*
Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης
Μιλώντας για Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει τον ιατρό και περιηγητή Παναγιώτη Ποταγό, έστω κι αν τα όσα λιγοστά μας άφησε ―ακόμα και― για το πέρασμά του από την περσική γη δεν είναι παρά συντομότατες, περιληπτικές, αναφορές, διανθισμένες με τα κλασικά και βιβλικά αναγνώσματά του που χρησιμοποιούσε ως γεωγραφικούς και ιστορικούς οδηγούς του. Περίληψις Περιηγήσεων εξάλλου ονόμασε κι ο ίδιος τα γραπτά του για τα ταξίδια του στην Ασία και την Αφρική. Ο Ποταγός πραγματοποίησε τα εξερευνητικά του ταξίδια ―έφιππος ή οδοιπόρος― επί μία πενταετία, από τα τέλη του 1867 έως το 1873. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1883, εξέδωσε τον πρώτο και μόνο τόμο από το συνολικά δίτομο έργο που είχε εξαγγείλει. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο άλλο γραπτό του, πιθανότατα γιατί, όπως γράφει ο Φώτης Κόντογλου, οι συγγενείς του απογοητευμένοι που δεν βρήκαν στα κατάλοιπά του τα πετράδια και τα πλούτη που νόμιζαν ότι θα κληρονομούσαν «ξεσκίσανε απ’ τη μανία τους ό,τι χαρτιά πέσανε στα χέρια τους».
Στο πρώτο του ταξίδι επισκέπτεται την Περσία ερχόμενος από τα δυτικά, από την Βαγδάτη, και, διασχίζοντας το Κερμανσάχ, το Χαμαντάν και την Τεχεράνη, κάνει μια μακρά στάση 20 ημερών στην Μασχάντ, καθ’ οδόν προς το Αφγανιστάν και την Κίνα, από όπου παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για την Θεσσαλονίκη μέσω Ρωσίας. Ιδού πώς περιγράφει την είσοδό του στην ιερότερη πόλη της Περσίας:
«Ἔφιππος ἐπὶ τοῦ ἵππου μου Μουνσίμπαση, καὶ ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου μου ἵππου Κονσοὺλ προυχώρουν ἐν τῇ λεωφόρῳ μόνος, ἐπειδὴ ἐγκατελείφθην ὑπὸ τῶν συνοδοιπόρων μου φοβουμένων μὴ ὀραθῶσιν ἐν τῇ ἁγίᾳ πόλει συμβαδίζοντες μετ’ ἀπίστου, ἐνῷ καθ’ ὁδὸν συνεφιλοτιμοῦντο, ἵνα μετ’ ἐμοῦ πορεύωνται». Η «αγία πόλις» Μασχάντ, η πόλη αυτή του Χορασάν, χτίστηκε γύρω από τον τάφο του όγδοου ιμάμη των σηϊτών Αλί αλ-Ρίντα, συγκαιρινού του αλ-Μααμούν, εξού και η διακηρυγμένη ιερότητά της. Κι ακριβώς η παρετυμολογία της ονομασίας της πόλης που μας προτείνει ο Ποταγός ομολογεί αυτή την ιδιαίτερη θέση της στην ιρανική θρησκευτική γεωγραφία: «ᾖς τὸ ὄνομα σημαίνει τόπον τοῦ ὁρᾶν τὴν ἁγιότητα· διότι εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἰμὰμ Ριζά, περὶ τὸ ὁποῖον ἐκ μεμακρυσμένων χωρῶν φέροντες οἱ Πέρσαι ἐνταφιάζουσι τοὺς αὐτῶν τεθνεῶτας, ποιοῦντες οἵα καὶ πρὶν γίνωσι πιστοί».
Παράλληλα με τις συχνότατες και πυκνές κλασικές και βιβλικές του συσχετίσεις της γεωγραφίας και της ιστορίας της χώρας, που κατακλύζουν την αφήγησή του, παρατηρεί και περιγράφει το τοπίο, καταγράφει ορισμένες ιδιαιτερότητες εθιμικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές που συναντά, μιλά για τα ντόπια προϊόντα και τις τεχνολογικές ιδιομορφίες της χώρας, τις συναντήσεις και τις συζητήσεις που είχε, συντομευμένα όμως και συνοπτικά όπως ήδη ανέφερα.
*
*
Στέκομαι σε μια περιγραφή του. Διασχίζοντας μια ερημική τοποθεσία πάνω στην καμήλα του, φθάνει
«τὴν πρωίαν εἰς πεδίον ἔρημον ὑπ’ ὀρέων κυκλούμενον κατὰ τὰς ὑπωρείας τῶν ὁποίων ὑπῆρχον πέτραι μορφὴν ζώων ἔχουσαι, καὶ μία ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ πρὸς δυσμὰς ὅρους μορφὴν γυναικός, φερούσης παιδίον ἐπ’ ὤμων». Στη συνέχεια της εξιστόρησής του, διαπιστώνουμε πως η φιλεύρευνη φύση του πληροφορήθηκε και τους τοπικούς θρύλους για την γεωμορφολογία της περιοχής, κι έτσι για το τοπίο που μόλις περιδιάβηκε μας χαρίζει την ακόλουθη ανεκδοτολογική γενεσιουργό ερμηνεία. «Διηγοῦνται ὅτι Βδελουχιστανίς ποτε πωλοῦσα τὸ ἐκ τοῦ ποιμνίου της γάλα, ἤλμεγεν ἐντὸς αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸ αὐξήσῃ, καὶ τὸ ἑαυτῆς. Ὁ δὲ Θεὸς ὀργισθεὶς μετέβαλεν τὸ ποίμνιον καὶ ἐκείνην ὡς εἶχε φέρουσαν παῖδα ἐπ’ ὤμων εἰς λίθους, δηλαδὴ τῇ Νιόβῃ τῶν Σοδόμων ἀναλόγους· ἀλλὰ τὸ παιδίον. ὡς μοὶ ἐβεβαίουν, “οὐρεῖ” ἀδιακόπως».
Ιδού πως η δημιουργική του φαντασία, εδραζόμενη στην στέρεη γνώση των κλασικών και βιβλικών κειμένων και αφηγήσεων, συνενώνει και συνάπτει εν ταυτώ τον ελληνικό μύθο της Νιόβης που μεταμορφώθηκε σε δακρυρροούντα βράχο με τον εβραϊκό μύθο της συζύγου του Λωτ που μεταβλήθηκε σε στήλη άλατος.
