Month: Ιουνίου 2024

Παρασκευή 12 Ιουλίου | Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας (Θεατρική πρεμιέρα)

*

Γεωργίου Βιζυηνού
«Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας»

Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ παρουσιάζει το αριστουργηματικό ρομαντικό διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αἱ συνέπειαι τῆς παλαιᾶς ἱστορίας, σε μορφή θεατρικής παράστασης.

Η παράσταση σκηνοθετημένη από τον Μιχάλη Βιρβιδάκη συνίσταται σε έναν ζωντανό διάλογο ανάμεσα στον εκπάγλου ομορφιάς λόγο του μεγάλου συγγραφέα Βιζυηνού, που ερμηνεύεται επί σκηνής από τον ηθοποιό Γιώργο Ραϊλάκη, και στις μουσικές συνθέσεις στο πιάνο του Νίκου Περάκη που συνοδεύουν και σχολιάζουν τα δρώμενα μέσα σε ένα εικαστικό περιβάλλον που υποβάλλει τις άρρητες πτυχές του κειμένου.

Γενική είσοδος: 14 ευρώ. Φοιτητικό εισιτήριο: 10 ευρώ.
Προπώληση εισιτηρίων:
https://www.ticketservices.gr/…/theatro-kydonia…/
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Παρασκευή 12 Ιουλίου 2024, 9μμ, πρεμιέρα
Σάββατο 13 Ιουλίου 2024, 9μμ
Κυριακή 14 Ιουλίου 2024, 9μμ
Σάββατο 20 Ιουλίου 2024, 9μμ
Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024, 9μμ
Τρίτη 23 Ιουλίου 2024, 9μμ

*

*

*

Αποχαιρετισμός στον Γιώργο Τσάκαλο

Φωτογραφία του Βασίλη Γόνη

*

Καταμεσήμερο, στο κάμα του καλοκαιριού· κι άρχισαν φίλοι και γνωστοί να προσέρχονται σκυφτοί, βουβοί, στην τελευταία, αποχαιρετιστήρια, κι εκ των προτέρων οργανωμένη, συνάντηση. Όχι στη Σόλωνος μήτε στη Χαριλάου Τρικούπη, μα στο κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων, έξω της παρεμβολής. Τοπόσημο έτσι κι αλλιώς πάντα ήταν ο Τσάκαλος, όχι ο τόπος· ο Τσάκαλος ο ακίνητος ―ο Γιώργος, ο Βιβλιοπώλης― είχε προ πολλού μετασχηματίσει εαυτόν σε τόπο συνάντησης.

Και για άλλη μια φορά έβλεπε κανείς όλη αυτή την ―έξωθεν― ακατανόητη, πολυειδή, πολύμορφη και ποικιλότροπη συνοδεία («εξ ιερέων και λαϊκών […] αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα») να συνευρίσκεται επί τω αυτώ, με τη θλίψη κοινή στα πρόσωπα, κατευοδώνοντας το ξόδι πια του Γιώργου Τσάκαλου, κι όχι να λειτουργεί ως βομβούσα και μαχόμενη εκκλησία του δήμου στα στενορύμια του Ναυτίλου ή της Παρουσίας.

