
*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
Συ, ποῦ ἔχεις κάλλη γιὰ προικιὰ καὶ χάρες γι’ ἀντιπροίκια
γιὰ νὰ πατῇς νἀνθίζουνε καὶ τἄδροσα χαλίκια,
μὰ ποῦ γιὰ μὲ μονάχα
ἥσκιο βαρὺν ἐσκόρπισε θανάτου ἡ ἐμορφιά σου,
ἄκουσε κάτι ποῦ θὰ πῶ γερτὸς στὰ γόνατά σου
σὰν παραμύθι τάχα.
Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ
Γύρω στα 1900, το πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ αναθέτει στον Βρετανό συγγραφέα και πολεμικό ανταποκριτή Τζωρτζ Φρέντερικ Άμποττ (1874-1947) ερευνητική αποστολή στην υπό οθωμανική κυριαρχία Μακεδονία με στόχο τη συλλογή εθνογραφικού υλικού. Ο ίδιος είχε τελειώσει τις σπουδές του στο Εμμάνουελ Κόλλετζ. Ο Άμποττ μετά από ένα διάστημα παραμονής σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες και Δράμα, πριν πάρει τον δρόμο για το Άγιον Όρος, διέμεινε για λίγο και στην Καβάλα. Στο βιβλίο του The tale of a tour in Macedonia –είχαν προηγηθεί άλλοι δύο τόμοι λαογραφικού περιεχομένου: το Songs of Modern Greece (1900) και το Μacedonian Folk-Lore (1903)–, ανάμεσα στις λοιπές πληροφορίες αναφέρεται και η νοσταλγία των Θασίων καπνεργατών της Καβάλας για τον τόπο τους, μιας και ο Άμποττ επισκέπτεται την πόλη την εποχή που οι Θάσιοι καπνεργάτες επιστρέφουν στο νησί.
Όσο ετοιμάζονται για το δεκάωρο ταξίδι του γυρισμού με τα καΐκια –ο χρόνος σήμερα είναι περίπου μιάμιση ώρα με το πλοίο της γραμμής–, γράφει ο συγγραφέας, το λιμάνι αντηχεί από τα τραγούδια τους. Αυτοί οι ταπεινοί εργάτες γιορτάζουν την ημέρα της επιστροφής τους στις εστίες τους. Μερικές από τις συνθέσεις αυτές είναι εξαιρετικά παθητικές όσον αφορά το ύφος τους και είναι γεμάτες από παράδοξα ευφυολογήματα. Οι τελευταίες περιγράφουν τα δεινά του ξενιτεμού, την αφιλόξενη ξενιτιά και την αδιαφορία των ξένων για τον ξενιτεμένο που νοσταλγεί την πατρίδα του, κι οι Θασιώτες νιώθουν την κοινή φρίκη που εκφράζεται εμφατικά στο λαϊκό δίστιχο που λέει ότι η τύχη του ζητιάνου κι η κακή του μοίρα δεν είναι τόσο πικρές όσο η ξενιτιά.
Η μετακίνηση Θασίων προς την Καβάλα που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου-αρχές 20ού αιώνα δεν γινόταν μόνο για κοινωνικούς αλλά και για επαγγελματικούς λόγους, και αυξήθηκε όταν η ακμάζουσα καπνική οικονομία της παράλιας πόλης δημιούργησε πληθώρα θέσεων εργασίας. Για τους νησιώτες, η μετάβαση εκεί είναι σαν ένα δύσκολο ταξίδι σε χώρες μακρινές. Σ’ ένα από τα λαϊκά τραγούδια, ο ήρωας θρηνεί την κακοτυχία του στη διάρκεια του αναγκαστικού ξενιτεμού, όταν ξένη γυναίκα τού έπλενε τα ρούχα και το χέρι μιας ξένης τού έφτιαχνε το προσκέφαλο όταν ήταν άρρωστος, ή αλλού, όταν η γοητεία μιας ξένης τον κάνει να λησμονήσει την αγαπημένη του. Ο ξενιτεμένος παρακαλεί τα πουλιά να μεταφέρουν το θλιβερό μήνυμα στη μνηστή του και να την παροτρύνουν να παντρευτεί έναν άλλον, αφού ο ίδιος δεν θα ξαναδεί τις ελιές της πατρίδας του.