Ας κλείσουμε με μια άλλη ιδιάζουσα πληροφορία για την ανατολική πλευρά της χώρας, που καλύπτεται από τις δυο μεγάλες ερήμους, την Νταστ-ε Καβίρ (Μεγάλη αλμυρή Έρημος) και την Νταστ-ε Λουτ (Κενή Έρημος). Περιγράφοντας την περιοχή του Χορασάν, γράφει:
«Εἶνε ταπεινή, μὴ διατηρουμένης ἐν αὐτῇ της χιόνος, καὶ καλλιεργημένη μόνον ἔνθα ὑπάρχουσιν ὕδατα πηγαῖα ἢ Καρίζ, δηλ. ἐπιπόλαια φρέατα πολλὰ συγκοινωνοῦντα πρὸς ἄλληλα, καὶ διὰ διώρυγος δίδοντα πρὸς ποτισμὸν διέξοδον εἰς ταπεινοτέρας γαίας».
Η φράση αυτή του Ποταγού περιγράφει απλά και ευσύνοπτα τον πανάρχαιο περσικό τρόπο ύδρευσης και άρδευσης των ερημικών περιοχών, που παραμένει εν ισχύι μέχρι και σήμερα και ουσιαστικά μεταμόρφωσε το γυμνό ιρανικό οροπέδιο σε ανθισμένες και καλλιεργήσιμες περιοχές και πόλεις, ιδίως στα ανατολικά της χώρας. Ο περιηγητής μας προκρίνει τον όρο καρίζ, που χρησιμοποιείται στο Βελουχιστάν, στο Αφγανιστάν και στο κινέζικο Τουρκεστάν (σημερινό Σινγιάνγκ) αντί του κυρίαρχου και διαδεδομένου περσικού όρου κανάτ. Τα κανάτ είναι μία ευφυής τεχνική μεταφοράς πόσιμου νερού με συνδεόμενα υπόγεια πηγάδια σε μεγάλες αποστάσεις, επιτρέποντας την υδροδότηση ημι-άγονων περιοχών με θερμό και ξηρό κλίμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα ύδατα που συγκεντρώνονται από μία πηγή παρέχουν σταθερή ύδρευση και άρδευση σε τόπους μακρινούς, καθώς δεν εξατμίζονται λόγω της υψηλής θερμοκρασίας και ταυτόχρονα δεν επηρεάζονται από φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές.
~·~
Αυτά λοιπόν, μεταξύ άλλων, στις περιλήψεις των περιηγήσεών του ο ιατρός και περιηγητής Ποταγός για την Περσία κατά το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα. Κι αν ο Ποταγός ευτύχησε κάπως να ακουστεί εσχάτως ―ήδη έγιναν δυο επανεκδόσεις του έργου του―, ο παλιότερος, και κατά πολύ σημαντικότερος, ταξιδιώτης (και το έργο του) παραμένει σχεδόν παντελώς άγνωστος για το πλατύ κοινό, αν και συχνότερα πια απασχολεί τους ερευνητές. Ο λόγος είναι βέβαια για τον Βασίλειο Βατάτζη, τον Κωνσταντινουπολίτη έμπορο που γεννημένος το 1694, ξεκινά από δεκατεσσάρων χρόνων τα ταξίδια του στην Ρωσσία, την Περσία, την Κεντρική Ασία και το κινέζικο Τουρκεστάν, μα και στην δυτική Ευρώπη (Αγγλία, Γαλλία, Ολλανδία, Πρωσσία, Δανία). Στην Περσία λοιπόν έκανε τρία ταξίδια, το 1713, το 1716 και το 1727-1728. Και στο τελευταίο του ταξίδι συνάντησε για πρώτη φορά και τον μελλοντικό Ναδίρ Σαχ, τον ισχυρό Πέρση πολέμαρχο και ηγεμόνα, κατακτητή της Ινδίας, και ιδρυτή της δυναστείας των Αφσαριδών, του οποίου έμελλε να συγγράψει την περίφημη βιογραφία, ένα μοναδικό συγκαιρινό ντοκουμέντο, ιστορικής και εθνογραφικής σπουδαιότητας. Ο Βατάτζης συνδέθηκε με τον Ναδίρ Σαχ, έζησε στον περίγυρό του και τον συνόδεψε σε διάφορες από τις εκστρατείες του· ο Πέρσης ηγεμόνας μάλιστα του ανέθεσε και μία μυστική διπλωματική αποστολή που έφερε αισίως εις πέρας.
Το γραπτό έργο που κατέλιπε σε χειρόγραφη μορφή ο Βασίλειος Βατάτζης αποτελείται από το Περιηγητικόν, στιχούργημα 2046 στίχων σε δύο μέρη, και από τα Περσικά, την πεζή βιογραφία του Ναδίρ Σαχ, 300 τυπωμένων σελίδων. Και τα δύο έργα του σώζονται ακόμη σε αρκετά χειρόγραφα, γεγονός που ομολογεί την ευρεία διάδοσή τους και το ενδιαφέρον των παλαιότερων αναγνωστών. Το Περιηγητικόν, έμμετρο άτεχνο στιχούργημα, στην καθημερινή γλώσσα των Κωνσταντινουπολιτών, βρίθει σολοικισμών και βαρβαρισμών, είναι γραμμένο σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους με ρυθμική ομοιοκαταληξία, συχνότατα κωμική ώστε κάποτε-κάποτε να θυμίζει Μποστ (ληκτική ταυτοφωνία την είχε ονομάσει ο κάτοχος ενός εκ των τεσσάρων γνωστών χειρογράφων του, Ανδρέας Ιδρωμένος). Το έργο συνοδεύεται και από έναν ενδιαφέροντα χάρτη της Κεντρικής Ασίας, που σχεδίασε κι εξέδωσε ο ίδιος στο Λονδίνο το 1732. Το Περιηγητικόν εκδόθηκε από τον Λεγκράν το 1886. Ακολούθησε φωτοτυπική επανέκδοσή του από τον Νότη Καραβία, μόλις το 1972.
