*
του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ
~.~
Πολλές φορές κατά τα τελευταία χρόνια στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μεταξύ των έμμετρων ποιητών και ποιητριών έχει τεθεί ανοιχτά και μετ’ επιτάσεως το ζήτημα των λογοτεχνικών βραβεύσεων, της ισχνής έως ανύπαρκτης παρουσίας της σύγχρονης έμμετρης ποιητικής παραγωγής στις λίστες τους και στην πριμοδότηση εντέλει εκείνων των ποιητικών συλλογών που συναινούν αγόγγυστα στη διαιώνιση του μοντερνιστικού παραδείγματος. Ως αντιπρόταση ορισμένων, έχει τεθεί η πρακτική της αγνόησης των συμβατικών επιτροπών και η ανακήρυξη ετήσιου βραβείου ή επάθλου έμμετρης ποίησης, το οποίο και θα πιάνει ομαλά το νήμα με τον προαιώνιο ορισμό της τέχνης, επανατοποθετώντας τον επάνω στον αρχικό του άξονα. Στο συγκεκριμένο άρθρο, δίχως να παίρνουμε ανοιχτά θέση, επιδιώκουμε να καταγράψουμε επιγραμματικά τις σημαντικότερες θέσεις της μίας και της άλλης πλευράς, διευρύνοντας και βαθαίνοντας τον σχετικό διάλογο.
Ναι, χρειαζόμαστε βραβείο έμμετρης ποίησης, γιατί
-> τα λογοτεχνικά βραβεία δεν είναι πια αυτό που ήταν κάποτε. Οι μοντερνιστικές γενιές λογοτεχνών, καθηγητών Πανεπιστημίων, διευθυντών λογοτεχνικών περιοδικών κ.ο.κ. κρατούν γερά τα ηνία των επιτροπών εδώ και δεκαετίες, αντιμετωπίζοντας τη νεωτερική ποίηση ως κάτι το δεδομένο και βαθαίνοντας συνειδητά την κυριαρχία της. Το παιχνίδι ανατροπής των συσχετισμών εκ των έσω σε ένα σύστημα κλειστό φαντάζει χαμένο από καιρό και η προσπάθεια διάκρισης ενός διαφορετικού αφηγήματος μέσα από τους κόλπους του ουτοπική και ανεφάρμοστη, ακόμη δε και σε βραβεία που φέρουν το όνομα περιώνυμων λυρικών δημιουργών του παρελθόντος. Ένα αυτόνομο έμμετρο ποιητικό βραβείο, τώρα, θα παρείχε τη δυνατότητα παράκαμψης αυτού του δύσκαμπτου κέντρου εξουσίας, επανεκκινώντας από άλλη αφετηρία τη διαδικασία έπειτα από τη νεωτερική παρέκκλιση που δεν σκοπεύει να αφήσει αμαχητί την κυριαρχία της να ατονήσει.
-> η συσσωμάτωση έμμετρων ποιητικών συλλογών (στις σπάνιες περιπτώσεις που λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο παροχής ενός ελάχιστου ζωτικού χώρου) σε βραχείες λίστες λογοτεχνικών βραβείων πλάι σε έργα μεταμοντέρνα που δεν αποδέχονται καν τον ίδιο ορισμό για την τέχνη της ποίησης αδικεί τον κανονικό ποιητικό λόγο, πολλώ δε μάλλον όταν τα έμμετρα βιβλία εμφανίζονται να «ηττώνται» από τα νεωτερικά. Μια ανεξάρτητη έμμετρη ποιητική διαδικασία βράβευσης, τώρα, θα εξέταζε σε κάθε περίπτωση έργα ομοειδή και σχετικά ισοβαρή, έχοντας ένα κοινό κοσμοείδωλο και έναν παραπλήσιο τρόπο αντίληψης του επιστητού με εκείνα.
-> η καθιέρωσή του θα παράσχει σε ποιητές και ποιήτριες ένα επιπλέον κίνητρο να δοκιμαστούν στη φόρμα και τον έμμετρο, κανονικό ποιητικό λόγο. Όσο κι αν αποτελεί κοινή παραδοχή πως το να δημιουργεί κάποιος τέχνη αποκλειστικά και μόνο για τις βραβεύσεις καταλήγει πλήρως παρελκυστικό, εντούτοις δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε τον παράγοντα φιλοδοξία, ιδιαίτερα αν βάλουμε στην εξίσωση δημιουργούς με πορεία ετών που έχουν αγνοηθεί από τις κυρίαρχες και καθεστωτικές επιτροπές. Το αποσπασματικό πέρασμα ακόμα και φτασμένων μοντερνιστικών φωνών από την έμμετρη ποίηση αποδεικνύει πως υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό, αρκεί να δοθούν τα κατάλληλα ερεθίσματα.
