Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

*

*

Γεννήθηκα στην Λευκαδα το 1787. Σπούδασα νομικά και φιλολογία στην Ιταλία. Συνδέθηκα με κορυφαίους ποιητές της, όπως ο Μόντι και ο Ούγκο Φώσκολο. Ο κύκλος των σπουδών μου ολοκληρώθηκε στο Παρίσι, στο οποίο κι εγκαταστάθηκα για έναν χρόνο. Εκεί, ήρθα σ’ επαφή με την μορφή που σφράγισε την ζωή μου για πάντα, τον Αδαμάντιο Κοραή. Μετά ολίγον καιρόν απ’ την επιστροφή μου στην Ελλάδα διορίστηκα δικαστής και κατόπιν εισαγγελεύς. Υπηρέτησα στην Λευκάδα και στην Κεφαλληνία. Το 1834, και για δεκαεπτά συναπτά έτη, κατείχα θέση ανωτάτου δικαστικού συμβούλου στην Κέρκυρα. Υπήρξα ο πρώτος της αναγεννηθείσης Ελλάδος τραγωδοποιός. Είχα την τιμή να συναναστραφώ με τον Ιάκωβο Πολυλά και τον Γεράσιμο Μαρκορά, αλλά και την τύχη να συναντήσω τον Διονύσιο Σολωμό και ν’ ακούσω απ’ τα ίδια του τα χείλη τον «Ύμνον εις την Ελευθερίαν». Δεν είχα τύχη παρόμοια, ώστε ν’ ακούσω και ύμνους για τις Τραγωδίες μου απ’ το στόμα του. Εγώ ήμουν επιρρεπής στις φιλοφρονήσεις κι εκείνος στα εγκώμια φειδωλός.

Στο έργο μου «Τα Λευκαδικά επί της Ελληνικής Επαναστάσεως» είπα ψέματα πως μυήθηκα στην Φιλική Εταιρεία το 1817 απ’ τον παλιό μου φίλο και συμμαθητή στο πανεπιστήμιο της Βολωνίας, ιατρό Ιωάννη Ζαπραλή εκ του Συρράκου της Ηπείρου. Μυήθηκα δυο χρόνια μετά, περί τα μέσα του 1819, απ’ τον Άγγελο Σούνδια. Είπα ψέματα για να διεκδικήσω τον τίτλο του πρώτου Λευκάδιου Φιλικού. Δεν ήταν το μόνο ψέμα της ζωής μου. Θ’ ακολουθούσαν χειρότερα…

Στα τέλη του 1820 έλαβα επιστολή από την Εφορία των Φιλικών της Κερκύρας:

Ήγγικεν η ώρα, η επανάστασις εντός ολίγου ξανοίγεται εις όλη την τουρκικήν Ευρώπην. Εκλέξατε λοιπόν όσους των Λευκαδίων επιθυμείτε. Στήσατε χρηματικήν Τράπεζαν δίδοντες το παράδειγμα σεις πρώτοι. Συστηθείτε οι δύο ως επιτροπή, στήσατε προσέτι υπουργούς ταύτης. Μετ’ ου πολύ θέλουν έλθει αυτού πολλοί των καπιταναίων επί προφάσει ν’ αποφύγωσι τας καταδρομάς των τουρκικών στρατευμάτων, αληθώς όμως ίνα σχεδιάσητε τον τρόπον της επαναστάσεως εις την Στερεάν Ελλάδα, Πελοπόννησον και τουρκικάς νήσους. Οι τοιούτοι είναι μέλη όλοι της Φιλικής Εταιρείας. Συμφωνήσετε λοιπόν με αυτούς περί των ευθέων μέσων διά την μετ’ αυτών ανταπόκρισιν. Κάμνετε όλα ταύτα με κρυφιότητα, μήπω ήθελεν εννοήσει η διοίκησις της Επτανήσου, καθ’ ότι δεν γνωρίζομεν ποίον μέρος θα λάβη η Αγγλία, φίλου ή Εχθρού.

Η συνεχόμενη δράση της Φιλικής Εταιρείας στα Επτάνησα, όμως, δεν ήταν δυνατόν επί μακρόν να κρατηθεί μυστική. Η αλεπού των Ιωαννίνων, Αλής ο Τεπελενλής, υποπτεύθηκε την ύπαρξη κάποιας κρυφής οργάνωσης. Αυτό, μέσω του Άγγλου Προξένου της Πρεβέζης, γνωστοποιείται στον Αρμοστή της Κερκύρας και παραγγέλνεται στον Τοποτηρητή της Λευκάδος να διερευνήσει την υπόθεση. Εκείνος ζητάει την βοήθειά μου για την αποκάλυψη της Εταιρείας, που μέλος και μάλιστα προεξάρχον ήμουν εγώ! Ως εισαγγελεύς κύρους, θεωρήθηκα υπεράνω υποψίας κι έτσι μπόρεσα να κατευθύνω το ανακριτικό υλικό προς την άποψη ότι «τα διαθρυλούμενα είναι σκευωρία του Αλή Πασά για να εκδιωχθούν απ’ τα Επτάνησα κι απ’ τις παρακείμενες περιοχές επιφανείς Έλληνες, προκειμένου να περιέλθουν στην δικαιοδοσία του και να υποστούν τις θηριωδίες της εκδικητικής του διαθέσεως». Δοξάζω τον Θεό που μ’ ενδυνάμωσε να κινηθώ με τέτοιον τρόπο ώστε να διαφύγουν τον αφανισμό πλείστοι ομοαίματοι αδελφοί μου.

Κατόπιν των Θεοφανείων του 1821 και μέχρι τον Φεβρουάριο –δήθεν εγκαταλείποντας την Στερεά εξαιτίας του πολέμου Σουλτάνου κι Αλή Πασά– έφτασαν στην Λευκάδα μερικοί από τους σπουδαιότερους αρματολούς: Ανδρούτσος, Τσόγκας, Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, Πανουργιάς, Ηλίας Μαυρομιχάλης και άλλοι πολλοί. Οι καπεταναίοι αυτοί, συνοδευόμενοι από μένα, συναντήθηκαν με ντόπιους Φιλικούς στην Οδηγήτρια, εκεί στον κάμπο της Απολπαίνης, στο περιβόλι της Αγίας Άννης κοντά στην Μεγάλη Βρύση, στην Αγία Τριάδα στο Καλλιγώνι και στο μοναστήρι της Φανερωμένης.

