«Το δέντρο είναι η αγάπη»

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Χρήστος Αναγνωστόπουλος
Δέντρο ξανά
Περισπωμένη, 2025

Ο ποιητικός αυτός λόγος, ο ποιητικός αυτός μονόλογος, μας πάει αλλού. Μας βγάζει από τα τρέχοντα και χαώδη και μας εισάγει σε μια ομιλούσα ησυχία, μια σιγαλιά εικόνων, περιγραφών και ενοράσεων. Κι ωστόσο, πολλές από τις εικόνες του προέρχονται από τον σάλαγο της εποχής, βγαίνουν μέσα από καθημερινές πραγματικότητες πλάι στις οποίες σαν μόνιμοι συνοδοί βρίσκονται η μελαγχολία και η μοναξιά.

Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος αργοπορεί. Η ποίησή του βρίσκεται στους αντίποδες της φρενιτιώδους ταχύτητας του σύγχρονου κόσμου. Δεν έχει καμιά σχέση με τον Μαρινέττι, τον φουτουρισμό και την γενικευμένη αμερικανοποίηση του πλανήτη. Σκάβει ένα λαγούμι καταμεσής του κόσμου, το σκάβει πλάι στα σπίτια-ξενοδοχεία των πολλών, το σκάβει αναζητώντας εκείνες τις καθαρές πάναγνες όψεις της ζωής. Αυτές που συνάπτονται με την αγάπη.

Την έχει καθαρίσει από μολέματα, συναισθηματισμούς, μικροαστισμούς και κραιπάλες. Γι’ αυτό:

Σ’ αυτό το δρόμο για την αγάπη
Δύσκολα κανείς θα με συντροφεύει (σ. 18)

Στην πορεία του τον συντροφεύει κάτι σα μεγάλη αφαίρεση. Έχει κληθεί να αφαιρέσει τα περιττά, την προσκόλληση στις αισθήσεις, αυτό τον κατακλυσμό οριζόντιας αναζήτησης χωρίς ουρανό. Έχει άλλη αντίληψη για τα πράγματα που αποκαλύπτεται στους στίχους:

Γιατί οι αποστάσεις δεν μετριούνται
με τα χιλιόμετρα
παρά με την υπερηφάνεια ή την αγάπη (σ. 21)

Αυτοί οι στίχοι θυμίζουν τον Καρούζο όταν γράφει:

Ο χρόνος δεν είναι ρολόγι
είναι χιόνι.

Πόσο μακριά φαντάζουν ορισμένοι στίχοι από τα καθημερινά ακούσματα των εφημερίδων και της τηλεόρασης. Αυτή η απέραντη πεζότητα και γκριζάδα (ακόμη κι όταν την συνοδεύουν γέλια), που ομνύει στον ρεαλισμό και καταντάει ειδωλολατρία. Και πόσο δύσκολο είναι να διαβάσει ο σημερινός Έλληνας τέτοιου είδους ποίηση.

Η οδοιπορία του Αναγνωστόπουλου παραπέμπει σε ένα ξενιτεμό. Ένα ξενιτεμό που συμβαίνει εντός της χώρας και εκτός, μια αποχώρηση από την πραγματικότητα ενός κόσμου που θέλγεται να απέχει από ότι μας θυμίζει μια προσωπική, υπαρξιακή αίσθηση ζωής. Ο τρόπος που γράφει σου ζητάει να στέκεσαι σε κάθε στίχο ή έστω σε κάθε στροφή. Οι στροφές του είναι άνισες. Άλλοτε δίστιχες άλλοτε τετράστιχες. Που και που παρουσιάζεται ένας στίχος μονάχος του. Μου φαίνεται ότι ο τρόπος του είναι νοηματικός-ενορατικός. Προβαίνει εμπνεόμενος από κύματα στίχων-νοημάτων που καταγράφονται μονομιάς:

Και θα σκεφτώ πως από ένα δέντρο
Βγαίνουν καρποί καλοί και χαλασμένοι.

Όμως τα χρόνια θα περνούν και τίποτα
Δεν θα αλλάζει.

Κι εκεί θα μάθω πως η αγάπη δεν έρχεται ποτέ
στην ώρα της.

