Σκέψεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, Β΄ Μέρος

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

5.

Επειδή δεν ελπίζω να ξαναγυρίσω
Επειδή δεν ελπίζω
Επειδή δεν ελπίζω να γυρίσω
Λαχταρώντας το χάρισμα του ενός και τη φήμη του άλλου
Δεν αγωνίζομαι πια ν’ αγωνιστώ για τέτοια πράγματα
(Γιατί ν’ απλώνει τα φτερά του ο γέρικος αετός;)
Γιατί να πενθώ
Τη χαμένη δύναμη της συνηθισμένης βασιλείας;
T. S. ELIOT

Η Λήθη ήταν ένα μυθικό ποτάμι στον Άδη, τον κάτω κόσμο, στην ελληνική μυθολογία. Ήταν ένα από τα πέντε ποτάμια του Άδη. Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων (o ποταμός της θλίψης), Κωκυτός (o ποταμός του θρήνου), Φλεγέθων (o ποταμός που έχει πύρινες φλόγες), Λήθη (o ποταμός της λησμονιάς) και Στυξ (o ποταμός του μίσους).

Οι ψυχές των νεκρών έπιναν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν τις αναμνήσεις της επίγειας ζωής τους. Στη σημερινή δυστοπική πραγματικότητα οι διάφοροι πολιτικοί μας καλούν, παρότι είμαστε ζωντανοί, να συμπεριφερόμαστε ως νεκροί, ποτίζοντάς μας λήθη προκειμένου να λησμονήσουμε τις πολιτικές πράξεις τους που βρίσκονταν στον αντίποδα των όσων είχαν υποσχεθεί. Στην καθομιλουμένη μας καλούν να λησμονήσουμε τις «κωλοτούμπες» τους. Χάθηκε η ντροπή! Μόνο αδιαντροπιά έχει μείνει!

Πώς να δικαιολογήσουν, όσοι ηγέτες των δημοκρατικών, ρεπουμπλικανικών, χριστιανοδημοκρατικών, σοσιαλδημοκρατικών, εργατικών, φιλελεύθερων και αριστερών ( ; ) κομμάτων έχουν κυβερνήσει την λεγόμενη εποχή της Παγκοσμιοποίησης, τις εξελίξεις του ύστερου καπιταλισμού και της κατάρρευσης της «φιλελεύθερης δημοκρατίας»; Πώς μπορούν όλοι αυτοί να υψώσουν τείχη ενάντια στη λαίλαπα του τραμπισμού και των ιδεών που προάγει; Πώς μπορούν όλοι αυτοί να επιτεθούν στον τραμπισμό απλώς μιλώντας για υπεράσπιση της δημοκρατίας, όταν για τους ψηφοφόρους, αυτό ακούγεται σαν υπεράσπιση του status quo που ευνοούσε τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ;

Γι’ αυτό έχει σημασία ποιος εκστομίζει ιδέες υπεράσπισης της δημοκρατίας. Είμαστε μάρτυρες του γεγονότος ότι οι ιδέες της λεγόμενης άκρας δεξιάς σιγά αλλά σταθερά καταπίνουν τις ιδέες της λεγόμενης δεξιάς ενώ παράλληλα τα φαντάσματα της λεγόμενης αριστεράς εξακολουθούν να βρίσκονται εγκλωβισμένα στο «Κάστρο των Βρικολάκων του Καπιταλιστικού Ρεαλισμού»[1] και να οραματίζονται την επανεμφάνισή τους φορώντας τα γνωστά ρούχα του Βασιλιά…

6.

ακριβώς επειδή χάθηκαν κι αναγκάστηκαν
να υποστούν μεταμορφώσεις στην προσπάθεια τους
να επιστρέψουν σ’ ένα ξεχασμένο σημείο πέρα στα χωράφια
 
JOHN ASHBERY

Τι μπορεί να σημαίνει λοιπόν «ανασύνθεση της κεντροαριστεράς;» ενός όρου με πολύ συγκεκριμένη πολιτική πρακτική και ιστορική εμπειρία που συμβολίζει στο μυαλό των λαϊκών ανθρώπων εξαπάτηση, ψεύδος και συνεχείς κωλοτούμπες; Μάλλον κάτι άλλο πρέπει να πάρει τη θέση του και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την ανασύσταση της Λαϊκής Υποκειμενικότητας που έχει ριχτεί στα Τάρταρα από τις ενέργειες όλων αυτών των κομμάτων.

