Μια μελέτη σταθμός στις μοντικές σπουδές

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Η πρόσφατη, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αλλά και στέρεα μελέτη του Παντελή Βουτουρή με τίτλο Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη (εκδ. Ερατώ 2024) –ο τίτλος αποτελεί στίχο από το ποίημα του Μόντη «Προς Ζωή»– αποτελεί σημαντικό φιλολογικό και επιστημονικό γεγονός στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα το ανά χείρας καλαίσθητο εκδοτικά βιβλίο δεν είναι μόνο μια αποκαλυπτική και τεκμηριωμένη φιλολογικά και επιστημονικά εισαγωγή στο έργο του σημαντικότερου ίσως ποιητή της Κύπρου, αλλά αποτελεί, κατά την άποψή μου, σταθμό για τις μοντικές σπουδές. Κι αυτό γιατί, εκατόν δέκα χρόνια από τη γέννηση του ποιητή και είκοσι από τον θάνατό του, έχουμε για πρώτη φορά μια συστηματική εισαγωγή-μονογραφία στο σύνολο του λογοτεχνικού έργου του Μόντη (ποιητικό και πεζογραφικό) η οποία φωτίζει επαρκώς αφενός την εξέλιξη της ποιητικής του Μόντη σε σχέση πάντα με το οικογενειακό, ιστορικό και πνευματικό του πλαίσιο και αφετέρου σημαίνουσες θεματικές περιοχές, διακειμενικές σχέσεις και μορφολογικά στοιχεία της ποίησής του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Οι μοντικές σπουδές προϋποθέτουν, βεβαίως, μέχρι σήμερα μερικά αφιερώματα σε περιοδικά,[1] αλλά και σημαντικές φιλολογικές μελέτες για το έργο του ποιητή (Α. Χριστοφίδης, Μ. Πιερής, Γ. Κεχαγιόγλου, Γ. Π. Σαββίδης, Α. Παστελλάς, Π. Βουτουρής, Λ. Γαλάζης, Α. Αθανασοπούλου, Γ. Γεωργής, Δημήτρης Αγγελάτος κ.ά.). Η σημαντικότερη, επομένως, συνεισφορά της ανά χείρας μελέτης στην ανάδειξη του εκδοτικά χαοτικού και δύσχρηστου εκδομένου έργου του ποιητή αποτελεί, βεβαίως, το διαυγές και λειτουργικό σχήμα της ποιητικής εξέλιξης του Κ. Μόντη, το οποίο τίθεται εμβληματικά στην «Εισαγωγή» του βιβλίου και αναπτύσσεται στη συνέχεια σε τρία μέρη-κεφάλαια: «Μέρος Πρώτο: Ποιητικά πρωτόλεια και προσωπικά αδιέξοδα», «Μέρος Δεύτερο: Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα», «Μέρος Τρίτο: Τα Γράμματα στη μητέρα». Σύμφωνα, λοιπόν, με το πιο πάνω τριμερές σχήμα το οποίο προτείνει ο Βουτουρής, η εξέλιξη της ποιητικής του Κώστα Μόντη αντιστοιχεί σε «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες (προσωπική, συλλογική, οικουμενική)» (σ. 15), αλλά ταυτόχρονα προϋποθέτει μια μεγάλη ποιητική τομή που διαχωρίζει αφενός την πρώιμη, ιδιωτική ποιητική περιοχή με το συλλογικό και οικουμενικό πέλαγος του ώριμου Μόντη και αφετέρου την παραδοσιακή τεχνουργική που δεσπόζει στις πρώτες συλλογές του ποιητή με τη μοντέρνα τεχνοτροπία που κυριαρχεί στην ωριμότητά του.

Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο μέρος της μελέτης ο Βουτουρής εστιάζει στις συλλογές Minima και Τραγούδια της ταπεινής ζωής (δηλαδή μέχρι το 1954), όπου ο Μόντης κάτω από το βάρος της οικογενειακής του τραγωδίας και των προσωπικών του αδιεξόδων υιοθετεί ποιητικά το «σύνδρομο της Πρέβεζας» (π.χ. στο ποίημα «Γραμμές» ο Μόντης ταυτίζει τη Λευκωσία με την Πρέβεζα: «πως θα σου γινόταν μια μέρα/ Πρέβεζα ανηλεή η Λευκωσία σου»), εκφράζοντας αποκλειστικά τον ιδιωτικό του χώρο, χωρίς «να συσχετίζει σε κανένα του ποίημα το προσωπικό με το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα της αποικιοκρατούμενης Κύπρου» (σ. 16). Με αφετηρία, επομένως, το σύνδρομο Καρυωτάκη, το οποίο εξετάζεται εκ του σύνεγγυς και αναλυτικά στο ποιήμα «Μελαγχολία στην Κερύνεια» (σ. 36), αναλύεται η προσωπική αίσθηση αδιεξόδου που δεσπόζει στην πρώτη ποιητική του περίοδο αλλά και στο ώριμο έργο του, και η οποία φορτίζεται τόσο από τα οικογενειακά-προσωπικά όσο και τα συλλογικά-εθνικά-παγκόσμια τραύματα: το θέμα του μισθοφόρου πατέρα «Ο μισθοφόρος από την Ατλαντίδα», το τραύμα του θανάτου της μάνας και των αδερφιών του από φυματίωση, η αποτυχία του οράματος της Ένωσης, η τουρκική εισβολή, ο πόλεμος, η παγκόσμια αδικία κ.ά. Αυτό που υποδηλώνει, κατά την άποψή μου, ο μελετητής με την επιλογή του συγκεκριμενου τίτλου, είναι πως η ισχυρή ψυχολογική επίδραση της Καρυωτακικής απόγνωσης και αδιεξόδου εντοπίζεται στο σύνολο του έργου του Μόντη. Δεν περιορίζεται δηλαδή μόνο στην πρώτη-ιδιωτική φάση της ποίησής του, αλλά μεταμορφώνεται συνεχώς και επιτείνεται όταν ο ποιητής διευρύνει στη συνέχεια την οπτική του στρεφόμενος σε συλλογικότερα και οικουμενικότερα προβλήματα, βιώνοντας πρώτα τη ματαίωση του ονείρου της Ένωσης, τη μεταζυριχική αδιέξοδη απόγνωση και τέλος το μαχαίρι της τουρκικής εισβολής.

Μια σημαντική, επίσης, συνεισφορά της μελέτης που αναπτύσσεται και πάλι στο πρώτο μέρος του βιβλίου και πιο συγκεκριμένα στο κεφάλαιο με τίτλο «Η εμπειρία των μεταλλείων», είναι η αποκάλυψη άγνωστων μέχρι σήμερα στοιχείων που αφορούν στην αρθρογραφία του νεαρού Μόντη αναφορικά με τα προβλήματα και τις άθλιες συνθήκες εργασίας των εργατών στα μεταλλεία της Σκουριώτισσας και του Μαυροβουνιού˙ άρθρα που θα κινητοποιήσουν σύμφωνα με τον μελετητή τους μηχανισμούς λογοκρισίας του αποικιοκρατικού καθεστώτος και θα έχουν ως αποτέλεσμα τον στιγματισμό και το φακέλωμα  του Μόντη από τις αποικοκρατικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια θα του απαγορεύσουν να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα, αφού επιστρέψει πτυχιούχος νομικής από την Αθήνα. Τέλος, στο πρώτο μέρος του βιβλίου τίθεται για πρώτη φορά αφενός το ζήτημα της άγνωστης ουσιαστικά ως σήμερα σχέσης του Μόντη με τον μικρόκοσμο των μεταλλείων που αποτυπώνεται στο ποιητικό, αλλά και στο πρώιμο πεζογραφικό του έργο (κυρίως διηγήματα)[2] και αφετέρου εντοπίζεται και σχολιάζεται η πρώιμη στροφή του Μόντη στον ελεύθερο στίχο, η οποία, ωστόσο, δεν προϋποθέτει την απαγκίστρωση του από το καρυωτακικό ποιητικό κλίμα.