Ας μείνουμε όμως στις περιγραφές του περσικού κόσμου και χώρου που μας απασχολούν εδώ. Ο Βατάτζης στην Περσία επισκέφθηκε την Μασχάντ, την Ραστ, την Καζβίν, την Κομ, την Σαβέ, την Κασάν και το Εσφαχάν. Από όλες αυτές όμως, η γοητεία και η έλξη που του ασκεί η λαμπρή πρωτεύουσα των Σαφαβιδών είναι έκδηλη στις λεπτομερείς και άφθονες περιγραφές που αφιερώνει στο Εσφαχάν, κι οι οποίες ξεπερνούν κατά πολύ τις όποιες άλλες:
Τοῦτα δὲ τελειόνοντας φθάξαμε, ὡς ἠλπιζάμεν,
θείῳ ἐλέει ὑγιεῖς, καθὼς βουλούμασθάνε,
στὴν πόλιν τὴν περίφημον ἁπάσης τῆς Περσίας,
στὸν νῦν θρόνον βασιλικὸν τῆς Περσῶν βασιλείας,
ἐκείνης τῆς ποτ᾽ ἀκουστῆς, ὡς ἱστορίες γράφουν,
ἀνδρείας τε κι ἡρωϊκῆς, καθὼς τὴν περιγράφουν,
᾽ς αὐτὸ τὸ νῦν ἐξακουστὸν Σπαχάνι π᾽ ὀνομάζουν,
τῆς Περσίας παράδεισον ἔπρεπε νὰ τὸ κράζουν
[…]
Μιλά για τον πλούτο της που σωρεύεται από το εμπόριο τόσο με την Ανατολή όσο και με την Δύση. Μνημονεύει τα δυτικά προξενεία, Ολλανδίας και Βρετανίας, καθώς και την ισχυρή παρουσία των Ιησουϊτών, οι οποίοι έχουν μάλιστα και τέσσερις εκκλησίες στην πόλη:
Πόλις εἶν᾽ μεγαλώτατη αὐτὸ τὸ Ἰσπαχάνι,
καὶ βασιλέαν εἶχε δὲ σὰχ Χουσεγὶν σουλτάνη
πολλὰ δὲ πολυάνθρωπος, ὡς εἶδα, ἔδοξέ μοι
καὶ ἀπὸ πράγματα πολλὰ εὔμορφα κοσμημένη,
ὅτ᾽ ἔχει πλῆθος ἀριθμὸν πολλῶν ἐργαστηρίων
πλουσίως πολλὰ γέμοντα ἐκ θησαυρῶν ἀξίων·
καὶ κατοικίες πάμπολλες ἔχει διὰ ἐμπόρους,
κεὑρίσκονται πάντ᾽ ἕτοιμες διὰ τοὺς ξένους ὅλους·
ὅτ᾽ ἔρχονται ἐμπορευταὶ, πολλοὶ πλουσιεμπόρων,
σχεδὸν δὲν σφάλλω ἂν εἰπῶ κι ἀπὸ τὸν κόσμον ὅλον·
ὅτι ἡ σκάλα εἶν’ κοντὰ πὄρχονται ἀπ’ τὴν Ἰνδίαν,
Μπεντὲρ Ἀπᾶς ποὺ κράζουσι, κἐβγαίνουν στὴν Περσίαν
[…]
ὅτι ἐκ’ εἶναι κάτοικοι μέσα εἰς τὸ Σπαχάνι
πραγματευταὶ ὑπέρπλουτοι, μάλιστά ᾽ναι καὶ Φράγκοι·
κόνσολας πάντα εὑρίσκεται μὲσ’ ἀπὸ τὴν Ὀλλάνταν,
κι ἀπ’ Ἐγγλητέρραν ἕτερος, τιμώμενοι στὰ πάντα,
κἐκ τῶν Γαλλῶν εὑρίσκεται ἱερατικῶν τάγμα,
Γεζουβίται καὶ πάτεροι μὲ φρόνησιν εἰς πάντα·
μὲ τρόπους χριστιανικούς, ὡς καιρὸς τοὺς καλοῦσε,
καθένας του τὸ τάλαντον καλῶς τὸ κυβερνοῦσε·
καὶ ἐκκλησίας τέσσαρας ἐδικάς τους ἐκ’ ἔχουν,
κι ὡς εὔδουλοι καλοὶ ἀεὶ τὸν ἀμπελὼν δουλεύουν
[…]
Το βλέμμα του μαγνητίζεται και θαμπώνεται από το Τσαχάρμπαγκ, το Αλί Καπού (το βασιλικό ανάκτορο), και πάνω απ’ όλα από την κεντρική πλατεία της πόλης, το περιλάλητο Νακς-ε τζαχάν (που σύντομα οδήγησε τους κατοίκους της πόλης στο λογοπαίγνιο “Εσφαχάν νισφ-ε τζαχάν”: το Εσφαχάν είν’ ο μισός ο κόσμος):
Λοιπὸν ἡ πόλις αὕτη δέ, ὡς εἶπα, τὸ Σπαχάνι
εἰς τόπον κεῖτ’ ἐπίπεδον, πλησίον σὲ ποτάμι·
τοῦτος δ’ ὡς εἶπα, ποταμὸς τρέχει ἀπὸ μακρόθεν,
καὶ φθάνοντας στὴν πόλ’ αὐτὴν ποτίζει την παντόθεν.
Ἤξευρε κάστρον δὲν ἔχει αὐτὴ ἡ πολιτεία,
μόνον πλήθη πολλῶν οἰκῶν, καὶ περιβὸλι’ ἀξία.
Ἔχουν καὶ ἐπιδέξιον τρόπον ἀπ’ τὸ ποτάμι,
κἔρχεται ποταμοῦ νερὸν μέσα εἰς τὸ Σπαχάνι,
καὶ τρέχει διὰ τῆς πλατειᾶς τζαρμπαγὶ ποῦ καλοῦσι,
ὡς ἡμεῖς ἱπποδρόμιον τοῦτο αὐτοὶ νοοῦσι.