Ακολούθησε λειτουργία στην εκκλησία της Βλαχέραινας και συμπόσιο την Κυριακή των Απόκρεω, κατά την ενδεκάτην πρωινήν, εδώ, στην οικία εμού του ιδίου, στην πόλη της Λευκάδος, όπου συμφάγαμε και ήπιαμε και είπαμε τραγούδια κλέφτικα, γελώντας και κλαίγοντας αντάμα.

Απαράλλακτα σαν την ευλογημένη εκείνη ημέρα της 1ης Ιουλίου 1807 στου Μαγεμένου, όπως την περιγράφει ο Καποδίστριας στην υπ’ αριθμόν 10/08.07.1807 αναφορά του προς την κυβέρνηση της Επτανήσου Πολιτείας:

Στην εξοχή, στην θέση που λέγεται Μαγεμένο, κατασκηνώσαμε κάτω από τα δένδρα των κήπων που είναι εκεί, ανάμεσα σε ανδρείους, που ξεπερνούσαν τους τετρακόσιους. Η μέρα ήταν ωραιοτάτη. Καθισμένοι κάτω από την πλατιά σκιά μιας φουντωμένης καρυδιάς, ο σεβασμιώτατος Ιγνάτιος, ο στρατηγός Παπαδόπουλος κι εγώ, περιτριγυριστήκαμε από τους Έλληνες καπεταναίους, και μάλιστα τον συνετό και ανδρείο Μπότσαρη και τον φοβερό Κατσαντώνη. Αυτόν τον πρώτο κύκλο πλαισίωναν οι υπόλοιποι σε κύκλο επίσης καθισμένοι. Περάσαμε το πρωί ακούοντας από τους πιο εύγλωττους την διήγηση των κατορθωμάτων τους. Ακολούθησε γεύμα, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά των ηρωικών συμποσίων που έψαλε ο Όμηρος. Τέλος, μουσική, τραγούδι και χαρές.

*

*

Ήταν η πρώιμη Άγια Λαύρα της Λευκάδος. Ο Καποδίστριας, μέλλων Κυβερνήτης της Ελλάδος, χορεύει με τους οπλαρχηγούς που θα έσερναν τον μετέπειτα τσάμικο του Ξεσηκωμού.

Τον Μάρτη του 1821 η Επανάσταση επιτέλους κηρύχτηκε!

Την ημέρα της Πεντηκοστής του ιδίου έτους η φλόγα της εθνεγερσίας πυράκτωσε και την Ακαρνανία υπό τους Τσόγκα και Βαρνακιώτη, κατόπιν γενναίας ενισχύσεως των οπλαρχηγών με 3000 τάλαρα απ’ τους Ζακυνθίους Φιλικούς.

Οι Λευκάδιοι πατριώτες δεν έπαψαν διόλου να ενισχύουν τους αντίπερα αγωνιζόμενους αδελφούς τους με όποιον τρόπο μπορούσαν: αποστέλλοντας αγωνιστές στην Στερεά, περιθάλποντας τραυματίες, κυνηγημένους και αμάχους, χορηγώντας τρόφιμα και χρήματα.

Τότε η Κυβέρνηση της Επτανήσου, εξαιτίας των αναταραχών, εξουσιοδότησε τους Τοποτηρητές και Επάρχους των νησιών να κηρύττουν στρατιωτικό νόμο όποτε αυτοί έκριναν.

Στις 7 Ιουνίου 1821 η Γερουσία της Επτανήσου διεκήρυξε την ουδετερότητα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων νήσων, την οποία επικύρωσε η Αυτού Μεγαλειότης, ο Βασιλεύς της Μεγάλης Βρετανίας. Πίσω από την Κυβέρνηση της Επτανήσου ενεργούσε, φυσικά, ο αδίστακτος Λόρδος Αρμοστής.

Τέλος, οι Άγγλοι, κατόπιν και των γεγονότων της Υψολίθου στην Ζάκυνθο, στις 3 Οκτωβρίου 1821, διέταξαν τον αφοπλισμό των κατοίκων, ενώ η δήμευση της περιουσίας αυτών που θα συνέδραμαν στον Αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων, καθώς και ο διά παντός εξορισμός τους απ’ τα Ιόνια νησιά, συνεχίστηκε σε ημερήσια διάταξη, με αποφάσεις ανάλγητες και ανηλεείς.

Τοποτηρητής στην Λευκάδα ήταν τότε ο ταγματάρχης Τεμπλ. Κακότροπος, ωμός και μισέλληνας. Έστησε πυροβόλα κατά μήκος της παραλίας, με ρητή εντολή να πυροβολούν κάθε πλοίο ή άνθρωπο που αποπειράται να διέλθει τον αύλακα.

Με το πέρας της εσπέρας, συγκέντρωνε τα μονόξυλα στο λιμάνι και τα φρουρούσαν ένοπλοι, λες κι ήταν θησαυρός. Μα δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είχαν εφεδρικά πλεούμενα κρυμμένα στις καλαμιές, που δεν γνώριζε ο εχθρός.

Τα στενά μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας, στις Απάνω Αλυκές, στο Καλλιγώνι και στου Μαγεμένου, γέμιζαν τις νύχτες μονόξυλα, που γλιστρούσαν στην σκοτεινιά σαν φαντάσματα, ενώ έλαμναν οι βαρκάρηδες μισοσκυφτοί, καθώς περνούσαν αντίπερα, ως άλλοι Χάροντες, κρυμμένα κάτω απ’ τις κάπες τους, πεσμένα μπρούμυτα, τα παλληκάρια μας.

Πολλάκις διάβηκα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο.

Μια νύχτα όμως… συνέβη κάτι το φοβερό! Κάτι που έμελλε ν’ αλλάξει την ζωή μου για πάντα.

