Παναγιώτης Νικολαΐδης

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |27. Παναγιώτης Νικολαΐδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Παναγιώτης Νικολαΐδης
396543_465301093501245_230522515_n

(Παραλογή, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015)

Παραλογή Α

Ι
Μὲς στὸν πόλεμον
ἡ μάνα μου ἐβάσταν με σφιχτὰ
μὲς στ’ ἀγκαλια της τζι ἐβούραν
Ὲν εἶσεν νερὸν
Ἂμαν τζι ἐγίνην τὸ κακὸν
τζι ὁ τόπος ἐμοιράστηκεν
ἐστράφηκεν μὲ τὸ καλὸν ὁ τζύρης μου
τζι ἐγύρεψεν νὰ μὲ πιάσει
Ὲν τὸν ἐκατάλαβα
Ἐθώρουν λαλεῖ ἡ μάνα μου
μὲς στὰ μμάθκια του
τὸν φονιὰν
τζι ἔκλαια

~.~

Παραλογὴ Β

Παιδὶ κυνηγοῦσα πουλιὰ
Τ’ ἄλλα παιδιὰ ἐπεριπαίζαν με
Ρὲ ἦρτεν ὁ ἀτζαμὴς
ἔτσι ἐλαλοῦσαν με τζι ἐχαχανίζασιν
Μιὰν μέραν ἐνευρίασα
Ἐτέντωσα τὸ λάστιχον
τζι ἔσυρα μιὰν στὸν οὐρανὸν
μὲ οὗλλον μου τὸ γαίμαν
Ἔππεσεν ἕναν ἄτυχον πουλλὶν
τζι ἐνόμισα πὼς ἄνοιξεν ἡ τύχη μου
Πρώτην φορὰν εἶδα σελιόνιν
νὰ μὲ θωρεῖ μὲς στὰ μμάθκια
ὁλογαίματον
Ἔπια το μὲς στὰ σέρκα μου
τζι ἐβούρησαν κλάμοντα ἔσσω

Ἴντα ‘σεις πουλλίν μου τζι κλαίεις
ρωτᾶ με ἡ μάνα μου

~.~

Τοῦ δέντρου

Ι
Ποιός εἶδε πεῦκο στὸ βουνὸ
τζαὶ τερατσιὰν στὸν κάμπο
ποιὸς εἶδε δέντρον ἔμορφον
στὸ μέσο τῆς αὐλῆς του
Ἐγὼ εἶδα κόρη εὔμορφη
γλυκειὰν Ἀμαδρυάδα
νὰ θλίβεται νὰ δέρνεται
νὰ κιτρινοφυλλιάζει
Μουσκολοῶ τζαὶ σαίρουνται
τοῦ φεγγαρκοῦ τὰ σέιλη
τζαι τὰ πουλλούθκια τσιμπουροῦν
ψιχούθκια μὲ τὸ μέλιν
Μὰ ‘ρτεν ὁ κόσμος πούκουπα
στὸ στῆθος μέγας λίθος
τζι εἶδα πηλὸν εἶδα φωθκιὰν
τζαὶ τὰ πουλιὰ νὰ φεύκουν
Ὡς τρέμει ἡ καρδούλα μου
ἂς τρέμει τὸ γεφύρι
ὡς πέφτουνε τὰ φύλλα μου
νὰ πέφτουν οἱ διαβάτες

~.~

379370_591198270895508_172190301_n

(Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019)

θ’

Βρεγμένοι βγήκαμε πάνω στὸ βουνὸ
ἀκούγοντας μὲ προσοχὴ τὶς μηχανὲς
τῶν δέντρων.
Ἔτσι φτάσαμε γρήγορα στὴ μονή.
Στὸν πόλεμο τὸ Μπελαπάις
ἔγινε πρόχειρο νοσοκομεῖο
τραυματισμένων στρατιωτῶν.
Σήμερα εἶναι σημαντικὸ ἀξιοθέατο
(μὲ εἴσοδο παρακαλῶ)
καθὼς ὁ ἥλιος ρίχνει στὴν πλατεία
προκηρύξεις.
Ἐδῶ ἀγόρασε σπίτι
κι ὁ ποιητὴς τῶν Bitter lemons,
εἶπε μὲ ὕφος ὁ Ἀλέξανδρος.
Κι ὅμως, βλέποντας
ὅλο τοῦτο τὸ βαμβάκι τῆς ἀκτογραμμῆς
ἔμεινε μόνο στὸ κάδρο
τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων.
Μ’ αὐτὰ καὶ τ’ ἄλλα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ προχωρήσουμε.
Ἔτσι συμβαίνει.
Ἡ ζωὴ συνεχίζει νὰ μᾶς σπρώχνει μπροστά.
Ἕνα πουλὶ ὡστόσο
μᾶς κοιτᾶ καθὼς φεύγουμε
περίεργα.