Διότι αυτό ακριβώς ήταν που επιτέλεσε κι επιτελούσε χρόνια τώρα ο Γιώργος Τσάκαλος (κι οι φίλοι, συνεταίροι και συνεργάτες του στα βιβλιοπωλεία), με κέντρο το βιβλίο να καταφέρει να λειτουργεί ελεύθερα κι αυτόνομα μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου σε έναν κατ’ εξοχήν ιδιωτικό χώρο, όπως εύστοχα επισημάνθηκε (To παράδειγμα ενός βιβλιοπώλη ή εκεί που ο ιδιωτικός χώρος γίνεται δημόσιος): «Η υπομονή να είσαι για χρόνια σχεδόν ακίνητος και να περιστρέφονται γύρω σου εκατομμύρια γνώμες και λόγια του αέρα σε κάνει “άγιο” του βιβλίου, με τη βαθύτερη σοφία της πορείας της ανθρώπινης ζωής». Γράφω ιδιότυπη, και εννοώ βαθύτατα ιδιαίτερη, γιατί οι άνθρωποι που συγκεντρωνόταν εκεί που “σχεδόν ακίνητος” πίσω από τον πάγκο του βιβλιοπώλη, ο Τσάκαλος συμβούλευε και συνομιλούσε ―πρωτίστως― για βιβλία, μα και για ιδέες, για πάθη προσωπικά και δημόσια κρίματα, για μουσικές ιδιαίτερες, για ποίηση και πολιτική, ήταν «πολλοί άνθρωποι, διαφορετικοί άνθρωποι, αξιόλογοι άνθρωποι αταίριαστοι με την εποχή της μπουρδολογίας. Ένα απίθανο κοκτέιλ αριστεράς, χριστιανισμού, αναρχοαυτονομίας, καλαισθησίας, συντηρητισμού και πρωτοπορίας [θα προσέθετα και του βιβλίου, της ποίησης, λογοτεχνίας, στοχασμού, φιλοσοφίας κλπ. κλπ.]. Και γνώσης, πάνω απ’ όλα γνώσης», καταπώς έγραψε με περιγραφική ακρίβεια άλλος φίλος του.

Όπως όμως όλοι μα όλοι θα συνομολογούσαν, πίσω και πέρα από την αγάπη και τη γνώση του τη βαθιά για το βιβλίο βρισκόταν μια άλλη κινητήρια δύναμη που κανοναρχούσε τη στάση και τη ζωή του: μια απλή, θα ’λεγε κανείς σκανδαλωδώς αφελής κι αθώα, φυσική, καλοσύνη. Μια άκακη, παιδική καρδιά παλλόταν πίσω από το λαμπρό, άδολο και φωτεινό του γέλιο («Μιλῶ περὶ τοῦ Γεωργίου τοῦ Τσακάλου, / συνεταίρου, νταντᾶς, ἀναστενάρη», θα έγραφε τρυφερότατα ο Ηλίας Λάγιος). (περισσότερα…)

Του ημερολογίου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1984:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

Με μάτια αγελαδινά
τετράγωνο σαγόνι
και με τ’ αυτιά τα πεταχτά
στα αραιά της τα μαλλιά.
Κανείς να μην ζυγώνει
του Διάβολου εγγόνι.

Τα μαλακά μικρά βυζιά
που πέφτουν μαραμένα
ποτέ δεν είχαν μια σταλιά
γάλα, μα ήταν πάντοτε
με πύον γεμισμένα…

Και η λεκάνη της εκεί
σα μια ζυγιά ταμπούρλα
θεόρατα π’ ως περπατά
αλλοίμονο σ’ όποιον κοντά
βρεθεί σ’ αυτή τη φούρια.

Θα φάει τέτοια μια κωλιά
που θα κοπεί του η μιλιά.

Μόνο σε πρόθυμο αυτί
βρίσκει χαρά… Και ξαμολά
γέλωτα μέγα σαν το βρει.
Όμως ποτέ δεν ξεκολλά
από το φθόνο… Το ΚΑΛΟ
κόλαση γίνεται γι’ αυτή
που άγρια την τυραννά. (περισσότερα…)

Λίγο πριν

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 23.vi.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
*

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ

Λίγο πριν γυμνωθεί το δέντρο, κοκκινίζει από ντροπή. Επειδή η συστολή δεν είναι προνόμιο μόνο της ανθρώπινης γυμνότητας. Προπορευόμενο το δέντρο, δείχνει τον δρόμο.

