*
της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ
~.~
Αλεξάνδρα Σαμοθράκη
Ψυχοστασία
Ισνάφι, 2023
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ
«Βαρύποδες κουλτουριάρηδες δεινόσαυροι» που σε συνθήκες παρακμής αναζητούν γυναίκες-τρόπαια με την υπόσχεση να τις προωθήσουν στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, ένας κυνικός κριτικός λογοτεχνίας, μια ευφυής μοιραία γυναίκα με δηλητηριώδες χιούμορ και οξυμμένες δεξιότητες, η οποία περιφέρεται στις λογοτεχνικές συντροφιές, δομούν μια αστυνομική ιστορία συνυφασμένη με την εξέλιξη μιας έντονης ερωτικής σχέσης, συνθέτοντας τη βασική δομή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη. Με αυτά τα υλικά η συγγραφέας περιγράφει, αποκαθηλώνει, και σαρκάζει αδυσώπητα το κενό και τα λούμπεν στοιχεία της λογοτεχνικής συντεχνίας στα καθημάς, διαβιβάζοντας και αναζητώντας τις ρωγμές τους, χωρίς καμία ωραιοποίηση και με διαρκή διλήμματα ως προς τις δυνατότητες επιβίωσης στις συνθήκες που περιγράφονται και τις συνέπειες όλων αυτών σε όσους/ες γράφουν και διαβάζουν. Τα μότο με τα οποία ξεκινά το βιβλίο περιγράφουν κατά τη γνώμη μου όλους τους προβληματισμούς για τα όσα κατά καιρούς παρατηρούμε στα λογοτεχνικά σινάφια. Κι αν με βάση το ποίημα του Λεοντάρη το κενό εμπεριέχει πάντα ανοίγματα και εναλλακτικές, η συγγραφέας αναγνωρίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία και μάλλον συντάσσεται με τον Ντέημον Γκάλγκωτ και τον αφορισμό: «Είμαι εντάξει με την τραγωδία. Η κωμωδία είναι που δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ».
Αν, λοιπόν, η Σαμοθράκη λεπτομερώς καταγράφει στο βιβλίο της την τραγική διάσταση αυτού που ορίζεται ως παροντικός χώρος του πολιτισμού, της τέχνης και του βιβλίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις ως συγγραφέας, ποιητής ή κριτικός στα διαρκή και ποικίλα «δούναι και λαβείν» του χώρου, παράλληλα αποφεύγει οποιαδήποτε σοβαροφανή διαπίστωση ή μελοδραματισμό, επιλέγοντας να αναδείξει με σαρκασμό και χιούμορ τις κωμικές διαστάσεις του. Το κωμικό στοιχείο δεν αποκρύπτει τα συμβάντα. Συνθέτει αντιθέσεις, αντιστροφές και συνθέσεις με ενεργές κωμικοτραγικές εκτυλίξεις και ανοιχτούς ορίζοντες οι οποίοι δεν προσφέρονται σε εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις.
Η έκφραση: «κουλτούρα να φύγουμε», περιγραφή της συνθήκης στην οποία ο χώρος του βιβλίου χρησιμοποιείται ως επιδεικτική κατανάλωση συνδεδεμένη με κοινωνικές φιλοδοξίες, ναρκισσισμό, μικροαστικές πρακτικές, κακή αισθητική και διαπλεκόμενα συμφέροντα παράγει επαναλαμβανόμενα κωμικά μοτίβα που συνδέονται με το γκροτέσκο. Παράλληλα όμως με συνοπτική λιτότητα διατυπώνεται η κατάσταση που επικρατεί με πολιτικές ιστορικές συνηχήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς αυξήθηκε ο εθνικολαϊκισμός:
«Ήξερα πως θεωρούσε το πολιτιστικό ένθετο το πλέον άχρηστο της εφημερίδας. Κάποτε οι των βιβλίων είχαμε δικό μας περιοδικό σε ιλουστρέ χαρτί που κυκλοφορούσε κάθε Παρασκευή δωρεάν με την εφημερίδα. Ο πατέρας της, όμως μας είχε καταντήσει ένα ασπρόμαυρο τετρασέλιδο στην Κυριακάτικη, με τη δικαιολογία πως “αφού κανείς δεν διαβάζει βιβλία, μάλλον ένα ένθετο για βιβλία είναι περιττό”».
Με χιούμορ και σαρκασμό, η Σαμοθράκη ξεδιπλώνει τις υποκριτικές τεχνικές επιβίωσης στις πολιτιστικές συναθροίσεις όπου η έλλειψη ταλέντου και συγκρότησης κρύβεται πίσω από διαρκείς επιτηδευμένες επιτελέσεις κουλτούρας με επικλήσεις στην αυθεντία φιλοσόφων, που μπορεί να μην έχουν διαβαστεί αλλά λειτουργούν σαν οδοδείκτες ποιότητας:
«Και όταν πραγματικά κινδύνευα να αποκαλυφθώ, ανέφερα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, και όλοι συμφωνούσαν με ό,τι και αν έλεγα».
Οι λέξεις, τα κινήματα, οι θεωρίες και οι πολιτικές τοποθετήσεις αυτοακυρώνονται σε μια διαρκή επίδειξη γνώσεων και θεωρητικολογίας στις οποίες πίσω από όλα επικρατεί ο ναρκισσισμός, οι προσωπικές φιλοδοξίες, τα οικονομικά συμφέροντα και συστηματική προσπάθεια να αποκτηθεί κύρος ώστε να κερδηθεί μια θέση γοήτρου στις κάθε τύπου λογοτεχνικές/πολιτιστικές συναθροίσεις:
«Η Καλαφώτη δεν έχανε την ευκαιρία να ψέξει τον καπιταλισμό, να εκφράσει τον τρόμο της για τις παρεκκλίσεις του φεμινιστικού κινήματος και να μας επαναλάβει πόσο εναγωνίως προσπαθούσε να ορίσει την αγωνία της ανθρώπινης συνθήκης».