~.~

ια΄

στὴν Ἀκανθοὺ τῆς μάνας μου

Ἄνοιξε δρόμο
ἀνάμεσα σ’ ἀγκάθια κι ἀγριόχορτα.
Λευκὰ λεπτά.
Ἀόρατα νήματα.
Σιγή.
Κι ὕστερα λέξεις ξένες
αἰχμηρὲς
μαῦρο σπαθί,
κι ἡ πόρτα κλείνει ἀδιάφορη
καὶ παγωμένη.

Φεύγοντας τοῦ ψιθύρισε μιὰ λεμονιά:
«Μὲν φύεις.
Μεῖνε, λαλῶ σου, τζι εἶμ’ ἀθθισμένη».

~.~

ιβ΄

Διάστικτοι ἀπὸ ξένη σήμανση
προχωρᾶμε ὅπως αἰσθάνεται κανεὶς
ὅταν πιαστεῖ σὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Γι’ αὐτὸ στηρίζουμε τὸ τοπίο
μὲ ἀσπίδες ἠχηρές.
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κῶμα τοῦ Γιαλοῦ,
πέρκι φανεῖ ὁ δρόμος μας ξανὰ
κάτω ἀπ’ τὸν χρόνο.
Σὰν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικὰ στὸ Ριζοκάρπασο.
Ἐκεῖ μᾶς ὑποδέχτηκαν οἱ φίλοι μας
μὲ γέλια καὶ φωνὲς
ψουμὶν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζαὶ ἐλιὲς
λαλλέδες καὶ κυκλάμινα
μὲς στὴν αὐλὴ τοῦ Γυμνασίου.
Κι ὅπως ὁ χρόνος τῶν παιδιῶν περνᾶ γρήγορα
ἔτσι κι ἐμεῖς ἀγαπηθήκαμε στὸ φῶς.
Σὲ κάθε θάνατο, μᾶς εἶπαν,
πεθαίνει ἕνας ἄπειρος ἀριθμὸς
πραγμάτων καὶ μορφῶν.
Κι ὅμως, ἐμεῖς ἐδῶ σηκώνουμε
τὶς πιὸ μεγάλες πέτρες
τῆς ἱστορίας.

~.~

ιστ΄

τῆς Ἀργυρῶς

Ἦτουν νὰ παντρευτῶ Κυριακήν.
Παρασκευὴν ἐφέραν μου τὸ νυφικόν.
Ἐφόρησά το μόνον μιὰν φοράν
(ἄμπα τζαι λερωθεῖ)
τζι ὕστερις
ἄννοια τὸ ἐρμάριν μου κρυφὰ
τζι ἐθώρουν του.
Σάββατον ξημερώματα ἐγίνην ἡ εἰσβολή.
Τὸ νυφικὸν ἔμεινεν πίσω
κρεμασμένον
στὴν Περιστερωνοπηγήν.
Ἐικοσιμιὰν τοῦ Ἰούλη
Κυριακὴν
ἐσταμάτησαν οὕλλα τὰ πουλιὰ

στὸν ἀέραν.


Ὁ Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1974. Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Μέση Ἐκπαίδευση. Ἡ πρώτη του συλλογὴ Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον, 2009) τιμήθηκε μὲ τὸ κρατικὸ βραβεῖο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ τῆς Κύπρου. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ συλλογές του: Σὰν ἴαμβος καθρέφτης (2009), Ξενιτεύομαι μ’ ἕνα φωνῆεν (2012), Οἰνοποίηση, 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησιν (2014), Παραλογή (2015) καὶ Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη (2019).