*

* (περισσότερα…)

Σάββατο 6 Ιουλίου | Αφιέρωμα στον Γιάννη Πατίλη

*

Σάββατο 6 Ιουλίου | Τιμητική βραδιά

«Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό»

Αφιέρωμα στον Γιάννη Πατίλη

Είναι ανάποδη η εποχή κι ωστόσο
Καθώς τα νερά σ’ ένα πλοίο που βυθίζεται
Η ομορφιά εισβάλλει από παντού

Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του συγκεντρωτικού τόμου των ποιημάτων του (Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό, Ποιήματα 1970-2022, Ύψιλον, 2023), ο Γιάννης Πατίλης, από τους επιφανέστερους ποιητές της γενιάς του και εκδότης του Πλανόδιου, λογοτεχνικού περιοδικού από τα σημαντικότερα της μεταπολιτευτικής περιόδου, συζητάει για τη διαδρομή του στα ελληνικά γράμματα με τον Κώστα Κουτσουρέλη.

Ποιήματα του Γιάννη Πατίλη διαβάζουν ο ίδιος και οι ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

*

*

Η Ακρόπολη από την ταράτσα μας

*

Η ζωή μας στο σπίτι τής οδού Πηλέως κυλούσε και μέσα, στις δυο μεγάλες ανισόπεδες κάμαρες, και έξω, στην βεράντα τής κάτω κάμαρας, μα κυρίως στην πάνω τεράστια ταράτσα με την κληματαριά, το μεγάλο πλεονέκτημα του σπιτιού. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, δηλαδή από νωρίς την άνοιξη μέχρι αργά το φθινόπωρο, περνούσαμε πιο πολύ έξω. Αλλά και τις καλές μέρες τού χειμώνα η ταράτσα και η βεράντα γινόταν, για μένα τουλάχιστον, χώρος μελέτης. Έβγαζα το σκαμνάκι μου και διάβαζα κάτω από τον ζεστό ήλιο.

Μερικές φορές κοίταζα κάτω, μέσα στον πλατύ διάδρομο της «σπιταρώνας» της κυρίας Μερόπης και ζήλευα που δεν κατοικούσαμε κι εμείς σε ένα τέτοιο σπίτι με πολλά και μεγάλα δωμάτια. Παρηγοριόμουν όμως, γιατί το πλούσιο φως τού ήλιου, που έλουζε τη βεράντα και την ταράτσα μας, κι εγώ απολάμβανα, δεν έβλεπα να μπαίνει κάτω. Πώς θα χαιρόμουν το διάβασμα έξω, αν μέναμε στο κάτω «πλούσιο» σπίτι; Πλούσιο;…

Και πώς, όταν τις νύχτες τού καλοκαιριού η ζέστη γινόταν αφόρητη, όλη η οικογένεια θα μετακόμιζε στην ταράτσα; Το βορειοδυτικό μέρος της δεν το έπιανε ποτέ ο ήλιος το πρωί· εκεί, πάνω στις φρεσκοπλυμένες κόκκινες τσιμεντόπλακες, απλώναμε μια κουβέρτα κι ένα κατωσέντονο για όλους κι έπαιρνε ο καθένας δικό του μαξιλάρι, δικό του πανωσέντονο και κοιμόμασταν μακάρια ο ένας δίπλα στον άλλο, κάτω από τον καθαρό έναστρο ουρανό.

Ολόκληρη την ύπαρξή μου διαπερνούσε η μαγεία τής αδιατάραχτης νύχτας. Κι έμενα ξύπνια όσο άντεχα, να παρατηρώ τα αμόλυντα και λαμπερά αστέρια, που δεν τα εξαφάνιζε το τεχνητό φως της πόλης· διέκρινα τη μικρή και τη μεγάλη άρκτο, όπως είχα διαβάσει στο βιβλίο της Γεωγραφίας, τη φαρδιά γαλακτερή καμπυλωτή λουρίδα τού γαλαξία, τις φάσεις τού φεγγαριού, την πανσέληνο, του Αυγούστου κυρίως, κι έκανα όνειρα… (περισσότερα…)