Μόνο η ανασύνθεση της λαϊκής υποκειμενικότητας στον ελληνικό χώρο μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για μια καινούργια πορεία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν τα προβλήματά του αντιμετωπισθούν ως προβλήματα που γεννιούνται από τον ύστερο πολυεθνικό διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Στην ουσία χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα που γεννά η μετανεωτερικότητα και το εκτεχνικευμένο, εμπορευματοποιημένο σύμπαν του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η αδυναμία των λεγομένων εκφραστών των λαϊκών συμφερόντων να εκφράσουν πολιτικό λόγο συγκροτημένο, επιθετικό και συνάμα ενταγμένο σε ένα παρεμβατικό πλαίσιο μεταρρυθμιστικό της σημερινής τάξης πραγμάτων με συγκεκριμένο στόχο την υπέρβασή του, την καθιστά δέσμια του πολιτικού συστήματος που ήδη κατάρρευσε μαζί με όλα τα συμπαρομαρτούντα αλλά και της συμπεριφοράς των λαϊκών στρωμάτων που αυτό προσδιόριζε.

Η κατάρρευση ενός συστήματος πολιτικής διαχείρισης που έχει κατά κόρον υποστεί έντονη και δριμεία κριτική δεν μπορεί σήμερα να ζητείται να διατηρηθεί με παρεμβατικές διορθωτικές κινήσεις, οι οποίες αναφέρονται σε εποχές περασμένες και ανύπαρκτες σήμερα. Αν συνεχιστούν αυτού του είδους οι παρεμβάσεις το επερχόμενο σύστημα, παρά τις διαδηλώσεις, την οργή και τα κινήματα θα είναι σαφώς χειρότερο.

Μπορεί να ανατραπεί αυτή η πορεία που φαντάζει αναπότρεπτη; Εξαιρετικά δύσκολο για να μην πω σχεδόν αδύνατον. Όμως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Κανείς δεν γνωρίζει πόσο βάρος αντέχει μια πόρτα αν δεν την σπρώξεις με όλη σου τη δύναμη. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι η ανασύνθεση του λαϊκού πόλου μπορεί να γίνει μόνο σε μία κατεύθυνση και με πρωτοβουλίες που οδηγούν σε όξυνση τις αντιθέσεις του υπάρχοντος καθεστωτικού συστήματος. Θα πρέπει να ενσκήψουμε πάλι στις κληρονομημένες εκδοχές της προοδευτικής ιδεολογίας όπου κατά καιρούς συναντήθηκαν κοινωνικές ελπίδες, δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και λαϊκές προσδοκίες, δίνοντας ένα περιεχόμενο που κατά κάποιο τρόπο συνάδει με την εικόνα ενός καλύτερου κόσμου.

Όλες οι άλλες προσπάθειες είναι φανερό ότι καταλήγουν σε αδιέξοδη ενσωμάτωση με τις βουλήσεις των φορέων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποιημένης μετανεωτερικότητας. Δηλαδή με τις βουλήσεις των πολιτικών δυνάμεων της καθεστωτικής Δύσης που υπηρετούν με τρόπο πλέον αηδιαστικό τα συμφέροντα των πολυεθνικών επιχειρήσεων που αποτελούν τους αδιαφιλονίκητους φορείς της παγκοσμιοποίησης. Διαφορετικά όπως λέει και ο ποιητής : «Χάνεται ο καιρός σε άδειες κουβέντες» (Γ. Σεφέρης, Μέρες Ε΄, 8 Μάη1945).

7.

Η επικράτηση του κανονιστικού διαφωτισμού με όλες τις εκφάνσεις του δυσκολεύει την κατανόηση της ιστορικής πορείας των ιδεών. Η συνήθεια που έχει αποτυπωθεί βαθιά στη συνείδησή μας ως κατάλοιπο του «κανονιστικού διαφωτισμού» μας οδηγεί να κρίνουμε όλες τις κοινωνικές εξελίξεις εθισμένοι στην έννοια της προόδου.
ΚΜ

Στη σημερινή φάση της κατάρρευσης της λεγόμενης «φιλελεύθερης δημοκρατίας»[2] και της εξάπλωσης του ύστερου καπιταλισμού με βασικά του χαρακτηριστικά την Αυταρχικότητα, την Ανομία, την Ανισότητα, και την Τεχνοεπιστήμη[3], όσοι έχουν ταυτιστεί (διανοούμενοι και λοιποί) με την έννοια της προόδου[4] του «κανονιστικού διαφωτισμού» και της «εργαλειακής ορθολογικότητας», παρακολουθούν έκπληκτοι την επανάκαμψη ιδεών που σύμφωνα με τα «πιστεύω τους» θα έπρεπε να είναι για πάντα θαμμένες στα Τάρταρα της Ιστορίας.

