*
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ
~.~
Μαρία Κούρση,
Ο χρόνος σε τίτλους,
Ηριδανός, 2025
Ο Χρόνος σε τίτλους, η τελευταία συλλογή της Μαρίας Κούρση, θα μπορούσε να ονομάζεται «Ο χρόνος σε λέξεις», καθώς ο τίτλος περιλαμβάνει δυο βασικούς ποιητικούς τόπους της Κούρση, το χρόνο και τη γλώσσα. Κατεξοχήν τέχνη του χρόνου η ποίηση φέρει το χρόνο στις «λέξεις» της, στη σάρκα της δηλαδή, έτσι που ο χρόνος και η λέξη/ γλώσσα αποτελούν ουσιαστικά μια ταυτολογία, τις δύο αλληλεξαρτώμενες συνιστώσες της ανθρώπινης εμπειρίας. Έγχρονο και έγγλωσσο ον ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως αυτά. Γι’ αυτό και στην ποίηση της Κούρση η γλώσσα είναι ομοούσια του χρόνου και ο στοχασμός για το χρόνο είναι συνάμα και στοχασμός για τη γλώσσα.
Αφήστε με τώρα να φύγω. Πλήρωσα.
Και δεν ήταν καθόλου άδικος ο κόπος.
Με τη ευγενική χορηγία
της ελληνικής κυρίως γλώσσας
γράφει σε ένα ποίημα της συλλογής, ενώ αλλού ομολογεί «εργάτη μ’ έχουν οι λέξεις», αυτές οι λέξεις «που κάνουν και ξεκάνουν τον κόσμο», όπως γράφει παραθέτοντας τον Απολλιναίρ. Ο στοχασμός πάνω στα δύο αυτά βασικά σύμβολα διατρέχουν και την προηγούμενη συλλογή- και όχι μόνο-, Εξόδιος αέρας, που δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα και για την τωρινή, όπως υποδηλώνει το εναρκτήριο ποίημα της πρώτης ενότητας.
Η τωρινή δουλειά της αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες και όλοι οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν λόγια επιρρήματα σε -ως («Ενστικτωδώς», «Ουδόλως» κ.ο.κ.), ίσως γιατί τα επιρρήματα, όπως γράφει σε ένα ποίημα, «[…] είναι στρογγυλά. Οριστικά». Άρα ο τίτλος περιέχει κάτι το τετελεσμένο, αποδίδοντας οριστική ταυτότητα στα πράγματα, προσπαθώντας βέβαια εδώ να ταυτοποιήσει, να ονοματίσει μια εμπειρία βαθιά εσωτερική. Η κατηγορηματική διαύγεια αυτών των επιρρημάτων βρίσκεται σε σχέση έντασης με το ποιητικό σώμα που κάθε τίτλος στεγάζει, καθώς και εδώ η Μαρία Κούρση συνεχίζει τον ελαφρόπνοο μινιμαλισμό, την έλλειψη ως στάση γραφής όπου αναπνέει με μικρές συλλαβές μια αποσταγμένη αφήγηση τόσο φιλτραρισμένη που γίνεται κρυπτική. Από πίσω λανθάνει ένα γοητευτικό αίνιγμα μα δεν σου ανοίγει πάντοτε την πόρτα.
Μια γλωσσοκεντρική γραφή όπου, όπως προαναφέρθηκε, η ένσαρκη λέξη, ο φθόγγος, τα σύμφωνα ουσιώνουν το πράγμα, υποστασιοποιούνται ως φέροντες οργανισμοί του πάθους της γλώσσας που είναι συνάμα και το πάθος της ζωής.
Ασφαλώς
Σκοτεινή απαγγελία
Και σούρουπο
Το παραδέχομαι
Κρύφτηκα μέσα
Στη λέξη πέτρα
Ελπίζοντας πως
Κάποιος θυμωμένος
Θα την πετάξει μακριά.