Σε αυτές τις συνθήκες ευτέλειας που εκδότες, γραφιάδες και κριτικοί προσποιούνται και αυτοαναιρούνται, ο ανταγωνισμός και τα μαχαιρώματα εναλλάσσονται διαρκώς:
«Ο καθένας ταμπουρώνεται πίσω από ένα στερεότυπο, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, ένα ποιοτικό φράγμα, πες το όπως θες, απ’ όπου λοιδωρεί και ονειδίζει τους υπόλοιπους».
Η δομή του βιβλίου η οποία είναι «φόρος τιμής» στην αστυνομική, παλπ και νουάρ λογοτεχνία επιτρέπει στη συγγραφέα να διατηρεί μια ενεργή αποστασιοποίηση, οικοδομώντας το προφίλ των χαρακτήρων της, και παράλληλα να διακωμωδεί τα πάντα χωρίς ηθικοδιδακτικούς περιορισμούς και προτροπές. Στην τεχνική και το περιεχόμενο φαίνεται πως η Σαμοθράκη πέρα από το να «παίζει» και να οικειοποιείται με τους δικούς της όρους τα διαφορετικά είδη γραφής κατέχει η ίδια μια λογοτεχνική και θεωρητική συγκρότηση η οποία είναι φανερή στο βιβλίο αλλά με μη επιδεικτικούς τρόπους.
Στην πλοκή του βιβλίου και τις πολιτικές σημάνσεις του η ψυχοστασία είναι έννοια κομβική και δεν παραπέμπει μόνο στον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη αλλά και στην Ιλιάδα. «Κατά τη μονομαχία Αχιλλέα και Έκτορα, ο Δίας ζυγίζει τις ψυχές τους, τις κήρες, και ο Έκτορας χάνει, η δική του βαραίνει μέχρι τον Άδη. Έτσι αποφασίζεται ποιος θα πεθάνει». Παράλληλα οι Κήρες στη μυθολογία είναι όλες κόρες της Νύχτας και μια εξαυτών δαίμονας βίαιου θανάτου. Η συγγραφέας εμπλέκει τις κήρες στους βίαιους θανάτους του βιβλίου, όπου στις κηδείες εμφανίζονται στεφάνια με αρχαία ελληνικά αποφθέγματα σχετικά με αυτές. Ο συμβολισμός της ψυχοστασίας δεν εξυπηρετεί μόνο την αστυνομική πλοκή του βιβλίου. Σε συμβολικό επίπεδο σημασιοδοτεί τα προαναφερθέντα διλήμματα για τις συνθήκες στον χώρο του βιβλίου και της τέχνης, καθώς και στο πώς ο καθένας μπορεί να συμμετέχει ενεργά στους λογοτεχνικούς, ποιητικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους χωρίς να λαμβάνει μέρος στη γενικότερη αλλοτρίωση και υποκρισία. Επιπλέον, ο συμβολισμός της ψυχοστασίας εγείρει ζητήματα σχετικά με τις συνυφάνσεις της πολιτικής και των οικονομικών συμφερόντων με τον ευρύτερο χώρο του πολιτισμού από τη μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα. Στην κλιμάκωση του δυστοπικού τοπίου επισημαίνεται ποικιλοτρόπως στο βιβλίο και η ολική ιδεολογική απαξίωση των καιρών όπου αριστερίστικες ομάδες μπορούν να συνεργάζονται με οργανώσεις όπως ο «Ακάνθινος Στέφανος», ο οποίος «[…] κόπτονταν για την πρόοδο της χώρας, την επικράτηση της ορθοδοξίας και του ελληνισμού», παραπέμποντας σε παρακρατική οργάνωση.
Στην κωμικοτραγική ματαιότητα αυτού του πανηγυριού της ματαιοδοξίας η Ψυχοστασία συνομιλεί με το αστυνομικό μυθιστόρημα του Φώτη Δούσου Η λίστα του Λεπορέλο (2021). Και τα δύο συνομιλούν στη διαφορετικότητά τους ως προς τη συγκρότηση ποικίλων εκφάνσεων και εκδοχών της σάτιρας του λογοτεχνικού σιναφιού.
Ωστόσο, η απουσία της σοβαροφάνειας σε συνδυασμό με την καυστικότητα, το χιούμορ, τον σαρκασμό και τις τεχνικές του νουάρ αστυνομικού μυθιστορήματος δίνουν ώθηση στη Σαμοθράκη να προβεί σε απολαυστικές ευτράπελες περιγραφές της πολυδιάστατης ευτέλειας και της διαπλοκής στις «παρέες» της κριτικής, του πολιτιστικού ρεπορτάζ και του βιβλίου. Την ίδια στιγμή όμως αφήνεται να εννοηθεί πως στη λογοτεχνία όλα μπορούν να συμβούν, να ανασκευαστούν και να τροποποιηθούν σε ένα παιχνίδι ανατροπών και δυνατοτήτων δίχως τέλος.
«Δεν έγινε και τίποτε», του είπα.
«Θα μπορούσε», μου είπε,
Αχ, αυτό το «θα μπορούσε». Εκεί κατοικεί όλη η λογοτεχνία.
*
*
*