Όλοι αυτοί δεν αντιλαμβάνονται ότι οι ιδέες είναι όπλα που οι ανθρώπινες υπάρξεις και οι ανθρώπινες συνομαδώσεις χρησιμοποιούν στον μεταξύ τους αγώνα επιβίωσης και όπως τα όπλα δεν σκοτώνουν από μόνα τους έτσι και αυτές δεν λένε τίποτε από μόνες τους. Μόνο εφ’ όσον τις εγκολπωθεί μια ομάδα ανθρώπων και τις αντιπαραθέσει σε εκείνες μιας αντίπαλης ομάδας αποκτούν λειτουργία και εκτόπισμα στην Ιστορία. Οι ιδέες δεν καταστρέφονται όπως οι βόμβες όταν εξαπολυθούν. Παραμένουν στο περιθώριο μέχρι κάποιος να τις περισυλλέξει και να τις ενεργοποιήσει ξανά στο κατάλληλο κοινωνικό περιβάλλον. Μάλιστα αυτό που βαραίνει αποφασιστικά στην επανενεργοποίηση και στην επανεγκατάστασή τους στο επίκεντρο του πολιτικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος είναι ποιος τις λέει, ποιος τις υποστηρίζει στο δημόσιο διάλογο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «ξεχασμένες» ιδέες της άκρας δεξιάς των τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ου που θεωρήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ότι «θάφτηκαν» στα ντουλάπια της ιστορίας. Ουδέν ψευδέστερον. Ήδη οι ιδέες της λεγόμενης άκρας δεξιάς όχι μόνο έχουν επανεμφανισθεί αλλά έχουν γίνει κυρίαρχες σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού. Η απήχηση των ευρωπαϊκών κομμάτων της λεγόμενης άκρας δεξιάς συνεχώς διευρύνεται. Στη συνέχεια παρατίθενται οι βασικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό.

Η ευρωπαϊκή νέα άκρα δεξιά έχει καταστρώσει ένα περίτεχνο πολιτικό πρόγραμμα, που βρίσκει μεγάλη απήχηση στον κόσμο. Έτσι σε αντίθεση με τα νεοφασιστικά κόμματα των αρχών της μεταπολεμικής περιόδου, τα σημερινά κόμματα δεν είναι δυνατόν να απορριφθούν εύκολα ως ιστορικοί αναχρονισμοί ή οπισθοδρομικά στοιχεία. Σε αντίθεση με τα βαριά, κατακερματισμένα κόμματα του 1960 και του 1970, που είχαν αρχηγούς πρώην ναζί και οπισθοδρομικούς εθνικιστές, τα εκσυγχρονισμένα κόμματα της νέας άκρας δεξιάς της Ευρώπης προσφέρουν μια ακροδεξιά ιδεολογία με σύγχρονο, δημοκρατικό μανδύα. Επίσης, τα οικονομικά προγράμματα των περισσότερων σύγχρονων ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης είναι ρητά υπέρ του laissez-faire και του νεοφιλελευθερισμού[5], σε πλήρη αντίθεση με τον κορπορατικό προσανατολισμό του ιστορικού φασισμού. Ένα ακόμη στοιχείο που χρειάζεται να τονισθεί είναι ότι η άκρα δεξιά και ο σημερινός νεοφασισμός εμφανίστηκαν σε ένα σταθερότερο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον σε σχέση πάντα με τον ιστορικό φασισμό.

Η αρχή της αλλαγής τοποθετείται στα τέλη τις δεκαετίας του 1970, όταν, με πρωτοπόρο τον Γάλλο Αλαίν ντε Μπενουά και την οργάνωσή του GRECE (Groupement de Recherches et d’Études pour une Civilisation Européenne), η νέα άκρα δεξιά θέτει σε εφαρμογή μια νέα στρατηγική: έναν «γκραμσισμό της δεξιάς»[6] για την ανατροπή της πολιτιστικής κυριαρχίας της αριστεράς και την επικράτηση δεξιών ιδεών και θεματικών. Αυτός ο πολιτιστικός και πολιτικός αγώνας θα προετοίμαζε το έδαφος για την πολιτική κυριαρχία της ακροδεξιάς.