Έπρεπε να συναντήσω επειγόντως τους Τσόγκα και Βαρανακιώτη απέναντι. Το πράγμα δεν σήκωνε αναβολή. Μήνυσα στον Παρασκευά, φτωχό παιδί απ’ την γειτονιά των ψαράδων. Έμπιστος πολύ, πατριώτης φλογερός. Θα συναντιόμαστε στις Αλυκές αργά το βράδυ, όταν οι περιπολίες των Άγγλων θα είχαν μικρότερη ορατότητα στο πέλαγος. Και κουρασμένοι από το εξαντλητικό πήγαιν’-έλα, θα σταμάταγαν κάπου να βρέξουν κρυφά το λαρύγγι τους, βρίζοντας την τύχη τους και την φτώχια τους, που τους έριξε εδώ πέρα, μακριά απ’ τον τόπο τους, για ένα κομμάτι ψωμί και μισή μποτίλια ουίσκι.

Ήταν ανήμερα του Αγίου Κωνσταντίνου. Ήμερη θάλασσα, γαληνεμένη σαν μωρό στην κούνια του. Όπως το μωρό του Παρασκευά, που τ’ άφησε να κοιμάται ανίδεο για τον κίνδυνο που διέτρεχε ο πατέρας του το βράδυ εκείνο. Το φαντάστηκα κρεμασμένο απ’ το βυζί της μάνας του, και την μάνα του κρεμασμένη απ’ τον λαιμό του Παρασκευά. «Να προσέχεις», θα του ’πε, «να προσέχεις, μάτια μου», και τα μάτια της θα έσταζαν αρμύρα. Ποιος ξέρει γιατί τα δάκρυα και η θάλασσα έχουν την ίδια γεύση;

Τι περίεργο! Όλα τούτα γύριζαν συνεχώς στο μυαλό μου εκείνη την νύχτα, λες και γράφονταν μόνο του ένα απ’ τα δραματικότερα έργα μου.

Διέκρινα το μονόξυλο του Παρασκευά να ’ρχεται προς το μέρος μου σαν μεγάλο νερόφιδο από ξύλο. Μπήκα, ξάπλωσα μπρούμυτα και με σκέπασε με την κάπα του.

Έφτανε απ’ την μισοκοιμισμένη πόλη ένα αργόσυρτο τραγούδι σαν νανούρισμα, σαν ήσυχο μοιρολόι. Τα κουπιά δεν ηχούσαν περισσότερο απ’ όσο θ’ ακούγονταν μια πάπια που θα κολύμπαγε στο νερό.

Αχνόφεγγε όταν γυρίσαμε. Υγρασία πολλή. Κολλούσαν τα ρούχα στο σώμα μου, λες κι είχα πυρετό.

Καθώς έβγαινα απ’ το μονόξυλο ακούστηκαν φωνές. Δυο χωροφύλακες μας είδαν κι έτρεξαν προς το μέρος μας με τα όπλα προτεταμένα. Ο ένας έφτασε πρώτος. Μ’ αναγνώρισε αμέσως. Ήμουν πλέον τελειωμένος! Ένιωθα κιόλας το σχοινί της κρεμάλας στο λαιμό μου.

Τότε ακούστηκε ο πυροβολισμός…

Ο χωροφύλακας έπεσε νεκρός. Ο άλλος το ’βαλε στα πόδια.

Ο Παρασκευάς κράταγε μια κουμπούρα που κάπνιζε και μου φώναξε αλαφιασμένος:

«Φύβγε, αφέντη, φύβγε!»

Ξεκίνησα να τρέχω…

Ξάφνου, κοντοστάθηκα. Ένα αόρατο χέρι μ’ έπιασε απ’ τον ώμο. Ήρθε στο νου μου εκείνο το μωρό, που κοιμόνταν ανίδεο για την τύχη του πατέρα του χθες βράδυ. Κι η μάνα του, κρεμασμένη απ’ το λαιμό του Παρασκευά, με υγραμένα μάτια. Και ξανάκουσα την φωνή της, ίδια με το παράξενο τραγούδι της νυκτός, που έμοιαζε με νανούρισμα, που θύμιζε μοιρολόι: «Να προσέχεις…»

«Όχι, δεν φεύγω!» είπα πεισματικά και κάρφωσα τα πόδια μου στ’ αρμυρίκια.

Ο Παρασκευάς πήδηξε απ’ το προιάρι και φούχτωσε το πέτο μου:

«Φύβγε, αφέντη, φύβγε! Ο άλλος δεν πρόκαμε να σε ιδεί… Εμένα με ξέρει».

«Έχεις γυναίκα και παιδί, Χριστιανέ μου!» φώναξα εγώ.

«Κι εσύ έχεις ολόκληρη πατρίδα, αφέντη! Φύβγε να την γλυτώσεις…» είπε.

Και μ’ έσπρωξε αλαφρά, όσο αλαφρά φυσάει το αεράκι στο πανί, ίσα για να φουσκώσει.

Δεν ξέρω γιατί, μα τότε άρχισα να τρέχω, να τρέχω σαν τρελός μέσα στα σκοτεινά καντούνια, ώσπου έφτασα στο σπίτι κι αμπάρωσα πίσω μου την πόρτα. Τότε, γονάτισα στο πάτωμα και διπλώθηκα στα δύο. Ένα κλάμα βουβό, παραπονεμένο, σαν κλάμα μωρού, που το νιώθει, μα δεν το ξέρει ακόμα, πως έχασε τον πατέρα του…

Ο Παρασκευάς συνελήφθη το ίδιο εκείνο πρωί και οδηγήθηκε στα μπουντρούμια του Κάστρου. Περίμενα από ώρα σε ώρα να πιάσουν κι εμένα. Η γλώσσα ξεράθηκε, το λαρύγγι μου στέγνωσε, το σαγόνι μου έτρεμε, τα δόντια κροτάλιζαν, τα μηλίγγια μου φλέγονταν, η καρδιά μου χτυπούσε σαν το ταμπούρλο των εκτελέσεων, κόντευε να σπάσει απ’ την αγωνία. Τόσες φορές έβαλα το κεφάλι στο στόμα του λύκου, και δεν φοβήθηκα, μα τώρα φοβόμουν! Εκείνη η αναμονή μπορούσε να με τρελάνει…

Λίγο πριν το απόγευμα η πόρτα χτύπησε. Επιτέλους! Ήταν δυο πάνοπλοι χωροφύλακες. Με ζήταγε επειγόντως ο Άγγλος διοικητής. Σκέφτηκα πως ο Παρασκευάς θα βασανίσθηκε άγρια κι ομολόγησε. Ήταν παλληκάρι, δεν λέω, αλλά όποιος γνώριζε τα βασανιστήρια των Εγγλέζων, δεν θα μίλαγε για παλληκαριές.

