Κώστας Χατζηαντωνίου

Το Hallowe’en και οι ρίζες του στον κέλτικο κόσμο

Jakob Schikaneder, All Soul’s Day, 1888

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το Hallowe’en ήρθε στα καθ’ ημάς, δυστυχώς, με τον τρόπο που έρχονται όλα από τις ΗΠΑ: εκφυλισμένο. Όμως το Hallowe’en (ή All Hallows’ Even, All Saints’ Eve: Παραμονή των Αγίων Πάντων στο δυτικό εορτολόγιο), είναι μια υπέροχη γιορτή που έχει βαθιές ρίζες στον κέλτικο χριστιανισμό καθώς είναι η πρώτη μέρα του Allhallowtide, τριήμερου το οποίο περιλαμβάνει την Αγρυπνία (31 Οκτωβρίου), τη γιορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου) και τη γιορτή των προαπελθόντων την 2α Νοεμβρίου, ημέρα που επέχει τη θέση του δικού μας Ψυχοσάββατου.

Από αμνημονεύτων χρόνων, αυτό το τριήμερο είχε συνδεθεί με ιστορίες φαντασμάτων και ανεγερθέντων νεκρών. Καθιερώνοντας την Ημέρα των Αγίων Πάντων την 1η Νοεμβρίου, η Δυτική Εκκλησία θα υιοθετήσει μια αρχαία παγανιστική παράδοση μετατρέποντάς την από ημέρα που τιμώνταν οι νεκροί πρόγονοι της κοινότητας και φανερώνονταν οι θεοί του κάτω κόσμου, σε μέρα τιμής όλων των αγίων αλλά και μνημοσύνου για τις ψυχές που αναχώρησαν πρόσφατα ή διώκονται όπου γης.

Πώς γιόρταζαν όμως οι Κέλτες αυτή την ημέρα που την ονόμαζαν Samhain, Samain ή Samuhin (δηλαδή Συνάντηση) και σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου ποιμενικού έτους; Τη νύχτα αυτή, πριν από την 1η Νοεμβρίου, λάμβανε χώρα μια από τις τέσσερις πιο σημαντικές γιορτές στον κελτικό κόσμο. Ήταν μια νύχτα μεγάλου κινδύνου, όπου οι άνθρωποι ήταν πνευματικά ευάλωτοι καθώς σημειώνονταν τελετουργίες μαντικής και μαγείας με στόχο την αποτροπή της κακής τύχης και την εξασφάλιση της βοήθειας του Άλλου κόσμου. Στην Ιρλανδία, ο Dagda (ο «σοφός και δίκαιος» θεός που φέρει επίσης το όνομα Eochu Ollatir Ruadrofessa) ενώνεται με τη θεά Morigu, βασίλισσα των φαντασμάτων και του κάτω κόσμου, τη θεά η οποία, πριν από τη μεγάλη μάχη στο Magh Tuireadh του έδωσε τις οδηγίες, ώστε επικεφαλής των Tuatha Dé Danann να επιβληθεί στη χώρα.

Κοινό έθιμο των Κελτών στην Ιρλανδία, τη Σκωτία και την Ουαλία ήταν να ανάβουν φωτιές στους λόφους για να κρατούν μακριά τις «νεράιδες» και τις «μάγισσες», που έχουν πάρει τη θέση των κακών πνευμάτων των ειδωλολατρικών χρόνων. Ο σκοπός των πυρκαγιών του Hallowe’en ήταν να «κάψουν τις μάγισσες». Στην περιοχή του Αμπερντήν, αγόρια χόρευαν γύρω από την φωτιά τραγουδώντας: Gie’s a peat t’burn the witches! Στη συνέχεια, οι στάχτες διασκορπίζονταν προσεκτικά σε όσο το δυνατόν ευρύτερη περιοχή. Στο Balmoral, την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας, μια μεγάλη φωτιά άναβε μπροστά από το κάστρο, ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο και γκάιντες παρέλαυναν γύρω του, ενώ νεαροί κουβαλούσαν ως ομοίωμα το κεφάλι μιας «μάγισσας», της διάσημης Shandy Dann. Αυτή η «μάγισσα» στη συνέχεια καταδικαζόταν και καιγόταν υπό τις επευφημίες των παρευρισκομένων. Στο τέλος της τελετής, οι χωρικοί πήγαιναν για κυνήγι, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας τη μυθική μαύρη γουρούνα. (περισσότερα…)