Η μεγάλη καινοτομία της GRECE ήταν ότι έλαβε σοβαρά υπόψη τα ζητήματα του πολιτισμού από τη σκοπιά της δεξιάς. Η πολιτική δεξιά είχε παραχωρήσει το πνευματικό-πολιτιστικό πεδίο στη μαρξιστική αριστερά, ενώ τα ριζοσπαστικά εθνικιστικά κινήματα (η άκρα δεξιά) επιδίδονταν σε έναν αντιδιανοητικό ακτιβισμό, ο οποίος είχε σαφή αντιδιανοουμενίστικα χαρακτηριστικά και συνδεόταν με μια μορφή λαϊκίστικης εξέγερσης. Από την άποψη αυτή, η GRECE επέστρεφε στην παράδοση των ιστορικών- συγγραφέων της Action Francaise (Μωρράς, Μπαρρές)[7].

Αφού φλέρταρε για πολλά χρόνια με μια πιο ορθόδοξη, φασιστική θεωρία βιολογικού ρατσισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (με έντονες αναφορές στη σκέψη του Ιταλού θεωρητικού του «πνευματικού ρατσισμού» βαρόνου Τζούλιους Έβολα), η Νέα Δεξιά, ανέπτυξε μια νέα, έξυπνη στρατηγική. Η προσέγγιση αυτή, με την οποία, αποστασιοποιούνταν από τον ξεπερασμένο ιστορικό φασισμό, της επέτρεπε να συνεχίσει τη φασιστική προπαγάνδα αλλά σε μια πιο αποδεκτή μορφή. Ο Αλαίν ντε Μπενούα, εγκατέλειψε τη φυλή και υιοθέτησε τον πολιτισμό. Υποστήριξε ειδικότερα ότι όλες οι πολιτικές συγκρούσεις θα έπρεπε να ερμηνεύονται με όρους πολιτισμού. Λεηλάτησε τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, από την ανθρωπολογία μέχρι την ψυχιατρική, για να στηρίξει τα επιχειρήματά του για τη μακραίωνη διάρκεια των πολιτιστικών και εθνικών διαφορών. Ο πολιτισμός έπρεπε να αντικαταστήσει την τάξη ως στοιχείο διαφοροποίησης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο ομοιογενείς κοινωνικά και καλούνταν ως σύνολο να υπερασπίσουν τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες τους απέναντι σε μη Ευρωπαίους ξένους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό τους. Αυτή η ιδιάζουσα ιδεολογία του «εθνοτικού πλουραλισμού» απαιτούσε τη χάραξη καθαρών διαχωριστικών γραμμών στη βάση εθνοτικών και πολιτισμικών διαφορών. Η έμφαση στη διαφύλαξη της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας – σε αντίθεση με έναν επιθετικό εξισωτισμό και οικουμενισμό της παγκοσμιοποίησης, που οδηγούσε σε μια ανεξέλεγκτη ανάμειξη των λαών και εξαφάνιζε συνεπώς τις ιδιαίτερες παραδόσεις- έφερε το νέο δεξιό στοχασμό κοντά σε ορισμένες μορφές φιλοσοφικού συντηρητισμού. Συμβάδιζε επίσης φιλοσοφικά με ορισμένες εκδοχές του μεταμοντερνισμού, στο μέτρο που οι θεωρητικοί της Νέας Δεξιάς εισηγούνταν ένα παγκόσμιο «δικαίωμα στη διαφορά»[8] .

Η αντίληψη της Νέας Δεξιάς για το πολιτικό ήταν πολιτισμική με μια διττή έννοια. Αφενός ο πολιτισμός καθόριζε τις πολιτικές εντάσεις, αφετέρου ο δρόμος προς την πολιτική εξουσία περνούσε κατεξοχήν μέσα από τον πολιτισμό.

Αντί να προχωρήσει απευθείας στην ίδρυση πολιτικών κομμάτων (ή στη δημιουργία παραστρατιωτικών ομάδων ή την οργάνωση φασιστικών κινημάτων ευρείας βάσης) η Νέα Δεξιά επιχείρησε να διεισδύσει στα ΜΜΕ και το εκπαιδευτικό σύστημα και να κατακτήσει τα υψίπεδα του πνεύματος. Τότε μόνο, όταν θα είχε αποκτήσει πολιτισμική εξουσία, θα μπορούσε να περάσει στον πολιτικό στίβο και να μεταφράσει αυτή τη δύναμη σε εκλογικές νίκες.