Βέβαια εἶναι θαυμαστόν, ἄξιον ἱστορίας
αὐτὸ τὸ ἱπποδρόμιον, ποθητὸν θεωρίας·
ἔχοντας μῆκος ἀρκετόν, ἄλογόν τις νὰ τρέξῃ
ἅπαξ καὶ δὶς καὶ τρεῖς φορές, κι ὅσον θέλει νὰ παίξῃ·
ὁμοίως καὶ τὸ εὗρος του ἀρκετώτατον ἔχει
[…]
*
εἶναι καὶ τὸ βασιλικὸν παλάτιον τοῦ σάχη,
ἀλλὰ δὲν εἶναι εἴσοδος νὰ μπαίνῃ ὅποιος κι ἂν λάχῃ·
[…]
ὡσὰν οἶκος βασιλικὸς εὐμορφότατος εἶναι·
μὲ θύρες πολυέξοδες, μὲ διάφορες τέχνες,
ἀπὸ κρυστάλλια καθαρὰ τὰς βλέπεις σὰν καθρέπτες,
μπορεῖ νὰ τὲς εἰπῇ τινὰς κρυστάλλινες πῶς εἶναι,
καὶ νὰ νοήσῃ ἐσώτερα τί εὐμορφιὰ θέλ᾽ εἶναι.
Μάλιστα περιβόλια ἄξια λὲν νὰ ἔχῃ,
σὰν οἶκος δὲ βασιλικὸς κάθ᾽ εὐμορφιᾶς μετέχει.
Τοῦτ᾽ ἔμπροσθεν τοῦ παλατιοῦ τῆς θυρὸς τῆς μεγάλης
τόπος εἶναι πλατύτατος γέμων πραγμάτοις ἄλλοις,
πιάτζα ποῦ λὲν οἱ Ἰταλοὶ, ἡμεῖς ποῦ λέμε φόρον,
μεγιτάνι αὐτοὶ τὸν κράζουσιν αὐτὸν τὸν τόπον ὅλον·
συχνὰ δὲ πάντα δι᾽ αὐτοῦ αὐλίζεται κι ὁ σάχης,
κι ἀρκετὰ ἂν θὲς νὰ τὸν ἰδῆς ἐκεῖ πρέπει νὰ λάχῃς,
καθὼς πολλάκις ἔτυχα κἀγὼ ἐκεῖ στὸν φόρον,
κεἶδα του τὴν παράταξιν καὶ τῶν ἀνθρώπων τ᾽ ὅλων·
βέβαια ἐβγαίνει μ᾽ ἀρκετὸν πλῆθος πολλῶν ἀνθρώπων,
καβαλλαρέων καὶ πεζῶν, κι ἀρχόντων πολλῶν πρώτων·
πολλάκις καὶ ἐλέφαντα ἀκολουθοῦν μαζί του,
μὲ λιθοκόσμητα χρυσὰ ἔχουν τὴν ἔνδυσίν του·
φορέματα χρυσόφαντα φοροῦν κι αὐτοὶ ἀτοί τους,
ὁμοίως κοἱ ραβδοῦχοι τους κι ὅλη ἡ προπομπή τους
[…]
Λοιπὸν ἦταν ὁ λόγος μας ὃ εὐθὺς πὄλεγάμεν
εἰς τὸ μεγιτάνι ποῦ ᾽παμεν, φόρον ποῦ ξηγησάμεν·
οῦ κεῖται, ὡς προείπαμεν, κατέναντι τῆς θύρας,
ὡς εἶπα, τῆς κρυστάλλενης τοῦ σάχη τῆς οίκίας·
δι’ αὐτὸ τὸ μεγιτάνιον βραχὺ ἂς δηλοποιήσω,
καὶ τοῦτα τελειόνοντας ἀλλοῦ νἀναχωρήσω.
Ὡς εἶπα κεῖται ἔμπροσθεν τοῦ σάχη τῆς οἰκίας,
καὶ κάμνει μίαν πεδιὰν ἀξίαν θεωρίας·
διάστημα ἔχει ἀρκετὸν ἡ περιφέρειά του,
μεγαλώτατοι πλάτανοι εἶναι τὰ δενδρικά του·
οἱ μερικοὶ εἶν᾽ κατὰ γραμμὴν γύρωθεν φυτευμένοι,
κοἱ ἄλλοι εἶν᾽ καταμεσῆς εὔμορφα συνθεμένοι·
καὶ κάμνουν ἴσκιον ἀρκετὸν αὐτοὶ πολλοὶ πλατάνοι,
καὶ πάμπολλ᾽ ἄνθρωποι ἐκεῖ ἔρχονται στο μεγιτάνι.
Σχεδὸν αὐτὴ ἡ πεδιὰς θέατρό ᾽ναι τῆς πόλης,
κι οὐχὶ μόνον τοῦ Σπαχανιοῦ μὰ καὶ Περσίας ὅλης·
ὅτι καθημερούσιον πλήθη πάντα δὲν λείπουν
ἀνθρώπων ἀναρίθμητων αὐτοῦθεν νὰ μὴν τύχουν,
καθένας διὰ χρείαν του, ὡς καιρὸς τοῦ καλέσῃ,
ἄλλος περιδιάβασιν κι ἄλλος νὰ ἐμπορεύσῃ·
ὅτ᾽ εἶν᾽ πραγμάτων πάμπολλων σύναξις πουλητάδων,
ὁμοίως καὶ συναθροισμὸς πολλῶν ἀγοραστάδων
[…]
Αναφέρεται και στην αρμένικη συνοικία της Τζούλφας, όπου κατοικούν οι Αρμένιοι έμποροι και δεξιοτέχνες της μικροτεχνίας και αργυροχρυσοχοΐας, με τις εκκλησίες και τα προνόμια που απολαμβάνουν, ήδη από την μετεγκατάστασή τους από τον σάχη Αμπάς Α΄, όταν τους έφερε από την Τζούλφα της Αρμενίας, ώστε να θεμελιωθεί και να ισχυροποιηθεί το εμπόριο στην νέα πρωτεύουσα:
Ἐκεῖ εἶναι στὸν ποταμὸν καὶ γέφυρα μεγάλη,
στὴν Τζούλφαν ἄντικρυς ποῦ λὲν ὁ κόσμος ποῦ περνάει,
λιθόκτιστος, ἐξαίρετος, εὔμορφα συνθεμένη,
μὲ ἀρκετὴν τεκτονικὴν εἶν᾽ ἔκπαλαι κτισμένη
Στὸ δ’ ἄντικρυς ὁπού ᾽παμεν Τζούλφαν ὁπ’ ὀνομάζουν,
Ἀρμένοι μόνον κατοικοῦν Τζουλφαλῆδες ποὺ κράζουν·
κἐξόχως ἐκεῖ ἐλεύθερα ἔχουν καὶ ἐκκλησίας,
καὶ ἐνεργοῦν τὰ κατ’ αὐτῶν μετὰ ἐλευθερίας
[…]
*
Διόλου δεν παραλείπει όμως να μιλά και για τις ασχολίες των ντόπιων, τη διασκέδασή τους, κυρίως γύρω από την πλατεία, τα ήθη και τον ψυχισμό τους:
Κι ἄλλα περιδιαβάσματα ἐκεῖ τινὰς εὑρίσκει,
παιχνίδια καὶ γέλοιους λήρους ἂν θὲ νἀκούσῃ
[…]
ἀδιαφόρως καὶ ᾽ς αὐτὸ τὰ αὐτὰ δοκιμάζουν,
πίνουν καφέδες, τραγουδοῦν, κι οὔτως περιδιαβάζουν
[…]
Ὅμως εἶν᾽ ἀγχινούστατοι καὶ λεπτῆς διανοίας
καὶ ῥητορεύουν εὔμορφα, γέμοντας πονηρίας.
