*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.
Πού να πήγαιναν;
Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.
Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.
Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.
Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.
***
Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.
Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι.
Εμένα μ’ έτρωγε πάντα μου η περιέργεια. Πώς να ’ταν, πώς να έμοιαζε; Μήνα να ’ρχόταν σ’ άλογο ή πάνω σε λιοντάρι; Ευχόμουν και παρακαλούσα αυτός που περιμέναμε να ήταν ο πρώτος κείνος που αντίκρυσα, ο αψηλός, ο νειόλυτος, με τη λάμψη στο μέτωπο. Χωρίς να αφήσω την προσδοκία να με περιβάλει, γιατί μου δείχθηκε κι αυτή συχνά τόσο ύπουλη και πλάνα, αισθάνθηκα πως ήμουν κιόλας σίγουρη, λες κι είχα πράξει εγώ πριν απ’ αυτούς ένα μικρό κατόρθωμα.
Έσκυψα τότε με τρόπο και ρώτησα ψιθυριστά τον πατέρα μου:
«Πες μου, λοιπόν, ποιος είναι;».
Προς μεγάλη μου έκπληξη, γυρίζοντας προς εμένα το κεφάλι του, καθώς φωτίστηκε λιγοστά από το φως της λάμπας, το δάχτυλό του στράφηκε προς τον σκυφτό, ηλικιωμένο άντρα, που καθόταν αμίλητος στην καρέκλα.
Η ανάσα μου σαν να κόπηκε, η σκιά μου δίχως σώμα, τα σπλάχνα μου κόμπος που δέθηκε και που εκείνη την ώρα νόμιζα πως δεν μπορούσε να λύσει κανείς.
«Αυτός είναι που κρατά τώρα στα χέρια του την καρδιά μας ζεστή, τόσα χρόνια φυλαγμένη στη σιωπή, ντυμένη με τ’ αγκάθια; Αυτός είναι, λοιπόν, που θ’ αναστήσει τα κορμιά των ξεχασμένων;».
Όλα αυτά τα είπα και δεν τα είπα, μα αντήχησαν μονάχα μέσα μου, καθώς λίγο ζαλίστηκα, σαν έβραζα τη σούπα.
Το ίδιο βέβαια είχα σκεφτεί, μιλώντας όμως δυνατά, όταν για πρώτη φορά μάς φώναξε ο κύρης μου για να μας παραγγείλει, όχι για το ψωμί, μήτε για τα χαρούπια, παρά μονάχα για τ’ αψηλά και τ’ αθώρητα:
«Αυτά που θα σας πω δεν πρέπει να βγουν έξω από αυτό το σπίτι. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου».
Μα τι μας ήθελε; Τι συνέβαινε τέλος πάντων; Πού να γύριζαν όλοι τους τα βράδια με χείλια σφαλιστά και ξαναμμένα μέτωπα;
Tα μάτια του χαμηλά προσεύχονταν κι εγίνηκε ξαφνικά σιωπή, όπως θα τη ζούσαμε όλοι μας σε λίγο στο πετσί μας, βιγλώντας για ένα λάθος μας, ένα στραβοπάτημα, ενός ανθρώπου μάτι, κι η καρδιά μας να χτυπά δυνατά σαν ξέφρενη, όχι, όχι από χαρά, αλλά από ακμή και τόλμη.
«Θα κάμομεν επανάσταση, θα διώξομεν τους Εγγλέζους και θα ελευθερώσομεν την Κύπρον».
Εμείς αλληλοκοιταχτήκαμε αμήχανα, κι ήταν σαν το αδύνατο να έσπαζε σε χίλιες μικρές κι απειροελάχιστες πιθανότητες, κεράκι μέσα σου που δεν τολμάς ν’ αγγίξεις, μήπως σβήσει. Ένα άνοιγμα ξαφνικά σαν ρίσκο, και μια ανώμαλη προσγείωση, κάτι που αίφνης θρυμματίστηκε, προτού να τολμήσει κανείς να το ζήσει, καθώς τα μάτια μας διασταυρώνονταν ξανά, ξεσπώντας σ’ απορία:
«Εμείς κι εσύ θα κάμουμε την επανάσταση;».
«Γιατί;», μ’ αντίκοψε, «δεν σου γεμίζουμε το μάτι;».