Παρασκευή 5 Ιουλίου | Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης

~.~

Παρασκευή 5 Ιουλίου | Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης

Σε σύμπραξη με το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος
– Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης

Το 2023 συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη δημοσίευση του Ύμνου εις την Ελευθερίαν του Διονυσίου Σολωμού. Με αφετηρία τους 30 ώς τώρα ανθολογικούς τόμους της σειράς «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης» του Ιδρύματος Σινόπουλου, τρεις συντελεστές της ανασκοπούν αυτή τη δισεκατονταετία, τα κύρια γνωρίσματα και τα επιτεύγματά της.

Συζητούν οι ποιητές Ξάνθος Μαϊντάς, πρόεδρος του Ιδρύματος Σινόπουλου, Γιάννης Πατίλης και Κώστας Κουτσουρέλης, μέλη του ΔΣ του Ιδρύματος. Χαρακτηριστικά αποσπάσματα διαβάζουν οι ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

~.~

*

*

*

Στιγμή μιας μεστής ωριμότητας

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Σταύρος Ζαφειρίου,
Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου,
Νεφέλη, 2024

Ένα από τα πιο ουσιαστικά αναγνώσματα των τελευταίων χρόνων αποτέλεσε για μένα Το χρονικό του πάντοτε τελευταίου θανάτου, η πρόσφατη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου, μετά την επίσης αξιόλογη, πρόσφατα βραβευμένη δουλειά του, Πράσινος ουρανός μπλε χορτάρι. Το βιβλίο συνθέτει με θαυμαστή ισορροπία τη βιωματική εμπειρία με την κοινωνική και πολιτική ανθρωπογεωγραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας αλλά και της Ελλάδας των ημερών μας. Ένα βιβλίο για την προσωπική και κοινωνική μνήμη, την ήττα των κοινωνικών οραμάτων, για την πίστη που αποδείχτηκε χίμαιρα αλλά διασώζεται αποκαταστημένη μέσα στην αποδοχή της φθαρτότητας, ένα βιβλίο για την κατάφαση στη ζωή, «τη δίχως νόημα, ανόητη ζωή, που αρκεί, αρκεί, αρκεί να ’ναι ζωή».

Το βιβλίο αποτελεί μια πλατιά ποιητική σύνθεση που αρθρώνεται σε οκτώ άνισες σε μήκος ενότητες, οργανικά δεμένες μεταξύ τους όχι μόνο με τις ποιητικές επωδούς – σπονδύλους που επαναλαμβανόμενες διατρέχουν τα επιμέρους κείμενα αλλά και μέσω των σταθερών ποιητικών τόπων που αναπτύσσονται στην εκτύλιξη των κειμένων. Σε αυτή την πορεία ο Ζαφειρίου ξεκινάει από το συγκεκριμένο για να σκάψει σταδιακά το πνευματικό του υπέδαφος, από το επιμέρους στη διασύνδεσή του με ένα υπέρτερο νόημα που όσο προχωράει το βιβλίο τού αποκαλύπτεται παραμυθητικά. Σε αυτή τη μνημονική διαδικασία το φευγαλέο μα αιώνια εγγεγραμμένο στην προσωπική μνήμη αποκαθίσταται ως η περιουσία που αποκτήθηκε από την περιπέτεια αλλεπάλληλων διαψεύσεων και επανακατάκτησης του ουσιώδους. Διαδικασία επώδυνη και ταυτόχρονα επουλωτική όπως και οι αντινομίες με τις οποίες ο Ζαφειρίου αναμετράται στο βιβλίο.