Γνώμην δὲν λέγω τὴν ἐμὴν καθὼς μὲ φανιστῆκαν
ἀλλὰ κι ἀπ᾽ ἄλλους τἄκουσα μ᾽ αὐτοὺς ποῦ γνωριστῆκαν·
τὸ πνεῦμα τους δὲ τὸ λεπτὸν ἀλλοῦ δὲν τὸ ἐνεργοῦσιν,
εἰς τὰς τρυφὰς καὶ ἡδονὰς αὐτοῦ τὸ δαπανοῦσιν·
κι ἀμελήθηκαν αἱ ποτὲ ἀρετὲς καὶ ἀνδρεῖες
τῶν Περσῶν, ὁποῦ βλέπομεν τώρα στὲς ἱστορίες.
Δεν χάνει μάλιστα και την ευκαιρία να εκφράσει την καταδίκη και την απέχθειά του προς τις δεισιδαιμονίες και τις μαντικές προβλέψεις που ασκούνται, έναντι αδράς αμοιβής, στο μεγάλο μεϊντάνι από επιτήδειους στην τέχνη τους:
Ἔχοντες τὰ βιβλία τους ἔμπροσθέν τους βαλμένα
μὲ σημεῖα διάφορα ἔστω ἱστορισμένα,
ἀλλοῦ μὲν ὄφεις φοβερούς, ’ς ἄλλα σφαῖρες καὶ κύκλους,
ἀλλοῦ δὲ τετραγωνισμούς, σὲ μερικὰ καὶ λύκους,
καὶ κύβους εἰς τὰς χεῖρας τους κρατοῦσι καὶ τοὺς ρίκτουν,
καὶ δι᾽ αὐτῶν τοῦ καθενὸς τὰ μέλλοντ’ ἀναδείκτουν·
καὶ ὁμιλοῦν τοῦ καθενὸς τί μέλλει νὰ τοῦ γένῃ,
πλανῶντες τὸν πλανώμενον ’ς αὐτοὺς ὁποῦ πηγαίνει.
Για τα Περσικά του Βατάτζη (1748) η πρώτη μνεία που διαθέτουμε προέρχεται ούτε λίγο ούτε πολύ από τον Δανιήλ Φιλιππίδη, ο οποίος στην Ιστορία της Ρουμουνίας (1816), συνάπτει δίκην επιμέτρου σε 22 σελίδες την από μνήμης αφήγηση της βιογραφίας του Ναδίρ Σαχ, όπως την διάβασε σε ένα χειρόγραφο του Βατάτζη επτά χρόνια νωρίτερα. Κι ο λόγος;
«ἵνα, ἤν τι συμβαίη, ἀπόλοιτο λέγω, τὸ χειρόγραφον, σώζοιτό γε τουτοΐ τὸ ταύτης ἀπόσπασμα· ὁ γὰρ κεκτημένος τοῦτο, οὐκ οἶδα εἴ ποτε ἐς φῶς ἐξελθεῖν τὸν πολίτην αὑτοῦ Βατάτζην διὰ τοῦ τύπου ἐπιτρέψειε, βυζαντιδικὴν μοῦσαν μὴ δυσωπούμενος».
Κι άριστα έπραξε ο Πηλιορείτης διαφωτιστής, παρόλα τα δυο χειρόγραφα που σώζονται ως τις μέρες μας και τη δυσεύρετη και σπάνια έκδοση του έργου που πραγματοποίησε ο εξέχων Ρουμάνος βυζαντινολόγος Νικολάι Ιόργκα στο Βουκουρέστι το 1939. Ο ίδιος ο Φιλιππίδης μάς πληροφορεί ότι ο Βατάτζης, πλην της ελληνικής, γνώριζε «την λατινικήν, την αραβικήν, την περσικήν, την τουρκικήν και άλλας ευρωπαϊκάς γλώσσας».
Τα Περσικά, όπως είπαμε, είναι η βιογραφία του Ναδίρ Σαχ, επικεντρωμένη στον χαρακτήρα του βιογραφούμενου, στα έργα και τους λόγους του, τις εκστρατείες, τους πολέμους, τις στρατηγικές του μεθοδεύσεις και τις δολοπλοκίες, τις διπλωματικές επαφές κυρίως με τους Ρώσους, και κάθετι άλλο είναι προσκολλημένο και αποκλειστικά συνηρτημένο με τον βίο και τα έργα του Αφσαρίδη ηγεμόνα και μόνον, από γεννήσεώς έως και του θανάτου του (1747). Μολοντούτο κρίνω πως είναι ενδιαφέρον να παραθέσουμε εδώ δυο-τρεις αξιομνημόνευτες αφηγήσεις του Βατάτζη. Αφού αφηγείται τον βίο του ιμάμη Ρεζά που είναι θαμμένος στην ιερή πόλη Μασχάντ, περιγράφει αναλυτικά το μεγαλοπρεπές ιερό του που κοσμεί το κέντρο της πόλης, αλλά και τις βασιλικές δωρεές και τις κοινωνικές λειτουργίες που επιτελεί.