Οι Στιγμές του 1958 αποτελούν, σύμφωνα με τον μελετητή, τομή στο έργο του Μόντη, καθώς πέρα από τη στροφή του στο ολιγόστιχο και ακαριαίο ποίημα, «με αυτή τη συλλογή ξεκινά η περίοδος της ποιητικης του πολιτικοποίησης. Εφεξής μπορούμε να αναφερόμαστε στον πολιτικό Μόντη καθώς το ποιητικό του κέντρο μετακινείται ξεκάθαρα από το εγώ στο εμείς» (σ. 83). Στο δεύτερο, λοιπόν, μέρος του βιβλίου «Ο πολιτικός Μόντης και τα συλλογικά αδιέξοδα. Η διάσπαση στα χρόνια του Αγώνα» ο ποιητής εμπνευσμένος από τον ενωτικό Αγώνα του 1955-1959 στον οποίο συμμετείχε ως πολιτικός καθοδηγητής, υπερβαίνει το πλαίσιο της αποκλειστικά κλειστής ιδιωτικής περιοχής και ανοίγεται ποιητικά στο ευρύτερο  πολιτικό και κοινωνικό πεδίο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, η καταθλιπτική, καρυωτακική ατμόσφαιρα προσωπικού αδιεξόδου που δεσπόζει στην πρώτη συγγραφική του περίοδο, μετά τις Στιγμές του 1958 εντάσσεται στο συλλογικότερο, πολιτικό πλαίσιο της ηρωικής εποχής του Αγώνα, της έντονης, με άλλα λόγια, ανησυχίας του Μόντη για το διπλωματικό ξεπούλημα των Συμφωνιών, την απογοήτευσή του για τη ματαίωση του ενωτικού οράματος και την απόγνωσή του μέσα στην «έρημη μεταζυριχική χώρα», όπως την ονομάζει ο Βουτουρής. Η ποίηση του Μόντη, επομένως, σε αυτή την περίοδο, σύμφωνα με τον μελετητή, αφομοιώνει εντονότερα και βαθύτερα την ιστορία του τόπου του, από την άλλη όμως γίνεται συνειδητά πιο κρυπτική και συνδηλωτική παρά το ότι δεν υπάρχει πια η αποικιοκρατική λογοκρισία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο δεύτερο μέρος του βιβλίου έχουν, επίσης, τρια υποκεφάλαια που συνεξετάζουν τον δυναμικό διάλογο ανάμεσα στη νουβέλα του Μόντη Κλειστές Πόρτες και από την άλλη α) στο μυθιστόρημα προπαγάνδα του Λόρενς Ντάρελ Πικρολέμονα, β) στο μυθιστόρημα Χάλκινη εποχή του Ρόδη Ρούφου, καθώς και γ) στη συλλογή διηγημάτων του Γ. Φιλίππου Πιερίδη Σκληροί καιροί, η οποία εστιάζει, όπως παρατηρεί ο μελετητής, σε πρόσωπα και θέματα που αποκλίνουν από τον κανόνα της ηρωικής αφήγησης.

Το τριτο μέρος της μελέτης που τιτλοφορείται «Τα γράμματα στη μητέρα» (1965, 1972, 1980) επικεντρώνεται αφενός στην προσπάθεια του Μόντη να διευρύνει το ακαριαίο και αποφθεγματικό πλαίσιο των Στιγμών και να πετύχει ένα εκτεταμένο συνθετικό έργο και αφετέρου στην διεύρυνση της ποιητικής του οπτικής από το συλλογικό-τοπικό-εθνικό, στο παγκόσμιο, γεγονός που θα του επιτρέψει να διαπραγματευτεί οικουμενικότερα θέματα και προβλήματα. Στα Γράμματα, λοιπόν, όπως δηλώνει εξαρχής από την «Εισαγωγή» ο μελετητής, διακρίνονται πλέον ξεκάθαρα «τρεις αλληλένδετες και επικαλυπτόμενες ισοτοπίες» (σ. 17) στον πυρήνα των οποίων συμπυκνώνονται α) παιδικές αναμνήσεις και ιδιωτικές εμπειρίες (π.χ. μνήμες της μητέρας και του πατέρα= προσωπική ισοτοπία), β) πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες, προβληματισμοί και θέσεις (π.χ. η υπογραφή της Συμφωνίας Ζυρίχης- Λονδίνου, η έρημη μεταζυριχική χώρα (Κύπρος) και το ανεπούλωτο τραύμα της εισβολής=συλλογική ισοτοπία) και τέλος γ) τα φοβερά παγκόσμια προβλήματα (π.χ. ο τσεχοσλοβάκος φοιτητής Γιαν, ο μικρός Αλύ από τη Σομαλία=οικουμενική ισοτοπία).

Το τρίτο μέρος κλείνει με το κεφάλαιο «Αντί επιλόγου: διάσπαση και σύνθεση», στο οποίο ο μελετητής διευκρινίζει εμφατικά αναφορικά με τη σημαίνουσα στον ώριμο Μόντη λέξη διάσπαση ότι «[…]είναι τρίσημη· φορτισμένη συγχρόνως, α) με ποιητικές, β) με ψυχολογικές, και γ) με πολιτικές υποδηλώσεις» (σ. 225), οι οποίες αντιστοιχούν α) στη στιχουργική του, β) στην προσωπική του ιστορία και γ) στη διάψευση του ονείρου της Ένωσης, μετά τις σχετικές συμφωνίες.