Για τους Θάσιους και κυρίως για τις Θάσιες που εγκαταστάθηκαν και έζησαν στην Καβάλα κατά τις τελευταίες δεκαετίες της Τουρκοκρατίας (από το 1862 μέχρι το 1913), βρίσκουμε στοιχεία στους κώδικες προικοσύμφωνων της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας της Καβάλας, όπου αναφέρεται ρητά ότι τα αναγραφόμενα πρόσωπα προέρχονται από το νησί· «ἐκ Θάσου ὁρμωμένης καί ἐν Καβάλλᾳ διαμενούσης», «Θάσιος παροικῶν ἐν Καβάλλᾳ», «ἀπὸ χωρίον Μαριὲς τῆς Θάσου», «κατοίκου Παναγίας τῆς νήσου Θάσου, μονίμως δ’ ἐν Καβάλλᾳ ἀποκατεστημένης» κ.ο.κ. Ονόματα είτε αντρών που δεν είχαν δημιουργήσει δική τους οικογένεια στο νησί κι έκαναν έναν γάμο στην Καβάλα με Θάσια ή με «ξένη», παίρνοντας προίκα βοήθημα για την αρχή της οικογενειακής και επαγγελματικής τους ζωής, είτε Θάσιων γυναικών που εργάζονταν σε εύπορες οικογένειες, αλλά και άλλων, που παντρεύονται στην πόλη και παρέχουν οι ίδιες προικιό στον σύζυγό τους, όπως η Αβέρσω Κωνσταντίνου, από το Κάστρο της Θάσου
«ἐπιθυμοῦσα μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως νὰ συζευχθῇ τὸν Ἰωάννη Ἀθανασίου, καπνεργάτη ἀπὸ τὴ Μεσορώπη, τοῦ παρέχει ὡς προίκα 20 λίρες σὲ μετρητά, κοσμήματα καὶ ρουχισμό, ἀξίας 20 λιρῶν, εἰς κτήματα δὲ ἐν τῷ Κάστρῳ τῆς Θάσου, ἤτοι κῆπον καὶ ἐλαιόδενδρα διὰ τὸ ανάλογον μερίδιόν της, ἀξίας λιρῶν Τουρκίας 20, τό ὅλον λ.Τ. 60»
ή η άλλη περίπτωση της Μορφής Δημ. Κλαδούλη, της χήρας Χριστοδούλου Δαμάσκου σεργιτζή, που πρόκειται να παντρευτεί τον Δημήτριο Κυριάκου, καπνεργάτη από το Σέμαλτο και «οἰκειοθελῶς καὶ ἀπαραβιάστως» του δίνει ως προίκα το ένα από τα δύο δωμάτια που κληρονόμησε από τον μακαρίτη πρώτο της σύζυγο
«ἐπὶ τῷ ρητῷ ὅρῳ, ἐὰν ἀποθάνῃ πρὸ τοῦ συζύγου της Δημητρίου, ν’ ἀνήκῃ καὶ τὸ ἕτερον εἰς αὐτόν, ἂν δὲ αὐτὸς ἀποθάνῃ πρωτήτερα, ν’ ἀνήκῃ εἰς αὐτήν, ἤτοι ἀμφοτέρων οἱ κληρονόμοι νὰ μὴ κληρονομήσωσι τίποτε».
Ο άντρας που ενδιαφερόταν για μια κοπέλα, γνωστοποιούσε στους γονείς του τα αισθήματά του και αυτοί αν συμφωνούσαν, καλούσαν την προξενήτρα για να ειδοποιήσει τους γονείς ότι πρόκειται να ζητήσουν το χέρι της κόρης τους. Η υποδοχή της προξενήτρας σήμαινε και έγκριση του σογιού, μα αν δεν ήταν σύμφωνοι με το ταίριασμα, μουντζούρωναν το μέτωπό της και την έστελναν πίσω.
Βρε παλικάρι αν μ’ αγαπάς
π’ ανχνοδιαβαίν’ζ και δεν μιλάς;
Στείλε προξενήτρες στη μάνα μου
και προξενιτάδες στο μπάρμπα μου
Η προθεσμία για τη σύναψη του γάμου δεν έπρεπε να υπερβαίνει τους έξι μήνες και κατά το διάστημα αυτό οι μνηστήρες δεν είχαν το δικαίωμα της ελεύθερης συναναστροφής, παρά μόνο των επίσημων επισκέψεων στις γιορτές. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις η προικοδότηση ήταν μια ανεπίσημη πράξη που γινόταν στα λόγια μεταξύ των ενδιαφερομένων, τη μέρα του αρραβώνα συντάσσονταν και κάποια επίσημα προικοσύμφωνα που ήταν μέρος συμβολαιογραφικής πράξης και υπογράφονταν από τα δύο μέρη και τους παρευρισκόμενους μάρτυρες.
Μετά τα πρακτικά, ακολουθούσε η αναλυτική περιγραφή της προίκας: ποσότητα, είδος και αξία σε γρόσια.
«Ο Χριστόδουλος Οζούν Φώτη προικίζει την κόρη του Αικατερίνη και το γαμπρό του, Στέφανο Χαρησίου (Χαρισιάδη):
Δακτυλίδιον ἀρραβῶνος, 231 γρόσια – 1 ὑποκάμισον καὶ 1 ἐσόβρακον, 60 γρ. – 3 σακοῦλες πλεκτὲς καὶ κεντητές, 500 γρ. – 2 τζυμπέρια καὶ 3 μανδύλια λυνά, 50 γρ. – 2 ζεύγη τζοράπια χύντικα, 30 γρ. – 15 ἐσόβρακα τοῦ γαμβροῦ, 300 γρ. – 8 ποχτζιάδες καὶ βρακοζῶνες κεντηταῖς, 160 γρ. – 1 ἐφάπλωμα μεταξοτὸν μὲ τὸ συνδόνι του, 300 γρ. – 1 ζεῦγος τζαρουχάκια, 110 γρ. – 5 σαχάνια καπακοτὰ καὶ 1 τάση, 176 γρ. – 1 μαστραπὰν τοῦ γλυκοῦ, 4 ποτύρια, 12 φιλτζάνια καὶ πιάτα τραπεζιοῦ, 70 γρ. – 2 σεντούκια, 260 γρ., ἔγινεν ὅλη ἡ προὶξ 15.910 γρόσια. Ἀκόμη τῆς παραχωρῶ τὸ ὀσπήτιόν μου εἰς τὸν Μαχαλὰν διὰ νὰ καθήσουν τέσσερα ἔτη ὁλόκληρα»
και ακολουθεί με τον ίδιο τρόπο η προγαμιαία δωρεά, το αντιπροίκι του γαμπρού:
«δακτυλίδιον ἀρραβῶνος, 500 γρ. – 1 ζεῦγος σκουλαρίκια, 230 γρ. – 1 ζεῦγος μπουτίνια, 160 γρ. – 1 ζεῦγος κάλτζες καὶ καλτζοδέταις, 130 γρ.: τὸ σύνολον 2.419 γρόσια».
