Month: Δεκέμβριος 2025

Η εξορία της αγάπης

 *

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Υπάρχει ένα δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου με τίτλο «Χωρομετρήσεις» και υπότιτλο «Τρισάγιο σε τρεις ποιητές» (δες Μελέτες, β΄ τόμος, Δόμος 1994, σ. 357-388). Οι ποιητές είναι ο Αττίλα Γιόζεφ, ο Όσιπ Μαντελστάμ, και η Άννα Αχμάτοβα. Αρχίζοντας, και προτού καταπιαστεί με τις περιπτώσεις τους, σχολιάζει:

«Μας έχουν ζαλίσει το κεφάλι μας. Όλοι ανεβασμένοι σε σανίδια διαφημίζουν τα αγαθά τους, διαλαλούν την πραμάτεια τους, φωτογραφίζονται προσωπικά ή ομαδικά, στα γραφεία τους ή παραταγμένοι σε εξέδρες, και στη μεγάλη ιστορική επέτειο –όλοι γιορτάζουν κάποια ιστορική επέτειο– […] βλέπουμε να παρελαύνουν από κάτω στοιχημένα:

5.800.000 τουφέκια και καραμπίνες,
102.000 οπλοπολυβόλα,
28.000 ολμοβόλα,
53.0000 πεδινά και βαριά πυροβόλα.»

Η αναφορά προέρχεται από την «Θριαμβευτική Παρέλαση» του ασυμπλήρωτου Κοριολανού του Έλιοτ. Βρίσκω το κείμενο άκρως επίκαιρο καθώς η παρούσα περίοδος του πλανήτη σημαδεύεται από συζητήσεις και προετοιμασίες για θηριώδεις εξοπλισμούς και για πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Ο Λορεντζάτος πιο κάτω τα βάζει με τις πολιτικές ιδεολογίες και με αυτούς που τις καλλιεργούν (αν όχι τις επιβάλλουν) και με όλους όσοι κατά την ρήση του Πασκάλ «πέφτουν έξω τόσο περισσότερο επικίνδυνα, όσο ακολουθούν ο καθένας μια δικιά του αλήθεια». Τα βάζει ακόμη με την «μεγαλεπίβουλη ιστορία» (που την θεωρεί αφαίρεση) όπως και με την «ανθρωπότητα» (άλλη αφαίρεση) γιατί τον ενδιαφέρει ο συγκεκριμένος άνθρωπος με σάρκα και οστά. Γράφει: (περισσότερα…)

Στα νύχια του αιμοδιψούς Εϊ-ά-ι

*

Ι

Τσιγάρο, καμπαρντίνα, μισόκλειστα βλέφαρα. Νουάρ καταστάσεις, παρότι μέρα μεσημέρι. Μου είχαν πει για το φοβερό και τρομερό τέρας που σκορπούσε πανικό στους φιλήσυχους κατοίκους των γειτονιών μας. Την πρώτη ηλικιωμένη –πάντα ηλικιωμένη!– την είχα βρει κουλουριασμένη σε μια γωνιά και μόνο παραμιλούσε, επαναλαμβάνοντας πρωτόγονα: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Η δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευκατάστατη νεαρή κυρία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προσπαθούσε να με χαστουκίσει κι εγώ θα την απαντούσα ακινητοποιώντας τη: «Βρε, βρε, η γατούλα έχει πολύ μακριά νύχια!» αλλά τώρα δεν γινόταν. Είχε χώσει το όμορφο προσωπάκι της μέσα στις παλάμες με τα πάλλευκα δάχτυλα, μα η πλάτη της έμοιαζε με παρένθεση, παρά με ραχοκοκαλιά λεοπάρδαλης. Την ανασήκωσα απαλά και τα χαμένα μάτια της μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Χμ, αρχή πανδημίας;

«Μην το πεις παραέξω, Μαρλίδη, αλλά αρχίζει να διασπείρεται διαολεμένος πανικός».

«Μείνε ήσυχος, αρχηγέ. Δεν μιλάω μέχρι να δούμε τι διάολο γίνεται».

