*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
~.~
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.
Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του».
Στη σκόνη κείτομαι, γέρος.
Κι όμως, τα τείχη αυτής της πόλης,
κάποτε, πάτησα
και τους δρόμους της ερήμωσα.
Τώρα, σκόνη μπρος στην πύλη,
σα διακονιάρης και γεράματα
και να με βρίζουν
και να με γαβγίζουν τα σκυλιά.
«Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες», έγραφε στη «Μελαγχολία» του ο ποιητής, αλλά η “ατυχία” του —όπως και των περισσότερων της φουρνιάς αυτής (αν και ορισμένοι κριτικοί αντικρούουν την πεποίθηση για τη θεωρούμενη «παραγνώριση»)—, ήταν να μείνει στο περιθώριο του λογοτεχνικού κανόνα, ως απόηχος —εξαίρεση η ανθολόγησή του από τον Ανέστη Ευαγγέλου—, γιατί η γενιά αυτή εκ των πραγμάτων τοποθέτησε εκούσα άκουσα «τον εαυτό της» σ’ ένα μεσοδιάστημα όμοιο συμπληγάδων, κινούμενη ανάμεσα στο ρευστό κοινωνικό και το ατομικό, ανάμεσα στην ανοιχτή —μεταβατική τότε— ιστορία και την ιδιωτική ζωή.
Μαθαίνει κανείς πολλά, όχι όμως τα χρήσιμα
λέει ο ποιητής.
Εμείς στους καιρούς μας, είχαμε πολλές αλληγορίες,
ίσκιους του βραδινού·
και οι θεοί φευγάτοι. Άλλωστε, τίνα Θεόν;
Κι όταν κάποτε, στη μέση του δρόμου κοντοστέκομαι
δεν είν’ η κούραση· μονάχα για να συλλογιστώ λιγάκι
αυτά που πέρασαν κι αυτά που θα ’ρθουν·
αν σωστά λογάριασα το μήκος του δρόμου.
Από την άλλη, το ότι ο Πασβάντης δημιούργησε λόγο εν τη γενέσει του στη σκιά της γενιάς του ’30 και της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς, οδήγησε στο να ανθίσει διακριτικά όντας φειδωλός στην εξωστρέφεια («τόση σπατάλη λέξεων, Θεέ μου / ενώ θ’ αρκούσε να συλλαβίσουμε μονάχα […]»), συνετά προσηλωμένος στην τέχνη του και με μια δουλεμένη ισορροπία («[…] ίσως είναι αυτή η γνώση που φέρνουν τα χρόνια σ’ έναν υπομονετικό ίσκιο»), να μείνει μακριά από τους αγοραίους όρους και την «τόση συναλλαγή», οπότε, η κατά τον Παναγιώτη Μουλλά «χαμένη γενιά» ίσως και να μην είναι και τόσο χαμένη τελικά, αφού κατάφερε να προβάλλει ένα έργο ουσιαστικό και διαυγές.
Γιατί πώς να γένει βρε παιδιά, δεν μπορείς να εξαγνιστείς μ’ ένα δέος που δανείστηκες για τις περιστάσεις
Προς τι να μηρυκάζουμε τα τσιτάτα του τάδε και του τάδε που το κόμμα βγάζει μπροστά για να του θωπεύουμε τον πισινό
Αφού είναι δεδομένο, κανένα κόμμα δεν μας χωράει ολόκληρους και αμοιβαία χεζόμαστε
Και απέναντι μας κάνουν χάζι οι τουρίστες και κάτι χρυσόμυγες στου Ζόναρς
Άλλωστε, καθηγητές αποφάνθηκαν, το πρόβλημα ήταν ανέκαθεν υπαρξιακό μάλλον παρά ιδεολογικό
Προσέξτε φίλοι μου παντού νυχτώνει.
Ευτυχώς
τις Παρασκευές το βράδι το ηθικό μας ανεβαίνει.
καθώς που σέρνουμε το καροτσάκι μας στο super market
Περίπου ευτυχείς.
Ο Κώστας Πασβάντης γεννήθηκε στην Δράμα το 1938 στην περιοχή των «Κρατικών», τη συνοικία των εργατικών κατοικιών που βρίσκεται κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μητέρα του ήταν η προσφυγοπούλα Άννα και πατέρας του ο Θεοχάρης, ο οποίος εργαζόταν στις καπνικές εταιρείες της πόλης.