Στα προικοσύμφωνα αυτά σαφώς απεικονίζεται η περιουσιακή κατάσταση των οικογενειών, η κοινωνική κινητικότητα των Θασίων και οι μεταξύ τους ταξικές ανισότητες. Οι κόρες των εύπορων οικογενειών παντρεύονται με ευκατάστατους εμπόρους και παίρνουν προίκες μεγάλης αξίας, για τις φτωχές όμως οικογένειες η αποκατάσταση των θυγατέρων αποτελούσε κανονική δοκιμασία και οι σύζυγοι των φτωχών κοριτσιών είναι σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις καπνεργάτες.
Η προίκα ας πούμε της Χαρίκλειας Αγαπητού, κόρης ενός Θασίου εμπόρου, ήταν συνολικής αξίας 31.000 γροσίων και περιλάμβανε 180 λίρες μετρητά, κοσμήματα με διαμάντια, ρούχα μεταξωτά – μόνο το δακτυλίδι της άξιζε όσο μια ολόκληρη προίκα φτωχής κοπέλας. Στο προικοσύμφωνό της, όπως και της αδελφής της Μαριγώς, υπογράφουν ως μάρτυρες διακεκριμένοι τότε κάτοικοι της Καβάλας και οι σύζυγοί τους προσφέρουν εξαιρετικά μεγάλες προγαμιαίες δωρεές.
Στον αντίποδα βρίσκεται η περίπτωση της Δούκαινας Γεωργίου Χατζηγιαξή, που έπρεπε με μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ένα σπίτι με οικόπεδο στα Ποταμούδια, να αποκαταστήσει τέσσερις κόρες και έναν γιο. Η Δούκαινα παραχωρεί ένα τμήμα του οικοπέδου στην πρώτη κόρη, προικίζει τη δεύτερη και την τρίτη, υποσχόμενη στους γαμπρούς από ένα δωμάτιο και μέρος της αυλής, ενώ κρατά μέρος του ακινήτου και για τα δύο μικρότερα ανύπαντρα παιδιά. Όμως, η δύο φορές χήρα δεν υλοποιούσε τις υποσχέσεις της. Τα προικοσύμφωνα των δύο μεσαίων θυγατέρων της συντάσσονται αρκετά χρόνια μετά τον γάμο τους και περιέχουν τη δηκτική σημείωση: «Ἡ προὶξ εἶναι πάντοτε προὶξ καί οὐχὶ κληρονομία…»
Ο Θεμιστοκλής Βαλσαμίδης, υπάλληλος του Μονοπωλίου των Καπνών, «λαβὼν πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ κηδεμονίαν τὴν κόρην Σταματίναν Κωνσταντίνου, κάτοικον Θάσου, ὅπως υπηρετῇ εἰς τὴν οἰκίαν του, μὲ τὸν ὅρον ἵνα ἀργότερον ἀποκαταστήσῃ αὐτήν», την παντρεύει με τον Νικόλαο Λάμπρου, καπνεργάτη από το Πράβι, και την προικίζει με διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.366 γροσίων.
Η Λασκαρίνα Παναγιώτου, από την Καληράχη «οὔσα εἰς ὤριμον ἠλικίαν καὶ ἀποφασίσασα οἰκείᾳ βουλῇ καὶ θελήσει νὰ ἔλθῃ εἰς γάμου κοινωνίαν» με τον Αγαπητό Δημητρίου, καπνεργάτη από τη Μαρίγκοβα της επαρχίας Ιερισσού, προσφέρει σ’ αυτόν ως προίκα 20 λίρες μετρητά και είδη ρουχισμού και οικοσκευής, αξίας 3.000 γροσίων».
Η Ευλαλία Νικ. Καραγιαννίδη, από τις Μαριές, παντρεύεται τον Νικόλαο Κωνσταντίνου, καπνεργάτη από το Πράβι και «παρέχει ἑαυτῇ ὡς προῖκα» μετρητά 40 οθωμ. λίρες «αἵτινες θὰ μένωσι κατατεθειμέναι ἐπ’ ὀνόματί της παρὰ τῷ καταστήματι “The Commercial Company of Salonica Limited” ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ 6 τοῖς ἑκατόν», και διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής αξίας 5.900 γροσίων.
Ο Θεόδωρος Γ. Καλαϊτζής, διευθυντής επί των καπνών του Καταστήματος “Έρζοκ” «λαβὼν πρὸ δεκατριῶν ἤδη ἐτῶν ὑπὸ τὴν πατρικὴν αὐτοῦ προστασίαν καὶ μέριμναν τὴν κόρην Μαρίαν Ἰωάννου, κάτοικον Καζαβίτης…», την παντρεύει με τον Νικόλαον Αριστείδου, καπνεργάτη, και την προικίζει με μετρητά 20 οθωμ. λίρες και με διάφορα κοσμήματα, είδη ρουχισμού και οικοσκευής αξίας 9.140 γρ.
Ο Χρήστος Συμεωνίδης, καπνεργάτης «προσλαβὼν παρ’ ἑαυτῷ ἀπὸ ἐννέα ἤδη ἐτῶν τὴν δεσποινίδα Ἑλένην, τὸ γένος Νικολάου, ἀπὸ χωρίον Μαριὲς τῆς νήσου Θάσου, ἐπὶ σκοπῷ ὅπως αποκαταστήσῃ αὐτὴν ἐν καιρῶ τῶ δέοντι…», την παντρεύει με τον Εμμανουήλ Νικολάου, καπνεργάτη, και την προικίζει με διάφορα είδη ρουχισμού και οικοσκευής αξίας 2.370 γροσίων.
Γαμπρέ-γαμπρέ, τη νύφη μας
καλά να τη φυλάγεις
και τακτικά περίπατο,
γαμπρέ, να την εβγάνεις.