Ποιητική ανθρωπογεωγραφία

ΠΑΡΑΛΟΓΗ

~. ~  

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~.~   

Παναγιώτης Νικολαΐδης,
Παραλογή,
Gutenberg, 2015

Η Παραλογή είναι η τέταρτη συλλογή του Κύπριου ποιητή Παναγιώτη Νικολαΐδη. Για να φρεσκάρουμε λίγο τη μνήμη μας, διαβάζουμε στην εισαγωγή του Γ. Ιωάννου για τις παραλογές, ότι πρόκειται για διηγηματικά, πολύστιχα δημοτικά που κατάγονται από «μύθους αρχαίους, νεότερες παραδόσεις, δραματικά, κοινωνικά περιστατικά, σκάνδαλα συνταρακτικά της εποχής».

Η βαθιά τους ρίζα και η παραμυθική τους υφή γονιμοποίησε τη φαντασία πολλών γενιών και αποτέλεσε ένα διακριτό «τοπόσημο» για ποιητές όπως ο Μίλτος Σαχτούρης που στις Παραλογαίς του 1948 διηγείται το εφιαλτικό παραμύθι του εμφυλίου ή ο Μιχάλης Γκανάς που στη δική του Παραλογή (1998) υφαίνει μια ονειρική πατριδογνωσία της μνήμης και του βιώματος. Ανάλογη πρόθεση διακρίνει και την Παραλογή του Π. Νικολαΐδη που στη δεύτερη, ομότιτλη της συλλογής, ενότητα επιχειρεί την πατριδογνωσία των περιπετειών του ελληνισμού από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο έως την μνημονιακή Ελλάδα.

Η αναζήτηση της ιθαγένειας και του ταυτοτικού της τραύματος ενισχύεται από την επιλογή του ποιητή να χρησιμοποιήσει την κυπριακή διάλεκτο σε αρκετά ποιήματα –ή να συνυφάνει το διαλεκτικό με το τρέχον–, επιλογή που στοχεύει διπλά, στη μυθοποίηση του ιστορικού γεγονότος και στην απόδοση ενός βιώματος που δεν μπορεί να διατυπωθεί σε όλη του την ένταση χωρίς τη δική του γλωσσική σάρκα:

ΠΑΡΑΛΟΓΗ Α

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν
εν είσεν νερόν

Μια τέτοια προαπόφαση εγείρει το ενδιαφέρον ερώτημα κατά πόσο το διαλεκτικό μπορεί να κινηθεί πέρα από το πλαίσιο της περιθωριακής γραφικότητας (στο οποίο το έχει καταδικάσει η κυρίαρχη γλωσσική νόρμα) και να φέρει το σώμα μιας αναντικατάστατης, όσο και αποσιωπημένης, γλωσσικής, ιστορικής, πνευματικής αντίληψης του κόσμου, που μέσα από την ντοπιολαλιά αποπειράται να διατηρήσει την ιδιοσυστασία της. Σε αυτό έχουν, βέβαια, προτείνει απαντήσεις οι μετααποικιακές και πολιτισμικές θεωρίες που θίγουν τον εξουσιαστικό λόγο του κέντρου έναντι της περιφέρειας και τη λειτουργία του τοπικού έναντι του μητροπολιτικού Λεβιάθαν, συζήτηση ακόμα ανοιχτή σε χώρες όπως η Κύπρος που πολύπλαγκτες αναζητούν την εθνική τους ταυτότητα μετά την αποικιοκρατία και πλείστα άλλα δεινά.

Πέραν αυτού, συναντάμε και μια γλώσσα που αξιοποιεί τις ρυθμικές και θεματικές φόρμουλες των δημοτικών τραγουδιών και άλλοτε τρέχουσα, σύγχρονη, κάποτε, ειρωνική:

ΣΕΙΣΑΧΘΕΙΑ

Όπως έσκαβα
μια μέρα έφτασα στον Σόλωνα
φιλόσοφο και ποιητή και
φραπεδιά στο χέρι
Κοίτα μου λέει νεαρέ… Πλήρης
σεισάχθεια χρεών
Και προπαντός πλήρης σεισάχθεια
της λέξης
Κοίτα του λέω Σόλωνα… χλωμό…
Αν ήσουν μάγκας και σωστός
δε θα ’χαμε Πεισίστρατο
δεν θα ’χαμε Κλεισθένη
Και για τις λέξεις… δυστυχώς…
πρώτα κουβαλώ
και μετά γράφω.