Η εξαιρετική περίπτωση του Dominique de Roux

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Γνωστός στην ελληνική βιβλιογραφία μόνον από τις «Συνομιλίες» του με τον Βίτολντ Γκομπρόβιτς (Β. Γκομπρόβιτς, Διαθήκη, Νεφέλη 2014), ο Ντομινίκ ντε Ρου υπήρξε ένας σπουδαίος συγγραφέας και χαρισματικός εκδότης που κατέλιπε, στο σύντομό του πέρασμα από τη ζωή (1935-1977), μια πολύτιμη πνευματική διαθήκη. Μια διαθήκη που συνέταξε με το έργο, τον βίο και την κοσμοθεωρία του, η οποία περιφρονούσε εξίσου την αλαζονική δεξιά του χρήματος, την τάχα άσπιλη αριστερά του ηθικού πλεονεκτήματος, αλλά και την ακροδεξιά της αγανάκτησης και του αυταρχισμού.

Προερχόμενος από μια οικογένεια αριστοκρατών του Λανγκεντόκ και ηγετικών μορφών της μοναρχικής Action Française (παππούς του ο νομικός και ιστορικός Μαρί ντε Ρου και θείος του ο μεταπολεμικός ηγέτης της οργάνωσης Λουί-Ολιβιέ ντε Ρου), ο Ντομινίκ ντε Ρου θα μπορούσε να είχε παραμείνει ένας άνθρωπος της απόλυτης δεξιάς, πιστός στις αρχές της μοναρχίας και του καθολικισμού, ταγμένος στην υπεράσπιση των αξιών μιας αρχαίας τάξης. Θα μπορούσε επίσης να γίνει ένα είδος δεξιού αναρχικού, με ύφος δανδή, με ελαφρά ειρωνεία και επιφανειακή αυθάδεια. Θα ήταν έτσι δημοφιλής και επί της ουσίας ακίνδυνος, όπως τόσοι και τόσοι, παίζοντας τον ρόλο φιλικού ταραξία που σοκάρει μικροαστούς και τροφοδοτεί τα φτηνά μέσα ενημέρωσης. Όμως ο Ντε Ρου, από τα πρώτα του χρόνια, αναζήτησε την υπαρκτική ελευθερία, την οποία συνέδεσε με την επιθυμία του να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία, όπου πολύ γρήγορα ανήλθε σε άλλο ύψος, αρνούμενος τις νεκρές μορφές, στις οποίες επιμένουν συντηρητικοί και προοδευτικοί με δουλοπρεπείς επαναλήψεις κανόνων και δογμάτων. Πιστεύοντας πως «ύπαρξη θα πει το ον να στέλνει στην εξορία μιαν ορισμένη εμπειρία του εαυτού του, η οποία στη συνέχεια γίνεται ανάμνηση, μνήμη και θέληση επιστροφής και αναγέννησης», αισθάνθηκε γρήγορα πως το να υπάρχεις αυθεντικά στον μοντέρνο κόσμο σημαίνει να είσαι σε εξορία σε σχέση με το Είναι μα να το θυμάσαι πάντα και «όλα να τα θυσιάζεις για μιαν επιστροφή, για να αναστήσεις νεκρά πράγματα, για την ολική ανάκτηση μέσω της τέχνης ενός πνεύματος αναγέννησης».

Αναγνώστης σε βάθος του Σαρλ Πεγκύ, του Ζωρζ Μπερνανός, του Ρενέ Γκενόν και του Ιούλιου Έβολα, ο Ντομινίκ ντε Ρου ήταν κατ’ αρχήν αντιμοντέρνος. Εχθρικός προς τη βασιλεία της ποσότητας, τη θρησκεία του φράγκου και την παγκόσμια δημοκρατία της αγοράς (μια παρωδία αυτοκρατορίας που θεωρεί ότι κλείνει την Ιστορία, αντικαθιστώντας τους λαούς με ξεριζωμένες μάζες παραγωγικών μονάδων ικανών μόνο για κατανάλωση), ο Ντομινίκ ντε Ρου δεν ήθελε να γίνει ένας ακόμη αντιδραστικός ή συντηρητικός, αν κατανοήσουμε αυτούς τους δύο όρους ως επιθυμία για αυταρχική παλινόρθωση ή υπεράσπιση των ηθών και των προνομίων της αστικής τάξης. Περιφρονούσε τη δεξιά που έχει εμμονή στη διαχείριση και την ανάπτυξη αλλά και την ακροδεξιά που ονειρεύεται την στρατιωτική/αστυνομική τάξη. Για την επίσημη αριστερά ούτε λόγος. Εκτός από μερικές αυθεντικά αντισυμβατικές προσωπικότητες, δεν άντεχε την πεπεισμένη οίκοθεν για την ηθική και πνευματική της υπεροχή αριστερά, αυτή την αστική προσομοίωση των επιδοτούμενων από το καθεστώς διανοητών-ιερέων της νεωτερικότητας που μονίμως καταγγέλλουν και ηθικολογούν. Ασυγχώρητη επιλογή σε μιαν εποχή που δέσποζε ο θίασος της κατά φαντασίαν (στην εξουσία) επανάστασης, ο οποίος και τον έθεσε σε καραντίνα πριν αλλά και μετά τον πρόωρο θάνατό του. Μάταιος κόπος. Το έργο του είναι εδώ. (περισσότερα…)