Κάθε άνθρωπος είναι συχνά ένα δέντρο
Αδύνατο

Να περνάω κοντά του και να το νοιάζομαι
Αυτός είναι ο δρόμος της αγάπης

Θα τολμούσα να πω ότι όλο το ζήτημα στον ποιητικό μονόλογο Δέντρο ξανά  είναι η αγάπη και το πέρα από την αγάπη. Η αγάπη ως αλήθεια, ως πόνος, ως παρηγοριά, ως σιωπή. Γιατί στο κέντρο της ζωής αυτή βρίσκεται (με μικρό α ή με κεφαλαίο), αυτή με όλες τις παραλλαγές που επινόησαν οι άνθρωποι, τις μεταμορφώσεις της ή τις παραμορφώσεις της, μη αντέχοντας το μοναδικό αληθινό Της πρόσωπο. Γράφει:

Δεν το βλέπεις, όμως η αγάπη αναβάλλει
τις επισκέψεις της
πιο συχνά απ’ όσο άλλοι τα ταξίδια τους

Κι αυτό είναι η αιτία που ρωτούν στο δρόμο
για μια εικόνα θαυματουργή
από που πρόκειται να περάσει

ή στα τραπέζια όταν κάθονται άνθρωπο
και κουβεντιάζουν

αυτός είναι ο καρπός για να καταλάβεις
πως το δέντρο είναι η αγάπη.

Η αγάπη είναι το δέντρο αλλά είναι και ο καρπός, είναι και το φύλλωμα αλλά και το βλέμμα που συνομιλεί μαζί του, είναι το κενό της απουσίας της και είναι ο κρυφός ή φανερός πόνος που προκαλεί. Την αποκαλεί αλλού

Την κυρά
με τ’ αμύθητα πλούτη

Αλλά την συνδέει ξανά μαζί του μέσα από τον μοναχικό του δρόμο. Αρχίζει να μιλάει για μια απογύμνωση, για μια «θέα» που δεν την έχουν «όσοι είναι προνομοιούχοι», αλλά οι άλλοι οι στερημένοι, οι απογυμνωμένοι από το έχειν τους επειδή:

Όπως η νύχτα στη ρεματιά είναι πιο τυχερή
απ’ τη νύχτα στον κόσμο

αφού αυτή φιλοξενεί το αηδόνι.

Ο Χρήστος Αναγνωστόπουλος κινείται στα όρια αυτού του κόσμου κι ενός άλλου που βρίσκεται όχι μέσα σε τούτον εδώ, αλλά μέσα στον άνθρωπο. Οι αιώνες σώρευσαν τόνους σκουριάς, αυτοεπίδειξη, αυταρέσκεια, νοσηρότητα, και μηδενισμό. Σήμερα κολυμπούν οι πολλοί εκεί μέσα, είτε το ξέρουν, είτε όχι. Και αυτοί που τους οδηγούν τους μοιάζουν. «Τυφλὸς τυφλὸν ἂν ὁδηγεῖ εἰς βόθυνον πεσοῦνται», λέει η Γραφή. Όχι ότι ο ποιητής ή όποιος άλλος κοντινός του νιώθουν άνετα ή ευχάριστα, εξού και η μελαγχολία και ο μοναχικός δρόμος ή η αναχώρηση. Αλλά γνωρίζουν τουλάχιστον τη διάσταση της αγάπης και την ψηλαφούν ποιητικά. Και πορεύονται ασυντρόφευτοι.

Υπάρχει ένα είδος ποίησης που ζητάει προσωπική συνάντηση, κάτι σαν κρυφή συνομιλία με τους στίχους, μια ανεύρεση «κοινού λόγου» που να σηματοδοτεί μια διαφορετική ευαισθησία. Θα πρέπει να σταθούμε σε λέξεις όπως «πληγές», «παρηγοριά», «πόνος», «αγαπημένη», «πρόβατο». Είναι λέξεις ριζωμένες στο δρομολόγιο του ποιητή και παραπέμπουν σε νοήματα ζωής και σε βιώματα, σε νεύματα-σινιάλα που φανερώνουν την πορεία που διανύεται, τις συμπληγάδες, την απόπειρα καινούργιας ζωής, χωρίς

μνήμες για να θυμάμαι
ούτε σπλάχνα για να πονώ 
(σ. 1 8)

Το πρόβατο (άνθρωπος) που στέκει στον τελευταίο στίχο παραπέμπει στο «απολωλός». Που κι αυτό σώζεται.

*

*

*