Καθώς τα χρόνια περνούν
και δεν έχεις ουτοπίες άλλες να συντηρήσεις,
ο νους σου γυρίζει ολοένα στα παλιά.
Τα Χριστούγεννα στο πατρικό μου επιστρέφω.
Τι φαναράκι μου ανάβω, στους δρόμους βγαίνω
στα σπίτια της γειτονιάς τα κάλαντα λέω.
Νύχτα και χιονίζει. Οι δρόμοι
έχουν ασπρίσει κιόλας. Όμορφος τόπος, μια γιορτή.
Απόψε ο Φιοντόρ θα ’ρθει και ο Τσέχωφ.
Με τον κυρ-Αλέξανδρο σαλπάρω,
ξάγρυπνος μένω να ονειρεύομαι,
που αύριο τη νέα μου φυσαρμόνικα θα πάρω.
Είν’ η ώρα που τα θαύματα
περνούν την καμινάδα.
Όμορφα όλα μα τώρα έχουν περάσει.
Τη χαμένη μου φυσαρμόνικα γυρεύω
μολονότι τη μουσική εκείνη έχω ξεχάσει.
Χριστούγεννα παίζουν κι απόψε στην τιβί,
άσπρες νιφάδες στο γυαλί
και αργά-αργά το στρώνει·
νύχτα βαθαίνει μέσα μου πολύ
και γρήγορα το λιώνει.
*
Μαθήτευσε στην Εμπορική Σχολή Δράμας και αποφοίτησε από την Μέση Εκπαίδευση το 1956 και πέρασε στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών της Αθήνας, από όπου και πήρε πτυχίο.
*
*
Αισθάνομαι, άρα υπάρχω.
Έστω μ’ αυτές τις θρυμματισμένες σκέψεις.
Ψίθυροι του Καλοκαιριού
που τέλειωσαν στο ακρογιάλι
με τις παρατημένες,
τις σαπισμένες βάρκες.
Το μπηγμένο κουπί στους αμμόλοφους
που λησμονήθηκε εκεί με τα χρόνια.
Και τους συντρόφους,
να κοιτάζουνε το πέλαγο
μέσα από τους συλημένους τάφους τους.
Έκτοτε έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα ασκώντας ελεύθερο επάγγελμα στον τομέα των Οικονομικών ‒ «[…] παλιοί μου φίλοι σαρίδια της γενιάς μου / σήμερα κατοικίδια των εταιρειών / ώ μακρινή μου άνοιξη».
Τα πρωινά με βρίσκουν οδηγώντας στην Ιερά Οδό· Όμως τ’ ασφοδίλια που συναντώ με αιωρίζουν αλλού με πηγαίνουν.
Δύσκολος δρόμος, όσο να πεις· φορτηγά στην ομίχλη του γκαζιού χημικά πολυώνυμα και φάμπρικες που γίνονται τη νύχτα σκέλεθρα που γίνονται οι δρόμοι ποπτοι.
Βλέπεις κερδίζω τη ζωή μου εδώ. Κερδίζω τη ζωή μου – τρόπος του λέγειν.
Κι η Σαλαμίνα απέναντι που υπομένει· η Σαλαμίνα, μια συλημένη ιστορία βάρκες μαούνες που λάμνουν στη σκουριασμένη θάλασσα κι ακίνητα σα θάνατο καράβια· μη γυρέψεις τις θαλασσοσπηλιές που αγαπούσε ο ποιητής μη χλευάσεις.
Κι εγώ που με βράχνιασαν οι καμινάδες της φάμπρικας ποιος είμαι καταπού λάμνω
Πόσα καθημερινά καρφιά επιτάφιοι για ένα μέλλον υποθηκευμένο λιγότερο από τριάντα αργύρια.
Το 1975, σε ηλικία 37 χρόνων, τυπώνει την πρώτη του συλλογή που φέρει τον τίτλο Μυθολογικά ‒ «Καθώς φοράει το σακάκι του σκέφτεται / άλλο δεν έχει παρά κάτι αισθήματα υποτιμημένα / καθημερινά στο χρηματιστήριο», ενώ τρία χρόνια αργότερα ακολουθεί Η άλλη Άνοιξη:
Τουλάχιστον αυτό: αφήστε τις εικόνες μου.