Επί το μέγα ερείπιον η Ελευθερία ολόρθη

*

Διακόσια χρόνια από την έκδοση της «Λύρας»

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ποιος δεν ξέρει τον περίφημο σολωμικό στίχο για την Ελευθερία που προβάλλει «σαν και πρώτα ανδρειωμένη» από τα ιερά κόκκαλα των Ελλήνων, όπου εκατοικούσε για αιώνες πικραμένη κι εντροπαλή; Γραμμένοι το 1823 στη Ζάκυνθο αυτοί οι στίχοι, δεν μπορούσαν φυσικά να διαβαστούν αμέσως από το άλλο μέγα τέκνο της Ζακύνθου που βρισκόταν τότε στη Γενεύη. Μακριά από την θαυμασίαν νήσο που του έδωσε την πνοήν και του Απόλλωνος τα χρυσά δώρα, ο Ανδρέας Κάλβος έγραφε, τον ίδιο καιρό, τις περίφημες Ωδές, οι δέκα πρώτες εκ των οποίων («Η Λύρα») δημοσιεύονταν πριν από διακόσια ακριβώς χρόνια στην πόλη όπου η ανεξερεύνητη τύχη των Ελλήνων θέλησε να ζει, την ίδια εποχή, και ο Ιωάννης Καποδίστριας, παραστάτης και βοηθός του Κάλβου σε μια ζωή που «έθρεψαν κι εθεράπευσαν οι ακτίνες της υπεργλυκυτάτης Ελευθερίας («Λύρα», 1, 10). Δέσποζε το 1824 στη φιλελληνική κίνηση της Γενεύης η μορφή του Καποδίστρια που ζούσε με αφάνταστες στερήσεις καθώς σχεδόν όλη του η αποζημίωση από το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας πήγαινε στις ανάγκες του Αγώνα. Αυτός, ο Καποδίστριας, είναι ο άνθρωπος που θα μεσολαβήσει στον καλό φίλο των Ελλήνων, τον Γαλλοελβετό τραπεζίτη Εϋνάρδο για να χρηματοδοτήσει και την έκδοση της «Λύρας».

Αν, όπως ο Σολωμός, είναι εύλογο να αφιερώνει και ο Κάλβος μια ωδή Εις Ελευθερίαν, ως τη μόνη δικαίωση (ή διέξοδο αν προτιμάτε) της υπάρξεως, για μας, τα «Δυστυχισμένα πλάσματα/ Της πλέον δυστυχισμένης/ Φύσεως, [που] τελειώνομεν/ Ένα θρήνον και εις άλλον/ Πέφτομεν πάλιν» αφού «κατεδικάσθημεν,/ Άθλιοι, κοπιασμένοι,/ Πάντα να κατατρέχωμεν,/ Αλλά ποτέ δεν φθάνομεν,/ Την ευτυχίαν (9, 1-2), η δική του Ελευθερία δεν γεννιέται μέσα από τα ιερά οστά των Ελλήνων, όπως η σολωμική, αλλά μέσα από τη θάλασσα, όπως περιγράφει στην περίφημη δέκατη ωδή· την ωδή που υπό τον τίτλο Ο Ωκεανός, αφηγείται τη γέννηση της Ελευθερίας, όταν μετά από μια νύκτα δουλείας αιώνων (τότε που η φύσις όλη έμοιαζε εις τα φρικτά βασίλεια του θανάτου απ’ όπου ήχος ποτέ δεν έρχεται ύμνων ή θρήνων– 10,5), φτάνει η στιγμή που οι Ώρες ανοίγουν τα ηώα Κάγκελα των μακαρίων Σταύλων και τα ακάμαντα άλογα του Ηλίου εκβαίνουν (10,6), για να φωτίσουν τους ουρανούς. (περισσότερα…)

