Zωγράφος των ολόκληρων μορφών

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Έκθεση «Μάρκος Καμπάνης: Έργα 1990 – 2020»,
Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, 14.12.23-18.2.24

Αυτό που δεσπόζει στην αναδρομική έκθεση του Μάρκου Καμπάνη είναι το δέντρο. Πώς όμως δεσπόζει και ποιες είναι οι σημασίες γύρω από αυτό; Ο Διονύσης Καψάλης, στο θαυμάσιο κείμενο που συνοδεύει το λεύκωμα της έκθεσης, σημειώνει ότι «Του ‘‘μιλήσαν τα δεντρά’’ όπως γράφει ο Παλαμάς, αλλά του μιλήσαν με τη γλώσσα της ζωγραφικής. Το δέντρο εδώ είναι συνάμα εικόνα της ανθρώπινης αντοχής αλλά και μορφή που επαναφέρει στο παρόν την αμφισημία της ομορφιάς, τον αινιγματικό και ουτοπικό χαρακτήρα της, το δικαίωμά της» (σ. 202).

Όμως, το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί είναι το δέντρο στον Παράδεισο. «Το δέντρο της ζωής και το δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού» βρίσκονταν στη μέση του κήπου της Εδέμ. Αυτό το δεύτερο δεν έπρεπε να αγγίξουν οι πρωτόπλαστοι γιατί την ίδια μέρα θα πέθαιναν. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το δέντρο είναι ένα: όταν ακολουθούμε την υπόδειξη του Δημιουργού είναι το δέντρο της ζωής, όταν παρακούμε γίνεται το δέντρο της «γνώσεως», δηλαδή το απαγορευμένο που μας βγάζει από τον Παράδεισο. Οι Πατέρες λένε ότι το δέντρο της ζωής είναι ο Χριστός, αφού η δημιουργία έγινε δια του Λόγου-Χριστού-Υιού που συνάμα είναι ομοούσιος με τον Πατέρα. Στην πρώτη λοιπόν περίπτωση ισχύει η εναρμόνιση με το δέντρο της ζωής και τον Λόγο-Χριστό, στη δεύτερη η ρύθμιση της ζωής σύμφωνα με δικές μας βουλήσεις που αρχίζουν από την αρχέγονη παρακοή ή επιθυμία αυτοθέωσης.

Ο Καμπάνης μετέχει και των δύο «δέντρων» γιατί μετέχει μιας Παράδοσης που περιέχει και τα δύο δέντρα και τους δύο ρυθμούς ζωής. Υπάρχει το αρχικό, το παραδείσιο και σ’ αυτό ανήκουν όλα τα ζωγραφισμένα δέντρα όσα εκπέμπουν φως, όσα προδίδουν αρχέγονη καταβολή εν Πνεύματι. Εδώ εντάσσονται και τα αγιορείτικα ακόμη κι όταν αποτυπώνονται μαυρόασπρα, φωτίζονται μυστικά. Διαθέτουν ταυτόχρονα το μυστηριακό στοιχείο αλλά και το φοβιστικό, με την έννοια του δέους μπροστά σε ό,τι μας υπερβαίνει.

Χρειάζεται να προσέξουμε. Κάθε φορά που ζωγραφίζει δέντρα κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει. Δεν μιλώ τόσο για την μεγάλη έκθεση με τα δέντρα-διασταυρώσεις με έργα άλλων ζωγράφων. Μιλώ για τα δικά του, είτε ζωγραφισμένα στο Άγιο Όρος, είτε αλλού σε νησιά ή σε δάση. Τα περισσότερα από αυτά κατοικούνται από ένα φως αλλά όχι μονάχα αυτό. Είναι δέντρα ομιλούντα, είναι δέντρα ζωής, μέσα τους σκιρτά ο αέρας, η κίνηση, ο ρυθμός, μια σιωπή ομιλούσα. Είναι ο ίδιος ο ζωγράφος που βρίσκεται ανάμεσα στα φύλα και τα κλαδιά τους. Αλλά δεν είναι μονάχα αυτός. Είναι και εκείνο το Πνεύμα που έρχεται από χρόνους μακρινούς και αφού διασχίσει τον κόσμο ενοικεί σε πρόσωπα και πράγματα σήμερα και το συναντάμε όσοι το έχουμε οικειωθεί.