Πήρα το καπέλο και το παλτό μου και τους ακολούθησα σιωπηλός. Τι ωφελούσαν τα λόγια;

Ο διοικητής με καλωσόρισε ως συνήθως. Καμιά αλλαγή δεν διέκρινα στην συμπεριφορά του, μόνον το ύφος του είχε κάτι το σκοτεινό και γριφώδες.

Δεν γελάστηκα.

«Κύριε εισαγγελεύ, θα μάθατε φαντάζομαι τα δυσάρεστα γεγονότα της πρωίας», είπε, κοιτώντας με ερευνητικά.

Προσποιήθηκα άγνοια:

«Μα, όχι! Τι συνέβη;»

Μου ανακοίνωσε αυτό που ήδη γνώριζα και κατέληξε:

«Θα διενεργήσετε τις ανακρίσεις εσείς! Είναι το καθήκον που σας ανέθεσε η Κυβέρνηση. Έχετε, εννοείται, την πλήρη εμπιστοσύνη μας. Ε, στην θέση που βρισκόσαστε…», χρωμάτισε με νόημα τις λέξεις αυτές, κοιτώντας με κατάματα. «Στην θέση που το λειτούργημά σας, ως δικαστικού, σας τοποθετεί», διευκρίνισε, «είστε, όπως και να το κάνουμε, μέρος αναπόσπαστο της εξουσίας του τόπου αυτού. Σαν να λέμε και λιγάκι… Εγγλέζος πλέον, έτσι δεν είναι;» προσπάθησε ανεπιτυχώς να αστειευθεί.

Μου ήρθε κεραυνός κατακούτελα, δεν συγκρατήθηκα.

«Ξέρετε πως είμαι Έλληνας! Και ως Έλληνας αγαπώ την πατρίδα μου, κύριε, όπως κι εσείς την δική σας. Θα ήμουν ανάξιος της εκτίμησεώς σας αν αισθανόμουν κάτι διαφορετικό απ’ αυτό!»

Και, βλέποντάς τον έκπληκτο να με κοιτάζει, χαμήλωσα την φωνή συμπληρώνοντας:

«Όμως, ως ανακριτής θα πράξω ευσυνειδήτως το καθήκον μου εννοείται!»

Ο αστυνόμος φάνηκε να ικανοποιήθηκε απ’ την συμπληρωματική μου απάντηση και προσπάθησε να εξομαλύνει την κατάσταση.

«Μα όλοι Έλληνες είμαστε, φίλε μου! Στα πανεπιστήμιά μας διδάσκουμε ελληνικά, το γνωρίζετε φαντάζομαι. Κι εσείς λατρεύετε τον Σαίξπηρ, δεν είναι έτσι;»

Μόρφασα κάπως άκομψα.

«Αμφιβάλλω αν ο Σαίξπηρ θα έκοβε το κεφάλι του Ομήρου να το κρεμάσει στο Πεντοφάναρο, κύριε διοικητά!» απάντησα με θράσος πρωτόγνωρο, ακόμα και για μένα τον ίδιο.

«Ω, αγαπητέ μου, μπερδεύετε την πολιτική με το πνεύμα! Νομίζετε πως εγώ προσωπικά αποφασίζω τέτοια πράγματα; Εντολές εκτελώ. Κάνω την δουλειά μου, από την οποία ζω, για να μπορώ απερίσπαστος να διαβάζω Όμηρο, όπως κι εσείς κάνετε την δική σας, για να μπορείτε απερίσπαστος να διαβάζετε Σαίξπηρ!»

Η διπλωματική του απάντηση μ’ ερέθισε περισσότερο.

«Δεν βρίσκω ουδεμίαν αξία στην ποίηση, αν είναι να κόβουμε κεφαλές εμείς που την διαβάζουμε», είπα πικρόχολα.

«Μα πώς! Ο Όμηρος μιλάει στην Ιλιάδα του για πολύ χειρότερα πράγματα από ένα απλό κόψιμο κεφαλής, δεν νομίζετε;»

«Μιλάει όμως και για την μεγαλοψυχία του Αχιλλέα, όταν ο Πρίαμος γύρεψε το πτώμα του Έκτορα!»

«Υπονοείτε κάτι συγκεκριμένο με το παράδειγμά σας, κύριε εισαγγελεύ; Μήπως το ταυτίζετε με το θέμα του βαρκάρη; Θα θέλατε, ενδεχομένως, να δείξω την ίδια μεγαλοψυχία σ’ έναν άνθρωπο, που παρά τις ρητές εντολές της Κυβερνήσεως μετέφερε πράκτορες στην Ακαρνανία;»

«Πράκτορες; Ελάτε, κύριε αστυνόμε, ας μην υπερβάλλουμε! Αποκλείετε το ενδεχόμενο να μετέφερε απλώς εμπορεύματα, που τα πούλησε για να θρέψει την οικογένειά του;»

«Το αποκλείω, βεβαίως!» είπε απότομα ο Εγγλέζος. «Αν πούλησε εμπορεύματα, δεν θα είχε πάνω του λεφτά; Εμείς βρήκαμε μόνο κουμπούρια και μπαρουτόβολα. Ωραία εμπορεύματα, μα την αλήθεια! Ε, μ’ αυτά, όχι μόνο δεν θα θρέψει την οικογένειά του, αλλά θα χάσει και την ζωή του, θα φυλακιστούν οι οικείοι του και θα δημευτεί η περιουσία του».

«Η περιουσία του! Εννοείτε το καρυδότσουφλο, που ψαρεύει, και το παλιοκάλυβο που λουφάζει;» κάγχασα.

«Η δικαιοσύνη είναι αδέκαστη, φίλε μου!» είπε αυτός, σηκώνοντας τους ώμους, λες κι ήθελε ν’ αποτινάξει μιαν ευθύνη που βρίσκονταν εκεί και που δεν του αναλογούσε.

«Δικαιοσύνη; Μα για ποια δικαιοσύνη μιλάτε, αν πρόκειται να φυλακίσετε ένα μωράκι ολίγων μηνών με την μητέρα του. Κι όλα αυτά χωρίς καμιάν απόδειξη κατασκοπείας!»