Ο ίσκιος του Παλαμά στο περιοδικό Νέα Γράμματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Για τη Γενιά του Τριάντα και τον κύκλο του περιοδικού Νέα Γράμματα, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανό της, ο Κωστής Παλαμάς είναι γνωστό ότι συνιστά ένα από τα πιο υψηλά πρότυπα της ελληνικής ποιητικής παράδοσης. Γνωστές οι μελέτες του Αντρέα Καραντώνη και του Κωνσταντίνου Τσάτσου, παροιμιώδης η αφοσίωση του Γιώργου Κατσίμπαλη, του πιστότερου και αποτελεσματικότερου υποστηρικτή του παλαμικού έργου και της παλαμικής πρωτοκαθεδρίας: δική του η πρωτοβουλία της σειράς Για να γνωρίσουμε τον Παλαμά, που άρχισε το 1929, δική του πρωτοβουλία και η ίδρυση το 1960 του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά και η πρώτη έκδοση των Απάντων του. Κι αν ο Κατσίμπαλης δεν κατάφερε, παρότι αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις, να τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ ο Παλαμάς, το πρώτο ελληνικό Νόμπελ θα το κατακτούσε ένας ποιητής βγαλμένος από τα σπλάχνα της γενιάς αυτής και των Νέων Γραμμάτων, μαθητής (έστω απείθαρχος) του Παλαμά: ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής που με το ίδιο πάθος υποστήριξαν, ως ρηξικέλευθη συνέχεια της παλαμικής παράδοσης, με σύγχρονους όρους φυσικά, οι στυλοβάτες των Νέων Γραμμάτων, ο Κατσίμπαλης και ο Καραντώνης, διευθυντής του περιοδικού, που νεότατος έγραψε τα δύο πρώτα του βιβλία για τον Παλαμά και τον Σεφέρη [Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929 και Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, 1931].

Τα Νέα Γράμματα (είναι χαρακτηριστικό) ξεκινούν τον Ιανουάριο του 1935 με ένα μικρό δοκίμιο του Κωστή Παλαμά υπό τον τίτλο Απόκριση σε κάποια ρωτήματα, καθώς είναι γραμμένο με βάση ερωτήσεις που του είχαν τεθεί από τον Μπόγνταν Ράντιτσα, Κροάτη φιλέλληνα διανοούμενο, διευθυντή του γραφείου τύπου της γιουγκοσλαβικής πρεσβείας στην Αθήνα (και μεταφραστή στα κροατικά των Παπαδιαμάντη, Βάρναλη και Ουράνη), για θέματα σχετικά με την ελληνική αλλά και τη διεθνή λογοτεχνία. Το μικρό αυτό δοκίμιο (βλ. Άπαντα Παλαμά, ΙΔ΄, σ. 348-363) αρχίζει με μια αναδρομή στην ποιητική του και στον αποφασιστικό ρόλο που είχε για την κατίσχυση της δημοτικής. Το εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: καλύπτει 15 από τις 48 σελίδες του τεύχους! Οι αναφορές του Παλαμά στους σύγχρονους συγγραφείς ξεκινούν με τους μυθιστοριογράφους της γενιάς του Τριάντα: Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Τερζάκης, Πετσάλης, Βενέζης. Αμέσως μετά το κείμενο του Παλαμά ακολουθούν ποιήματα του Γ. Σεφέρη από τη νέα του συλλογή, τη Στέρνα. Ο Σεφέρης θα έχει την πιο ισχυρή παρουσία στις σελίδες του περιοδικού, την πιο περίοπτη θέση· οι δημοσιεύσεις του συγκρίνονται σε συχνότητα μόνο με αυτές του Καραντώνη που είναι ο διευθυντής και ο βασικός κριτικός του περιοδικού. (περισσότερα…)

«Μη μου ζητάτε φιλολογικά προτερήματα»

*

Η είσοδος της Πηνελόπης Δέλτα στη λογοτεχνία
μέσα από την αλληλογραφία της με τον Κωστή Παλαμά