Η νύφη μας είναι μικρή,
μικρή και χαϊδεμένη
και από μικρή στα βάσανα
δεν είναι μαθημένη.
Τη νύφη μας την είχαμε
στην κόλλα διπλωμένη
και τώρα σου τη δίνουμε
σεμνή και τιμημένη
Μια εβδομάδα νωρίτερα από τον γάμο, κατά το έθιμο, τα ανύπαντρα κορίτσια έπλεναν σε τρία σκαφίδια στη σειρά τα προικιά της νύφης κι αμέσως μετά συγγενείς και φίλοι ασήμωναν. Το προικιό της νύφης έπρεπε να περιλαμβάνει δυο μπαούλα και στις περιπτώσεις που η νύφη άλλαζε τόπο διαμονής, η προίκα φορτώνονταν σε τρία μουλάρια, ένα των οποίων, οπωσδήποτε, ήταν άσπρο, ωστόσο σε αρκετές περιπτώσεις, το λευκό, μόνο γουρλίδικο δεν ήταν· νύφες και γαμπροί χώριζαν κάποτε τα τσανάκια τους με αίτηση λύσης μνηστείας «διαλελυμένοι καὶ ἐλεύθεροι ἵνα ἕκαστος συζευχθῇ ὅπου ὁ θεός εὐδοκήσῃ εἰς ἔκαστον».
Για τον αρραβώνα, όπως και τη μνηστεία, ίσχυαν διάφοροι εθιμικοί κανόνες που δεν συμβάδιζαν πάντα με το θρησκευτικό δίκαιο, γι’ αυτό και συχνά η Εκκλησία βρισκόταν στην ανάγκη να αποστέλλει «προνοητικὰς συμβουλὰς καὶ διαταγάς», ενώ δώρο αρραβώνα θεωρούνταν μόνο το δαχτυλίδι που έδινε ο άντρας στη γυναίκα και σε περίπτωση λύσης της μνηστείας, η υπαίτια πλευρά επέστρεφε διπλάσια την αξία του.
Η Μαλαμάτω Γεωργίου ζητά τη λύση του προ δύο ετών αρραβώνα της κόρης της Ελισάβετ, 16 χρόνων, με τον Γεώργιο Θασίτη, διότι πληροφορήθηκε ότι αυτός «ἔχει πάθος ἀνίατον, ἤτοι ἔρχεται ἔξω φρενῶν καὶ κτυπᾶται κοιμώμενος παραλαλὼν καὶ ὡς ἐκ τῆς μέθης κάμνει τὰ χείριστα».
Για αρκετές γυναίκες από την Θάσο, χήρες και διαζευγμένες, η Καβάλα παρείχε ευνοϊκές προϋποθέσεις για ένα νέο ξεκίνημα, μιας και οι χήροι και ζωντοχήροι της Θάσου μπορούσαν να ξαναπαντρευτούν στο νησί πιο εύκολα απ’ ό,τι αυτές, οπότε έπρεπε να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους.
Η απόφασή τους δεν είναι άσχετη και με τις οικονομικές παραμέτρους του ζητήματος, αφού σύμφωνα με το ισχύον τότε στην Θάσο εθιμικό δίκαιο, η δευτερόγαμη Θάσια –είτε λόγω χηρείας είτε λόγω χωρισμού–, έπρεπε να παραχωρήσει στον νεώτερο ή πρωτόγαμο στο νεώτερο σύζυγό της δώρο, καλοδεχούμενο να καλύψει την απώλειας της παρθενιάς της στην οποία συντέλεσε άλλος, «…ἐπειδὴ ὁ… συνεφώνησε νὰ λάβῃ ὡς γυναίκα τὴν… χήραν οὔσαν, διὰ τοῦτο αὕτη δίδει, δι’ ἀγριλίκι λεγόμενον ἢ θεώρητρον εἰς αὐτὸν ὄντα ἀνύπανδρον μίαν ἄμπελον κειμένην εἰς τὴν θέσιν… ἐπειδὴ κατὰ νόμον τὸ ὑπὸ χήρας γυναικὸς νέον νυμφευομένης διδόμενον ὡς κοινῶς παλληκαριάτικον ὀνομαζόμενον», κάτι που δεν ίσχυε στην Καβάλα.
Ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης, Θάσιος παροικών στην Καβάλα, ζητεί διαζύγιο από την από οκταετίας σύζυγό του, Ευανθία Β., επειδή αυτή μετά τον πρώτο χρόνο του γάμου τους δεν τον ακολούθησε στην Θάσο, αλλά έμεινε στην Καβάλα, όπου και «κατεπάτησεν τὴν συζυγικὴν πίστιν καὶ ἐμίανε τὴν κοίτην της γεννήσασα πολλὰ τέκνα».
Οι συναισθηματικοί δεσμοί των Θασίων που παρέμειναν στον ξένο τόπο, με το νησί, όσων δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν πάνω σ’ εκείνα τα ελαφρά πλεούμενα που περιέγραψε ο Άγγλος περιηγητής, παρέμειναν ισχυροί ως τα γεράματα τους και αποκαλύπτονται στις διαθήκες τους, αφού εκτός από αναλώσιμα είδη, τα αλλοτινά προικισμένα που μεταβίβαζαν, φροντίζουν να αφήσουν κληρονομιά λίγο απ’ το γενέθλιό τους χώμα –αφού ο ομφάλιος λώρος που τους συνδέει με τη θασίτικη γη, δεν έχει αποκοπεί–, συνήθως υπό τον όρο της φροντίδας και της τήρησης των εκκλησιαστικών εθιμικών.
