*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ
~.~
«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ
1
Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.
Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.
Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε.
Βγαίνοντας από το νεκροταφείο, ένιωσε σκιρτήματα επίγνωσης και αλλαγής μέσα του. Μια αμυδρή ιδέα άρχισε να παίρνει μορφή: μόνον η συμπόνια μπορούσε να νικήσει την απρέπεια του θανάτου. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει σε ανθρώπους που είχε πληγώσει, να επισκέπτεται καθημερινά τη μάνα του, να πίνουν μαζί το απογευματινό τους καφεδάκι, να μην ξανακάνει τα λάθη που είχε κάνει με τον πατέρα του, να αφιερώσει ξανά χρόνο στο δημοτικό κυνοκομείο ως εθελοντής, να προσπαθήσει να ζήσει με περισσότερη καλοσύνη και συμπόνια. Δεν ήξερε αν θα τα καταφέρει, αλλά ήξερε πια πως ο θάνατος είναι αμείλικτος, αδιάκριτος, δεν ρωτά και δεν περιμένει. Και αυτή η σκληρή επίγνωση τον έκανε να υποσχεθεί στον εαυτό του μια συνολική αλλαγή στον τρόπο ζωής του, ένα άλλο βλέμμα απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους.
2
Τριάντα έξι ετών έγραφε το κηδειόχαρτο. Θύμα τροχαίου, ο ξάδελφος του Νίκου σκοτώθηκε ακαριαία – πλήρωσε με τη ζωή του το πάθος του για τις μηχανές και την ταχύτητα. Ένα ξημέρωμα, στο τέλος μιας νυχτερινής κραιπάλης, έχασε τον έλεγχο της μηχανής. Πέρασε πάνω από τη διαχωριστική νησίδα, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα, καρφώθηκε πάνω σε αυτοκίνητο, το μοναδικό που ήταν εκείνη την ώρα στο δρόμο. Τραγική ειρωνεία: οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο μεγάλος του αδελφός που επέστρεφε στο σπίτι από τη νυχτερινή του βάρδια – όλοι γι’ αυτό μιλούσαν στην κηδεία.
Εκείνο το παγερό απομεσήμερο στο νεκροταφείο των Ταξιαρχών, ο Νίκος είχε την εντύπωση ότι η κηδεία ήταν πάρα πολύ σύντομη – όσο σύντομη ήταν και η ζωή του ξαδέλφου του. Κάθε τόσο πίεζε με δύναμη το παλτό στο στήθος του όχι από το κρύο αλλά από την αγωνία που είχε φωλιάσει στα σπλάχνα του.
Στάθηκε μπροστά στον τάφο που είχε πια γεμίσει με χώμα και καθώς δεν μπορούσε ακόμα να συνειδητοποιήσει τον χαμό του ξαδέλφου του σκέφτηκε τη δική του ζωή. Σκέφτηκε πόσα πρωινά είχε ξυπνήσει μέσα στη βιασύνη και το άγχος, πόσες καλημέρες δεν είχε πει σε φίλους και συνεργάτες, πόσους ανθρώπους είχε πικράνει με τη σκληρή αυστηρότητά του, πόσες ατελείωτες ώρες είχε περάσει κάνοντας μάταιους υπολογισμούς για πωλήσεις και κέρδη. Ο θάνατος, εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε με καθρέφτη: του έδειχνε καθαρά όσα δεν μπορούσε να δει θολωμένος από προσδοκίες, στόχους και σχέδια για το αύριο.
Στην έξοδο του νεκροταφείου γύρισε και κοίταξε πίσω του την ακίνητη θάλασσα από σταυρούς και τάφους. Χαμογέλασε πικρά. Υποσχέθηκε στον εαυτό του να ζει πιο αργά, να εκτιμά και να νοιώθει την κάθε ευλογημένη στιγμή, να ακούει περισσότερο, να δίνει περισσότερα φιλιά και χάδια σε αυτούς που αγαπούσε, να βλέπει βαθιά και προσεχτικά το κάθε πρόσωπο που είχε μπροστά του, να μην αφήσει άλλο το αύριο να καταδυναστεύει την ψυχή του και να ακυρώνει την ανεκτίμητη παρούσα ζωή του. Είχε όλα όσα χρειαζόταν για να ζει με άνεση. Κάθε παραπάνω υλική και οικονομική προσδοκία δεν ήταν παρά ανώφελο πάθος και καταστροφική απληστία. Έκανε τα πρώτα βήματα στον δρόμο και, για πρώτη φορά στη ζωή του, συνειδητοποίησε πόσο μυστηριώδες και πολύτιμο ήταν το γεγονός ότι μπορούσε να αναπνέει, να βαδίζει, να υπάρχει.
///
*
*
*