«Ἐν τοιούτῃ δ’ οὗν μεγάλη ὑπολήψει παρὰ τοῖς Πέρσαισιν ὤν οὗτος ὁ Ἰμάμ-Ριζάς, ὡς ἄνωθεν εἴρηται, μεγάλας τε καὶ κατὰ καιρὸν καὶ οἱ βασιλεῖς τῶν Περσῶν οἰκοδομάς τε καὶ ἀνοικοδομὰς τῷ ναῷ αὐτοῦ ᾠκοδόμησαν, καὶ πάνυ πλουσίως καὶ μεγαλοπρεπῶς τε κατεκόσμησαν, καὶ γὰρ καὶ κυρίως χώρων τῶν ἑαυτῶν μνημείων τοῦτον τὸν ναὼν τοῦ Ἰμάμ-Ριζὰ οἱ βασιλεῖς τῶν Περσῶν ἔχουσιν, οἵτινες τὸ πλεῖστον τούτων ὡς ἐν αὐτῷ ἐνταφιαζόμενοι […] πολλά τε καὶ σιτηρέσια τῷ ναῷ αὐτῷ διώρησαν […] επεί καὶ καθ’ ἑκάστην περὶ ἑνός τε καὶ χιλίων ἀνθρώπων βρώματα ἐν τῷ ναῷ τούτῳ καὶ ἑτοιμάζονται, καὶ ὑπὸ τῶν ἐν αὐτῷ νεωκόρων καὶ ὑπηρετῶν καὶ τῶν παρατυχόντων ἐνδεῶν καὶ πτωχῶν καὶ καταβιβρώσκονται, καὶ κώμας οὐκ ὀλίγας εἰς χρείας καὶ υπηρεσίας τούτου τοῦ ναοῦ οἱ πάλαι βασιλεῖς τῶν Περσῶν, διὰ ἀμετατρέπτων τῶν ἑαυτῶν βασιλείων ὁρισμῶν, τῷ ναῷ τούτῳ ὑποκειμένας τοῦ εἶναι ἐποίησαν […] τὰ δ’ ἐξ ὅλου τοίχη τούτου τοῦ ναῷ, καὶ τὰ ἔσω τε, φημί, καὶ τὰ ἔξω καὶ τὰ προαύλια δι’ ὀστρακοειδοῦς τινὸς ὡραὶας ὕλης (τῆς κοινῶς λεγομένης τζινή, πορτζελὶν παρ’ Εὐρωπαίοις τῆς καλουμένης δέ), ἡ ἐπιφάνεια τούτων ἅπασα πάνυ ὠραίως κατακεκόσμητο» (σ. 106-108).
Ο Ναδίρ Σαχ σε μία από τις πολυάριθμες εκστρατείες του κατέκτησε και την Ινδία και γι’ αυτό ο Βατάτζης τον παραβάλλει προς τον Αλέξανδρο. Ανάμεσα στα πολύτιμα τρόπαια που απέσπασε, (αρίφνητα πετράδια πλούτου μυθικού), έφερε στην Περσία και τον θρόνο του παγωνιού, που από τότε κατέστη σύμβολο της βασιλικής εξουσίας. Πώς ζήλεψα τον Βατάτζη που αντίκρισε με τα μάτια του τον εκθαμβωτικό και μυθώδη θρόνο του παγωνιού, όταν ακόμη ήταν ένας και μόνος, πριν διαιρεθεί εις τα εξ ων συνετέθη πετράδια… Η γλώσσα του υπαινικτικά (πώς αλλιώς;) καταλάμπει τα έκθαμβα μάτια του και θαμπώνει ακόμη και σήμερα ―δια της φαντασίας― τα δικά μας από τις μαρμαρυγές των πολύτιμων λίθων. (Στα υπόγεια της Εθνικής Τράπεζας του Ιράν, όπου και τα τζοβαϊρικά τα βασιλικά, από όλο αυτό το πάλαι ποτέ θάμπος, απομένουν διάσπαρτοι λίθοι σε άλλα κοσμήματα περίτεχνα τοποθετημένοι, μα κι ο μονόλιθος αδάμας Ντάρυα-ε Νουρ, η θάλασσα του φωτός):
«Ὁ δὲ Θρόνος τοῖος μὲν ἦν, ὤστ’ ἆρ’ ἂν δυσκόλως ἔχειν, ἐκ τῆς ἀκτινοβολοῦς αὐτοῦ καταλάμψεως, αὐτοφθαλμῆσαί τις πρὸς αὐτὸν· καὶ γὰρ τὸ λαμπρὸν φάος μαραυγίαν [θάμπωμα, σκοτισμό] τοῖς ὀφθαλμοῖς περιτίθησιν. Ἐπεὶ καὶ ἐκ μόνων ὢν ἀδαμάντων τῶν ἐκ τῶν πάλαι αἰώνων μεγεθεστέρων τυχόντων, εἰς τὴν αὐτὴν τὴν τοὺς ἀδάμαντας γεννῶσαν Ἰνδικήν, τῶν καὶ συναθροισθέντων ἐκ τῶν τοῦ πάλαι βασιλέων Ἰνδῶν καὶ συντεθέντων τε ὑπὸ τοῦ τεχνίτου εἰς θέσιν τε καὶ συνάφειαν τοσοῦτον τε τεχνικὴν συνεχῆ, ὥστε καὶ μηδένα οἴεσθαι τὸ ἔργον σύνθετον, ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς μονολίθου μεγίστου λίθου ἀδάμαντος ὑπὸ λιθοξόου Θρόνος γλυφεὶς ἐφορᾶσθαί τε» (σ. 275-276).
Θα κλείσουμε την περιδιάβασή μας στην Περσία των αρχών του 18ου αιώνα, με μια συγκλονιστική αφήγηση του ταξιδιώτη μας Βασιλείου Βατάτζη, που δεν αφορά άμεσα ταξιδιωτικές εντυπώσεις, εικόνες ή συγκινήσεις. Πρόκειται για την περίτεχνη και δεξιοτεχνικά επιτελεσθείσα συνωμοσία που εξύφανε ο Ναδίρ Σαχ (αποκαλούμενος Ταχμάζ Κουλή Χαν έως την ενθρόνισή του) εναντίον του προτελευταίου Σαφαβίδη σάχη Ταχμάσπ Β΄, καθώς και την θανάτωσή του, ώστε να μπορέσει ο ίδιος να καταλάβει την απόλυτη εξουσία, αρχικά ως επίτροπος του ανήλικου Αμπάς Γ΄, γιου του φονευθέντος σάχη, κι εν συνεχεία ως απόλυτος βασιλεύς των βασιλέων, σάχης Ναδίρ, ιδρυτής της δυναστείας των Αφσαριδών (σ. 193-196). Ο βιογράφος, ταξιδιώτης, έμπορος Βατάτζης παρότι αναγνωρίζει τη στρατιωτική μεγαλοφυΐα του Ναδίρ Σαχ, εκθειάζει τα κατορθώματά του κι αναγνωρίζει τον ύψιστο ρόλο του στην ανόρθωση της περσικής ισχύος σε μια κρισιμότατη στιγμή κατάρρευσης και παντοδαπών ξένων εισβολών (Ηρακλή και Αλέξανδρο τον αποκαλεί), επ’ ουδενί δεν μασάει τα λόγια του ούτε ωραιοποιεί τα πεπραγμένα του. Παράδειγμα χαρακτηριστικό:
«Ταῦτα μὲν ἔφερε τῇ γλώττῃ ὁ δεινὸς ἀνὴρ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάν, διὰ τῆς ἐπικαθεζομένης Καλλιώπης ἐπὶ τοῖς ἑαυτοῦ χείλεσιν, ἀλλ’ ἔσω δὲ ἐν τῷ εὐρυχωρωτάτῳ χωρίῳ τῆς καρδίας αὐτοῦ μέγιστοι φόνοι καὶ αἱμάτων ρεῖθρα ἐσχεδιάζοντο».