Μετά το 1960, λοιπόν, τον Μόντη των Στιγμών (Στιγμές 1958 και Συμπλήρωμα των Στιγμών 1960) απασχολεί σύμφωνα με τον μελετητή η «αντίρροπη στη διάσπαση ιδέα ενός συνθετικού έργου» (σ. 225), η οποία αποτυπώνεται ποιητικά στα τρία Γράμματα. Αυτή η αγωνιώδης συνθετική προσπάθεια του Μόντη να συγκολλήσει τη διάσπαση, ωστόσο, αμφισβητείται, εντέλει, από τον ίδιο τον ποιητή μέσα σε έναν δυστοπικό και θρυμματισμένο κόσμο, ο οποίος «αποδιοργανώνει τη συνέχεια, την ενότητα και τη δομή» (σ. 231). Όπως αναφέρει ο μελετητής δεν «έχουμε να κάνουμε με συνθετική αδυναμία του Μόντη, όπως θα μπορούσε εσφαλμένα να υποθέσει κανείς, αλλά με ενσυνείδητη άρνηση˙ και αυτή ακριβώς η άρνηση αποτελεί το πιο κρίσιμο σημείο της ποιητικής του˙ το σημείο στο οποίο συγκλίνει η πολιτική με την ποιητική του ηθική» (σ. 234). Και με αυτό τον τρόπο ο Βουτουρής διορθώνει προγενέστερους μελετητές (π.χ. Α. Παστελλάς, Α. Χριστοφίδης, Γ. Π. Σαββίδης), οι οποίοι είδαν στα Γράμματα την πολυπόθητη υπέρβαση της διάσπασης και την επίτευξη μιας συνθετικής ενότητας.

Συνοψίζοντας, η μελέτη του Παντελή Βουτουρή Κάπου στην Κύπρο, στον νομό Πρεβέζης. Εισαγωγή στην ποιητική του Κώστα Μόντη δεν αποτελεί μόνο ένα έργο ωριμότητας, αλλά και σημαντικό φιλολογικό γεγονός της χρονιάς. Ένα βιβλίο, στο οποίο ο μέσος αναγνώστης, αλλά και ο ειδικός μελετητής της λογοτεχνίας μπορούν να ακολουθήσουν ξεκάθαρα τον ερμηνευτικό μίτο, αλλά και να κατανοήσουν σημαντικές μορφολογικές και θεματικές πτυχές της ποιητικής του Μόντη. Σε όλο το μήκος και πλάτος της μελέτης, η λογική και βιβλιογραφική απόδειξη, η φιλολογική και ιστορική βάση, οι αποκαλυπτικοί αναγνωστικοί συσχετισμοί (διακειμενικότητα), αλλά και η λειτουργική ανάγνωση και ένταξη του έργου του Μόντη μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της νεοελληνικής λογοτεχνίας αποτελούν τον άξονα της φιλολογικής μεθόδου του Βουτουρή, η οποία, όμως, στον βαθύτερο πυρήνα της προϋποθέτει τη συναισθηματική διέγερση και την εσώτερη επικοινωνία του μελετητή με το σπουδαίο αυτό έργο. Και όλα αυτά με το γνωστό επιστημονικό ύφος και ήθος του Βουτουρή, που εμείς οι  αναγνώστες του τον έχουμε συνηθίσει· ένα ύφος ξεκάθαρο και απολαυστικό σαν καθαρό νερό πηγής, το οποίο δροσίζει και ξεδιψά χωρίς να βαραίνει από το φιλολογικό άχθος της επιστημονικής ορολογίας ή θεωρίας.


[1] Βλ. Η λέξη 152 (Ιούλ.- Αύγ. 1999) και Ύλαντρον 8-9 (Ιούν 2007).
[2] Το θέμα «Ο Κώστας Μόντης και η εμπειρία των μεταλλείων» απασχόλησε τον μελετητή στο επιστημονικό συνέδριο «Ως άνθρωπος ήταν ποιητής, ως ποιητής άνθρωπος. Όψεις της ζωής και του έργου του Κώστα Μόντη» το οποίο διοργανώθηκε από το Κέντρο Λογοτεχνικών και Λογοτεχνικών Σπουδών ΚΕΛΟΠΟΣ την Κυριακή, 1η Δεκεμβρίου στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

///

***