Η Νέα Δεξιά απέκτησε για πρώτη φορά δημόσιο βήμα το 1978, όταν ο εκδότης του Figaro Magazine, Λουί Πωβέλ, άρχισε να δημοσιεύει τακτικά άρθρα του Μπενουά και άλλων ομοϊδεατών του. Με τη σταθερή του παρουσία στο κυριακάτικο ένθετο μιας μεγάλης συντηρητικής εφημερίδας της Γαλλίας, το όνομα του έγινε πολύ οικείο μέσα σε λίγους μόνο μήνες. Η αρθρογραφία του Μπενούα, προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις κυρίως με τις αριστερές απόψεις καθιστώντας τον επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημοσιεύτηκαν περίπου 2000 άρθρα για κάποιον που μέχρι πρότινος ήταν σχεδόν άγνωστος.

Η όλη πολιτιστική λογική της άκρας δεξιάς δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει το ενδιαφέρον μεγάλο μέρους των πολιτών, αν οι κοινωνικές διεργασίες που προκαλούσε η εν εξελίξει παγκοσμιοποίηση, δεν έδιναν την αφορμή για μια εδραία ερμηνευτική πρόταση, εντελώς διαφορετική τόσο από την καθεστηκυία άποψη όσο φυσικά και από την αντίστοιχη αριστερή.

Περίπου τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και το κίνημα της άκρας δεξιάς στην Γερμανία. Η γερμανική νέα δεξιά ιδιοποιήθηκε την στρατηγική των ομοϊδεατών της στη Γαλλία. Ένας από τους βασικούς της στόχους ήταν να αντιπαλέψει την υποτιθέμενη πολιτισμική κυριαρχία της αριστεράς εφαρμόζοντας και αυτή έναν «γκραμσισμό της δεξιάς» που θα της επέτρεπε να ανατρέψει την πνευματική ηγεμονία της αριστεράς και να επιβάλει μια ηγεμονία της δεξιάς. Στη Γερμανία η νέα άκρα δεξιά βρήκε το δημόσιο βήμα μέσα από μία από τις κύριες ημερήσιες εφημερίδες της Γερμανίας την Die Welt του εκδοτικό οίκου Ullstein. Μία χαλαρή ομάδα συγγραφέων και ιστορικών της νεότερης γενιάς κατείχαν τότε σημαντικά πόστα σε αυτούς τους δύο οργανισμούς. Μεταξύ αυτών η κυριότερη μορφή ήταν ο Ράινερ Τσίτελμαν. Το πρώτο ζήτημα που επικεντρώθηκαν ήταν η επανερμηνεία του εθνικοσοσιαλισμού. Είχε προηγηθεί η Διαμάχη των Γερμανών Ιστορικών για αυτό το ζήτημα τη δεκαετία του 1980 στην οποία είχε πρωτοστατήσει από την πλευρά των αναθεωρητών ο Ερνστ Νόλτε, ο οποίος υποστήριζε ότι το Άουσβιτς όχι μόνο δεν ήταν μοναδικό στο είδος του, αλλά ήταν απλώς μια από τις πολλές άλλες γενοκτονίες του 20ού αιώνα (επιπλέον, δεν ήταν καθόλου «πρωτότυπο» σε σύγκριση με τα σοβιετικά γκουλάγκ)[9].