Ο σάχης Ταχμάσπ λοιπόν οργάνωσε ένα συμπόσιο μαζί με τους αυλικούς του σε ένα προάστιο του Εσφαχάν, όπου το φαγητό και το ποτό παρέχονταν αφθόνως και αδιαλείπτως·
«ἐπεκτανθείσης δὲ τῆς εὐωχίας μέχρι καὶ τῆς νυκτός, τοῦ δ’ οἴνου τὸ πλεῖστον, εἰπεῖν, σίκερα (ὡς ἡ ἔφεσις εἶχε τοῦ Σάχη Ταχμὰζ) τὸ πολὺ πίνειν (λόγῳ εὐφροσύνης καὶ χαριεντισμοῦ), ἐρεθίζων τὸν Σάχην ὁ Ταχμὰζ Κουλὴ Χὰν εἰς τὴν φίλην αὐτοῦ μέθην σφόδρα ἐπήγαγε».
Και με αφορμή το βαρύ μεθύσι του Σάχη, ο ραδιούργος Ταχμὰζ Κουλὴ Χάν μεταφέρει τον Σάχη σε ένα ιδιαίτερο δωμάτιο, λέγοντας στους συνευοχούμενους πως, όπως βλέπουν, ο Σάχης πρέπει να ηρεμήσει και να αναπαυθεί. Αφού όμως τον ξάπλωσαν στο δωμάτιο, ο επίβουλος του θρόνου τού προσέφερε, κρυφά από όλους, κρασί το ένα ποτήρι πάνω στο άλλο
«ὁ δ’ ὡς ὢν διάπυρος ἐραστὴς τῇ μέθῃ, μέθῃ προσέθηκεν, ἕως οὗ καὶ ἡ τῇ μέθῃ ἑπομένη ἀναισθησία αὐτὸν κατέλαβεν. Ἐς δὲ τοῦτο ἀποκατασταθεὶς ὁ Σάχης Ταχμάζ, μηδεὶς ἐνοχλεῖν αὐτόν, ἀλλ’ ἐᾶσαι ἠρέμως ἔχειν ἐπὶ τοῦ ὑπνῶσαι μικρόν, τοὺς πάντας ὁ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάνης προσέταξε, κᾳὐτός τε δ’ αὖθις σὺν τοῖς ἄλλοις ἐν τῷ συμποσίῳ ἐγένετο. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ τῶν πάντων εὐωχουμένων περιχαρῶς, ὡς φροντίζων περὶ τοῦ Σάχη ὁ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάν, ἢ καὶ ὡς ὑπὸ ἄλλης χρείας, εἰπεῖν, ἐξελθὼν ἐκ τοῦ συμποσίου, καὶ καλέσας λάθρα παῖδα τινὰ ἐκ τῆς τῶν ὀρχουμένων σκηνῆς, διαφέρων ὁ παῖς τῇ ὥρῃ τοῦ εὐειδοῦς πολλῶν των συνηλικιωτῶν αὐτοῦ, ὃν καὶ προστάξας μυστηριωδῶς ὡς ἐκ προσταγῇς καὶ ἐφέσεως τοῦ Σάχη Ταχμὰζ ἐλθεῖν τοῦ κυλυνδηθῆναι παρὰ τῷ Σάχῃ, ἐπ’ αἰσχρᾷ καὶ ἀκάρπῳ συμπλοκῇ: ἀδίκως ὅμως καὶ ὅλως παραλόγως, τοιοῦτον ἔργον αἰσχρὸν τῷ Σάχῃ Ταχμὰζ ὁ Ταχμὰζ Κουλη Χὰν προσῆψεν αὐτῷ, ἐπεὶ γὰρ καὶ μηδέποτε ἠκούσθη τοιούτου βορβόρου ἐραστὴν γενέσθαι τὸν Σάχην Ταχμὰζ καὶ πρὸς αὐτά τε γὰρ τὰ τῆς Ἀφροδίτης χρυσάνθεα πάνυ ὀλιγώρως εἶχε τὸν νοῦν ὁ Σάχης Ταχμάζ, λατρεύων ὅμως προθύμως τὸν Βάκχον καὶ τὸν Διόνυσον· ἀλλ’ ἐτόλμησεν ὅμως ὁ εὔτολμος καὶ παντὸς πράγματος δεινὸς εὑρέτης Ταχμὰζ Κουλὴ Χὰν προσάψαι οὕτως ἀδίκως τοῦτο αὐτῷ, ἐπί τοῦ κατευθῆναι τὸν ἑαυτὸν ὃν ἐνδομύχως εἶχε σκοπόν. Ἐλθὼν οὗν ὅμως ὁ ρηθεὶς παῖς πρὸς τῷ ἐκ τῆς μέθης ἀναισθήτῳ Σάχῃ Ταχμάζ, καὶ οὐ μόνον κετεκλίθη παρ’ αὐτῷ, ἀλλὰ (ἴσως καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ταχμὰζ Κουλὴ Χὰν ἐπεπρόστακτο, ἢ καὶ ἴσως εἰπεῖν, ὡς Πέρσης παῖς καὶ μάλιστα δὲ καὶ ἐκ τῆς τῶν ὀρχουμένων σκηνῆς, ἐς τοῦτο ἴσως ὢν αὐτογύμναστος), τρέψας καὶ τὸν πρωκτὸν τῇ προσεγγίσει καὶ εὐβολῇ μορίου του σαχικοῦ, αἰσχρὸν καὶ ἀηδὲς παριστῶν θέαμα, παρὰ τῷ ἀναισθήτῳ Σάχῃ ἔκειτο, οὐ δι’ αἰσχροῦ καὶ πάσης ἀηδίας ἐμπλέου θεάματος, καλέσας λάθρα τινὰς ἐκ τοῦ συμποσίου (τῶν ἐκ τοῦ στρατοῦ οἰκείων αὐτοῦ, φημὶ) ὁ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάνης, καὶ λάθρα τ’ ὠσαύτως τῶν ἄλλων καὶ ἀψοφητὶ διὰ τοῦ προσπιπτομένου μέρους ἀλλήλων τῶν τοῦ δωματίου