«Τούτου χάριν, κἀγὼ ἡ Σουλτάνα Ν. Αγαπητοῦ, διορίζω περὶ τῆς κινητῆς καὶ ἀκινήτου μου περιουσίας ταῦτα. Ἀφίημι εἰς μὲν τὴν νύμφην μου Ἀναστασίαν ἕν ζεῦγος ἑνώτια, ἓν ὑποκάμισον καὶ πέντε ὀκάδας χάλκωμα. Πρὸς δὲ ἀφίημι εἰς τὴν Ἐλισάβετ, ἀδελφὴν τῆς νύμφης μου Ἀναστασίας, ἓν ζεῦγος ἑνώτια. Εἰς τὴν ἀνεψιάν μου Ἑλένην ἀφίημι πέντε ὀκάδας χάλκωμα, καὶ ἓν ὑποκάμισον. Ἀφίημι καὶ εἰς τὴν ἀδελφήν μου Μιράλνταν τὰ ἐν τῇ νήσῳ Θάσῳ ἐλαιόδενδρά μου, ἀπέναντι τοῦ ὁμολόγου ὅπερ ὀφείλω εἰς αὐτήν. Ἐκ δὲ τοῦ ὑπολοίπου τῆς περιουσίας μου, ἂς δοθῶσι εἰς τοὺς ἐπιλοίπους συγγενεῖς μου. Ἔπειτα διατάσσω νὰ δοθῶσι εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα Καβάλλας, καὶ εἰς τὰς ἐκκλησίας αὐτῆς, τὸ ὀσπήτιόν μου, καὶ ὅ,τι ἄλλο εὑρεθῇ ἐν τῷ κιβωτίῳ μου. Εἰς ταῦτα οὐδεὶς τῶν συγγενῶν μου ἔχει τὴν ἄδειαν, ἢ ἀπαίτησιν νὰ κάμῃ ἢ ν’ ἀντιτείνῃ…»
Ο Νικόλαος Π. Αγαπητός ορίζει:
«Κληρονόμον μου τέλειαν ἐγκαταλείπω τὴν ἀγαπητήν μου σύζυγον Ἑλένην καὶ κληροδοτῶ αὐτῇ: α) τὸ ἀναλογούν μοι πατρικὸν μερίδιον ἔκ τῶν πατρικῶν μου δένδρων κειμένων ἐν χωρίῳ Σωτῆρος Θάσου, τριακόσια ὀκτὼ τὸν ἀριθμὸν καὶ β) τὸ ἀναλογούν μοι ὁλόκληρον ἥμισυ τῆς πατρικῆς μου οἰκίας, τὸ ἀνῆκον μοι ἐκ κληρονομίας πατρικῆς, τῆς κειμένης ἐν τῇ συνοικὶᾳ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου… Ταῦτα πάντα κληροδοτῶ τῇ ἀγαπητῇ μου συζὺγῳ Ἑλένῃ, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κὰμῃ αὑτὴ τὰ μετὰ τὸν θάνατόν μου χριστιανικὰ χρέη πρὸς σωτηρίαν τῆς ψυχῆς μου καὶ δῶσῃ εἰς μὲν τὸν ἀδελφόν μου Ἰωάννην Π. Ἀγαπητόν… καὶ εἰς ἑκατέραν τῶν ἀδελφῶν μου Χαρίκλειαν Στεργίου καί Ἀσπασίαν Ἀριστείδου…»
Η Βασιλική Αναστασίου Τερμεντζή ορίζει:
«Κληρονόμον μου ἐγκαθιστῶ τὸν θετὸν υἱόν μου Χρῆστον Α. Συμεωνίδου, τὸν ὁποῖον ἀπὸ 12ετίας υἱοθέτησα καὶ ἔμεινα πολὺ εὐχαριστημένη διὰ τὰς πρὸς ἐμὲ ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς περιποιήσεις του… Εἰς τὴν ὑπηρέτριάν μου, προστατευομένην ὑπ’ ἐμοῦ Ἑλένην Νικολάου, ἀπὸ χωρίον Μαριὲς τῆς Θάσου ὁρμωμένην, ἀφίνω καὶ διατάσσω νὰ τὴν μετρήσῃ λίρες ὀθωμανικὲς πέντε, ὁ Χρῆστος Συμεωνίδης».