Όσο πιο μακριά γίνεται
Γι’ αυτό και η ζώσα γλώσσα είναι η σκηνή της ύπαρξης («Στο μεταξύ/ Όλες οι θέσεις του θεάτρου/ γέμισαν. Και οι καρέκλες στους/ διαδρόμους/ Ένα σωρό λέξεις/ περιμένουν όρθιες […]»). Οι λέξεις τελούν τον βίο, πρωταγωνιστούν στο θέατρο του κόσμου, αν και βέβαια η ποίηση πραγματώνεται «με θαυμαστές ελλείψεις/ Ολοκληρώσεις μυστικές», αφού «Κρυφά από το χειροκρότημα/ Μένει ακόμα ανοιχτή/ Η αυλαία του κόσμου».
Μια λυπημένη σιωπή περιβάλλει αυτή την ποίηση, γι’ αυτό και οι λέξεις είναι σήματα του μόλις ειπωμένου, του διασωσμένου, λέξεις-Ερινύες, όπως γράφει στον Εξόδιο αέρα, ίχνη αυτού που λείπει, του ποιήματος-κόσμου που πάντα αναζητείται και πάντοτε διαφεύγει.
Οριζοντίως
Μαζί της όμως θα πάρει μόνο
το βλέμμα του τελευταίου σκύλου
Υπογραμμίζω μια λέξη
Μετά δύο
Τρεις πέντε
Κάποιες ακόμα
Λίγες
Πολλές
Όλες
Ταυτόχρονα είναι και μια εικαστική γραφή, η παλέτα της οποίας μοιάζει να επικοινωνεί με σαχτουρικά μοτίβα, που αφαιρεί το βάρος από το πραγματικό ανάγοντάς το σε μια υπερρεαλιστική εικονοποιία, ένα σύνταγμα αποσπασμάτων από βιωμένο χρόνο που γίνεται χρώμα, αέρας, κίνηση, μουσική.
Βαρυτίμως
Τα ρούχα τους μοιάζουν με σάβανα.
Ξεγελούν και τις δυο πλευρές.
Πάνω στη γέφυρα χορεύει
ο Yves Montand
μ’ ένα ακριβό μαύρο καπέλο.
Η Edith Piaf τραγουδάει
Μάνο Χατζιδάκι
Με τη χρήση φεγγαριού
Η νύχτα της Μελισσάνθης
Αναποδογυρισμένη ομπρέλα
Στην Άνοιξη του Vivaldi
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο των ποιημάτων είναι ότι τα περισσότερα είναι διπλά ποιήματα: το δεξιά στοιχισμένο «μότο» – σχόλιο – προανάκρουσμα και το δεξιά στοιχισμένο σώμα του υπόλοιπου κειμένου. Συχνά αυτά τα πρώτα έχουν την δραστικότητα ολόκληρου ποιήματος με την αφοριστική τους δύναμη: «Είμαι το δέντρο/ και η άγνωστη υπομονή του», «Ούτε σταγόνα αίμα/ δεν έχει το Μακρυά», «Ποτέ δε συμφώνησε με τη λέξη αλλιώς./ Πικρά μετάνιωσε», «Πώς λέγεται ο άνθρωπος/ Όταν περισσεύει;» Αυτά τα ποιητικά στιγμιότυπα είναι τα δυνατά στοιχεία της γραφής της Κούρση, συμπυκνώνοντας με γνωμική απλότητα την απαλή επιφάνεια του ποιήματος.
Πράγματι, η γραφή της κρατά ένα λεπτό πινέλο ιχνογραφώντας σκιές ιχνών. Γι’ αυτό και σ’ αυτή τη συλλογή επαναλαμβάνει ό,τι έχει ήδη ομολογήσει στον Εξόδιο αέρα: «Είναι ένας άνθρωπος αφηρημένος/ Την ώρα της γιορτής/ Οι ιστορίες μου». Αυτές οι ιστορίες κατοικούνται συχνά από αγαπημένα ζωογόνα φάσματα ποιητών και ποιητριών, που ανακαλούνται στη συλλογή, ερχόμενα σαν φευγαλέο απείκασμα όταν η γραφή της αιθριάζει μαζί με δέντρα, αέρα και θάλασσα: Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Μπλάνας, Λάγιος, Ρίτσος, Αγγελάκη-Ρουκ, Βακαλό, κ.ο.κ.
