Day: 04.07.2024

Ματιές στον σύγχρονο κόσμο

*

M A R G I N A L I A
γράφει ο Γιώργος Πινακούλας

Δώρο ακριβού φίλου, έπεσε στα χέρια μου το εξαντλημένο από χρόνια βιβλίο τού Πωλ Βαλερύ Ματιές στον σύγχρονο κόσμο. Τα δοκίμια που περιέχονται σε αυτό το ωραίο τομίδιο, γραμμένα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, συνεπαίρνουν και τον σημερινό αναγνώστη με τη ζωντάνια, την τόλμη και τη διορατικότητά τους. Ιδιαίτερα οι εμβριθείς στοχασμοί του Βαλερύ για την ελευθερία, τόσο την πολιτική όσο και την πνευματική, διατηρούν ακέραια την αξία τους και θέτουν ασφαλή κριτήρια για ν’ αξιολογήσουμε και τη δική μας εποχή.

Παραθέτω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

«Πρέπει να ομολογήσουμε ότι, σε όλες τις δυνατές περιπτώσεις, πολιτική και ελευθερία του πνεύματος αλληλοαποκλείονται. Η τελευταία είναι ο ουσιαστικότερος εχθρός των κομμάτων, όπως εξ άλλου και κάθε δόγματος κατέχοντος εξουσία.»[1]

Σε πείσμα διάφορων ιδεών αριστερής προέλευσης, που ακόμα και σήμερα ασκούν γοητεία, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής είναι σαφής: καμία πολιτική κανενός κόμματος δεν προωθεί την πνευματική ελευθερία. Αντίθετα, κάθε κόμμα έχει μία και μόνο πολιτική όσον αφορά το πνεύμα και αυτή αποσκοπεί στην περιστολή ή και στην πλήρη, ει δυνατόν, εξάλειψή του.

Σε άλλο σημείο, ο Βαλερύ εξηγεί λεπτομερώς γιατί ένα σωρό άνθρωποι, η μεγάλη πλειονότητα, δεν αντιδρά όταν η ελευθερία του πνεύματος δέχεται επίθεση και περιορίζεται υπερβολικά:

«Ποτέ δεν σκεπτόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι όταν τίποτα δεν μας δείχνει πως δεν είμαστε ή πως θα μπορούσαμε να μην είμαστε. Η ιδέα της ελευθερίας είναι απάντηση σε μια ορισμένη αίσθηση ή σε μια ορισμένη υπόθεση ότι καταπιεζόμαστε, εμποδιζόμαστε […] Επομένως, η ελευθερία δεν γίνεται αισθητή, δεν γίνεται αντιληπτή και δεν την ποθούμε παρά χάρη σε μια αντίθεση. […] Και να ποιο συμπέρασμα βγάζω: αφού η ανάγκη και η ιδέα της ελευθερίας δεν γεννιούνται σε όσους δεν υπόκεινται σε πιέσεις και σε καταναγκασμούς, όσο λιγότερο ευαίσθητοι είμαστε σε αυτούς τους περιορισμούς, τόσο λιγότερο θα εκδηλώνονται ο όρος και το αντανακλαστικό της ελευθερίας. Ένα ον ελάχιστα ευαίσθητο στις πιέσεις που ασκούνται στην ελευθερία του πνεύματος, στους καταναγκασμούς που θα του επιβάλουν οι δημόσιες εξουσίες, για παράδειγμα, ή οι εξωτερικές συνθήκες, όποιες κι αν είναι, ελάχιστα θα αντιδράσει σε αυτούς τους καταναγκασμούς.»[2] (περισσότερα…)

Πλάτη με πλάτη

*

Πές μου, φοράς πού και πού το μαντήλι που σού ʼκανα δώρο;
…Θά ʼταν η πρώτη φορά πού ʼχαμε πάει εκδρομή
δίχως παρέα, μοναχοί-μας. Χριστούγεννα νά ʼταν, των Φώτων;
Νύχτωνε πάντως νωρίς πάνω απʼ την πόλη, κι εμάς,
χέρι με χέρι πιασμένους, κανείς δέ μας πρόσεχε μέσα
στου γιορτινού παζαριού το εύθυμο πλήθος. Ποτέ
πρίν δέν είχαμε νοιώσει κοντύτερα ο ένας τον άλλο,
στη συμπλοκή των χεριών τόση κρυφή ζεστασιά.
Κι όταν μας είδε ο παππούς κι αράδιασε πάνω στον πάγκο
γάντια, μαντήλια, κασκόλ, «Διάλεξε – σού ʼπα – ό,τι θές.»
Σού ʼδειξε τόσα μαντήλια! Κι εσύ μου πήρες το μαύρο
με τις χρυσές πιτσιλιές κάτω στην άκρη. Γιατί;
«Μάθε επιτέλους, κουτέ – με αποπήρες γελώντας – πως φέγγει
και το μικρότερο φώς δυό φορές πιό δυνατά
μές στο σκοτάδι. Κι η αγάπη, που εσύ την περνάς για παιχνίδι,
θέλει σκοτάδι κι αυτή πρίν λαμπαδιάσει. Μα ποιός,
ποιός είναι τάχατε αυτός που θα σβήσει ποτέ τη δική-μας;»
Άμυαλη! Μόνο δυό τρείς μήνες χρειάστηκαν για
νά ʼρθει σάν κλέφτης, κρυφά, ο χωρισμός, και να μπεί το μαντήλι
μές στη βαλίτσα κι αυτό… Πές μου άν ποτέ το φοράς!

~.~

Όλοι μαζί για τη νίκη – των άλλων! Αυτών που μας έχουν
κλείσει μπαμπέσικα εδώ, να κολλάμε τα χέρια στις μπάρες
άβουλοι, οκνοί, φοβισμένοι, ρωτώντας σάν τί θα μας φέρουν
σήμερα για φαγητό: της στεγνής, της άχρηστης γνώσης
τʼ άχυρα, κόκαλα κρύα, λιγδερά, ρουφηγμένα απο χείλη
πρόστυχα σʼ άκεφες τάβλες, φιστίκια, ανοστιές, σαχλαμάρες,
ψέματα φρέσκα, αχνιστά, να μυρίζουν ακόμα κουζίνα,
τη συφορά σε μπουκίτσες, αστεία με βγαλμένο κουκούτσι –
όλο το σκουπιδαριό της τροφής που σε κάνει να θέλεις
κι άλλο, κι άλλο ώσπου πιά ο εμετός να σου κάψει το στόμα.

Ζήτω στους φύλακες, ζήτω! Σʼ αυτούς χρωστάμε τα πάντα:
στέγη, τροφή, σιγουριά. Για μάς πολεμάν κάποιους άγριους,
κάποιους ανήλεους εχθρούς. Κανείς δέν τους έχει αντικρίσει.
Πώς νά ʼναι τάχα; Ωμοφάγους τους λέν, βιαστές, βρεφοκτόνους,
λύκους σωστούς στο ουρλιαχτό, στο δάγκωμα, στο φαγοπότι.
Σίγουρα πάντως κι αυτοί, σάν τόσους άλλους, θα χάσουν
μάχη τη μάχη τον πόλεμο, βήμα το βήμα τη γή-τους.
Κι όταν, αιχμάλωτους πιά, τους δούμε νά ʼχουν κολλήσει
πάνω στις μπάρες τα χέρια, ρωτώντας σάν τί θα τους φέρουν
σήμερα για φαγητό – θα γνωρίσουμε λές τον εαυτό-μας; (περισσότερα…)