Η Λασκαρίνα, χήρα Γιάννη Παράσχου, το γένος Γεωργίου Κοκκίνου, από τον Θεολόγο, κάτοικος Καβάλλας (στην ενορία Παναγίας), οικιακά επαγγελόμενη, ορίζει παρουσία των μαρτύρων Ιωάννου Β. Τσιγάρου, καπετάνιου, Βασιλείου Ι. Πούλια, παντοπώλη, Ιωάννου Σταματέκου, εμπόρου, Ιωάννου Δ. Πέτκου, κτηματία, Δημητρίου Γ. Κόνσολα και Κωνσταντίνου Καστρινής, καπνεργατών, τα εξής:
«Κληρονόμον μου ἐγκαθιστῶ τὴν μικρὰν ἀνεψιάν μου Ἀννούδα Παναγιώτου, θυγατέρα Γιάννη Μπαμπούρι ἀπὸ χωρίον Θεολόγου, καὶ τὸν σύζυγον αὐτῆς καὶ γαμβρόν μου Παναγιώτην Γεωργίου Χαλδέζου ἐκ Πλωμαρίου τῆς Μιτυλήνης ὁρμωμένου καὶ ἀφίνω εἰς αὐτοὺς ἐξ ἴσου μετὰ τὸν θάνατόν μου τὰ ἑξῆς κείμενα ὅλα εἰς τὸ χωρίον μου Θεολόγου καὶ συγκείμενα ἀπὸ μίαν ἰδιόκτητον οἰκίαν, ἐλευθέραν πάσης ὑποθήκης, τριάκοντα ἐλαιόδενδρα εἰς Νούστρα καὶ ἕτερα τριακονταεἰς διάφορα μέρη τοῦ χωρίου μου, ἑπτὰ κομμάτια χωράφια κείμενα εἰς τοποθεσίας ὀνομαζομένας Ἀϊβαδίτσα, Κόκκινα, Ματοτόπι, Ἀγελάδα, Κούκ, Ἀνιτλίχτιργε, μὲ τὰ δύο ἐλαιόδενδρα, καὶ Παλίρι καὶ τρεῖς κήπους, συνορεύοντας ὁ μὲν ἀπὸ Σταματέκον, ὁ δὲ ἀπὸ οἰκίαν Τουλκάνι καὶ ὁ ἕτερος ἀπὸ τὴν οἰκίαν Ζεργιλᾶ, ἐπὶ τῷ ρητῷ ὅρῳ νὰ μὲ διαθρέψωσι καὶ περιποιηθῶσι μέχρι τοῦ θανάτου μου μετὰ δὲ τὸν θάνατόν μου νὰ κάμωσι δι’ ἐξόδων των ὅλα τὰ μνημόσυνα κλπ. Εἰς περίστασιν δὲ καθ’ ἣν μετανοήσω καὶ ἀκυρώσω τὴν παροῦσαν διαθήκην, προϋπόσχομαι νὰ τοὺς ἀποζημιώσω διὰ τὰ ἔξοδά των ἀνὰ δέκα λίρας διὰ τὸ καθέκαστον ἔτος. Εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν ἁγίων Ταξιαρχῶν τοῦ χωρίου μου ἀφιερόνω τὰ εἰς Θυμωνιὰ κείμενα δύο ἐλαιόδενδρά μου. Εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Δημητρίου ἀφιερόνω τρία ἐλαιόδενδρα ἐξ ὧν δύο εἰς Ἀστρὶς καὶ ἓν εἰς βαμπακιά. Εἰς τὸν ἐφημέριον τῆς ἐκκλ. Ἁγ. Δημητρίου Θεολόγου Αἰδεσ. Παπα-Νικόλαον ἀφίνω τὸ χωράφι μου τὸ κείμενον εἰς Ἀστρίς, συνορεῦον μὲ Γιαννούτσι καὶ Ρούσιου περιέχον καὶ τρία μικρὰ ἐλαιόδενδρα. Εἰς τὴν ἀναδεξιμνιάν μου Μαρίναν Κ. Μάνθου ἀφίνω ἕνα ἀμπελότοπον μὲ ἡμίσειαν συκιάν… Ἀφίνω δὲ ἐκτελεστὴν τῆς παρούσης μου διαθήκης τὸν κ. Νικόλαον Βασιλικοῦ ἀπὸ Θεολόγον».
Η Αικατερίνη, θυγατέρα Κωνσταντίνου σιδηρά και χήρα Αναστασίου καφετζή, ορίζει:
«Κληρονόμους μου ἐγκαθιστῶ τὸν ἐκ Καληράχης τῆς Θάσου Ἀθ. Κωνσταντίνου μαραγκὸν καὶ τὴν σύζυγόν του Εὐδοκίαν, ἀνεψιάν μου ἐξ ἀδελφῆς, καὶ ἀφίνω εἰς αὐτοὺς μετὰ θάνατόν μου τὰ ἑξῆς: Τὴν ἰδιόκτητον οἰκίαν μου ἐν τῆ συνοικίᾳ τοῦ τετάρτου τμήματος κειμένην δηλαδὴ στὰ Ποταμούδια καὶ συνορεύουσαν… Ἐπὶ τῷ ρητῷ ὅρῳ νὰ μὲ γηροκομήσωσι τὸ κατὰ δύναμίν των καὶ μετὰ τὸν θάνατόν μου τὰ ἔξοδα κηδείας, μνημόσυνα καὶ ἀνακομιδῆς τακτικὰ νὰ μὲ κάμωσιν ἐξ ἰδίων των…»
Η Ελένη Γεωργίου Μπασδέκη ορίζει:
«Κληρονόμον μου ἐγκαθιστῶ τὸν Παναγιώτην Δημητρίου ἀπὸ τὸ Κάστρον Ἀναστάσιον Ἀλεξίου Καραμπέρη ἀπὸ τὸν Θεολόγον τῆς Θάσου μὲν ὁρμώμενον νῦν δὲ κάτοικον Καβάλλας… ὑποδηματοποιὸν τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀφίνω εἰς αὐτὸν μετὰ θάνατόν μου τὴν ἰδιόκτητόν μου οἰκίαν τὴν ἐν τῷ τετάρτῳ τμήματι τῆς Καβάλλας κειμένην καὶ συνορεύουσαν… ὑπὸ τοὺς ἑξῆς δύο ὅρους: 1. Ὁ κ. Ἀναστάσιος Ἀλεξίου Καραμπέρης ὀφείλει νὰ τιμᾷ καὶ νὰ σέβεται καὶ ν’ ἀγαπᾷ τὴν κ. Ἑλένην ὡς μητέρα μηδόλως ὑποχρεούμενος νὰ δαπανᾷ πρὸς συντήρησιν αὐτῆς. 2. Ἡ κ. Ἑλένη οὐδόλως δικαιοῦται νὰ μετανοήσῃ καὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν παροῦσαν διαθήκην… Ὁ δέ Ἀναστάσιος Ἀλεξίου Καραμπέρης ὑποχρεοῦται μετὰ θάνατον νὰ κάμῃ ἐξ ἰδίων του τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας, μνημόσυνα καὶ ἀνακομιδῆς καὶ νὰ πληρώσῃ ἀνὰ ἡμίσειαν λίραν εἰς τὸν ἀνεψιόν μου καὶ ἀνεψιάν μου».