θυρῶν θεατὰς αὐτοὺς ἐποίησεν. Οἱ δ’ ἰδόντες τε καὶ φρύξαντες, στυγνὸν τί οἰμώγησαν· ὁ δὲ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάνης πρὸς αὐτούς: “ἰδού, ὁρᾶτε οὗν”, ἔφη “παρ’ οἵας ἀρχῆς ἡ Περσὶς ἄρχεται, παρ’ ᾖς δ’ οὐκ ἄλλο χρὴ ἡμᾶς προσδοκᾶν εἰ μὴ τὴν ἡμῶν πρῶτον ἀπώλειαν, καί, μετὰ τὴν ἡμῶν δέ, καὶ τὴν ἐξ ὅλου τῆς Περσίδος φθοράν”. Οἱ δὲ πρὸς τὸν Ταχμὰζ Κουλὴ Χάν: “ποίησον οὗν, πρὸς Θεοῦ ὡς οἴδας” ἔλεγον “καὶ περὶ τὸ ποιητέον αὐτοὺς ἡμᾶς πρόσταξον”.»
Αφού δια της υποκριτικής εξαπάτησης εξασφαλίστηκε η συναίνεση και η τυφλή υπακοή των “δικαίως” εξοργισμένων και αγανακτισμένων ισχυρών ανδρών της Περσίας στον δολοπλόκο και ύψιστο ραδιούργο (μάλλον Οδυσσέα έπρεπε να τον αποκαλέσει ο Βατάτζης!) ακολουθεί η αγριότερη και τελική πράξη του δράματος.
«Τὸν δὲ Σάχην, ὡς εἶχεν ἀναισθήτως, ὡς πτῶμα, εἰπεῖν, ἄραντες (οὐ πολλῶν τοῦτο ὅμως εἰδότων) ἐπὶ κλινιδίῳ […] καὶ μετὰ πεντακοσίων στρατιωτῶν καὶ δύο χιλιάρχων καὶ ἑκατοντάρχων ἕξ, ὡς πρὸς τὴν Μεσέτ, ὁ Ταχμὰζ Κουλὴ Χάνης αὐτὸν ἀπέπεμψεν, ἀλλ’ ὡς, φασίν, ἔξω τε μικρὸν ἐκ τῆς Ἰσπαχὰν γενόμενοι, καὶ ὡς περὶ φυσικῆς χρείας τοῦ Σάχη, εἰπεῖν, σύραντες εἰς μέρος ἐκ τῆς ὁδοῦ ἔξω τὴν κάμηλον σὺν τοῖς ἑκατοντάρχοις ὁμοῦ οἱ χιλίαρχοι, τὸν Σάχην Ταχμὰζ ἐκεῖσε, ὡς εἶχεν ἀναισθήτως, ἀπεκεφάλισαν, καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ λάθρα τῶν ἄλλων, τῇ ἰδία νυκτί, ἐπ’ ἀσφαλείᾳ πρὸς τὸν Ταχμὰζ Κουλὴ Χὰν ἀπεκόμισαν».
[Οφείλουμε εδώ βέβαια να επισημάνουμε πως μόνος ο Βατάτζης, που δεν ήταν καν αυτόπτης, αναφέρει πως η δολοφονία του σάχη Ταχμάσπ Β΄ διενεργήθηκε τοιουτοτρόπως τότε, αμέσως μετά την εκθρόνισή του (1732). Η σύνολη περσική ιστορική παράδοση (και δη ιστορικών παρόντων στην Μασχάντ τότε) τοποθετεί την εκτέλεση του σάχη και του γιου του Αμπάς Γ΄, των τελευταίων Σαφαφιδών, το 1740, με εντολή του γιου τού Ναδίρ σαχ. Αλλά αυτή η ιστορια απαιτεί άλλη διαπραγμάτευση.]
Τούτων λεχθέντων, μόλις και μετά βίας χρειάζεται να τονίσουμε τη σημασία της παραπάνω αφήγησης για τις ιδιαίτερες ιστορικές και ανθρωπολογικές-εθνογραφικές πληροφορίες που μεταφέρει για την Περσία της μακρινής εκείνης εποχής.
«Ταῦτα μὲν οὗν ταῦτα τὰ τῆς πρὸς τὴν Μεσέτ, φημί, ἀποπέμψεως τοῦ Σάχη Ταχμὰζ καὶ τῆς ἐξ ὅλου τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἐξαλείψεως» γράφει ο Βατάτζης βαθιά συλλογιζόμενος για την πορεία των πραγμάτων και της Μοίρας. Ταύτα και περί Βατάτζη προς ώρας αναφωνώ κι εγώ.
Στην εποχή μας βέβαια τέτοιες σκοτεινές και αδιόρατες αριστοτεχνικές μέθοδοι δυσφήμισης και διαβολής, εξαπάτησης του κοινού και εκτέλεσης ενοχλητικών αντιπάλων βρίσκονται στα χέρια περιώνυμων και ποικιλώνυμων μυστικών και κατασκοπευτικών υπηρεσιών, δια της χρήσεως περίπλοκων τεχνασμάτων, δολοπλοκιών και πανάκριβων, σύγχρονων τεχνικών ενίοτε, με εξίσου όμως θαυμαστά αποτελέσματα πάντοτε. Χωρίς όμως ―φευ― να μεταβιβάζεται η εξουσία σε ικανούς ηγέτες, αλλά σε υπηρέτες άλλων συμφερόντων.
*
*
*