Δηλωτική αυτού του κλίματος η δεύτερη, πλατιά ενότητα, «Το τέρας στο υπόγειο» όπου ξεκινά από την προσωπική γενεαλογία στη γενέθλια Θεσσαλονίκη ομολογώντας από τον πρώτο στίχο τη μέθοδο και την πρόθεση: (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Περί ἀσθένειας

*

Επιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας» (Σελίν). Τό 1928 ἐγγράφεται στή Φιλοσοφική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βουκουρεστίου. Μελετᾶ Κάντ, Σοπενάουερ καί Νίτσε. Πιάνει φιλίες μέ τόν Ἰονέσκο καί τόν Ἐλιάντε. Τό 1933 πραγματοποιεῖ σπουδές στό Βερολῖνο μέ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Humboldt. Μελετᾶ Χάρτμαν, Κλάγκες κ.ἄ. Ἐξονυχίζει τό ἔργο τοῦ Ζίμελ. Τήν περίοδο αὐτή υἱοθετεῖ ἀκραῖες ἐθνικιστικές καί ἀντισημιτικές θέσεις, οἱ ὁποῖες γρήγορα θά πάρουν τέλος. Ὅταν τόν ρώτησαν τί σκέφτεται γιά τό ἀλλοτινό του παραλήρημα, ἀπάντησε ὅτι «εἶναι σάν νά ἀντικρίζω τίς ἐμμονές ἑνός ξένου, καί μένω ἀποσβολωμένος ὅταν διαπιστώνω ὅτι αὐτός ὁ ξένος εἶμαι ἐγώ» (Καραβασίλης). Τό 1933 δημοσιεύει τό πρῶτο του βιβλίο, Στό ἀπόγειο τῆς ἀπελπισίας. Τό 1937 δημοσιεύει τό περιώνυμο καί ἐπίμαχο Περί δακρύων καί ἁγίων. Τήν ἴδια χρονιά ἀναχωρεῖ γιά τό Παρίσι, «παγκόσμια πολιτεία τῶν γραμμάτων» (Καζανοβά), μέ ὑποτροφία τοῦ Γαλλικοῦ Ἰνστιτούτου καί μέ τήν πρόθεση νά ἐκπονήσει διδακτορική διατριβή πάνω στόν Μπεργκσόν. Τό ὅτι δέν τήν ὁλοκλήρωσε, τό ξέρουμε. Μαντεύουμε ὅμως καί ὅτι δέν τήν ἄρχισε κἄν. Δέν θά ἐπιδιώξει νά συγκαταλεχθεῖ στήν τιμητική φρουρά τοῦ γαλλικοῦ ἀκαδημαϊκοῦ πνεύματος· ἀλητεύει στίς γειτονιές της Μονμάρτης, στήν πλατεῖα Σαίν-Μισέλ, στό Καρτιέ Λατέν, νά πιάνει γνωριμίες μέ κάθε λογῆς ἀδέσποτους παλαβούς, πένητες καί πόρνες· κοντολογίς, δέν ἔχασε χρόνο καί ἄρχισε νά μειονεκτεῖ, νά προστυχαίνει τήν ἀξία καί νά ψευτίζει τήν κεφαλαιώδη σημασία. Θά ζήσει σέ φτηνά ξενοδοχεῖα καί σέ σοφίτες. Χωρίς ἐπιτήδευμα, χωρίς εἰσόδημα καί χωρίς ἀκαδημαϊκούς τίτλους. Θά γευματίζει (γιά περίπου δεκαπέντε χρόνια) στήν φοιτητική ἑστία καί οὐδέποτε θά ἀμελήσει τίς σπουδές του στούς Γάλλους moralistes: Σαμφόρ, Λά Ροσφουκώ, Ριβαρόλ κ.