*
του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ
~.~
Η ταυτότητα ενός προσώπου ριζώνει σε έμφυτες ροπές με ηθική βαρύτητα, και σχηματίζεται από τη ζύμωση με αξίες και μια συναισθηματική ώθηση προς ό,τι το εν λόγω πρόσωπο θεωρεί ως συγκροτητικό του χαρακτηριστικό. Συγκροτητικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου είναι οι ισχυρές του ανάγκες. Τέτοιες ανάγκες υπαγορεύει, για παράδειγμα, μια έμφυτη ροπή, όπως η επιδίωξη της απόλαυσης ή της ελευθερίας. Ανάγκες σχηματίζονται και από τις αξίες σε έναν κοινωνικό σχηματισμό, όπως αξία της ευημερίας ή της δικαιοσύνης. Τόσο οι έμφυτες ροπές (ως αυταξίες) όσο και οι αξίες που μας έχουν διαμορφώσει σε κοινωνικό σχηματισμό, γίνονται φανερές στις ανάγκες μας: τόσο στις ορμές που έχουμε, όσο και στις αντιστάσεις που προβάλουμε. Οι ανάγκες αποκαλύπτονται σε όσα πράττουμε, αλλά και σε όσα δεν πράττουμε. Ένα παράτολμο βήμα στο πέρασμα του Γιόσου, ανεβαίνοντας τον Όλυμπο, συναντά αντιστάσεις λόγω της έμφυτης ροπής για αυτοσυντήρηση (ισοδύναμα, για αποφυγή πόνου). Ανάλογα με το οικοσύστημα των αξιών του, ένα πρόσωπο συναντά αντιστάσεις στο να διακινήσει ναρκωτικά.
Οι ανάγκες μας, είτε διαμορφώνουν ορμές, ενίοτε ικανές να καταλύσουν δεσμούς, είτε μας προκαλούν αντιστάσεις, σαν ένα εσωτερικευμένο ‘πρέπει’ στη συμπεριφορά μας. Άλλες ανάγκες είναι ισχυρές και γνήσιες μέσα μας, άλλες επίπλαστες. Γι’ αυτό και κάθε αίτημα πληρότητας, συνυφαίνεται με ένα αίτημα αυτογνωσίας και ξεκαθαρίσματος των αναγκών μας. Για να γίνει ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, χρήσιμο είναι να αναρωτηθούμε πως σχηματίζονται οι ανάγκες μας, ποιες είναι οι πηγές τους. Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τέσσερεις πηγές που γεμίζουν την κοίτη των αναγκών μας στην ανθρώπινη περιπέτεια: α) η βιολογική μας συγκρότηση β) η ιστορικότητα των αξιών ενός πολιτισμού, γ) οι πρακτικές που συμμετέχουμε στο εδώ και τώρα ενός κοινωνικού σχηματισμού, δ) η συναισθηματική ιδιαιτερότητα ενός μεμονωμένου προσώπου.
Η ευρεία διυποκειμενικότητα
Η θέληση για ισχύ, η επιδίωξη της απόλαυσης διά των αισθήσεων, η αποφυγή του πόνου, η ανάγκη για ελευθερία στις επιλογές και για δημιουργία, η φροντίδα από και προς τρίτους αποτελούν έμφυτες βιολογικές ροπές που επιβάλλουν «εκ του φυσικού» μία συγκεκριμένη συμπεριφορά, όσο κι αν από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλάζει η ένταση μιας έμφυτης ροπής και η βαρύτητά της. Η φυσική αναγκαιότητα των έμφυτων ροπών μας συνιστούν μία ευρεία διυποκειμενικότητα, χαρακτηριστική του ανθρώπου ως έμβιου όντος και μέρους της φύσης. Τούτη η διυποκειμενικότητα αποκαλείται ευρεία, διότι «αιμοδοτείται» από χαρακτηριστικά και έμφυτες ροπές της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, ανεξάρτητα από μία χρονική συγκυρία.
H δεύτερη πηγή των αναγκών μας είναι οι κρυσταλλωμένες αξίες του πολιτισμού μέσα στον οποίο εισαγόμαστε από τη γέννησή μας. Η ιστορικότητά τους δημιουργεί ένα έρμα στον προσανατολισμό μας, συχνά υπόρρητο, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση μιας αφήγησης εαυτού, άρα και μιας ταυτότητας. Τέτοιες πολιτισμικές υπαγορεύσεις εξαρτώνται μεν από το ανθρώπινο γένος συνολικά (χωρίς ανθρώπους δεν έχει νόημα να μιλάμε για αξίες) αλλά είναι ανεξάρτητες από τον μεμονωμένο άνθρωπο. Το τι ονομάζεται δίκαιο σε μία εποχή οφείλεται σε μία κρυσταλλωμένη συναίνεση, σμιλεμένη στο χρόνο και υπό μία έννοια απρόσωπη, δηλαδή ανεξάρτητη από οποιοδήποτε μεμονωμένο πρόσωπο.
Οι κρυσταλλωμένες αξίες ενός πολιτισμού αποτελούν, όπως και οι έμφυτες ροπές, κομμάτι της ευρείας διυποκειμενικότητας, στην οποία εισαγόμαστε κατά την ανατροφή μας, χρωματίζοντας τη φύση μας, που εντέλει είναι δεύτερη φύση. Μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί οι κρυσταλλωμένες πολιτισμικές υπαγορεύσεις ανήκουν σε μια ευρεία διυποκειμενικότητα, μέσα από τη διατύπωση του Βιττγκενστάιν περί ανθρώπινης φυσικής ιστορίας:
«Το να προστάζουμε, το να ρωτάμε, το να αφηγούμαστε, το να φλυαρούμε ανήκουν στη φυσική μας ιστορία τόσο όσο το να περπατούμε, να τρώμε, να πίνουμε, να παίζουμε» (Φιλοσοφικές Έρευνες, Παπαζήσης, §Ι.25).