Άρχισα από το δέντρο του Παραδείσου και έφτασα στα αγιορείτικα και στα άλλα που αποτελούν κάτι σαν παραλλαγές. Βρίσκω ότι αποτυπώνεται πάνω τους κάτι ρωμαλέο, κάτι «βασιλικό», σαν την «βασιλική δρυν» του Παπαδιαμάντη. Ο Καμπάνης άπλωσε τη ματιά του και το χρωστήρα του όχι μονάχα στην παραδείσια πραγματικότητα αλλά και στην άλλη που θα την έλεγα εγκόσμια. Προέβη σε κάτι σαν συλλογή παραδειγμάτων, κάτι σαν περιήγηση στον κόσμο και κατέγραψε τις διαφορετικότητες σχεδιαστικές και χρωματικές. Κάνοντάς το αποτύπωσε και διαφορές λαών και πολιτισμών, το πινέλο ανεβοκατέβαινε από τη ρίζα στα κλαδιά και στα φύλλα ενώ ταυτόχρονα μια ιδιάζουσα στερεότητα ζωής παραδινόταν στο βλέμμα μας.

Υπάρχει στη ζωγραφική του Καμπάνη μια αναζήτηση ριζών, όχι μονάχα στα δέντρα αλλά και κάτι βαθύτερο, μια διείσδυση στη γη, μια αναζήτηση γήινης αλήθειας, μια υπέρβαση της αστικής πραγματικότητας χάριν μιας άλλης πιο πραγματικής, πιο αληθινής και συνάμα πιο δημιουργικής. Εδώ έχει σημασία και η παρουσία του ξύλου ως υλικού που ζωγραφιζόμενο ενισχύει τη στερεότητα αλλά και τη ζεστασιά χρωμάτων και συναισθημάτων, μέσα από την φροντίδα να μη χαθεί το ακατέργαστο, το πιο ατόφιο. Θεωρώ σπουδαία προσφορά του Καμπάνη το γεγονός ότι επιμένει στην παραστατικότητα, δεν διαλύει τις μορφές και τα πρόσωπα, δεν αφαιρεί τα πάντα για να «εκσυγχρονιστεί» αλλά αναδεικνύει την κτίση ως δημιουργία Θεού και την ανθρώπινη παρουσία προπαντός στο αγιογραφικό του έργο. Είτε ζωγραφίζει είτε αγιογραφεί, ο κόσμος που αποτυπώνεται στο έργο έχει και συνοχή και ενότητα, δεν είναι αποσπασματικός, δεν είναι διασπασμένος, ούτε βέβαια διαλυμένος. Στέκει εκεί και μας μιλάει, στέλνει μηνύματα, στέλνει φωνή, αισθήσεις ολόκληρες αλλά και διερωτήσεις, αναρωτήματα, ακόμη και έναν αποφατισμό που κατοικεί κάθε ουσιαστική τέχνη και βεβαίως την ποίηση. Και πλάι σ’ αυτά υπάρχει η επιμονή στη λεπτομέρεια. Δεν αφήνει περιθώρια ούτε σε προχειρότητες ούτε σε βιασύνες. Ακόμη και η μείξη υλικών, λόγου χάρη κάρβουνο, παστέλ κ.α. δείχνει ζωγράφο που έχει γενναία πειραματιστεί στη χρήση τους, μα και στο αποτέλεσμα, γι’ αυτό οι πίνακές του έχουν κάτι οριστικό, όσο κι αν όλα στην Τέχνη είναι στην ουσία ατέλειωτα, σταματημένα σε κάποιο προχωρημένο στάδιο που ωστόσο δεν είναι το απολύτως τελευταίο.

