*
του ΣΩΤΗΡΗ ΤΡΙΒΙΖΑ
~.~
Ο ΓΑΤΟΣ ΠΟΥ ΕΚΛΕΒΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ
Σε κάποιο υπόγειο βαθύ, σκοτεινό,
που ήλιο δεν βλέπει, δεν βλέπει ουρανό,
ζει ένας γάτος αμέτρητα χρόνια
με ζέστη, με κρύο, με βροχές και με χιόνια.
Κανείς δεν τον ξέρει, κανείς δεν μιλά,
και όμως στην σκέψη μας ζει σιωπηλά.
Κατάμαυρος είναι με μάτια λυχνάρια
που λάμπουν τη νύχτα σαν να ’ναι φεγγάρια,
χάδια δεν θέλει κι αγάπες κλεμμένες
τρέφεται μόνο μ’ ελπίδες χαμένες
και μ’ όνειρα τρέφεται εδώ κάτω στη γη
από αυτά που συνήθως λησμονάς την αυγή.
Στον ύπνο μας μπαίνει και τα όνειρα κλέβει
ποιος ξέρει ο γάτος τι άλλο γυρεύει!
Αν είδες στον ύπνο σου φεγγάρια κι αστέρια
το πρωί θα ξυπνήσεις με άδεια τα χέρια
και ο κλέφτης ονείρων, ο μαύρος ο γάτος,
στην υπόγεια την τρύπα θα κοιμάται χορτάτος.
///
ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑΝ ΜΟΝΑ ΤΟΥΣ
Σ’ ένα ντουλάπι από καιρό ξεχασμένα
ζουν δυο παπούτσια παλιά, μπαλωμένα,
κάποτε κάποιος τα φορούσε με χάρη
μα πια δεν γνωρίζουν ανθρώπου ποδάρι.
Ποιος να το πίστευε, ποιος να το ’λεγε τάχα,
πως μόλις νυχτώνει περπατάνε μονάχα;
Τακ, τακ, μες στους δρόμους γυρίζουνε άδεια
κι αν τα ρωτήσεις θα σου πούνε μ’ ευφράδεια:
«Γυρεύουμε άνθρωπο να πάμε ταξίδι,
να μένεις ασάλευτος δεν είναι παιγνίδι».
Αλλά όποιος τα βάλει, προσέξτε καλά,
σαν την πέτρα θα γίνει που για πάντα κυλά.
Θα βαδίζει στους δρόμους χωρίς να σταθεί,
θα βαδίζει συνέχεια μέχρι που να χαθεί,
το κορμί θα λυγίζει, το μυαλό θα βουλιάζει,
το επόμενο βήμα πάντα τρομάζει…
Αν ποτέ συναντήσεις τα παπούτσια αυτά
μη τυχόν και τα βάλεις… Φύγε! Τρέξε μακριά!
///
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Όταν πέφτουνε οι ίσκιοι
κι όταν το σκοτάδι πέφτει
μοιάζει ο κόσμος να ησυχάζει
μέσα στον παλιό καθρέφτη.
Βλέπεις εκεί ζωγραφιστό
κάτι σαν πρόσωπο γνωστό.
Το κοιτάζεις, σε κοιτάζει,
και του γνέφεις, και σου γνέφει.
«Έλα μέσα», σου φωνάζει
απ’ τα βάθη του καθρέφτη.
Όταν πέφτουνε οι ίσκιοι
κι όταν το σκοτάδι πέφτει
μπες αν θες να ξαποστάσεις
μέσα στον παλιό καθρέφτη.
Τότε ο χρόνος σταματάει
κι η γαλήνη σε λικνίζει.
Μα όποιος κρύβεται εκεί μέσα
πίσω δεν ξαναγυρίζει.
///
ΣΚΕΛΕΤΟΣ ΣΤΟ ΝΤΟΥΛΑΠΙ
Καθένας μέσα σ’ αυτή την πόλη
κρύβει στο σπίτι του, το ξέρουν όλοι,
κρύβει στο σπίτι το μυστικό του:
σ’ ένα ντουλάπι τον σκελετό του.
Αίμα δεν χύνει, δεν σπέρνει τρόμο,
δεν θα τον δείτε ποτέ στον δρόμο.
Μα, όπως όλοι, ψάχνει γι’ αγάπη
όταν το σκάει απ’ το ντουλάπι.
Αν τον κλειδώσεις στην αποθήκη
αν του ζητήσεις να δώσει νοίκι
αν τον πετάξεις έξω απ’ το σπίτι
αν ταξιδέψεις σ’ άλλον πλανήτη
πάλι την πόρτα θα σου χτυπήσει
και στο ντουλάπι σου θα κατοικήσει.
*
*
*