«Χρειάζεσαι κάποιον ειδικό μήπως; Αν βέβαια ξέρεις τι διάολο ψάχνουμε…».

«Νομίζω πως ξέρω πού πρέπει να απευθυνθώ, διάολε!» (περισσότερα…)

Greek Way of Life!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Greek Way of Life!

Ομολογώ ότι ανέκαθεν έβρισκα ανθρωπολογικά ενδιαφέρουσες τις φιγούρες των διαπρεπών φουκαράδων. Με εντυπωσίαζε η παχυλή αμάθεια, η επηρμένη άνεση και η αστραφτερή αναίδεια των κομπάρσων που κατέχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους στη δημόσια ζωή της παντέρμης μας χώρας. Εδώ όμως το σκηνικό με την αγγλοφρενή επιγραφή τους ξεπέρασε κατά πολύ. Έδειξε, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής οπισθοβατεί αλλά η ξενοφωνημένη Ελλάδα προοδεύει ακάθεκτα. (περισσότερα…)

Ο Εσταυρωμένος

*

Στο άλλοτε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο, πλάι στην παλιά εργατική κατοικία που της είχε κληροδοτήσει ο οικοδόμος σύζυγος, ξεφύτρωσε μια μεζονέτα. Ήρθε και κόλλησε στον ανατολικό τοίχο του σπιτιού της και της έκλεψε τον ήλιο. Από την ημέρα που ξεκίνησαν οι εργασίες, μέχρι που κατοικήθηκε και ως σήμερα, ησυχία δεν είχε βρει. Αρχικά οι εργάτες, με τις αγριοφωνάρες, τα σκεπάρνια, τις μπετονιέρες και τα ανεβατόρια τους, χάλαγαν την ηρεμία της κυρά Μαρίκας. Αργότερα οι ένοικοι. Ο ιδιοκτήτης της μεζονέτας, μετανάστης από τη δεκαετία του ’60 στη Γερμανία, δεκάρα δεν έδινε, όσο κι αν του γκρίνιαζε η Μαρίκα στο τηλέφωνο. Συχνά πυκνά τον καλούσε να παραπονεθεί για τη φασαρία από τα καμώματα του ενοικιαστή του, που έπλητταν την ψυχική της γαλήνη. Αλλά εκείνου του έφτανε να μπαίνουν τα νοίκια στην τράπεζα.

Στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας είχε αφήσει μια μονόχωρη γκαρσονιέρα για φοιτητές, και όλη την υπόλοιπη την νοίκιαζε σε ένα νεαρό ζευγάρι. Το δωμάτιο ήταν όλο κι όλο τριάντα τετραγωνικά και το έδινε επιπλωμένο. Εκεί μέσα ήταν στριμωγμένα: ένα κρεβάτι, το ψυγείο, το πλυντήριο, το πετρογκάζ και η σόμπα. Σε μια γωνιά είχε φτιάξει με γυψοσανίδα έναν χώρο, κυριολεκτικά δύο μέτρα επί δύο – κι αυτό ήταν το μπάνιο, όπου χωρούσαν μετά βίας ο νιπτήρας και η λεκάνη με το καζανάκι.

Μία ωραία πρωία, αντί για φοιτητής, αριβάρισε ο αιωνόβιος μπάρμπα Γεστάς. Ο «Εσταυρωμένος», όπως τον βάφτισε η Μαρίκα. Είχε τόσο καιρό να μιλήσει για την ηλικία του, (περισσότερα…)

O φιλοσοφικός στοχασμός ως αισθητική παιδεία και τέχνη του ευ ζην

*

του ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

ὅτι οὐ τὸ ζῆν περὶ πλείστου ποιητέον ἀλλὰ τὸ εὖ ζῆν  [1]