Μεγαλώσαμε μαζί στους κάμπους του Βορρά,
σε γωνιές ελληνικές εδώ κι εκεί.
Ό,τι έχει ένας άνθρωπος σαν εμένα
που έζησε σε παρενθέσεις.
Το έτος 1983 τυπώνονται τα Κοντάκια του με τους εξαιρετικούς του «Ρεμβασμούς» («[…] εγώ λέω μονάχα όσα ονείρατα βλέπω […]») και το 1991 ακολουθεί μία συλλογή ακόμη που τιτλοφορείται Η πόλη φεύγει. Ήταν η εποχή που ο ποιητής ομολογεί πως άρχισε να ακούει καθαρά τα χρόνια του που ήδη άσπριζαν, γι’ αυτό και υπήρξε σε αυτήν δηλωτικός:
Θέλω να το πω:
Άλλα, ήταν αυτά που αγάπησα.
Άλλος, ήταν αυτός, που χρόνια βλέπατε.
Ο Κώστας Πασβάντης υπήρξε δεινός μελετητής της αρχαίας και της νέας ελληνικής γραμματείας («Είναι τιμή, μεγάλη τύχη / που γράφουμε και μιλάμε ελληνικά, / που μας ανέχεται αυτή η γλώσσα. / Και μας υπομένει / και στα χειρότερα, στα τρισβάρβαρά μας κάποτε […]»), έγραψε, από τους πιο πολυδιαβασμένους αναφέρει ο Αράγης, ωστόσο κατά τας γραφάς του δεν υπήρξε ατόφιος πουθενά «δεν βοήθησαν καθόλου οι αρχαίες γραφές μήτε τα σύγχρονα τσιτάτα, / είμαι ένα ρετάλι από παλιά σελήνη […]».
*
*
Μετά από δύο δεκαετίες σχεδόν, κυκλοφόρησε η τελευταία του συλλογή με τον τίτλο Στο βάθος του καθρέπτη, που κατά κάποιον τρόπο ο τίτλος της συνοψίζει αυτό που υπηρέτησε ο ποιητής σε όλη την ποιητική του διαδρομή: μία ποίηση ως αυτοπαρατήρηση και ως μνήμη.
Ο κριτικός λογοτεχνίας Γιώργος Αράγης, που έχει κάνει μια εκτεταμένη κριτική αποτίμηση σε όλο το έργο του ποιητή, γράφει: «[…] Ρίχνοντας κανείς μια ματιά σ’ αυτά τα πέντε βιβλία του, κάνει μερικές γενικές διαπιστώσεις. Αρχικά, ότι ο ποιητής αυτός διαθέτει εξαιρετική παιδεία. Έπειτα, ότι διαθέτει μια πλούσια εμπειρική ενδοχώρα. Παραπέρα, ότι κατέχει τα μυστικά του ποιητικού λόγου. Και τελικά, ότι έχει κατασταλάξει σε ορισμένες προσωπικές διαγνώσεις».
Απρόσμενα ήρθαν τα πράγματα
και όλα αναποδογύρισαν.
Στράφι τα σχέδια πήγαν και οι προσμονές,
άκαρπες και οι προσπάθειες ‒ οι μελιδώνες
που λέει ο ποιητής.
Το φθινόπωρο, λοιπόν, ήρθε και πέρασε αλλιώτικα.
Μη σχεδιάζεις άλλο για το αύριο,
ποιος ξέρει πόσο αύριο μας απομένει.
Έφυγε για άλλους τόπους στις 8 Γενάρη του τρέχοντος έτους και ετάφη στα πάτρια εδάφη («βλέπεις, είναι ο τόπος μου, εδώ θα ταφώ»), γιατί έπρεπε να γίνει πράξη μετά από μια ζωή στην πρωτεύουσα εκείνη η «Επιστροφή» του ποιήματός του στα καπνοτόπια του βορρά:
*
*
Κάποιοι ποιητές, τα χειμωνιάτικα βράδια γυρίζοντας στο σπίτι, ίσως και να ανταμώνουν κάποτε τη μυρωδιά καμένου ξύλου. Κι αν για μια στιγμή πάνε να θυμηθούν «καπνὸν ἀναθρώσκοντα» αυτόν τον γυρισμό αλλά αμφιβάλλουν —γιατί για όσους ναυαγήσαν στα ρηχά δυο βήματα απ᾿ τη γειτονιά τους, ψυχές τραυλές από το σαράκι της καθημερινής ευτέλειας, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, ο ίδιος καημός—, ας έχουν κατά νου πως σίγουρα κάποιοι μένουν πίσω να τους θυμούνται.