Ο κόσμος της είναι μια πολιτεία βυθισμένη στη βαθιά μνήμη που ανέρχεται σαν σύθαμπο στην επιφάνεια, αφήνοντας μονάχα να φανεί το μισοσβησμένο αποτύπωμα αυτού που υπήρξε. Ακριβώς επειδή έχουν αποσυρθεί τα καθέκαστά του, αυτό που απομένει είναι ο ήχος του, τα ιερογλυφικά της ουσίας του, αποτυπωμένα σε λέξεις που μοιάζουν να διασώθηκαν από τον ποντισμό των τόσων που μεσολάβησαν απαλείφθηκαν, εξαχνώθηκαν εντέλει σε ύλη λεπτή. Αυτή η λεπτή ύλη αποτυπώνεται σε σταθερά και αγαπημένα σύμβολα στην ποίησή της: το δέντρο ο αέρας, το χρώμα. Ιδιαίτερα τα δέντρα -ας θυμηθούμε τα Ψηλά δέντρα της γαλλικής επαρχίας– , τα «ολόφωτα […] ολόκληρα δέντρα» σημαίνουν την ώρα της άφεσης που απαλύνει το άχθος της ύπαρξης και ανοίγει την όραση στην καθαρότητα. Έτσι, συχνά αυτά τα σύμβολα ακολουθούν την αντίθετη κίνηση από αυτή που τα παρήγαγε, από το βαρύ ψυχικό κοίτασμα της οδύνης, ζητώντας να αναληφθούν στην ελαφρότητα της λύτρωσης, Γίνονται τόποι εξιλαστήριοι, όχημα μιας ανάληψης, μιας φυγής στο ευκταίως υπαρκτό.
Συνεπώς
Θέλω να φύγω όπως πρέπει
Δεν ξέρω τι σημαίνει όπως πρέπει.
Ο αέρας – εντάξει
Η όχθη – εντάξει
Το δέντρο – εντάξει
Η γέφυρα – εντάξει
Ωραία – τα πήρα όλα
Τίποτα δεν ξέχασα.
Σχεδόν ήσυχη πλέον
Τα ελευθερώνω όλα
Και φεύγω
(Ακριβώς όπως ήρθα)
Γιατί αυτή η ποίηση παλεύει με την ματαίωση ως ιδρυτικό στοιχείο του υπάρχειν. Η σταθερή θεματική της είναι φυσικά ο τρόπος που υπάρχουμε, ο τρόπος να υπάρχουμε μέσα από το λειψό παρόν, τον μονήρη βίο που τύπτεται από υπολειπόμενες μέρες, αζήτητη αγάπη, ακυρωμένη συνύπαρξη, ανυπεράσπιστη τρυφερότητα, το χρόνο που δικάζει. Κατορθώνει ωστόσο να αποβεί παράδοξα λυτρωτική, μέσα από την ευγενική λύπη του βαθιά αγγιγμένου:
Τελικά
με εντυπωσίασε η ζωή.
Δεν άφησε τίποτα όρθιο.
Χωρίς φτερά ο άνεμος
Πετάει.
Στα δέντρα
Άρχισε να
Φυσάει
Οι ιστορίες της είναι σπαράγματα μιας αφήγησης που χορδισμένη στους έλικες της ψυχής έχει τη δική της νομοτέλεια, ενσωματώνοντας το χάσμα στην πλοκή της. Ο αναγνώστης πρέπει να ακολουθήσει τους οδοδείκτες αυτού του διακριτικά σβησμένου μονοπατιού, για να εισέλθει στα χωρικά ύδατα μιας επικράτειας περιφρουρημένης, στα προκεχωρημένα φυλάκια του ιδιωτικού, σχεδόν του μη μεταδόσιμου. Προσπαθώντας να αρθρώσει το ουσιώδες, αυτό που καθιστά αυστηρά προσωπική και αυθεντική την εμπειρία μας στον κόσμο, γίνεται συχνά ερμητικά κλειστό όση είναι η σιωπή που περιβάλλει τον ψυχικό βίο του καθένα μας. Συχνά βέβαια ο αναγνώστης χρειάζεται περισσότερα ίχνη για να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, καθώς η πορεία στην αυτοαναγνώριση μοιάζει να καίει αρκετές από τις γέφυρες πίσω της εισχωρώντας σε έναν άρρητο κώδικα όπου ακόμα και η γλώσσα δεν αρκεί.
*
**