Σε μια εποχή που η κριτική σκέψη βρίσκεται σε κρίση μέσα στον κυκεώνα των ψηφιακών πληροφοριών, η Φιλοσοφία, τίμιε αναγνώστη μου, επιμένει να είναι ένας αέναος βαθύς συλλογισμός πάνω στα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξής μας. Σημαίνει ότι προσλαμβάνουμε τα άμεσα δεδομένα της αισθητικής μας εμπειρίας κατά τρόπο που τα κρίνουμε ανάγοντάς τα στη σφαίρα της προβληματικής που τους αξίζει. Φιλοσοφώντας αντιμετωπίζουμε το βίο μου ως ένα ζητούμενο που προβάλλεται ενώπιον μας μέσα στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Το φιλοσοφικό πρόβλημα έχει τις ρίζες του στα ερωτήματα και είναι το λογικό απότοκο μιας διάθεσης ενδελεχών ερευνών και το αναγκαίο αλλά ανεπαρκές καύσιμο της πνευματικής διαδρομής. Ανεπαρκές επειδή πρέπει να θέσουμε τα ερωτήματα ορθά, δηλαδή με τον κατάλληλο τρόπο ώστε να λειτουργούν ως χαραμάδες, ώστε να μπορούμε να δούμε κάπου αλλού. Ως ανοίγματα προς το φως, φτιάχνοντας παράθυρα εκεί που δεν φαίνεται παρά τοίχος. Χρειάζεται μια δοκιμασμένη λογική μέθοδος από τους έμπειρους φιλοσόφους της ιστορίας του πνεύματος. Να ενσκήψουμε στις πηγές της αποταμιευμένης γνώσης. Χωρίς την ορθά διατυπωμένη ερώτηση δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί ένα γνήσιο φιλοσοφικό πρόβλημα. Η ερώτηση λειτουργεί ως φορέας του προβληματισμού και τότε μόνο μπορεί να πραγματωθεί το μεγάλο στοίχημα της παραίτησης από όλα τα δεδομένα τα οποία θα καταφέρουμε να κρίνουμε ως ένα σύνολο προκατειλημμένων θέσεων. Αυτά με μια κίνηση ριζικής ανατροπής, τα εξοβελίζουμε. Η συνείδηση ανακαινίζεται μεταβάλλοντας όλη την ύπαρξη. Μια κάθαρση των ανώφελων «ιδεών». Ο κινητήριος μοχλός λοιπόν θα είναι το γνησίως ορθό φιλοσοφικό ερώτημα, ανοίγοντάς μας σε μια νέα μορφή αναδιαμορφωμένης κοινωνικής ύπαρξης. Ριζική αναθεώρηση.

Παιδιόθεν οι γονείς και οι δάσκαλοι χάραξαν στην κοινωνική αντίληψή μας ένα είδος πρόσληψης της εμπειρίας κρατώντας την υποκειμενική μας κρίση δέσμια και συρρικνώνοντας ή εξαλείφοντάς την. Ονομάζεται  προκατάληψη και τρέφεται από τη μισαλλοδοξία, καθιστώντας την υποκειμενική μας κρίση ανίκανη να συλλογιστεί ερευνώντας τόσο τα καθημερινά γεγονότα όσο τα διαχρονικά ζητήματα της αδιαλείπτως στοχαστικής διάνοιας, τα οποία διψούν όχι τόσο για απαντήσεις όσο για νέα ερωτήματα. Οι προκαταλήψεις ως απατηλές ιδέες φαίνεται να συνθέτουν το συνηθισμένο εαυτό μας που οι άλλοι, ως μια ήδη διαμορφωμένη κοινωνία, ανεξάρτητη από την βούλησή μας, έχουν καθορίσει τις δικές μας προσλαμβάνουσες προσδιορίζοντας τις ηθικές και αισθητικές μας πράξεις. Συγκρουόμαστε λοιπόν δημιουργικά με τον προκατειλημμένο εαυτό μας. Αυτο-σκηνοθετούμε την ζωή μας ως ρέκτες της υπέρβασης των ορίων και της δοκιμασίας των πνευματικών αντοχών μας. (περισσότερα…)

Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης αυτοβιογραφούμενος

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στη σχέση της με τη ζωή των άλλων. Στη διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. Ο Πετσάλης γράφει ακολουθώντας τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες της μνήμης του με χάσματα λησμονημένα ή άρρητα αποθηκευμένα, με συχνές παρεκβάσεις και αιφνίδιες παλινδρομήσεις. Κυρίως όμως γράφει βιώνοντας το τέλος ενός κόσμου, του αστικού κόσμου και με το βαρύ αίσθημα μιας αποστολής: να διασώσει στη μνήμη των περιλειπομένων τα αγαθά ενός πολιτισμού που χάνεται.

