Αμνησία

 *

Επιτέλους πέθανε.

Κανείς τώρα δεν έχει να πει τίποτε περισσότερο, απ’ ό,τι του είχαν σύρει σε ολόκληρη τη ζωή του. Αν και πάντα κάποιος καλοθελητής βρίσκεται να προσθέσει κάτι. Κάτι ξεχασμένο ή ποτέ γενόμενο. Αφού πέθανε δεν θα μπορεί και να το αμφισβητήσει.

Νά, για παράδειγμα, ότι όταν ήταν μικρός ξεκοίλιαζε πουλιά. Ή ότι έδερνε όσες γυναίκες αγαπούσε, γι’ αυτό και τον παράταγαν· ή ότι μια φορά σουλάτσαρε ολόγυμνος, μέσα Γενάρη, στην πλατεία και έβγαζε άναρθρες κραυγές με ένα ερωτηματικό στο τέλος.

— Ναι, ναι, θα συμπλήρωνε ένας ακόμη εθελοντής στην ανθρώπινη υποκρισία. «Τα υπόλοιπα δεν μπορώ να τα επιβεβαιώσω, γιατί τον γνώριζα λίγο καιρό. Αυτό το περιστατικό όμως στην πλατεία· ναι, ήμουν εκεί και το θυμάμαι ολοκάθαρα. Όχι, δεν θυμάμαι το ολόγυμνος, και για το κρύο του μηνός δεν είμαι σίγουρος. Όμως την κραυγή με το ερωτηματικό, αυτό το θυμάμαι χωρίς αμφιβολία. Αφού για πολύ καιρό, όταν ήθελα να ρωτήσω κάτι, νομίζω ότι ούρλιαζα σαν κι αυτόν, τότε».

Όχι ότι είχε και πολύ μεγάλη σημασία πού πέθανε. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν άνθρωποι που εξαγοράζουν με κάθε τρόπο τη μνήμη των άλλων, ενώ άλλοι, δίχως καμμιά προσπάθεια, ευεργετούνται από την πλήρη αμνησία τους.

Ε! αυτός ανήκε στη δεύτερη κατηγορία. Εύκολα όλοι θα τον ξεχνούσαν. Ακόμη και ο τύπος που δανείστηκε για λίγο στα πνευμόνια του το ερωτηματικό τής κραυγής του. Δανεικά και αγύριστα. Πόσο μάλλον που ο πιστωτής την έκανε για την αιωνιότητα.

Όταν τον βρήκαν, απλά είπαν: «Ώστε πέθανε».

Κάποιος τον γύρισε ανάποδα, να κοιτάει τουλάχιστον λίγο ουρανό. Μετά τσακώθηκαν· αυτός πού ήθελε να του χαρίσει μια απατηλή στιγμή, δήθεν σαν να μην είχε πεθάνει, και ένας νεαρός που εμφανίστηκε από το πουθενά και ήθελε να του κλείσει τα μάτια.

— Γιατί, ρε, τι σε πειράζει; είπε ο πρώτος. Τί φοβάσαι; Τους ζωντανούς να φοβάσαι.

Ὁ νεαρός άρπαξε το ένα γάντι που προεξείχε από την τσέπη του πεθαμένου και άρχισε να τρέχει. Το άλλο δεν τόλμησε να το πειράξει. Πάνω στο χέρι του ήταν. Έχει και όριο η ανάγκη.

Κάποιοι πλησίασαν. Κάποιοι που μπορεί να μην ήταν δικοί τους. Ένας άρπαξε το χαρτόκουτο, άλλος τη μουλιασμένη κουβέρτα. Εξαφανίστηκαν όλοι στα ενδεχόμενα της πόλης.

ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΑΛΑ

*

*

*