Είναι πολύ σημαντικό και δίδαγμα για τις νεότερες αλλοπαρμένες γενιές ότι ο Καμπάνης δεν παύει να ψάχνει ακόμη και στα ερείπια ναών, πόλεων και πολιτισμών γιατί δίνει ιδιαίτερη σημασία στη μνήμη που εδώ στα ερείπια –ως λήθη– μας ειδοποιεί για όψεις της ζωής που νομίζουμε ότι πέρασαν κι ωστόσο τις βρίσκουμε κάθε τόσο μπροστά μας. Και όχι μονάχα αυτό. Τονίζει έτσι το γεγονός ότι αυτός ο περασμένος κόσμος των ερειπίων και των μνημείων, συνιστά μια πραγματικότητα μιας πνευματικής-ιστορικής συνέχειας, καθώς η πατίνα του χρόνου και η όψη της εγκατάλειψης, όχι μόνο γίνεται δίδαγμα για την φθορά που επιφέρει ο χρόνος αλλά και για το αντίδοτο: πως δηλαδή κατορθώνεται η ανάδυση μιας νέας πραγματικότητας πάνω στην παλιά διαμέσου της τέχνης και πόσο αυτό μας βοηθά στη ζωή μας όταν δεν την κλείσουμε στην καθημερινότητα και στην ρουτίνα της ζωής. (Στο λεύκωμα της έκθεσης, ξεχωριστό παράδειγμα αποτελούν τα ερείπια στην Κώ και στη Λήμνο 2017. Έξοχη χρωματική αποτύπωση).

Ξεχωριστή αναφορά θα κάνω στην ενότητα «Αστικό ίχνος», όπου ο ζωγράφος-αγιογράφος εισέρχεται στις αστικές περιοχές και είναι σαν να θέλει να μεταφέρει την ως τότε εμπειρία του-ζωγραφική και προσωπική- στις επιφάνειες των σύγχρονων κτιρίων αλλά και βιομηχανικών χώρων και μάλιστα στα εγκαταλειμμένα εργοστάσια του Ταύρου. Δουλεύει με κάρβουνο, παστέλ και ακρυλικό. Εδώ, είτε γεωμετρεί, χωρίς να χάνονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προηγούμενης ζωγραφικής ή αγιογραφίας του- ίσως η συγγένεια διατηρείται λόγω των κοινών υλικών-είτε προβαίνει σε αφαιρέσεις, μη θέλοντας να αναπαραστήσει ρεαλιστικά τον χώρο του εργοστασίου και μάλιστα η αφαιρετική δουλειά του μεταμορφώνει θα έλεγα μια ορισμένη εικόνα σε κάτι διαφορετικό (δες σ. 196-197 του λευκώματος).Το παράξενο είναι ότι ο Καμπάνης κατορθώνει, ενώ οι όψεις που δείχνει αφορούν παλιά κτίρια και πολλά αφημένα στη φθορά του χρόνου, να τα απεικονίσει τυλιγμένα σε μια άλω ομορφιάς, είτε λόγω του τρόπου που τα φωτίζει, είτε λόγω του τρόπου που τα χρωματίζει.

Ο Καμπάνης καταθέτει στην αναδρομική αυτή έκθεση έργο πολύμορφο, πολυεπίπεδο και άφθονο έργο. Η ενασχόλησή του με την αγιορείτικη πραγματικότητα και οι αγιογραφίες του δίνουν την ευκαιρία να καταγράψει πλήθος λεπτομερειών και να αποτυπώσει ακόμη και μικρά και λιγότερο σημαντικά αντικείμενα, ενώ τα χαρακτικά του αποτελούν ξεχωριστό κεφάλαιο της δουλειάς του.

Η ζωγραφική του μας καλεί να σταθούμε πάνω σε πρόσωπα και πράγματα. Σ’ αυτή την εποχή της ταχύτητας, των επιταχύνσεων και των ψηφιοποιήσεων ο ζωγράφος-αγιογράφος προτείνει ολόκληρες μορφές και παρουσίες, τις στερεώνει μπροστά μας και καλούμαστε να τις κοιτάξουμε ξανακοιτώντας (για να μην πω ξαναβρίσκοντας) τον εαυτό μας και τους γύρω μας.

*

*

*