///

«Όταν ανατρέχω στην περασμένη μακρύτατη ζωή μου, αισθάνομαι σαν να ενώνομαι με ένα απώτατο παρελθόν, όπως βλέπεις από ψηλά έναν ίσιο δρόμο που μπλέκεται και χάνεται σε βάθη απροσπέλαστα, σε αποστάσεις δίχως τέλος. Και τότε νιώθω να γίνεται η ζωή μου, η ταπεινή ζωούλα μου, ένα με την ιστορία του κόσμου, με τον αρχέγονο μύθο της Γενέσεως και τα παμπάλαια παραμύθια».

Η αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος προκαλούσε ανέκαθεν έντονο αναγνωστικό ενδιαφέρον αλλά και την καχυποψία, επιφυλάξεις, τόσο των ειδικών όσο και του κοινού. Παρατονισμοί ή παραλείψεις κρίσεων, αισθημάτων, ή ακόμη και γεγονότων, προδίδουν συχνά την αυταρέσκεια και τον σκόπιμο εξωραϊσμό. Τα πιο πάνω λόγια ωστόσο του παραθέματος του Θανάση Πετσάλη- Διομήδη (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια), είναι νομίζω χαρακτηριστικά ανθρώπου που όταν στο τέλος της μακράς και ευδόκιμης πεζογραφικής του πορείας, αποφάσισε να κλείσει το αφηγηματικό του έργο με μιαν αυτοβιογραφία, μας χάρισε σπάνιο και πολύτιμο παράδειγμα συγγραφικής ειλικρίνειας και πνευματικής ακεραιότητας.

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στην σχέση της με την ζωή των άλλων. Στην διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. (περισσότερα…)

Όψιμες ματαιότητες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Χρόνια τώρα, ήταν ένας αγαπημένος θείος. Πάντα πρόθυμος να βοηθήσει όπου μπορεί, πάντα εκεί στις δύσκολες, επιθανάτιες κυρίως στιγμές. Μέχρι που εκείνη η κουβέντα ανέδυσε μνήμες παιδικές· στην κατάρρευση οδηγώντας της εικόνας και κυρίως των αισθημάτων. Ποια σκοτεινή πλευρά κρύβεται πίσω από το είδωλό μας στον καθρέφτη; Άρχισε να ξετυλίγεται προς τα πίσω η μαυρόασπρη ταινία της μνήμης.

Στέκεσαι εν έτει χίλια εννιακόσια ενενήντα ένα, μπροστά από το εργοστάσιο Τεχνητής Μετάξης στον Κηφισό. Παραδίπλα βλέπεις ένα απομεινάρι κτήματος με λαχανίδες. Φυτεύουν ακόμα εδώ, σκέφτεσαι. Εκεί στην Κολοκυνθού. Προχωράς πιο μέσα, εκεί που μηχανές πενήντα μέτρων –οι επονομαζόμενες «Γολιάθ»– βράζουν τη μάζα της κυτταρίνης σε πυκνό θειϊκό οξύ, απελευθερώνοντας ψηλά λευκά σύννεφα αναθυμιάσεων στον αττικό ουρανό. Εκεί στο είχε αναφέρει τότε ο χημικός, ο άνθρωπος του Θεού: «οι άνθρωποι δεν συγχωρούν εύκολα, μονάχα ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει!».