Η Ζωγράφω, χήρα Παναγιώτου, το γένος Μαργαρίτου, ορίζει γενικό κληρονόμο της τον Στέφανο Πουλίδη, ιατρό, τον οποίον καλεί να διανείμει την κινητή και ακίνητη περιουσία της ως εξής:
- Εἰς τὴν Ἱερὰν Ἐκκλησίαν τοῦ Τιμίου Προδρόμου, α) Ἕνὰ χαϊὰτ ἰδιόκτητόν μου κείμενον ἐν Κιουτσοὺκ Ὀρμάν… β) Ἓν ὁμόλογον ὑπογραφῆς Κων/νου Ἀποστόλου, πλοιάρχου, κατοίκου Καληράχεως… (22 λιρῶν)… γ) Ἓν ὁμόλογον ὑπογραφῆς Ἑλένης Δημητρίου Δαγκαλίδενας ἐκ Καληρράχεως τῆς Θάσου…(1.125 γροσίων)…
- Εἰς τὸν ἐγγονόν μου Παναγιώτην Γεωργίου: α) Ἓν ὁμόλογον… ἐκ λιρῶν εἴκοσι, β) Ἑπτὰ φλωρία καὶ ἓν ἀργυροῦν βραχιόλιον… ἓξ φλωρία, ἓν ζεῦγος σκουλαρίκια καὶ ἓν δακτυλίδιον ἀξίας περίπου δύο λιρῶν… (κατατίθενται στὸν ναὸ τοῦ Ἁγ. Ἰωάννη, ἀπ’ ὅπου θὰ τὰ παραλάβει τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου του).
- Εἰς τὸ Ἱ. Νοσοκομεῖον «Ὁ Εὐαγγελισμός» ἐκ τῶν ἐπίπλων μου τοὺς ἐκ χαλκοῦ τρεῖς τεντζιερέδες, τρία ταψιὰ καὶ δύο καζάνια.
- Εἰς τὸν υἱό μου Γεώργιον δύο ὁμόλογα (ἀξίας 68 λιρῶν), ἅτινα μοὶ ὀφείλει καὶ ἅτινα εἶνε κατατεθειμένα παρὰ τῷ Χατζῆ-Μουσταφᾷ, τοῦ τὰ χαρίζω.
- Εἰς τὴν ἐν Καληρράχει Ἱ. Ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγ. Κωνσταντίνου περὶ τὰ εἴκοσι πέντε ἐλαιόδενδρα, εὑρισκόμενα ἐν τῷ αὐτῷ χωρίῳ.
- τὰ ἐν τῆ οἰκίᾳ μου λοιπὰ ἔπιπλά μου… νὰ διανεμηθῶσι ἐξ ἴσου εἰς τοὺς κληρονομοῦντας με υἱὸν καὶ ἐγγονόν…»
*
*
Η Μαρία Σωτηρίου Ιωάννου, το γένος Αθανασίου, από την Παναγία της Θάσου, ορίζει:
«Πρῶτον, γενικὸν κληρονόμον μου ἐπὶ τῆς περιουσίας μου ἐγκαθιστῶ τὸν σύζυγόν μου Σωτήριον Ἰωάννου… κάτοικον Παναγίας Θάσου, μονίμως δ’ ἐνταῦθα ἀποκατεστημένον καὶ ὑποδηματοποιὸν τὸ ἐπάγγελμα. Δεύτερον, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιποιήσεις καὶ θυσίας εἰς ἃς ὑπεβλήθη καὶ ὑποβάλλεται ἔτι πρὸς νοσηλείαν μου ἐξ αἰσθήματος εὐγνωμοσύνης καὶ ὅλως οἰκειοθελῶς καὶ αὐτοπροαιρέτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξωτερικῆς ἐπιβολῆς κληροδοτῶ εἰς τὸν ρηθέντα σύζυγόν μου τὴν ἰδιόκτητον οἰκίαν μου κειμένην ἐν τῇ συνοικὶᾳ Ποταμουδίων συνορεύουσαν ἀφ’ ἑνὸς μὲ οἰκίαν τῆς μητρός μου Δούκινας Ἀθανασίου, ἣν αὕτη ἐπροικοδότησεν εἰς τὴν θυγατέρα της καὶ ἀδελφὴν μου Ἄνναν Χρήστου… ἐκτιμηθεῖσαν ὑπὸ τῶν ἄνω μαρτύρων εἰς τριάκοντα (30) λίρ. ὀθωμ. καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἀνάλογον οἰκόπεδον, ἐφ’ οὗ αὕτη εἶνε ἐκτισμένη μοι ἐπροικοδοτήθη ὑπὸ τῆς μητρός μου… ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον ἵνα ὁ ρηθεὶς σύζυγός μου: 1ον τελέσῃ ἐξ ἰδίων τὰ νενομισμένα ἱερὰ μνημόσυνα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς μου καὶ 2ον μετρήσῃ ἐφ’ ἅπαξ εἰς τὴν μητέρα μου Δούκιναν Ἀθανασίου λίρ. ὀθ. δύο (2)… ἡ δὲ διαθέτης ὡς ἀγράμματος ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ θείου της Θεοδώρου Βασιλείου, κατοίκου Καβάλλας καὶ ὑποδηματοποιοῦ τὸ ἐπάγγελμα».