«Χωρίς καμιάν; Σκότωσε άνθρωπο, κύριε! Και μάλιστα όργανο της τάξεως! Και ο άλλος, που βρίσκονταν στο μονόξυλο, γιατί το ’σκασε αν δεν πρόκειται για πράκτορα, μου λέτε;»

Ο… άλλος, που ήμουν εγώ, προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

«Ήταν σχεδόν χαράματα, καθώς μου είπατε, το φως λιγοστό, κάποιοι πλησιάζουν, κρατούν όπλα, δεν διακρίνονται καθαρά, αποκλείεται να τους πέρασε για ληστές, να πανικοβλήθηκε και να πυροβόλησε; Αποκλείεται ο άλλος, που βρισκόνταν μέσα στην βάρκα, να το έσκασε γιατί φοβήθηκε;»

Στην λέξη «φοβήθηκε», θρόμβοι ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό μου. Έβγαλα το μαντήλι και τους σκούπισα βιαστικά. Η αναπνοή μου τάχυνε, η καρδιά μου βροντοχτυπούσε και πάλι σαν το ταμπούρλο των εκτελέσεων.

«Θα μπορούσε να είναι και όπως τα λέτε», συμφώνησε απροσδόκητα ο αστυνόμος, κοιτώντας με απ’ την κορυφή ώς τα νύχια, σαν να ’θελε να μου πάρει τα μέτρα για την κάσα.

Κατόπιν, ο τόνος της φωνής του ημέρεψε περισσότερο:

«Γι’ αυτό κι εγώ, που εκτιμώ πραγματικά την αξία σας ως νομικού, σας αναθέτω την ανάκριση του συμπατριώτη σας. Αν τα στοιχεία που θα εξαγάγετε συνηγορούν στην αθωότητά του, έχετε τον λόγο μου ότι θα δικαστεί με την ύψιστη επιείκεια. Κι ίσως, αν δεν συντρέχει θέμα κατασκοπείας, ίσως λέω, γλυτώσει ακόμα και την κρεμάλα».

Δέχτηκα, τι άλλο μπορούσα να κάνω; Και ζήτησα να με οδηγήσουν σ’ αυτόν. Στα μπουντρούμια του Κάστρου.

*

*

Το κάστρο της Αγίας Μαύρας δεσπόζει στην είσοδο του νησιού σαν λαβωμένος πέτρινος γίγαντας. Ο θρυλικός αυτός ήρωας σε τόσες και τόσες περιστάσεις έβαλε ή εβλήθη, έτρωσε ή ετρώθη, ενίκησεν ή ενικήθη. Είδε σιδερόφρακτους ιππότες, είδε μονόφθαλμους πειρατές. Είδε παπάδες, με τον σταυρό στο χέρι, να βγάζουν μάτια. Κι Αγαρινά σκυλιά, με το χαντζάρι στην ζώνη, να χαρίζουν ζωές. Είδε βαρβάρους να εκπολιτίζουν και πολιτισμένους να εκβαρβαρίζουν. Είδε επιδρομείς εν είδει ελευθερωτών και κατακτητές εν είδει προστατών.

Θεμελιωμένο στην μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας χερσόνησο, πολιορκήθηκε δώδεκα φορές στους επτά τελευταίους αιώνες. Η πρώτη φρουριακή κατασκευή ολοκληρώθηκε το 1302 μ.Χ. από τον Τζιοβάνι Ορσίνι. Κατόπιν, ο κάθε κατακτητής το προσάρμοζε σύμφωνα με τις ανάγκες του. Έτσι, το κάστρο έγινε ένα πολυεπίπεδο μωσαϊκό οχυρωματικών έργων, σε τέτοιο σημείο, που ν’ αποτελεί πλέον σύμβολο της πορείας της υποδούλωσης του νησιού μας.

Τον Μάρτιο του 1810 οι Άγγλοι, υπό τον στρατηγό Όσβαλντ, αποφασίζουν την κατάληψη της Λευκάδος, έχοντας την στρατιωτική υποστήριξη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Νικηταρά, Πετμεζά, Αναγνωσταρά και Πλαπούτα. Το ηθικό των Γάλλων στρατιωτών μετά την πολυήμερη πολιορκία, η μηδαμινή πιθανότητα ενίσχυσης αλλά και η έλλειψη πολεμοφοδίων, οδηγούν το φρούραρχο Καμύ σε παράδοση του κάστρου.

Τον Απρίλιο του ίδιου έτους υψώνεται στις επάλξεις η σημαία της τέως Επτανήσου Πολιτείας, για να φανεί η κατάληψη από τους Άγγλους ως απελευθέρωση από τους Γάλλους. Η σαρανταήμερη πολιορκία ανάγκασε τον Εγγλέζο ταγματάρχη σερ Ριχάρδο Τσωρτς να το αποκαλέσει «diabolical castle», δηλαδή «διαβολικό κάστρο», λόγω δυσκολίας της κατάληψής του.

Εδώ, λοιπόν, στο κάστρο του διαβόλου, κρατούνταν ένας πτωχός άγγελος, ο πατριώτης Παρασκευάς.

Ο φρουρός άνοιξε την πόρτα του κελιού και μου έκανε νόημα να περάσω.

Με χτύπησε στην μύτη σαν μπουνιά η μπόχα της κλεισούρας και της υγρασίας. Ο Παρασκευάς σηκώθηκε από μια σκέτη σανίδα που χρησίμευε για στρώμα και με κοίταξε με τα μάτια του αρνιού, λες και μ’ έβλεπε πρώτη φορά. Στο ένα απ’ τα ξυπόλυτα πόδια του ήταν περασμένος ο χαλκάς με την μπάλα του καταδίκου. Ο φρουρός έκλεισε πάλι την πόρτα κι έμεινε διακριτικά απ’ έξω, σε απόσταση αναπνοής.

Συστήθηκα στον κρατούμενο, σαν να μην με γνώριζε, και του ζήτησα να μου διηγηθεί το περιστατικό, το οποίο ήδη γνώριζα. Η κωμωδία δεν βάσταξε περισσότερο από λίγα λεπτά.

Πριν φύγω, έσκυψα και του ψιθύρισα:

«Θα σε βγάλω από ’δω σύντομα!»

Αυτός με κοίταξε σαν να μου ’λεγε:

«Φύβγε, αφέντη, φύβγε! Έχεις ολόκληρη πατρίδα να γλυτώσεις…»

Δεν ήξερε, ο δύστυχος, πως η πατρίδα ήταν η ίδια μου η ψυχή. Κι αν έπρεπε να την γλυτώσω, έπρεπε να σώσω την ψυχή μου πρώτα.