Ή περιορίζεται στο έπακρον στη γνωμική αιχμηρότητα:

ΠΤΩΣΗ

Άλλοι πιστεύουν στη βαρύτητα
[…]
Εμείς το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά

Ένα ενδιαφέρον και αρκετά γόνιμο γλωσσικό πείραμα που πραγματεύεται μέσω του διακειμενικού διαλόγου τις βασικές εκκρεμότητες της ύπαρξης, με διαφορετική αιχμή κάθε φορά στις ενότητες που ακολουθούν («Παραλογή Β-Δ»): η χθόνια γη της παιδικής ηλικίας και της μνήμης του τόπου, η λειτουργία της ποίησης, η υπαρξιακή αναζήτηση νοούμενη συχνά ως μια εις Άιδου καθοδος, εξού και η συχνή παρουσία των μορφών του αρχαίου μύθου ως τα πλέον εύπλαστα και στοιχειακά –ενίοτε και στοιχειωμένα– για την ελληνική αυτοσυνειδησία σχήματα («Οιδίπους», «Ελένη», «Ορφέας», κ.ο.κ.).

Ο προβληματισμός περί γλώσσας και γενικότερα τα ποιήματα ποιητικής είναι ιδιαίτερα ισχυρά στα μικρή αυτή ολιγόστιχη συλλογή και συχνά συνυπάρχουν με άλλες θεματικές όπως ο αμήχανος ελληνισμός του χρέους. Αυτό υποδηλώνει μια μείζονα τάση της νέας ποίησης να ενδοστρέφεται αναλογιζόμενη τη λειτουργία της (ως στάση ζωής, ως πράξη ανυπακοής, ως έσχατο προμαχώνα του αυθεντικού), αλλά ουσιαστικά προδίδοντας την απορία της μπροστά στην αδυναμία να διαπραγματευτεί, πέρα από ένα συμβολικό επίπεδο, με την υπερβαίνουσα σκληρότητα της πραγματικότητας. Κατ’ εμέ, όσο η ποίηση διαλογίζεται λιγότερο για τον εαυτό της τόσο περισσότερο αφορά τους άλλους.

Ένα άλλο ενδιαφέρον αλλά και συζητήσιμο θέμα είναι η συχνή χρήση των motto που άλλοτε παρατίθενται προλογικά – σχολιαστικά κατά τη συνήθη πρακτική της παρακειμενικής αναφοράς και άλλοτε ενσωματώνονται στο ποιητικό σώμα δημιουργώντας ένα κείμενο-διακείμενο. Εντός του ποιητικού σώματος ανήκουν και τα παραθέματα του ποιητικού, κυρίως, λόγου τρίτων –Σαχτούρη, Χιόνη, Γκανά, Παυλόπουλου κ.ά.– αποτελώντας αυτά τα ίδια ή κυρίως αυτά το ποίημα, όπως στο ποίημα «Της Μέρκελ». Με αυτή την πρακτική, ο πρωτότυπος ποιητικός λόγος είτε πυροδοτείται διαλεγόμενος με το λόγο του άλλου είτε έρχεται –κάποτε ισχνός– να σχολιάσει το υπέρτερο ή κυρίαρχο μήνυμά του. Ένας λόγος δηλ. που εκτείνει τα όριά του μέσα στη γενικότερη κοινοκτημοσύνη της ποιητικής περιουσίας. Ίσως η ολιγοσύλλαβη, ολιγόστιχη εκφορά του πρωτότυπου ποιητικού λόγου μέσα στα κείμενα αυτά υποδηλώνει τη συνειδητή και μπολιασμένη από τον αναπόφευκτο μοντερνισμό συνείδηση του γράφοντος πως είναι «παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».

Καταληκτικά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη περίπτωση, τουλάχιστον ως πρόταση, πάνω σε ένα βασικό ζητούμενο: ποια αφήγηση τελικά λειτουργεί, όταν είναι να περιγραφεί η ανθρωπογεωγραφία ενός τόπου, η φιλόδοξη εποποιία του παρελθόντος, ο σιγανός στοχασμός χειραφετημένος από την παράδοση του είδους, ο αποσταγμένος ως τη σίγαση λόγος του σύγχρονου ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με την κληρονομιά του άλλοτε και την απαίτηση του τώρα;

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