Έπαιρνε με τα πόδια στην Κατοχή, η μάνα δεκατεσσάρων χρονών κορίτσι, τις γραμμές του τραίνου που περνούσαν απ’ το Χαλάνδρι –αυτές του μουτζούρη που ερχόταν από το Λαύριο– μαζί με τα ξαδέρφια της και μετά από τρεις περίπου ώρες έφθαναν στην Κολοκυθού δίπλα στον Κολωνό. Εκεί η αδερφή της γιαγιάς, η Βενέταινα είχε περιβόλια με κολοκυθάκια και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά. Τα φορτώνονταν και γύριζαν σπίτι μετά από άλλες τρεις-τέσσερεις ώρες ποδαρόδρομο. Έτσι θραφήκαν τα δύσκολα κατοχικά χρόνια. Τη θυμάσαι τη θεία Βενέτα – ήσουν παιδί, να τρέμει από το Πάρκινσον που τη βασάνιζε ως το τέλος της. Την είχαν αναλάβει να τη γηροκομήσουν, καθότι άκληρη, τα ξαδέρφια της μάνας. Όχι ανιδιοτελώς, όπως έδειξε η συνέχεια. Τα περιβόλια έγιναν αργότερα βιομηχανικά κτίρια –της τσίγκινης στέγης τα πιο πολλά– και η περιοχή πήρε με τα χρόνια την ανάλογη υπεραξία. (περισσότερα…)

Αντιφώνηση στον Ρίλκε και άλλα ποιήματα

*

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

~.~

DICHTERLIEBE

Μνήμη Robert Schumann

Όχι τα λόγια που θυμίζουν λόγια.
Μίλα μας την αγάπη σου, ποιητή.

«Είναι ο Ήλιος», είπε.
«Δεν μπορείς να τον κοιτάξεις κατάματα,
κάνει όμως τα πάντα ορατά».

/// (περισσότερα…)

Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 45 χρόνια διαψεύσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν. (περισσότερα…)

«Είσαι πάλι σπίτι»: Σκέψεις από την παρουσίαση μιας έκδοσης

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πάουλ Τσέλαν, Καμπή πνοής,
μτφρ. Μιχάλης Καρδαμίτσης,
Κίχλη 2025, 2η αναθεωρημένη έκδοση

Η ποίηση

ΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ βορείως του μέλλοντος
εγώ ρίχνω το δίχτυ που εσύ
διστάζοντας βαραίνεις
με τους ήσκιους που γράφουνε
πέτρες.

(Καμπή πνοής, μτφρ. Μ. Καρδαμίτσης,
Κίχλη 2025, 2η αναθεωρημένη έκδοση)

IN DEN FLÜSSEN nördlich der Zukunft
werf ich das Netz aus, das du
zögernd beschwerst
mit von Steinen geschriebenen
Schatten.

ΣΤΟΥΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ βορείως του μέλλοντος
ρίχνω το δίχτυ που εσύ
διστάζοντας βαραίνεις
με τις πέτρες να γράφουν
σκιές.

(Ό.π., 1η έκδοση, 2018)

Η σύληση

Το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025, ένα πάνελ πολύ ικανών ομιλητών συνόδευσε το κοινό του σε μια γοητευτική πράξη σύλησης των προσωπικών και ποιητικών μυστικών του Πάουλ Τσέλαν. Η πράξη διήρκεσε σχεδόν δύο ώρες, και σχεδόν οι μισοί από τους ακροατές θα παρατείναμε ευχαρίστως την παρουσία μας στην αίθουσα της Δραματικής Σχολής Θεοδοσιάδη στο κέντρο της Αθήνας. Είχαμε γίνει αποδέκτες βιογραφικών πληροφοριών και διακειμενικών αποκαλύψεων στις οποίες ο ίδιος ο ποιητής δεν θα μας ήθελε κοινωνούς, καθώς δεν θα ήθελε ποτέ να πλησιάσουμε την ποίησή του από τέτοιους δρόμους – «Γιατί κατά το αίμα, που σου κυλάει/ από μάτι ή στόμα ή αυτί/ αλλάζει το κλειδί σου».[1] Αλλά με ένα κράμα αγάπης και διανοητικής συγκίνησης διαλέξαμε, ευχαρίστως, να αγνοήσουμε το φάντασμά του και τις επιθυμίες του.