Χαμογελάσαμε συνωμοτικά, μα η καρδιά μας χτυπούσε κιόλας τρελά, σαν παιδιού μυστικά η σφραγιστή παλάμη.
Το βράδυ κοιμηθήκαμε, τρέμοντας μην ξυπνήσουμε και είναι όλα όπως πριν.
***
Ο άντρας πήρε την πετσέτα και την έβαλε στον λαιμό του, όπως συνήθιζαν τότε. Έπιασε το κουτάλι στο χέρι, το γέμισε με σούπα και προσπάθησε να το φέρει στο στόμα του.
Τα μάτια μου, δίχως να θέλω και χωρίς να ’ναι σωστό για κορίτσια στην ηλικία μου, έμειναν κολλημένα πάνω του, καθώς έβλεπα τη σούπα να χύνεται, πέφτοντας άτσαλα στο πιάτο, λίγο και στα πατώματα.
Κανείς από τους άλλους δεν τόλμησε να τον κοιτάξει.
Ο Γέρος όμως δεν πτοήθηκε. Πήρε ξανά το κουτάλι στα χέρια του, με πιότερο πείσμα τώρα δάμαζε τη φύση του, προσπαθώντας να σταματήσει την παλλόμενη εκείνη σιωπή που του έκαιγε το δέρμα.
Δεύτερη, τρίτη φορά. Η σούπα χυνόταν πίσω στο πιάτο, καθώς το κουτάλι άφηνε, πάνω σ’ αυτό πέφτοντας, έναν μικρό μεταλλικό στεναγμό.
«Άτιμο σκεύος της ψυχής, δέρας μου που υποχωρεί, ’κει που άνθιζε μια πυρκαγιά, σαν φωτιά πο’ χει κουραστεί να καίει!»
Τι να ’λεγα; Αλλιώς τον περιμέναμε. Ανταλλάξαμε οι ομοτράπεζοι με τα βλέμματα μια ταραχή, καθώς ρουφούσαμε όλοι πιο δυνατά τη σούπα μας, μην ακουστεί κι αυτή.
«Και τι θα κάμομε, αν πεθάνει απόψε;».
Για μια στιγμή ο πατέρας μου γύρισε και με κοίταξε, κι έγινε ανάμεσά μας μια σιωπηλή αναγνώριση, δίχως αντίλογο.
Τότε ήταν που τον άκουσα να λέει, σαν άχνα που απολογείται, πριν ακουστεί:
«Αρχηγέ, μου επιτρέπεις να σε ταΐσω;».
Ο άντρας έγνεψε με την κεφαλή μια ανέκφραστη συγκατάθεση, στυφή και σαν αόρατη, αλλά ολοκληρωμένη.
Αν εκείνη βέβαια τη νύχτα είχε φοβερή ναυτία, αφότου το καράβι του χόρεψε για μέρες στον καιρό σαν καρυδότσουφλο, λυγισμένος έπειτα από την πεζοπορία και το λαχανητό στ’ απάτητα, το επόμενο πρωί θα στηνόταν πάλι στιβαρά στα πόδια του και θ’ ακουμπούσε σχεδόν οριστικά στο στερέωμα τον ασώματο χορό μας, τότε που όλα, νεκρά και ζώντα, φανταστά ή επιδιωκόμενα, στέκονταν μπροστά μας σαν ικανά ενδεχόμενα, κι οι ποδηλάτες κουβαλούσαν το αόρατο βάρος μιας νέας αυγής, κάθε τους πεταλιά κι υπόσχεση, προτού η γης να ζητήσει από αυτούς κι από εμάς το αμείλικτο τίμημα.
Μια δύση σαν εκείνες της πρώτης μας χαράς, την ώρα που το σκοτάδι πύκνωνε κι οι δρόμοι και τα περάσματα γλιστρούσαν κι η λάσπη ήτανε βαθιά και ο καιρός ψιλόβρεχε, κι αφότου όλοι τους είχαν κουβαλήσει το μυστικό φορτίο τους τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ο Μάρκος σκόνταψε και έπεσε γονατιστός. Το ψαθί με τα πυρομαχικά ακούμπησε στο χώμα και το παλληκάρι έγειρε στη γης, σαν κουρασμένο κι από τον ίδιο του τον πόνο, βαρύ και σαν αιχμάλωτο σε μια δύναμη ακόρεστη της απώλειας.