Την άλλη μέρα με ξανακάλεσε ο αστυνόμος στο γραφείο του.

«Κύριε εισαγγελεύ, η ανάκριση θα συνεχιστεί με τους συγγενείς του εκλιπόντος», είπε σχεδόν αδιάφορα, λες και μιλούσε για τον καιρό.

«Του εκλιπόντος;» επανέλαβα μηχανικά.

«Ω, με συγχωρείτε, δεν σας πληροφόρησαν πριν έρθετε στο γραφείο μου; Ο βαρκάρης επετέθη στον φρουρό την ώρα που του προσκόμιζε το φαγητό. Έγινε πάλη, χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο κι έμεινε στον τόπο. Συμβαίνουν αυτά!» είπε, χρωματίζοντας ειρωνικά την τελευταία του φράση.

Βγήκα στον δρόμο, τα μηλίγγια μου παραλίγο να σπάσουν. Ήμουν βέβαιος πως τα ήξεραν όλα. Έπαιζαν μαζί μου όπως η γάτα με το ποντίκι, περιμένοντας να κάνω την λάθος κίνηση για να με κλείσουν στην φάκα.

Θεέ μου, αυτήν την ώρα σκεφτόμουν πάλι το τομάρι μου, ενώ το πτώμα του έρμου του Παρασκευά θα κείτονταν κάπου μελανιασμένο, βορά των κοράκων. Και το κεφάλι του –το ωραίο νεανικό του κεφάλι– θα παλουκώνονταν στον δρόμο του Κάστρου ή θα κρεμιόνταν στο Πεντοφάναρο προς παραδειγματισμόν.

Ένιωσα ν’ ανακατεύονται τα σπλάχνα μου. Έφτασα στην γειτονιά του Πουλιού κι εκεί, άκρη-άκρη στην λιμνοθάλασσα, ξέρασα τ’ άντερά μου.

Στο έργο μου «Τα Λευκαδικά» έγραψα πάλι ψέματα, πως ο Παρασκευάς ξέφυγε πριν τον πιάσουν οι Εγγλέζοι, πέρασε στην Ακαρνανία και βρήκε ένδοξο θάνατο πολεμώντας ηρωικά στην Έξοδο του μαρτυρικού Μεσολογγίου.

Δεν ξέρω γιατί το έκανα! Ίσως για να του δώσω ένα τέλος που του άξιζε, εγώ, που την θυσία του για μένα δεν την άξιζα.

Είναι αλήθεια πως ανέκρινα τους οικείους του για να μου μαρτυρήσουν τους συνενόχους του. Δηλαδή… εμένα! Κι είναι επίσης αλήθεια πως ευχόμουν από μέσα μου να το κάνουν, αλλά δεν το έκαναν.

Έγραψα ψέματα πως οι Φιλικοί αποζημίωσαν και προστάτευσαν γενναία την οικογένεια του πτωχού ήρωος. Εξόφλησα μονάχος μου το χρέος αυτό, αλλά δεν το έγραψα.

Λίγο καιρό αργότερα έλαβα επιστολή απ’ τον Μπότσαρη, να τον συναντήσω το συντομότερο στον Τεκέ. Γύρευε χρήματα ν’ αγοράσει τρόφιμα για το πολιορκημένο Σούλι. Πέρασε από άγνωστες ατραπούς, με κίνδυνο της ζωής του για να με βρει, ταξιδεύοντας πάντα νύχτα.

Πόσο ενθουσιάστηκα όταν τον είδα έτσι, σαν ζωγραφιά, μπροστά μου!

«Πάρε με μαζί σου, καπετάνιο!» τον παρακάλεσα. «Μάθε με να μάχομαι όπως εσύ. Δεν αντέχω να ενεργώ εν κρυπτώ, θέλω να πολεμήσω και να πεθάνω στο φως».

«Δεν είναι αυτή δουλειά δική σου, κυρ Γιαννάκη! Την πατρίδα την υπηρετείς καλύτερα στην Λευκάδα, την ωφελείς περισσότερο στα κρυφά. Αυτός είναι ο δικός σου πόλεμος, ο δικός μου είναι να σύρω το ξίφος!» με αποστόμωσε.

Κι ήταν τα λόγια εκείνα σαν απόηχος των λόγων του Παρασκευά: «Φύβγε, αφέντη, φύβγε! Έχεις ολόκληρη πατρίδα να γλυτώσεις…»

Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά σαν αδέλφια. Εκείνος θα πορεύονταν προς τον ένδοξο θάνατο κι εγώ προς την τεθλιμμένη ζωή.

Το επόμενο βράδυ πήγα τα χρήματα ο ίδιος. Προσέφερα διακόσια δίστηλα εγώ, εκατόν πενήντα ο Σούνδιας κι άλλα τόσα ο Χαλκιόπουλος. Αγοράστηκαν τρόφιμα. Αλλά πριν φτάσουν, το Σούλι έπεσε.

Οι προφυλάξεις που πήρα για να διαβώ στην Ακαρνανία ήταν μηδαμινές.

Μετά το τέλος του Παρασκευά, ξεφοβήθηκα τον θάνατο. Θα έλεγε κανείς πως τον προκαλούσα κιόλας, λες και «δεν είχε δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα», όπως το ’πε ο κόντε Σολωμός.

Ο αδίστακτος τοποτηρητής με υποπτεύθηκε. Συλλαμβάνομαι αμέσως εντός του εισαγγελικού μου γραφείου. Κλείνομαι στην ίδια φυλακή που κλείστηκε ο Παρασκευάς, και την επομένη φέρομαι ενώπιον του Τεμπλ. Του κτήνους εκείνου που απαγχόνισε τον Καραβία, το πρωτοπαλλήκαρο του Τσόγκα, κι έστησε την αγχόνη εντός της λίμνης, κοντά στην παραλία της Πλαγιάς, για να βλέπουν οι απέναντι Λευκάδιοι, αφήνοντας κρεμασμένο το πτώμα του, βορά των κοράκων.