Η σύληση ίσως είναι κάτι που δεν θα ήθελες (δεν θα τολμούσες;) να διαπράξεις προσωπικά, αλλά όταν τη διαπράττει άλλος κι εσύ βρίσκεσαι στη θέση του παρατηρητή, (περισσότερα…)

Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~ 

Εἰσαγωγή

Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.

Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.

Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν. (περισσότερα…)

Ξαφνικά σε ένα σχολείο στο Όσλο

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Υπάρχουν ταινίες όπου η ομοφυλοφιλία είναι μια αγωνιστική ατζέντα διεκδίκησης και συνηγορίας, και άλλες (οι σπανιότερες) όπου είναι ένα στοιχείο ομαλά ενταγμένο στο κοινωνικό υπόβαθρο, όπου δεν διεκδικείται κάτι, δεν εκφράζεται κάποια δυσφορία από τη θέση της μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον, αλλά προκύπτει φυσικά και χωρίς αντιδράσεις. Ίσως και λόγω της σκανδιναβικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας στην οποία εντάσσεται η ταινία Όνειρα του Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ η κοινωνική της αντίληψη φαίνεται να είναι τόσο προωθημένη ώστε δεν απαιτεί μαχητικά καμιάν προκαταρκτική αναγνώριση μειοψηφίας: εκφράζεται σαν να είναι ένα ήδη κεκτημένο και δεδομένο της κοινωνίας. Ούτε εκ μέρους της εφήβου πρωταγωνίστριας, σε ατομικό ψυχολογικό επίπεδο, εκφράζεται κάποιος σχετικός φόβος και ενδοιασμός.

Τρεις γενιές συγκλίνουν μέσα στην υπόθεση: εκείνη της γιαγιάς, που απηχεί την κοινωνική κινητικότητα και συνείδηση της δεκαετίας του ’60, έστω και από μια θέση παραίτησης και ματαίωσης. Εκείνη της μητέρας, που δείχνει να είναι περισσότερο αγχώδης, περισσότερο αμυντική απέναντι τους νεωτερισμούς των ηθών, αλλά και περισσότερο ταυτισμένη με ένα σκεπτικό πολιτικής ορθότητας και δικαιωματισμού, που ενδιαφέρεται περισσότερο για την τήρηση των αποστάσεων ασφαλείας απέναντι σε ένα ανήλικο άτομο, έστω κι αν αυτό το σκεπτικό δεν εκφράζεται ρητώς: πάντως υποβόσκει ως μία απειλή μήνυσης εις βάρος κάποιου κρατικού λειτουργού, μιας δασκάλας δηλαδή, παρότι αυτή δεν συνιστά μια κλασική περίπτωση δασκάλας, είτε βάσει τυπικών προσόντων είτε εξαιτίας της ιδιομορφίας του μαθήματος που διδάσκει, της τέχνης του πλεξίματος. Η ηρωίδα της υπόθεσης είναι τυπικά ανήλικη και είναι αυτή που κινητοποιεί την υπόθεση όταν ερωτεύεται την καθηγήτριά της: και είναι απορίας άξιον το πότε η «ανήλικη» σεξουαλικότητα και ο χειρισμός της αποτελεί σκάνδαλο και πότε όχι για τις κοινωνίες μας.

Η απειλή της μήνυσης για κακοποίηση ανηλίκου έρχεται στο τραπέζι αλλά τείνει να αντισταθμιστεί και να ακυρωθεί από την απειλή της καθηγήτριας ότι και η ίδια έχει δεχτεί μια ψυχολογική πίεση εξαιτίας της εμμονής της μαθήτριάς της κατά τη διάρκεια των μαθημάτων πλεξίματος. Οπότε τα πράγματα «πλέκονται» και περιπλέκονται· κανείς δεν είναι ασφαλής πίσω από το μετερίζι των δικαιωμάτων του και το δίκαιο μπορεί, όχι τόσο δύσκολα, να αλλάξει παράταξη. Στη μεταμοντέρνα κοινωνία του ατομισμού και των αντίστοιχων δικαιωμάτων τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο. (περισσότερα…)