Πόσα ν’ αντέξει κι αυτός; Δεν ήταν δα κι από σίδερο.
Κανείς μας δεν ήταν.
Έβαλαν πλάτη τότε όλοι τους, για να τον σηκώσουν, κι ήταν αυτός ο συντονισμός των βημάτων τους σε παλμό ενιαίο κι ακέραιο μια νύχτα σ’ ουρανό που ψιλόβρεχε μια από τις πιο όμορφες νίκες τους, που μπορεί να εξαργυρώσει καθενού και της φυλής το πέρασμα στον χρόνο.
***
Κι αν είναι να δώσω ένα τέλος σε ό,τι έγινε, να δεχτώ το αποτέλεσμα, τις ιλαρές γιορτές, τις υπογραφές, να συνεχίσω να πορεύομαι πια μόνη, δίχως αυτούς, στα σκοτεινά, αν κανείς νομίζει πως πρέπει κάτι να μείνει από όσα είδα, όσα έζησα κι όσα θυμούμαι, θα ήθελα αυτό να τελειώνει με τις σκέψεις που κάνω σαν πέσω –όταν μπορώ– να κοιμηθώ ή όταν ξυπνάω, ίσως κι εκείνες όταν κάθομαι κάτω από τούτη τη συκομουριά, πάνω στην αγριεμένη χλόη, να δροσιστώ στον ίσκιο της, τ’ αμείλικτο σαν θα ’ρθει καλοκαίρι.
Σκέφτομαι τότε πόσο δύσκολα, πόσο βασανισμένα, μα πόσο ωραία ήταν εκείνα τα χρόνια, όταν όλοι μας φουσκώναμε από ελπίδες και οράματα.
Σκέφτομαι τ’ ακροδάχτυλα που αγγίζονται μόνο σε κάγκελα μιας φυλακής ή σ’ άκρη ενός ονείρου, σώματα μουλιασμένα για μέρες στο νερό, μωλωπισμένα μέτωπα, πλευρά, κνήμες και χέρια, καυτά στεφάνια στα μηνίγγια, καρφοβελόνες, καμένα κορμιά, σπαρμένα μέλη, μέρες ανέσπερες, μάτια σβησμένα.
Σκέφτομαι όλους εκείνους που έφυγαν, κείνους που έμειναν κι όσους διψούν ακόμα, τους νέους, τους γέρους, τους μεροκαματιάρηδες, τ’ αγνά παιδιά, νοικοκυρές, ρεσπέρηδες, που μπήκαν μέσα στη φωτιά χωρίς δεύτερη σκέψη.
Τη γιαγιά, τον παππού, τον θείο μου.
Τις μέρες που η λογική μας παραδόθηκε στην ποίηση κι εκείνη στάθηκε ακίνητη, σαν φλόγα που ακούει.
Σκέφτομαι και τα τωρινά κακά κι είναι ο νόστος μου κι εκείνων βάλσαμο, μα σφραγίζει πια οριστικά μια αλλοτινή εποχή που τελείωσε.
Μα πάνω απ’ όλα, αν είναι να δώσω ένα τέλος, αν πρέπει να δώσω ένα τέλος, αν χρειάζεται να σφαλίσω μέσα μου κλειστά ό,τι πιο αγνό γεννά ο νους μα κι η καρδιά τ’ ανθρώπου, αν ζω ό,τι επιβάλλει η δύναμη κι οι αδύναμοι πικροπαθούν, αν η αφήγηση αυτή κάπου εδώ τελειώνει, αν ζήσαμε μόνο σ’ όνειρο από το οποίο δεν παραμένει παρά μόνο του πρωινού η απαυγάζουσα αίσθηση, αν δώσαμε φιλί ερωτικό που απ’ τ’ άγγιγμα χειλιών κλειστών έμεινε μόνο η λαχτάρα, αν καθόμαστε, αν ξεχάσαμε, αν είναι η μοίρα μας βαριά κι αν καλούμαστε να την αποδεχτούμε, αν πρέπει να ζήσω αλλιώς, αν πρέπει να τώρα να βιαστώ, αν πρέπει κάποτε να φύγω, αν οι πολλοί δεν είναι σαν εμένα κι αν απ’ αυτά δεν έχει μείνει πια τίποτε, ένα πράγμα μόνο σκέφτομαι κι ενθυμούμαι και τον εαυτό μου μέμφομαι και θλίβομαι, κι οργίζομαι, λιώνω και μαραζώνω: που κείνη τη μέρα, χρόνους μετά τον ίδρωτα, κι αφότου κοιμηθήκαμε, που λυγίσαμε, που κυρτώσαμε, που γεράσαμε, σαν πέρασε ο έμπορας των γαϊδουριών κι είδα τον γαϊδαράκο μας, που είχε κι αυτός λυγίσει, κι είχε κυρτώσει, κι είχε γεράσει, είπα στον πατέρα μου «γιατί δεν τον πουλάς; τι θα τον κάμουμε;».