Πριν με ρωτήσει οτιδήποτε ο τοποτηρητής, ορθώνω το παράστημά μου και του απευθύνω τον λόγο:

«Γνωρίζω την κατηγορία! Δεν αρνούμαι πως επιθυμώ διακαώς την ελευθερία της πατρίδος μου, με τον ίδιο τρόπο που κι η εξοχότητά σας θα επιθυμούσε διακαώς την ελευθερία της δικής της πατρίδας αν ήταν στην θέση μου. Κανείς δεν μπορεί να με κατακρίνει γι’ αυτό, ειδικά εσείς οι Άγγλοι, που είναι γνωστή τοις πάσι η σφοδροτάτη φιλοπατρία σας. Προσέφερα –κι εύχομαι να μου δοθεί η ευκαιρία να ξαναπροσφέρω– τα μέγιστα, προκειμένου να συνδράμω τον δίκαιο αγώνα των ομοεθνών μου κατά των τυράννων τους, ακόμα και με τίμημα την ίδια μου την ζωή!»

Το βλέμμα του Τεμπλ αθέλητα σπινθηρίζει, μα κατόπιν απότομα σκοτεινιάζει:

«Ξέρεις πως έχω την εξουσία να σε στείλω στην κρεμάλα, αλλά… μπορούμε να κάνουμε μια συμφωνία συμφέρουσα και για τους δυο μας».

«Συμφωνία συμφέρουσα και για τους δυο μας δεν υπάρχει!» απαντώ απερίστροφα.

Μειδιά σαρκαστικά πριν συνεχίσει:

«Δεν κατάλαβες, κύριε εισαγγελεύ! Είσαι με το σχοινί στο σβέρκο. Κι εγώ αυτό το σχοινί μπορώ να το κόψω με το μαχαίρι μου. Δεν είναι συμφέρον αυτό για σένα;»

«Κι αν δεν δεχτώ, θα κόψετε με το μαχαίρι σας το λαιμό μου;» είπα πικρόχολα.

«Ελάτε, φίλε μου, ας μην δώσουμε τόσο δραματικό τόνο, ενώ μπορούμε να κάνουμε μια πολιτισμένη συζήτηση, σαν άνθρωποι του κόσμου που είμαστε και οι δύο».

Δεν έριξα λάδι στην φωτιά. Και τον άφησα να προτείνει αυτό που φαντάστηκα.

«Απλώς», είπε εκείνος, με μια γλυκύτητα στην φωνή, που δεν υποψιαζόμουν ότι διέθετε, «θα κατονομάσετε τους συνενόχους σας και, το κυριότερο, θα μου αποκαλύψετε τις συνεννοήσεις τους με τον Καποδίστρια. Ζητάω πολλά, αλλά προσφέρω τα πάντα: την ίδια σας την ζωή, αγαπητέ μου!»

Δεν ξέρω πού βρήκα το θάρρος να γελάσω, πριν απαντήσω:

«Χα, χα, χα! Πολλή αξία δεν δίνετε στην ζωή μου, κύριε;»

Απέσπασα ένα βλέμμα ειλικρινούς θαυμασμού. Ίσως αυτό πάνω απ’ όλα, ο ειλικρινής θαυμασμός του αντιπάλου μου, με ώθησε να φανώ γενναιότερος. Αν και γνώριζα καλά πως εκείνη την ώρα δεν μιλούσα εγώ, αλλά το κομμένο κεφάλι του πτωχού Παρασκευά, το απαγχονισμένο πτώμα του Καραβία και η αρχαγγελική μορφή του Μπότσαρη, που γύριζε πλέον στις δυσπρόσιτες ατραπούς της ξενιτιάς, διωγμένος απ’ το αγαπημένο του Σούλι, όπως τ’ αγρίμι απ’ την μονιά του.

«Εις την πρότασή σας», απάντησα ευθαρσώς, «αποκρίνομαι ότι η Ιόνιος Κυβέρνησις μού επέβαλε και έδωσα όρκο να κατηγορώ ως εισαγγελεύς τους παραβάτας του νόμου και όχι να κατασκοπεύω τας πράξεις των πολιτών προκειμένου να γίνομαι καταδότης».

Αυτός ήταν και ο στερνός ηρωισμός της ζωής μου.

Ο Τεμπλ ανέφερε τα πάντα στον Αρμοστή της Κερκύρας. Κι αν ζω ακόμα, κι αν δεν παύθηκα από την θέση μου, το οφείλω στους ισχυρούς φίλους μου και στην αγάπη των συγγενών μου.

Έφθασα έως το χείλος του γκρεμού. Ο Θεός ευδόκησε να μην πέσω. Δεν αξιώθηκα να πολεμήσω και να πεθάνω στο φως, μα ωραιώθησαν οι οφθαλμοί μου από το φεγγοβόλο άστρο της ελευθερίας, όπως ακριβώς το περιγράφω στο αφιερωματικό κείμενο που προέταξα της τραγωδίας μου «Ρήγας Θεσσαλός»:

Χαίρε, χαίρε, ω Αναγέννησις της Ελλάδος. Σε εκ παίδων επεθύμησα, σε ωνειρευόμην ημέρα και νύκτα, σε έζησα και ηξιώθην να ίδω με τους οφθαλμούς μου και αρχομένην και τελειωμένην. Ας αποθάνω τώρα, ουδέν μέλλει μοι. Καταβαίνω εις τον τάφον, ευαρεστημένος δια τα παρελθόντα και εύελπις δια τα μέλλοντα.

 *

*

Στο προάστιο Ανεμόμυλος της Κέρκυρας και στον εκεί ναό του Αγίου Ιωάννου, ο επισκέπτης αντικρίζει επιτάφια πλάκα φέρουσα την επιγραφήν:

ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΑΜΠΕΛΙΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ
ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ ΕΤΑΦΗ
ΚΑΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ
ΖΗΣΕΤΑΙ ΕΙΣ ΓΕΝΕΑΣ

Τον ανώτατον δικαστικόν της Ιονίου Πολιτείας, τον τραγικόν ποιητήν της νεωτέρας Ελλάδος, Ζαμπέλιον, έθαψεν εκεί, την 15ην Μαΐου 1856, εις ηλικίαν 69 ετών, ο συγγραφεύς των Βυζαντινών Μελετών, των Κρητικών Γάμων και άλλων πολυτίμων έργων, αντάξιος δια τούτων γενόμενος εκείνου, υιός του Σπυρίδων Ζαμπέλιος.