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δύο από τις σημαντικότερες πνευματικές μορφές του «βενιζελικού ευαγγελισμού», του πολύμορφου αυτού πολιτικού και πολιτισμικού κινήματος του εικοστού αιώνα για μια ισχυρή και σύγχρονη Ελλάδα, υπήρξαν ο Κωστής Παλαμάς και η Πηνελόπη Δέλτα. Οι δρόμοι τους συναντήθηκαν στο ζωογόνο ρεύμα του δημοτικισμού (η Δέλτα έγινε μέλος του «Αδερφάτου» των δημοτικιστών της Πόλης) και η αλληλογραφία τους φωτίζει τις ιδέες με τις οποίες εισήλθε στα ελληνικά γράμματα η μεγάλη συγγραφέας, από τη γέννηση της οποίας συμπληρώνονται φέτος 150 χρόνια.

Η Δέλτα διάβαζε συστηματικά τα έργα του Παλαμά. Αφορμή για την πρώτη τους  επικοινωνία ωστόσο ήταν η έκδοση το 1907 του Δωδεκάλογου του Γύφτου. Ο Παλαμάς, με παρότρυνση του κοινού τους φίλου Αλέξανδρου Πάλλη, στέλνει ένα αντίτυπο στην Πηνελόπη Δέλτα που ζει εκείνο τον καιρό στη Φρανκφούρτη. Όμως η Δέλτα είχε ήδη φροντίσει να το παραγγείλει και μάλιστα το είχε προπληρώσει. Γράφει ο Παλαμάς σε σχετικό γράμμα (2/15 Αυγούστου 1907):

«Είχα ακούσει πως κάπως διαφορετικά από τα συνηθισμένα σ’ εμάς, προσέχετε στην οποιαδήποτε κίνηση της νέας μας λογοτεχνίας και αγαπάτε την ποίησή μας και τη γλώσσα της. Για τούτο χάρηκα με την ευκαιρία που μου εδόθη και φρόντισ’ αμέσως να σας το προσφέρω το βιβλίο μου (…) Δυστυχώς ο φίλος κ. Πάλλης ελησμόνησεν εγκαίρως να με πληροφορήση, με πληροφόρησε δε, αφού σας είχα στείλει το βιβλίο, πως τούτο ήταν ακριβοπληρωμένο. Με στενοχώρησε το πράγμα…».

Σε αντιστάθμισμα και σε «γιατρικό του κακού» (όπως προσθέτει), ο Παλαμάς στέλνει στη Δέλτα ένα ακόμη αντίτυπο του Δωδεκάλογου και το θεατρικό του έργο, την Τρισεύγενη. Η επικοινωνία τους θα γίνει πιο τακτική από το 1909, καθώς η Δέλτα ετοιμάζει το πρώτο της βιβλίο, τη νουβέλα («παιδικό διήγημα» το αποκαλεί η ίδια) Για την Πατρίδα. Έχοντας διαβάσει στον Νουμά» του Οκτωβρίου του 1908 ένα άρθρο του Παλαμά για τα αναγνωστικά βιβλία των παιδιών και βλέποντας την παντελή έλλειψη βιβλίων για παιδιά, η Δέλτα αποφασίζει (όπως θα γράψει στην επιστολή της 31ης Μαΐου 1909) «να πάρω τη βουτιά, χωρίς καμιάν απαίτηση να γράψω διήγημα που να έχει αξία, αλλά μόνο να κάμω κάτι Ελληνικό, με Ελληνικές ιδέες σ’ ένα Ελληνικό περιβάλλον». Τη νουβέλα (αλλά και το παραμύθι «Η καρδιά της βασιλοπούλας» που θα συνόδευε την έκδοση), η Δέλτα τα διάβαζε στα παιδιά της και τα δούλευε ανάλογα με τις κρίσεις τους ώστε να τα προσαρμόσει στην παιδική νοοτροπία. Όταν θεώρησε πως ολοκλήρωσε τη συγγραφή και θέλοντας να έχει μιαν ακριβοδίκαιη εκτίμηση, θα στείλει το δοκίμιο στον Παλαμά μέσω του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, από τον οποίο μάλιστα ζητά να μην αποκαλύψει την ταυτότητα του συγγραφέα, ώστε να ακούσει όλη την αλήθεια, «όσο πικρή και αν επρόκειτο να είναι, χωρίς τα κομπλιμέντα που κάνουν συνήθως στις κυρίες». (περισσότερα…)