Κείνος γεροντικά, κάπως αργά, μα και σοφά, καθώς πάντα του πατούσε και μιλά, στρέφεται προς εμένα αυστηρά, με τη φωνή σαν σίδερο που έχει ψηθεί στην κάμινο, το χέρι τρυφερά εγγίζοντας τη χαίτη την τραχιά του Μάρκου.
«Οι αγωνιστές», σύροντας τη φωνή κοφτά, «ούτε πουλιούνται ούτε αγοράζονται».
70 χρόνια
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ
///
Το διήγημα εμπνέεται από τις αναμνήσεις του αγώνα της ΕΟΚΑ της Αναστασίας Αζίνα-Πενταρά, απ’ όταν ο Διγενής φτάνει στην Κύπρο κρυφά και φιλοξενείται στο σπίτι τους για την προπαρασκευή της επανάστασης, τον Νοέμβριο του 1954. Βλ. Νικολάου Χαραλ. Πενταρά, Πίσω απ’ τα γεγονότα: Βιωματικές αναμνήσεις της Αναστασίας Αζίνα-Πενταρά από την προεπαναστατική περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ, Οσελότος, Αθήνα, 2011.
— «Το παρασύνθημα»: Το σύνθημα της επιχείρησης ήταν «Ακρίτας» και το παρασύνθημα «Διγενής».
— «Τη γιαγιά, τον παππού, τον θείο μου»: Τη γιαγιά μου, Ιουλία Ιακωβίδου, για όσα πέρασε, τον παππού μου, Χαράλαμπο Ιακωβίδη, μέλος του πυρήνα της οργάνωσης στην ομάδα Σπηλιών-Κουρδάλων με το ψευδώνυμο «Βάβλης», ο οποίος κρατήθηκε για τη δράση του στα βρετανικά κολαστήρια Λεύκας και Πλατρών, και τον θείο μου, Μάκη Ιακωβίδη, μαθητή τότε του Παγκύπριου Γυμνασίου, πολιτικό κατάδικο, έχοντας αποφύγει την αγχόνη λόγω των ευφυών αναβολών της δίκης του χάρη στον δικηγόρο του Γλαύκο Κληρίδη, από τις 5 Φεβρουαρίου 1957 μέχρι τις 2 Μαρτίου 1959. Όταν ακούστηκε η ετυμηγορία για πολυετή του κάθειρξη, στο τέλος της δίκης, μπροστά στη μητέρα του που ολοφυρόταν, ο Μάκης Ιακωβίδης, ανακραύγασε: «Θάρρος, μάμμα!». Για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε με μια επική κλωτσιά στο στομάχι, προτού συρθεί στην κλούβα. Λίγο πριν από το ολοκαύτωμα στα Κούρδαλι, στις 20 Ιουνίου 1958, οι νεαροί αγωνιστές Παναγιώτης Γεωργιάδης, Αλέκος Κωνσταντίνου, Κώστας Αναξαγόρας και Ανδρέας Πατσαλίδης, που επρόκειτο σε λίγο να κατατεμαχιστούν από έκρηξη αυτοσχέδιας νάρκης, είχαν περάσει από το σπίτι του Ιακωβίδη. Έναν χρόνο μετά τα γεγονότα που διηγείται η Αναστασία, το έτος 1955, ο Διγενής μετέφερε το αρχηγείο του στο χωριό Σπήλια, όπου έμεινε για λίγες μέρες στο σπίτι του Ιακωβίδη και της Ιουλίας, προτού φιλοξενηθεί, λίγα μέτρα παρακάτω, στο σπίτι του αδελφού της τελευταίας, Στέλιου Τσαγγαρίδη.
*
*
*
