Νίκος Καββαδίας

Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον δέκατο πέμπτο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρετάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν  νῆσος  μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)

Τζακαράντες

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Γιώργος Σεφέρης φαίνεται πως έκθαμβος πρωταντίκρισε σε πλήρη ανθοφορία τις τζακαράντες τον Οκτώβριο του 1941, στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής. Γράφει στο ημερολόγιό του (Μέρες Δ΄) την Τρίτη [14] Οκτώβρη 1941: «Η τζακαράντα, το δέντρο με τα μενεξεδένια μάτια, που κρατά καστανιέτες». Και συμπληρώνει δέκα μέρες σχεδόν μετά (Σάββατο, 25 Οκτώβρη):

«Οι τζακαράντες αρχίζουν τώρα να πρασινίζουν. Σε λίγο η μενεξεδένια χάρη τους θα έχει χαθεί. Μοιάζουν σαν τα όμορφα παιδιά που ασκημίζουν μεγαλώνοντας».

Το μενεξεδένιο χρώμα της κι οι καρποί της που μοιάζουν στις ισπανικές καστανιέτες υποβάλλουν ακαριαία στον ποιητή την αίσθηση της χορευτικής κίνησης. Κι έτσι χορεύοντας τις παρουσιάζει στο ποίημα που γράφει πάλι εκεί στην Πρετόρια, μάλλον προς το τέλος του ίδιου μήνα, όπως φανερώνει κι η αναφορά στον Ευπλόκαμο Νυχθήμερο, που απάντησε στον Ζωολογικό κήπο (26 Οκτώβρη. Την ίδια αυτή χειρόγραφη ένδειξη του ποιητή φέρει εξάλλου κι ο φάκελος που περιέχει το αυτόγραφο, στο Αρχείο του: «Της Μαρώς KERK STR. OOST 1941 τ’ άη Δημήτρη»).

KERK STR. OOST, PRETORIA, TRANSVAAL

Οι τζακαράντες παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας
ρίχναν γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι.
Αδιάφορα όλα τ’ άλλα, κι αυτό
το Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς
του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια
ναρκωμένο βαθιά σαν ιπποπόταμος μες στο γαλάζιο.
Και τρέχαν τ’ αυτοκίνητα δείχνοντας
γυαλιστερές πλάτες όπως τα δελφίνια.
Στο τέλος του δρόμου μάς περίμενε
δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του
ο ασημένιος φασιανός της Κίνας
ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος, όπως τον λένε. (περισσότερα…)