Στην Ιταλία, ενσωματώνονται στις ακροδεξιές θεωρίες στοιχεία αποκρυφισμού, παγανισμού, μυθολογίας και εσωτερισμού[10]. Σε αυτήν την κατεύθυνση συνέβαλαν αποφασιστικά οι ιδέες του Έβολα ο οποίος εξελίχθηκε σε κυρίαρχη μορφή στο χώρο διαφόρων ακροδεξιών κινημάτων. Περίπλοκη προσωπικότητα. Αντιφατική. Αρχικά οπαδός του ντανταϊσμού, στη συνέχεια του μυστικισμού, του εσωτερισμού, του αποκρυφισμού και του παγανισμού. Βασικός εκπρόσωπος της λεγόμενης «συντηρητικής επανάστασης», στενός συνεργάτης του φασιστικού κινήματος στην Ιταλία, πιστός οπαδός του Μουσολίνι μέχρι το τέλος, παρότι ιδεολογικά βρισκόταν πιο κοντά στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Επεξεργάστηκε την ιδέα του «πνευματικού ρατσισμού» μέσω της οποίας επιχείρησε να ενδυναμώσει με έμμεσο τρόπο τον βιολογικό ρατσισμό παρότι κατ’ αρχάς φαίνεται ότι την αρνείται. Ο «πνευματικός ρατσισμός» έχει ως βάση την «εσωτερική ράτσα» η οποία προσδιορίζεται ως η κληρονομιά τάσεων και συνηθειών, η οποία με βάση τις περιβαλλοντικές επιδράσεις, φθάνουν να εκδηλώνονται συνολικά. Το ανήκειν σε μια ράτσα προσδιορίζεται με βάση τα πνευματικά χαρακτηριστικά σε συνέχεια των αντίστοιχων φυσικών. Τα τελευταία με το πέρασμα του χρόνου γίνονται εμφανείς. Ο πνευματικός ρατσισμός του Έβολα έχει ως αρχή το βιολογικό δεδομένο, που του φαίνεται, όμως, χονδροπρεπή και ντετερμινιστικό ως ιδέα και θέλει να το μετουσιώσει σε ανώτερο «πνευματικό επίπεδο» δηλαδή να του προσδώσει μεταφυσική υπόσταση. Με αυτό τον τρόπο ο Έβολα, επιχειρεί να εξευγενίσει τα βιολογικά χαρακτηριστικά και όχι να τα περιορίσει.

Δεν μπορούμε να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες, σε τούτο το κείμενο. Εκείνο που έχει σημασία να υπογραμμισθεί είναι η στροφή που πραγματοποίησε η νέα άκρα δεξιά από τα θέματα της βιολογίας (ράτσα, αίμα, φυλή κτλ.) στα αντίστοιχα του πολιτισμού (ταυτότητα, εθνική ιδιαιτερότητα, εθνική προτεραιότητα,κοσμοπολιτισμό, πολυπολιτισμικότητα, μετανάστευση, θρησκεία, ζητήματα φύλου κτλ.), φαίνεται ότι έχουν εγκατασταθεί στον πυρήνα του δημόσιου διαλόγου. Η υπεραισιοδοξία που απέπνεε η εποχή της Παγκοσμιοποίησης με την γνωστή ρητορική που την συνόδευε, προκαλούσε μια συστηματική υποτίμηση, σε όλες αυτές τις αντιλήψεις, αρνούμενη να τις δώσει την παραμικρή σημασία. Η συστηματική υποτίμηση αφενός και η αλαζονική πεποίθηση περί της πορείας των μελλοντικών εξελίξεων αφετέρου, επέτρεψε την βαθμιαία εγχάραξη και νομιμοποίηση των συγκεκριμένων απόψεων σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Από τη στιγμή, όμως, που η οικονομία εισήλθε σε κρίση, και αποκαλύφθηκε το αληθινό πρόσωπο της Παγκοσμιοποίησης, άνοιξε ο ασκός του Αιόλου δημιουργώντας «πεδίο δόξης λαμπρό» για την επέκταση και την εξάπλωση των συγκεκριμένων απόψεων. Όπως συμβαίνει στην ιστορία, όταν οξύνεται η κρίση, αποσαρθρώνονται όλα τα μεσοβέζικα υβριδικά μορφώματα και τη θέση τους καταλαμβάνουν τα ακραία, και υποτιθέμενα αυθεντικά μορφώματα με έντονη αντισυστημική ρητορεία.

8.

Επιφαινόμενο: καθετί φαινόμενο, κοινωνικό ή φυσικό, που γίνεται αντιληπτό από τις ανθρώπινες αισθήσεις (χωρίς να σημαίνει πως αγγίζεται η βαθύτερη αιτία του). Δευτερογενής και δευτερεύουσα εκδήλωση πιο θεμελιώδους πράγματος
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Η δημόσια συζήτηση για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκεται σε «έξαρση» και διεξάγεται σε υψηλούς τόνους κυρίως μεταξύ κυβερνήσεως και σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί: πολλές και σοβαρές θεσμικές παρεκτροπές –η ευθύνη της κυβέρνησης μεγίστη–, οικονομιστική πολιτική που προκαλεί μεγάλες δυσκολίες στην πλειοψηφία του πληθυσμού να ανταποκριθεί στις ανάγκες της καθημερινότητας ενώ παράλληλα «φουσκώνει» τα πορτοφόλια των ολίγων και εκλεκτών της κυβέρνησης αλλά και παντελής αδυναμία να διευρυνθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας με προϊόντα και αγαθά που ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία και αυξάνουν την παραγωγικότητα και την προστιθέμενη αξία.