Η Αννέτα Παναγιώτου, το γένος Αντωνίου Γιανκούλα, από το Μελένικο, ορίζει:
«Γενικὸν κληρονόμον μου ἐπὶ πάσης τῆς ἐνταῦθα περιουσίας μου ἐγκαθιστῶ τὸν νόμιμον σύζυγόν μου Παναγιώτην Δημητρίου… ἐκ τοῦ χωρίου Μαριὲς τῆς νήσου Θάσου καὶ παντοπώλην τὸ ἐπάγγελμα, εἰς ὃν κληροδοτῶ τὰς δύο οἰκίας μου… ἐν τῇ συνοικίᾳ Ποταμουδίων… ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μετρήσῃ ἐξ ἰδίων τοῦ τῷ ἐκ τοῦ χωρίου Μαριὲς ὁρμωμὲνῳ καὶ ἐν Ἁγίῳ Ὄρει μονάζοντι αἰδεσιμωτάτῳ Παπα-Παρθενίῳ λίρας πεντήκοντα (50), ἂς ἐδανείσθην παρ’ αὐτοῦ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς οἰκοδομῆς τῆς ἄνω ρηθείσης δευτέρας οἰκίας μου… Τὴν ὡς ἄνω περιουσίαν κληροδοτῶ εἰς τὸν ρηθέντα σύζυγόν μου ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐδανείσθην παρ’ αὐτοῦ ἐν ὅλῳ ἑκατὸν πεντήκοντα (150) λίρ. ὀθ. πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐν λόγῳ οἰκιῶν μου, συνάμα δὲ τὰς ἀπείρους φροντίδας καὶ θυσίας ἂς ὑπέστη καὶ ὑφίσταται πρὸς περίθαλψιν τῆς πασχούσης ὑγείας μου. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν τεσσαράκοντα (40) λίρ. ὀθ. ἂς μοι ἐπροικοδότησεν ὁ ἀποθανὼν ἀδελφός μου Ἰωάννης, δηλῶ ὅτι ταύτας ἐξόδευσα ἡ ἰδία δι’ ἰδίας μου ἀνάγκας…»
Πηγές-Αναφορές:
George Frederick Abbott, The tale of a tour in Macedonia, Λονδίνο 1903, σσ. 297-298. | Ένας Άγγλος στη Μακεδονία του 1900, (εισαγ.-μτφρ.: Ιωσήφ και Χριστίνα Κασσεσιάν), Στοχαστής, 2007, σσ. 272-280. | Κυριάκος Λυκουρίνος, «Θάσιες (υιοθετημένα κορίτσια, ψυχοκόρες, υπηρέτριες και δευτερόγαμες γυναίκες, χήρες ή διαζευγμένες) στην Καβάλα, 1862-1913. Πτυχές της μετανάστευσης των Θασίων στα τέλη 19ου – αρχές 20ού αιώνα»: Δ΄ Συμπόσιο Θασιακών Μελετών (6-9 Σεπτ. 2003), Πρακτικά, Καβάλα, Θασιακά, τ. 12, 2005, σσ. 457-485. |
Κώδικες Προικοσυμφώνων Ελληνικής Ορθοδόξου Κοινότητος Καβάλλας που απόκεινται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας. Αναφέρονται κατά σειρά
Προικοσύμφωνα:
– Αβέρσω Κωνσταντίνου (25-9-1899) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 103.
– Μορφή Κλαδουλη (11-6-1900) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σ. 135.
– Θεμιστοκλής Βαλσαμιδης (4-7-1902) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σσ. 203-204.
– Λασκαρίνα Παναγιώτου (29-1-1903) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σσ. 237-238.
– Ευλαλία Καραγιαννίδη (16-8-1903) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1896-1904, σσ. 261-262.
– Θεόδωρος Καλαϊτζής (28-1-1905) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σσ. 29-30.
– Χρήστος Συμεωνίδης (11-11-1906) Κώδικας Προικοσυμφώνων 1904-1914, σσ. 93-94.
Αίτηση λύσης μνηστείας:
– Μαλαμάτω Γεωργίου (3/16-11-1862) Κώδικας 1864-1889, σ. 12.
– Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης (5/12-8-1879) Κώδικας 1864-1889, σ. 201.
Διαθήκες:
– Διαθήκη 1η. Κώδικας 1864-1889, σ. 104.
– Διαθήκη 2η. Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 21-22.
– Διαθήκη 3η (27-7-1900) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 46-47.
– Διαθήκη 4η (28-9-1900) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 49-50.
– Διαθήκη 5η (7-11-1900) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 53-54.
– Διαθήκη 6η (13-11-1900) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 54-55.
– Διαθήκη 7η (17-1-1904) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 103-105.
– Διαθήκη 8η (8-3-1905) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 117-118.
– Διαθήκη 9η (27-3-1906) Κώδικας Διαθηκών 1896-1913, σσ. 146-148.
Κ. Χιόνης, «Ανέκδοτα έγγραφα της Θάσου αναφερόμενα στο έθιμο του “παλληκαριάτικου” και “κοριτσιάτικου”», Μακεδονικά 14 (1974), σσ. 139-150.
Γ. Νάκου, «Μια μορφή κοινοτικής και δικαστικής δικαιοδοσίας στο εθιμικό δίκαιο της Θάσου», Θασιακά 7 (1990-1991), σσ. 72-73.
Η Καβάλα της Οθωμανικής περιόδου (τέλη 14ου αι.-1912). Ο χώρος, οι άνθρωποι, τα τεκμήρια της ιστορίας, τόμ. 1, Καβάλα, Εξωραϊστικός Πολιτιστικός Σύλλογος Παναγίας “Το Κάστρο”, 2005, σσ. 51-231 (κεφ. 3.6.1., σσ. 202-208).
Ιωάννης Γρυπάρης, «Σαν παραμύθι»: Από το ερωτικό βιβλίο του Τρύφωνος και της Χρυσοφρύδης: Σκαραβαίοι και Τερρακόττες, Εκδ. Ι. Ν. Σιδέρη, 21920.
*
*
*