ἄ. Ὅταν, δε, τό Πανεπιστήμιο θά τοῦ δηλοποιήσει ἐπισήμως ὅτι τοῦ ἀνακαλεῖ λόγῳ προκεχωρημένης ἡλικίας τήν φοιτητική ἰδιότητα, αὐτός θά χαρακτηρίσει τήν ἡμέρα ἐκείνη «ὡς μία ἀπό τίς πιό τραγικές τῆς ζωῆς μου» (Καραβασίλης). Φαίνεται λοιπόν πώς τήν ζωογόνο ἐπαφή μέ τήν ζωή δέν τήν στερήθηκε. Γνώρισε τήν ὑπερένταση καί τήν ζέση, «τό παλμῶδες αἴσθημα τοῦ ὑπάρχειν, τήν διψαλέα ἀπόλαυση τοῦ παρόντος» (Νικολαρεΐζης). Ἡ βραχύτητα τῆς ζωῆς καί ὁ συνακόλουθος αἰσθησιασμός θά τόν ἀπασχολοῦν εἰς τό διηνεκές. Πάντοτε φιλικά προσκείμενος στήν χοϊκή, ἐνθαδική ἀνθρωπότητα, οἱ ἀνώτερες σφαῖρες θά εἶναι γι’ αὐτόν ἁπλῶς κάτι μεγάλες μπάλες πού πουλᾶνε τά ἐπώνυμα πρατήρια σκέψης. Θά ἀπέχει ριζικά ἀπό τήν μεταρσίωση. Δέν θά ἀποκτήσει μαθητές καί οὐδέποτε θά ἀνεβεῖ στήν ἕδρα τοῦ λόγου του γιά νά χειρονομεῖ καί νά ἀναγγέλλει διά προσωποπαγῶν σημάτων τίς σημασίες του. Τό 1947 ἀλλάζει γλῶσσα· ἀσκεῖται ἐξαντλητικά στήν γαλλική. Καρπός τῆς προσπάθειας αὐτῆς εἶναι ἡ δημοσίευση, τό 1949, τοῦ Ἐγκόλπιου ἀνασκολοπισμοῦ – ὁ τίτλος εἶναι πρωτότυπη παραγωγή τοῦ ἀείμνηστου Παπαγιώργη. Σήμερα εἶναι τό πιό φημισμένο. Ὁ Τσελάν τό μεταφράζει στά γερμανικά τό 1953. Ἀκολουθοῦν οἱ ἐκδοτικές ἀποτυχίες: Συλλογισμοί τῆς πίκρας (1952) καί Πειρασμός τοῦ ὑπάρχειν (1956). Τή δεκαετία τοῦ ’60 δημοσιεύει τά βιβλία Ἱστορία καί οὐτοπία, Πτώση μέσα στόν χρόνο καί Ὁ κακός δημιουργός. Ἡ πρώτη του ἐκδοτική ἐπιτυχία σημειώνεται μέ τό Περί τοῦ ἀτοπήματος τῆς ἔλευσης στήν ζωή (1973). Σιγά σιγά φημίζεται, ἔστω καί σ’ ἕναν στενό κύκλο ἀναγνωστῶν ἀρχικά. Δείχνει μετριοπάθεια στήν ζωή του. Διάγει βίον, ἄν ὄχι ἀσκητικό, τοὐλάχιστον ἐγκρατῆ. Οἱ ἀλλοτινές νύκτιες σωμασκίες στούς δρόμους τῆς πόλης, ἐκδηλώσεις ἐνθουσιασμοῦ καί διάψευσης συνάμα, καταπαύουν καί σβήνουν. Δέν ξέρω ἄν ἔγινε κύριος τῶν παθῶν του, πάντως ἐμφανίζεται μετρημένος καί ὀλιγαρκής. Ἐξάλλου ἡ μισανθρωπία καί ἡ μοναξιά δέν τόν ἐμπόδισαν νά συνάψει δεσμούς (Σιμόν Μπουέ, ἡ ἰσόβια σύντροφός του) ἤ σχέσεις φιλίας (Μπέκετ, Τσελάν κ.ἀ.). Ἐφεξῆς, καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, θά κάνει ἤρεμους περιπάτους στόν Κῆπο του Λουξεμβούργου. Τά πάθη καί τά βιώματα σοβαρεύουν τή ζωή, κι ἄν δέν καταστρέψουν τόν ἄνθρωπό τους, τόν στρώνουν στή δουλειά. Τό ἔργο πού θά προκύψει εἶναι πνευματικό γεγονός, ὁλοκληρία μή ἔχουσα αἰτιώδη ἐξάρτηση μέ τή διαδρομή τῶν βιωμάτων. Θά γράφει μέχρι τέλους… Καὶ μετὰ τὸ τέλος του, θὰ ἐρίζουν γιὰ τὰ κατάλοιπα ἄφησε. Ποιός νὰ τοῦ τό ’λεγε! Ἀπεβίωσε στίς 20 Ἰουνίου τοῦ 1995.