Τα κριτήρια των πρακτικών και το έσωθεν κίνητρο
Πηγή αναγκών (και των συνακόλουθων ορμών ή αντιστάσεών μας) δεν είναι μόνο οι δεσμεύσεις μιας ευρείας διυποκειμενικότητας που διαπερνά μεμονωμένους ανθρώπους και εποχές. Είναι και οι δεσμεύσεις μιας «στενής διυποκειμενικότητας» όπως αποτυπώνεται στην καθημερινή συμπεριφορά και στα κριτήρια των πρακτικών που τη συγκροτούν: από το εκπαιδευτικό σύστημα μέχρι το πώς ασκούνται συγκεκριμένα επαγγέλματα. Η στενή διυποκειμενικότητα, ακόμα κι αν επιβάλλει μία δεσμευτικότητα όχι τόσο ισχυρή όσο η ευρεία, δεν παύει να ενσταλάζεται στον καθένα και να διαμορφώνει ορμές και αντιστάσεις.
Σε άλλες κοινωνίες τα «πρέπει» εντός ποικίλων πρακτικών που τη συγκροτούν (τα κριτήρια της στενής διυποκειμενικότητας) είναι από ανύπαρκτα και χαλαρά έως πολύ αυστηρά, ανάλογα με το πώς η καθεμιά κοινωνία έχει θεσμίσει την εκάστοτε πρακτική και επιθυμεί να εξασφαλίσει την ποιότητα όσων εκεί προσφέρονται. Άλλοτε θεσμίζονται χάρη σε μία πλειοψηφική συναίνεση, άλλοτε επιβάλλονται από όσους διαθέτουν τέτοια ισχύ σε μια πρακτική ώστε να επηρεάζουν τους κανόνες της, άλλοτε προκύπτουν από δημιουργούς που ανανεώνουν τις πρακτικές και τα κριτήριά τους, καθιστώντας δύσκολο να αγνοηθούν.
Τέλος, μια τέταρτη πηγή αναγκών είναι η συναισθηματική ιδιαιτερότητα ενός μεμονωμένου προσώπου, η οποία του επιβάλει συγκεκριμένες ορμές και αντιστάσεις, οδηγώντας το σε συγκεκριμένες επιλογές. Αποκαλυπτική αυτής της συναισθηματικής ιδιαιτερότητας είναι η προσέγγιση του Μπέρναρντ Ουίλλιαμς (Αιδώς και Ανάγκη, Αλεξάνδρεια, σ. 124-131), ο οποίος φωτίζοντας όψεις της αρχαίας τραγωδίας με φιλοσοφικό τρόπο, κάνει λόγο για ένα αίσθημα της αιδούς που προκαλείται σε ένα υποκείμενο από τον ίδιο τον εαυτό του. Υπάρχει η εξωγενής αιδώς (ντροπή) που οφείλεται περισσότερο σε κοινωνικές συμβάσεις, οδηγώντας ενίοτε το υποκείμενο σε ετερονομία (αποδέχομαι αξίες των άλλων, που δεν είναι δικές μου). Όμως, η ενδογενής ντροπή, αν και περικλείει τα γύρω πρόσωπα, σχετίζεται περισσότερο με το ποιος είμαι και με το τι συνιστά δική μου ανάγκη – σαν να υπάρχει ένας «εσωτερικευμένος έτερος» προς τον οποίο λογοδοτώ. Υπάρχει ένα έσωθεν αίσθημα της αιδούς· αντικατοπτρίζει ένα υποκειμενικό «πρέπει», που συνδέεται με το ίδιο το πρόσωπο και με ό,τι αντιλαμβάνεται ως συγκροτητικό του εαυτού του. Τούτο ανιχνεύεται, για παράδειγμα, στη συγκλονιστική φράση του Αίαντα από την ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, έχοντας πάρει την απόφαση να αυτοκτονήσει: «ἐγὼ γὰρ εἶμ᾽ ἐκεῖσ᾽ ὅποι πορευτέον» («γιατί εγώ θα πάω τώρα, εκεί που πρέπει να πάω», στ. 690). Ο Αίαντας είχε στον πυρήνα της ταυτότητάς του την τιμή και αναγνώριση από τους συμπολεμιστές του· άπαξ και τούτα δεν κερδήθηκαν –πράγμα που τον έκανε να ντραπεί–, προτιμά ν’ αυτοκτονήσει.
Με αφετηρία αυτή ακριβώς την έννοια της έσωθεν αιδούς, του έσωθεν «πρέπει», οδηγούμαστε στην έννοια του υποκειμενικού ηθικού κανόνα. Οι υποκειμενικοί κανόνες συνυφαίνονται με μία συνέπεια προς εαυτόν, μία δέσμευση στο «πρέπει» που επιβάλλει κάποιος στον εαυτό του, προς ό,τι ο καθένας αντιλαμβάνεται ως συγκροτητικό του. Τούτο είναι που του προκαλεί μία –συχνά εκτός ορθολογισμού– συναισθηματική ώθηση, κινώντας ένα πρόσωπο σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.
///
φιλοσοφικό ημερολόγιο #4
*
*
*