~.~
Με χίλιες φωνές
χίλιες φορές
μου λες: βιάσου
ο χρόνος προελαύνει.
Και αναρωτιέμαι μήπως τα ταξίδια και τα πιο μακρινά
δεν είναι άλλο πάρεξ της φαντασίας παιχνίδια,
ποιος ο νόστος και ποια τάχατες επιστροφή;
Ίσως καλύτερα να είχα μείνει, στο δικό μου δέντρο,
όχι ν’ αναζητώ τον ίσκιο του χιλιόμετρα μακριά
και να συλλαβίζω το νερό της πηγής
που κατέβηκε να ξεδιψάσει ο κότσυφας.
Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει.
Κατά βάθος είμαι ένας που έρχεται διαρκώς από τη Δράμα
(για να παραφράσω τον ποιητή).
Αλλά τώρα, το βλέπω, δύσκολος είν’ ο γυρισμός – αν γυρίζει ποτέ κανείς.
Βλέπεις, οι δρόμοι αλλάζουν ηλικία,
ποιος να σε θυμάται τώρα
ποιος μπορεί να λογαριάσει
πόσες Κυριακές έχουν από τότε συννεφιάσει.
________________
Πηγές ‒ Αναφορές
Έλσα Λιαροπούλου, Η Β’ Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά, Εταιρεία Διαπολιτισμικών Σπουδών (17/12/2011).
Β. Χατζηβασιλείου, «Ποιητές της Β΄ μεταπολεμικής γενιάς. Ανάμεσα στον ορίζοντα της Ιστορίας και στο τοπίο της ατομικής ζωής», Ελευθεροτυπία (ένθετο Βιβλιοθήκη) (7/3/2003).
Γιώργος Αραγης, Νέα Εστία 1848 (Οκτώβριος 2011).
Παναγιώτης Μουλλάς, Nέοι ποιητές της Θεσσαλονίκης, Eνδοχώρα 1961.
Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-1970), (ανθολ.: Ανέστης Ευαγγέλου), (εισαγ.: Γιώργος Αράγης), Παρατηρητής 1994.
Κώστας Πασβάντης, «Ανθολόγιο για τον Παπαδιαμάντη. Χριστουγεννιάτικη ιστορία (Η πόλη φεύγει, 1991)», Παπαδιαμαντικά Τετράδια 4 (φθινόπωρο 1998).
Αποσπάσματα και ποιήματα
Κοντάκια (1983): «Τα αποσπάσματα 1», «Έγκλειστος», «Ιερά Οδός», «Μελαγχολία του ποιητή», «Τα πρωινά με βρίσκουν», «Είναι τιμή, μεγάλη τύχη», «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου Δ΄», «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου ΣΤ΄».
Η πόλη φεύγει, Τυπογραφείο Μανούτιος (Αθήνα 1991): «Χριστουγεννιάτικη ιστορία Β», «Εξομολόγηση», «Ο κόσμος», «Αντιγραφή», «Μονόλογοι», «Η μικρή μας πόλη».
Η άλλη Άνοιξη, Γραφικές Τέχνες Μαλάμ Ο.Ε. (Αθήνα 1978): «Ο τόπος», «Εικόνες».
Μυθολογικά (Αθήνα 1975): «Καθώς φοράει».
Στο βάθος του καθρέφτη, Μελάνι (Αθήνα 2009): «Από το βάθος του καθρέφτη», «Είχαμε σχεδιάσει κάπου στο φθινόπωρο», «Καθώς τα χρόνια περνούν».
~.~
Η συγγραφέας ευχαριστεί θερμά τον κ. Τηλέμαχο-Θεόπεμπτο Τσελεπίδη, συμμαθητή και φίλο του Κώστα Πασβάντη, για την παραχώρηση των φωτογραφιών από το προσωπικό του αρχείο.
*
*