Ας μιλήσουμε για την Ευρώπη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Δεν είναι πρωτόγνωρα τα φαινόμενα ιλαροτραγωδίας που συνοδεύουν και τις επικείμενες εκλογές, με τα ψηφοδέλτια για τα επίδοξα μέλη ενός πολιτικού σώματος χωρίς καμιά ουσιώδη αρμοδιότητα, όπως είναι το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Η κωμική πρόσοψη, ωστόσο, δεν είναι ικανή να αποκρύψει την τραγική απόληξη που έχει κάθε ιλαροτραγωδία και δεν επιτρέπει τον ψυχωφελή αναχωρητισμό. Πιθανότατα, μάλιστα, αναχωρητισμός να είναι η ίδια η βαρύθυμη προσέλευση σε μια διαδικασία επιλογής αδιάφορης μπροστά στην άλλοτε ύπουλη και άλλοτε βάναυση κατάρρευση της Ευρώπης. Κατάρρευση η οποία δεν αντιμετωπίζεται με την επιλογή χρωμάτων της πρόσοψης ενός κτηρίου που είναι σήμερα άδειο κέλυφος, το κέλυφος της υποτέλειας και της παρακμής της γηραιάς ηπείρου.

Αν οι Βρυξέλλες και το Στρασβούργο αντικατοπτρίζουν σήμερα απλώς την αφάνεια των ευρωπαϊκών λαών, προς δόξαν μιας διαχειριστικής διακυβέρνησης που θυμάται την έννοια της κυριαρχίας μόνο για να απογυμνώνει τα έθνη αλλά όχι και για να απαιτεί μιαν ευρωπαϊκή ισχύ, ομολογώ πως δεν είναι εύκολο να βρει κανείς τον τρόπο να αντισταθεί σε μια εμπεδωμένη νοοτροπία προτεκτοράτου έναντι της αμερικανικής αυτοκρατορίας· νοοτροπία που θέλει την Ευρωπαϊκή Ένωση να υπάρχει μόνο για να κατανέμει δευτερεύουσες εξουσίες, να διανέμει κονδύλια και να απονέμει τιμές (εξαγοράζοντας όσους την αμφισβητούν ώστε να συντηρείται μια αυταπάτη ενότητας) ή να διοργανώνει κακόγουστα πάρτυ τα οποία απλώς επιβεβαιώνουν και την πνευματική υποτέλεια και την πολιτική παρακμή.

Διχασμένη επί της ουσίας, η Ευρώπη είναι εδώ και καιρό πεδίο άγονης αντιπαράθεσης μεταξύ μιας αλαζονικής δεξιάς και μιας εκφυλισμένης αριστεράς που ομονοούν όταν πρόκειται να επιτεθούν στα τελευταία οχυρά του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αφού επιδιώκουν αμφότερες να αντικαταστήσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα με τον παγκοσμιοποιημένο ηδονισμό. Απέναντι σε αυτή την επίθεση εξαπλώνονται κινήματα αντίστασης που όμως εγκλωβίζονται σε ψευδαισθήσεις επιστροφής στα έθνη- κράτη, με συνέπεια η Ευρώπη να κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια σκακιέρα για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα των δύο μεγάλων δυνάμεων του νέου πολυπολικού κόσμου, των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο τρίτος δρόμος, η δέσμευση για μια ευρωπαϊκή ενοποίηση που δεν θα βασίζεται στον αγώνα ενάντια στις ταυτότητες και τις παραδόσεις, όπως κάνουν οι φιλελεύθεροι φεντεραλιστές αλλά στην συνύπαρξη και την σύνθεσή τους, φαίνεται ακόμη αδιάβατος. (περισσότερα…)

Ο Τ. Σ. Έλιοτ και ο κύριος Ευγενίδης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ο Τ. Σ. ΕΛΙΟΤ ΚΑΙ Ο κ. ΕΥΓΕΝΙΔΗΣ

Ο Ευγένιος Ευγενίδης (1882-1954), εφοπλιστής και εθνικός ευεργέτης, μου έφερε στον νου την περίφημη σύνδεσή του με την ποίηση, μέσα από την Έρημη χώρα του Έλιοτ. Θυμίζω τους στίχους από το τρίτο μέρος της συλλογής «Το κήρυγμα της φωτιάς»:

Ανύπαρκτη πολιτεία.
Κάτω από τη φαιά ομίχλη ενός χειμωνιάτικου μεσημεριού
Ο κύριος Ευγενίδης, έμπορος εκ Σμύρνης
Αξύριστος, με τις τσέπες γεμάτες σταφίδες
Κατευθείαν για Λονδίνο: φορτωτικές πληρωτέες άμα τη εμφανίσει,

Με κάλεσε με τα άξεστα γαλλικά του
Για γεύμα στο Κάνον Στρητ Οτέλ
Και μετά για ένα σαββατοκύριακο στο Μετροπόλ.