Το ελληνικό κομματικό σύστημα σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις βρίσκεται σε φάση έντονου κατακερματισμού, όπως φαίνεται από τις δημοσκοπήσεις του Οκτωβρίου 2025. Αυτές δείχνουν τη σημαντικότατη πτώση των δημοσκοπικών ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος και όλα τα υπόλοιπα 5 κόμματα λαμβάνουν ποσοστά (πρόθεση ψήφου) από 11,0% έως 4,2%! Δηλαδή ένα τοπίο όπου το κυβερνών κόμμα υφίσταται μεγάλες απώλειες και τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζονται να επωφελούνται ελάχιστα και να παραμένουν σε πολύ χαμηλά ποσοστά. Το ΠΑΣΟΚ «κερδίζει» 1,87% από τις εθνικές εκλογές. Η Ελληνική Λύση 5,87%. Η Πλεύση Ελευθερίας 6,37%. Το ΚΚΕ 0,8%. Ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει 9,58%. Επίσης το σύνολο της αδιευκρίνιστης ψήφου φτάνει το 23%, ποσοστό ικανό να προκαλέσει πολιτική ανατροπή.

Στη δημόσια συζήτηση για τις τάσεις του εκλογικού σώματος εντός αυτού του πλαισίου, και προφανώς για τα μελλοντικά εκλογικά αποτελέσματα συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα «κόμματα» που δεν υπάρχουν στην πραγματική ζωή, δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για κόμματα-φαντάσματα. Πως γίνεται αυτό; Απλά με τη επίμονη συμβολή των εταιριών δημοσκόπησης και μέρους των ιδιωτικών ΜΜΕ των οποίων οι ιδιοκτήτες τυχαίνει να είναι και κομμάτι της ολιγαρχίας του επιχειρηματικού γίγνεσθαι στην Ελλάδα και του πλούτου γενικότερα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη φάντασμα για να χαρακτηρίσω αυτά τα κόμματα, με σαφή αναφορά στην έννοια της hauntologie του Ζακ Ντερριντά[11]. Υπ’ αυτή την έννοια το φάντασμα μπορεί να συλληφθεί ως κάτι που δρα χωρίς να υπάρχει σε υλική μορφή. Έτσι μπορεί η παρουσία ενός φαντάσματος να σηματοδοτεί κάτι που δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα αλλά εξακολουθεί να ενεργεί ως εικονικότητα. Για παράδειγμα το Φάντασμα του Μαρξ και του κομμουνισμού.

Από την άλλη πλευρά το φάντασμα μπορεί να σηματοδοτεί κάτι που δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν και επιπλέον δεν υπάρχει στη σημερινή πραγματικότητα αλλά ήδη παράγει αποτελέσματα στη σφαίρα του εικονικού, και το οποίο δύναται μελλοντικά να παράξει πραγματικά αποτελέσματα. Νομίζω ότι η δεύτερη περίπτωση ταιριάζει γάντι στην περίπτωση των κομμάτων-φαντασμάτων που οι δημοσκόποι συμπεριλαμβάνουν στις έρευνές τους. Το φάντασμα δεν είναι παρόν στην πραγματικότητα, αλλά παράγει προσδοκίες που διαμορφώνουν το μέλλον. Το φάντασμα λειτουργεί ως βασικός ελκυστής.

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα είναι αν η παραγωγή των προσδοκιών συνάδει πρωτίστως με τις κοινωνικές διεργασίες και τη θέληση της κοινωνίας η συνάδει κυριολεκτικά με τη βούληση αυτών «που προστάζουν πίσω από μας» όπως αναφέρει και ο ποιητής. Προφανώς το ερώτημα στην εποχή μας δεν έχει νόημα με δεδομένη τη δραματική κατάρρευση όλων των αξιών της ονομαζόμενης « φιλελεύθερης δημοκρατίας». Για ακόμη μια φορά το να ανατρέξουμε στην εμμένεια της καπιταλιστικής πραγματικότητας και στη μορφή που λαμβάνει στην ύστερη φάση του, ίσως αποτελεί κάποια διέξοδο προς την γνώση.

Ομιλία στην εκδήλωση «Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα», που διεξήχθη στο Παλαιό Δημορχείο της Φιλοθέης στις 04.11.2025. Το πρώτο μέρος της ομιλίας εδώ.

