το διάστημα. Η σχέση μας ήταν ιδανική σωματικά και πνευματικά. Κάναμε έρωτα σαν τρελοί, χωρίς αναστολές, χωρίς προκαταλήψεις, δοκιμάζοντας πηγές ηδονής που ακόμα και τώρα μου προκαλούν εξίσου νοσταλγία και ντροπή. (περισσότερα…)