~.~

Στην εκατονταετηρίδα του θανάτου του Ιωάννου Ζαμπελίου, εν έτει 1956, ο Λευκάδιος διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Απόστολος Κατωπόδης, εξήρε στην Σωφρονιστική Επιθεώρηση τον συμπατριώτη του δικαστικό, με πένα αιμάσσουσα:

Ο δικαστικός μας κόσμος και μετ’ αυτού το πολύ πλήθος, γνωρίζουσι την ηρωισμόν του Πολυζωίδη και του Τερτσέτη, των δικαστών εκείνων οι οποίοι διέλαμψαν μετά την επανάστασιν, αρνηθέντες, συρόμενοι και υπό την απειλήν των λογχών, να υπογράψωσι την καταδικαστικήν απόφασιν του Κολοκοτρώνη. Αγνοούσιν όμως το παράδειγμα του Εισαγγελέως των υποδούλων Ιωάννου Ζαμπελίου, το οποίον φέρει πολύ μακρύτερον την λαμπράν ιστορίαν της δικαιοσύνης του τόπου μας. Ουχί εις το ελεύθερον Ελληνικόν Κράτος και μεταξύ ομοεθνών, αλλά εις εν υπόδουλον τμήμα του, υπό κατακτητήν διώκτην του Ελληνικού πνεύματος του αναπτερουμένου προς την ελευθερίαν, ο Ιωάννης Ζαμπέλιος ήναψε την πρώτην δάδα εις την ιστορίαν των Ελλήνων δικαστών. «Θάπτω εις τους κρυψώνας της σιωπής, την ατίμωσίν μας εδώ», είπεν, ελεύθερος Έλλην, ο Πολυζωίδης εις τον εισαγγελέα Μάσσωνα, επιχειρήσαντα να επηρεάση την δικαστικήν του κρίσιν. «Η Ιόνιος Κυβέρνησις μοι επέβαλεν όρκον να κατηγορώ ως Εισαγγελεύς, ουχί δε να γίνωμαι καταδότης», απήντα, υπόδουλος Έλλην, ο Ζαμπέλιος εις τον Άγγλον κατακτητήν. «Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι» έλεγεν ο δικαστής Πολυζωίδης προς τον Μάσσωνα, αρνούμενος να υπογράψη. «Και αυτό το σώμα μου προθύμως ήθελα θυσιάσει» απήντα, δούλος Εισαγγελεύς ο Ζαμπέλιος, προς τον Τεμπλ. Ο Ιωάννης Ζαμπέλιος, Έλλην μέχρι του μυελού τον οστέων, ενσάρκωσις της εννοίας της Δικαιοσύνης, πρέπει να υψωθεί εις τον οίκον της Θέμιδος ως υπόδειγμα δικαστικής συνειδήσεως. Η σεπτή μορφή του είθε να εμπνέει τους ελευθέρους Έλληνες Εισαγγελείς (διότι υπάρχουν και δούλοι) και το δίδαγμα αυτού να γνωρίσωσι και να διαφυλάξωσιν εις την καρδίαν των. Δεν αρκεί ότι εκαρπώθημεν των αγαθών τοιούτων πράξεων, πρέπει και να διατηρήσωμεν τα εξ αυτών διδάγματα. Το δε φυλάξαι είναι, κατά Δημοσθένην, χαλεπώτερον του κτήσασθαι.

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.  Η Χαραμόγλειος Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη λειτουργεί στην πόλη της Λευκάδας από το 1991 και περιλαμβάνει μια συλλογή 29000 τίτλων με τα έργα 1000 περίπου Λευκαδίων και άλλο υλικό, που καλύπτει 60 ενότητες λευκαδίτικων θεμάτων, τα οποία υπερβαίνουν τις 34.000 και συνεχώς εμπλουτίζεται με νέο υλικό, αποτελώντας κέντρο τεκμηρίωσης των κάθε μορφής ερευνών. Η Συλλογή είναι έργο του Λευκαδίτη Αριστοτέλη Χαραμόγλη, ο οποίος από το 1973 μέχρι τον θάνατό του το 2003 αφιερώθηκε με πάθος στην συγκέντρωση κάθε βιβλίου, μελέτης, διατριβής, άρθρου και αποσπάσματος για την Λευκάδα, με σκοπό να μην χαθεί τίποτε από την πνευματική δημιουργία του νησιού. Για τον λόγο αυτό η Βιβλιοθήκη βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1987 και αναγράφηκε στο βιβλίο των ρεκόρ Guinness του 1994 ως η μεγαλύτερη Βιβλιοθήκη αποκλειστικού θέματος παγκοσμίως. Κατά την ρήση δε, του πανεπιστημιακού καθηγητή Γεωργίου Ζώρα, «Η Χαραμόγλειος αποτελεί την παλινόστησιν εις την Λευκάδα των εις τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος διασκορπισμένων ιερών και οσίων του λευκαδίτικου λαού».
2.  Το Κτήριο Ζαμπελίων –διατηρητέο από το 1992– παρουσιάζει ειδικό αρχιτεκτονικό και στατικό ενδιαφέρον ως εξαιρετικό δείγμα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία της τοπικής τεχνοτροπίας και αντοχής στην αντιμετώπιση των σεισμών. Από τα τέλη του 18ου μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρξε κατοικία δύο εξαίρετων προσωπικοτήτων της νεότερης Ελλάδας, του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου και του υιού του, Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, ενός εκ των ισχυρότερων ονομάτων της Ιστορικής Επιστήμης. Το 2013 ο Δήμος Λευκάδας υπέβαλε πρόταση χρηματοδότησης του έργου «Ανακαίνιση Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών» στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων περιόδου 2007-2013, χωρίς όμως να υπάρξει αποτέλεσμα. Τον Μάρτιο του 2018 εντάχθηκε το έργο και εγκρίθηκε η χρηματοδότησή του με ποσό 1.050.880 €, ενώ τον Μάιο του ίδιου έτους έγινε από το Δημοτικό Συμβούλιο η αποδοχή εκτέλεσης της πράξης. Το 2019 άρχισε –υπό την επίβλεψη της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου– η εκτέλεση του έργου, με ημερομηνία περάτωσης την 31η Δεκεμβρίου 2020. Εν έτει 2025 το έργο παραμένει ανολοκλήρωτο…

*

*

*