///

[1] Μ. Φίσερ, Η Ακύρωση του Μέλλοντος, Εκδόσεις Αντίποδες, 2024
[2] Κώστας Μελάς, Η μετάλλαξη των πολιτικών νοοτροπιών στην Ευρώπη.
[3] Προφανώς μεταξύ των δύο εξελίξεων, της κατάρρευσης της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και της εξάπλωσης του «ύστερου καπιταλισμού» υπάρχει όχι μόνο εμφανής συσχέτιση αλλά επιπλέον σχέση αιτίου και αιτιατού.
[4] P. Rossi, “Idola della modernita” in Giovanni Mari (a cura di) Moderno Postmoderno, Milano, 1987.
[5] Neil Davidson – Richard Saull, «Neoliberalism and the Far-Right: A Contradictory Embrace», Critical Sociology, 1–18, 2016
[6] Η αναφορά παραπέμπει ευθέως στην γνωστή θέση του Γκράμσι περί «πολέμου των θέσεων» (Guerra delle posizioni) ως στρατηγική κατάληψης της εξουσίας στις δυτικές αναπτυγμένες κοινωνίες, στις οποίες η ¨κοινωνία των ιδιωτών» είναι αναπτυγμένη και ως εκ τούτου παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτές τις διαδικασίες. Ουσιαστικά αποτελεί έναν άλλο δρόμο για την επανάσταση σε σχέση με τον δρόμο που ακολούθησε ο Λένιν στην επανάσταση του Οκτώβρη. Αυτή τη στρατηγική ο Γκράμσι την ονομάζει «πόλεμο κινήσεων» (Guerra manovrata). (Δες: «Due rivoluzioni», Ordine Nuovo, 3 luglio 1920).  Η στρατηγική του «πολέμου των θέσεων» απορρέει ευθέως από την έννοια της ηγεμονίας που ο ίδιος έχει επεξεργαστεί η οποία αποτελεί τον πυρήνα της σκέψης του Γκράμσι σχετικά με την προλεταριακή επανάσταση (Δες μεταξύ πολλών άλλων: A. Gramsci, Note sul Machiavelli, Editori Riuniti, 1975).
[7] Για όλα αυτά έχει ενδιαφέρον το: Jan-Werner Muller, Ένας επικίνδυνος νους, Πόλις, 2010.
[8] Έχω αναπτύξει τα θέματα αυτά στο: Κ. Μελάς–Γ. Παπαμιχαήλ, Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2017.
[9] Βλ. ό.π.
[10] Γνωστά πράγματα και για το ελληνικό τοπίο. Τα τηλεοπτικά κανάλια (ειδικά τα περιφερειακά και τοπικής εμβέλειας) «γέμισαν» στην κυριολεξία από «ειδικούς» της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, συνωμοσιολόγους κάθε θέματος, κοσμοκαλόγερους που προφητεύουν είτε την καταστροφή του κόσμου ή την νίκη του ξανθού γένους, ιερείς που εκθειάζουν την ελληνική ορθοδοξία με το δικό τους «ξεχωριστό» τρόπο, δημοσιογράφους που αφιερώνουν μεγάλη σειρά εκπομπών στον αποκρυφισμό, στην εξωγήινη διάσταση του ελληνικού γένους. Νέοι όροι και έννοιες εμφανίζονται στο λεξιλόγιο των Ελλήνων: οι Ελ, ο Σείριος, οι Εσοχθόνιοι, ο Ερμής ο τρισμέγιστος, ο αποκρυφισμός, οι Νεφελίμ, το Δελφικό Έψιλον, η Ομάδα Έψιλον, οι Χαζάροι, οι Μάγια και τόσοι άλλοι που ανασύρθηκαν από τα αραχνιασμένα ντουλάπια του παρελθόντος χρησιμοποιούμενοι για να… ερμηνεύσουν τις σημερινές ιστορικές εξελίξεις. Ήταν ένα παράξενο θέαμα να βλέπουμε αυτούς τους ημιμαθείς ανόητους να τσαλαβουτάνε στον βόρβορο του «μεταφυσικού».
[11] Jacques Derrida, Φαντάσματα του Μαρξ: Το κράτος του χρέους, η διεργασία του πένθους και η νέα Διεθνής, Εκκρεμές, 2000. Ο συγγραφέας συνδυάζει τις λέξεις haunt ( στοιχειώνω) και ontology (οντολογία). Θα μπορούσε να αποδοθεί ως στοιχειωνωντολογία.

*

*

*