(περισσότερα…)

Ο Γιώργος Τσάκαλος

Φωτ. Θανάση Βασιλείου: Ο Γιώργος Τσάκαλος συζητάει με τον Δημήτρη Πιπίνη που κρατάει ένα τεύχος του Νέου Πλανόδιου, το αρ. 5 που είναι αφιερωμένο στον Παναγιώτη Κονδύλη.

*

Ο Γιώργος Τσάκαλος φυλλομετράει βιβλία πια στους ουρανούς.

Μόλις την προηγούμενη Δευτέρα το απόγευμα τον συνάντησα στον Ναυτίλο. Με περίμενε για να μου δώσει το βιβλίο που είχα παραγγείλει. Κι όλος χαρά, μ’ εκείνη την άδολη, ανυπόκριτη, καθάρια, παιδική χαρά που έφεγγε πάντα σ’ όλο το πρόσωπό του μου είπε: σου έχω μια έκπληξη· βρήκα στο υπόγειο μια έκδοση του 1935 με τα Ρουμπαγιάτ του Χαγιάμ που μαζεύεις, πάρ’ την δώρο.

Αυτό ήταν το τελευταίο του δώρο κι η συζήτηση που κάναμε, άλλη μια φορά, για όλα, κάνα μισάωρο. Μου είχε πει από τηλεφώνου πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τις εξετάσεις του αλλά δεν προχώρησε περισσότερο.

Και τώρα βλέπω πως ο Γιώργος, ο Γιώργος Τσάκαλος έφυγε οριστικά πια για εκείθε. Ο Γιώργος που γνώριζε σχεδόν κάθε τίτλο βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Ο Τσάκαλος με την πιο αγνή, παιδική καρδιά και το πηγαίο χαμόγελο. Ο Τσάκαλος, «το κάστρο το άπαρτο», που τον επείραζε ο Λάγιος κι ο Χατζηϊακώβου. Ο Γιώργος Τσάκαλος που ήταν ανοιχτός σε όλους. Ο Γιώργος Τσάκαλος, που παρόλες τις δικές του δυσκολίες, συμπαραστάθηκε ξανά και ξανά -αθόρυβα και σιωπηλά- σε τόσους ανθρώπους αναξιοπαθούντες. Ο Γιώργος του Μηνύματος, της Παρουσίας, του Ναυτίλου (με τον φίλο Κώστα Χριστόπουλο).

Η θλίψη μεγάλη και βαριά. Όσοι τον γνώρισαν θα καταλάβουν.

Μια από τις μεγάλες, παλαβές και παραδείσιες παραδοξότητες -πες δωρεές θείες- της ζωής μου ήταν που ευτύχησα να έχω αφεντικά (;;!!) στην «Παρουσία» τον Γιώργο Τσάκαλο και τον Ηλία Λάγιο (μαζί τον Βασίλη Χατζηϊακώβου). Τώρα κι οι δυο φευγάτοι, έτσι ξαφνικά, όπως πάντα κλέβει ο θάνατος τη ζωή, γελαστοί όμως κι ωραίοι, για του ουρανού τις ζωντανές βιβλιοθήκες.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Φωτογραφία του Βασίλη Γόνη.

*

*