Day: 05.01.2026

Ψυχογραφώντας τον χώρο

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Γιάννης Ξούριας
Φύλλα βασιλικού
Gutenberg, Αθήνα 2025

Υπάρχουν πεζογραφήματα που δεν εστιάζουν στους ανθρώπους, δεν ψυχογραφούν τη θνητότητα, αντίθετα την αναδεικνύουν μέσα από την προσεκτική και επίμονη περιγραφή και ανάδειξη του χώρου μέσα στην οποία αυτή περικλείεται: τους δρόμους, τα δημόσια κτήρια, τις κατοικίες, αλλά ακόμα και την υλικότητα που καθορίζει τη λειτουργικότητα και τη χρήση των αντικειμένων. Μία τέτοια προσέγγιση δεν αναιρεί φυσικά την ανάπτυξη προβληματισμών γύρω από τη βασανιστική μνήμη ή τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ανθρώπινης συνθήκης – απλώς τίθεται στο προσκήνιο, για να μιλήσουμε αριστοτελικά, η ὄψις, ενώ ο μῦθος ενίοτε παραμερίζεται και το ἦθος προκύπτει έμμεσα, ουσιαστικά υπονοείται. Σε κάθε περίπτωση, η λέξις έχει παντού την τιμητική της, γίνεται δηλαδή η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την πέννα τού ταλαντούχου συγγραφέα.

Είναι πράγματι τέτοιας ποιότητας ο Γιάννης Ξούριας, δημιουργός τής σύντομης συλλογής αφηγημάτων Φύλλα βασιλικού, που με απασχολεί εδώ. Στο εσώφυλλο μαθαίνουμε ότι διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και κατ’ αυτό τον τρόπο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς η μετρημένη έκφραση, που όμως συνοδεύεται από πλούτο λεξιλογίου και αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, η οποία διαπερνά κάθε σελίδα και αράδα τού βιβλίου. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στο (αξιόλογο) επιστημονικό του έργο ο Ξούριας ασχολείται με παλαιότερες μορφές και εποχές τής νεοελληνικής μας γραμματείας, πληροφορία που δεν παρέχεται από το ίδιο το βιβλίο, τότε η «περιγραφική δεινότητα» την οποία μόλις ανέφερα φωτίζεται με διαφορετικό τρόπο. (περισσότερα…)

Στις μυλόπετρες της ιστορίας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

 ~.~

Η φύση της εικόνας είναι διττή, φέρει μέσα της μια ανεπίλυτη αντίφαση. Για την Σούζαν Σόνταγκ «η φωτογραφία στέλνει ετερόκλητα μηνύματα. Σταματήστε αυτήν την κατάσταση, μας προτρέπει. Από την άλλη όμως αναφωνεί: Τι θέαμα!»1. Πάνω σε αυτήν ακριβώς την αντινομία αναπτύσσεται η προβληματική της ιστορίας του Σεμπάστιαν, ενός εκ των δύο ηρώων στα «Σύνορα» του Βρετανού Χένρυ Νέιλορ που σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Στην εναρκτήρια σκηνή τον βρίσκουμε στο Πακιστάν, τέλη της δεκαετίας του ’90. Είναι φωτορεπόρτερ, καλύπτει κάποιες τεράστιας έκτασης πλημμύρες που έχουν οδηγήσει στην καταστροφή φτωχούς αγρότες στην επαρχία του Μπαλουχιστάν. Δεν τραβάει μόνο τις λήψεις του, αλλά και ανθρώπινα κορμιά από τη λάσπη: «Όμως για την ώρα έχω βάλει την κάμερα στην άκρη (…) Σήμερα έσωσα έξι ακόμα ζωές». Είναι νέος, αδέκαρος, αφανής, καθ’ ομολογίαν ταλαντούχος, ιδεαλιστής. Στην τέχνη του βλέπει τον φορέα της αλλαγής, στα μάτια των απελπισμένων, όπως τα συλλαμβάνει ο φακός του, την ευαισθητοποίηση του (Δυτικού) κόσμου, το βγάλσιμο της απέραντης δυστυχίας  στο προσκήνιο της σύγχρονης ιστορίας. Περισσότερο απ’ όλα αυτά είναι φιλόδοξος, αναζητά μια κάποια καθιέρωση. Όταν εμπρός από έναν μπουφέ ξενοδοχείου στο Ισλαμαμπάντ γνωρίζει έναν παλιό επιτυχημένο ρεπόρτερ, τον Τζων Μέσεντζερ, δέχεται αμέσως τη δουλειά που εκείνος του προσφέρει: να τον συνοδεύσει, καλύπτοντας φωτογραφικά τη συνέντευξη που θα πάρει από τον, τότε ακόμα άγνωστο στους πολλούς, Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη τρία χρόνια αργότερα, και η ανάδυση του ονόματος του Σαουδάραβα ως συνώνυμο του Διαβόλου, θα τον μετατρέψουν αυτοστιγμεί σε διασημότητα. Η εισχώρησή του στην αρένα του σόου είναι ακαριαία: «Έχω δώσει δώδεκα συνεντεύξεις σε τρεις μέρες. Στον δρόμο όλοι με αναγνωρίζουν». Με πάθος χρυσοθήρα, εκείνος κυνηγά ακόμα ένα είδος ανθρώπινης δυστυχίας που θα είναι μπορετό να πουληθεί στις στήλες των εφημερίδων: «Δεν βρίσκω άλλες συμφορές για να καλύψω. (…) Τίποτα θεομηνίες; Εκρήξεις πετρελαιοπηγών; (…) Φήμες για καινούργιο πόλεμο στο Αφγανιστάν». Αντί αυτών, ο ατζέντης του προτείνει να δουλέψει για έναν αστέρα της μουσικής έναντι αδρής αμοιβής. (περισσότερα…)