*
του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ
~.~
Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025
Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.
Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)