-> θα αναδειχθεί, ενδεχομένως, και ένα διαφορετικό πρότυπο για τις υπόλοιπες βραβεύσεις που μπορεί να οδηγήσει προοδευτικά στον εμπλουτισμό τους και στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης. Η ανάδειξη φωνών που υφίστανται δεκαετίες και δημιουργούν παράλληλα με εκείνες που έχουν τα ηνία μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά για τον σύγχρονο έμμετρο λυρισμό, καταδεικνύοντας την απόκλισή τους και το διαφορετικό βάρος που η καθεμιά φέρει και οδηγώντας τη ζυγαριά να γείρει υπέρ του φορμαλιστικού παραδείγματος ή έστω υπέρ της ενίσχυσης του δημόσιου ρόλου της έμμετρης παρουσίας.
Όχι, δεν χρειαζόμαστε βραβείο έμμετρης ποίησης, γιατί
-> μια τέτοια κίνηση θα δημιουργούσε περαιτέρω διάσπαση και διχασμό, σε ένα ποιητικό τοπίο στο οποίο ήδη σχεδόν ο κάθε φορέας ή περιοδικό προκηρύσσει κάθε χρόνο τα δικά του, αυτόνομα βραβεία. Η ακόμα εντονότερη διάσπαση του επιστητού που μια τέτοια κίνηση θα προήγαγε, πέραν της ανάγνωσής της ως μιας «αίρεσης» τύπου Παλαιοημερολογιτών ή «διάσπασης» τύπου Αρχειομαρξιστών, θα ερχόταν σε αντίθεση και με τη βασική κατεύθυνση του έμμετρου χώρου περί προγραμματικής συνοχής κόντρα στη νεωτερική ρήξη και συνέχειας κόντρα στην ασυνέχεια του σύγχρονου κόσμου, δημιουργώντας μια εύλογη απόκλιση μεταξύ προταγμάτων και πράξεων.
-> ενδεχομένως να εκλαμβάνονταν ως προσβλητικό προς τους άλλους ποιητές, με το να τους αφαιρεί ουσιαστικά την ιδιότητα του ομοτέχνου και την αυτόνομη αξία του έργου τους. Υπό μια τέτοια θεώρηση, ένα έμμετρο ποιητικό βραβείο θα διαβαζόταν και θα ερμηνευόταν εξαρχής ως μια κίνηση που αποκλείει και εξαιρεί, παρέχοντας (ή κατασκευάζοντας) την αφορμή στις φωνές εκείνες που κατηγορούν τη σύγχρονη έμμετρη ποίηση διαχρονικά για στείρο φορμαλισμό ή συντηρητισμό ώστε να ξιφουλκήσουν εκ νέου ασμένως εναντίον της.
-> μπορεί η κίνηση αυτή να γυρίσει μακροπρόθεσμα εις βάρος της ίδιας της έμμετρης ποιητικής παραγωγής. Πέραν της απόκλισης με τους άλλους δημιουργούς που προαναφέραμε, το κόψιμο των δεσμών ενδεχομένως να εξανεμίσει και την κάθε ελπίδα για πάλη ανατροπής των συσχετισμών μέσα από τους υπάρχοντες και «επίσημους» διαύλους και να τους χαρίσει για πάντα στη νεωτερική ποίηση, ακυρώνοντας τα (έστω και λιγοστά) βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην κατεύθυνση της ισότιμης αναγνώρισης και συμπερίληψης της έμμετρης ποίησης.
-> το κάθε βραβείο, όποιος φορέας ή ιδιώτης κι αν το προσφέρει, δεν παύει να αποτελεί μια φωτογραφία της εκάστοτε στιγμής, των κυρίαρχων τάσεών της, της πίεσης των εκάστοτε ισχυρών παικτών, ιδρυμάτων ή λόμπι της προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις και της κεντρικής γραμμής που επιδιώκουν να περάσουν. Αποτελεί ψευδαίσθηση η άποψη πως κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε και με ένα έμμετρο ποιητικό βραβείο, το οποίο δεν θα κινούνταν προφανώς υπερβατικά υπεράνω των προσώπων και της ιστορίας, αλλά μοιραία θα αποτελούσε και εκείνο με τη σειρά του προϊόν της θέλησης των επιμέρους ατομικοτήτων, των διαπροσωπικών τους επαφών και της ιδεολογικής κατεύθυνσης που επιθυμούν να προωθήσουν.
///
*
*
*