Το ποίημα εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1922 αλλά γραφόταν επί αρκετά χρόνια και είχε ολοκληρωθεί πριν την Καταστροφή του Αυγούστου του 1922. Η αναφορά σε έναν Σμυρναίο έμπορο δεν είναι παράδοξη καθώς το ανατολικό ζήτημα απασχολεί έντονα τη βρετανική ζωή εκείνα τα χρόνια. Όμως έχει και μία πραγματική αφορμή. Ο Έλιοτ γνώρισε τον Ευγενίδη τον καιρό που εργαζόταν στο Σίτυ ως τραπεζικός υπάλληλος, στην Lloyds Bank όπου προσλήφθηκε το 1917 και παρέμεινε ως το 1925. Το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Ευγενίδη (που δεν ήταν Σμυρναίος, γεννήθηκε το 1882 στο Διδυμότειχο, αλλά δραστηριοποιείτο στο εμπόριο με την Σμύρνη) αναδείχθηκε πολύ νωρίς στην οργάνωση των μεταφορών και το διεθνές εμπόριο. Ήδη από το 1902 εργαζόταν σε μια βρετανική ναυτιλιακή εταιρία, στην Doro’s Brothers και τέσσερα χρόνια αργότερα προσλήφθηκε ως γενικός διευθυντής στο ναυτιλιακό πρακτορείο Reppen. Υπήρξε ο μεγαλύτερος εισαγωγέας σκανδιναβικής ξυλείας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ανέλαβε την πρακτόρευση της σουηδικής ναυτιλιακής εταιρείας Svenska Orient Linien. Ως προς τις μεθόδους πλουτισμού δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Ο στίχος για πρόσκληση σε γεύματα και weekend προς έναν τραπεζικό υπάλληλο είναι προφανής, αρκεί για τα περαιτέρω. Το πρωτεύον μοτίβο που αντηχεί σε όλο το ποίημα ωστόσο, είναι άλλο. Είναι το μοτίβο ενός προφήτη, ενός οραματιστή. Ο Έλιοτ βλέπει τον εαυτό του σε αυτόν τον ρόλο, αισθάνεται (και είναι) ένας από τους λίγους που μπορούσαν να δουν και να κατανοήσουν τη διεφθαρμένη και έρημη προοπτική του μοντέρνου κόσμου γύρω του. (περισσότερα…)

Καμπύλη, η ελληνική γραμμή

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

ΚΑΜΠΥΛΗ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο Περικλής Γιαννόπουλος καλούσε τους Έλληνες να ανεβούν στην Ακρόπολη για να αντιληφθούν, παρατηρώντας το αττικό τοπίο τριγύρω, την σαφήνεια, την δύναμη του φωτός, την διαφάνεια του αέρα, την διαυγέστατη ελληνική γραμμή. «Ἡ φυσικὴ αὐτή, διαυγεστάτη Γραφὴ τῆς Γραμμῆς», έγραφε,

«δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἡ θεμελιώδης ἰδέα, ἡ θεμελιώδης βάσις, ἡ ἀναπότρεπτος Ἀνάγκη, πρὸς τὴν ὁποίαν θέλουσαι καὶ μὴ θέλουσαι θὰ συμμορφωθοῦν αἱ Τέχναι ὅλαι (…) Πουθενὰ μαυρίλα, πουθενὰ θηριωδία, πουθενὰ πάλη, πουθενὰ μῖσος, πουθενὰ κτηνωδία, πουθενὰ ὀξύτης, πουθενὰ χολή, πουθενὰ ἀπαισιοδοξία, πουθενὰ τεραστιότης, πουθενὰ ὄγκος, πουθενὰ κόμπος, πουθενὰ βάρος, πουθενὰ πλῆθος, πουθενὰ ἀνάμιξις, πουθενὰ σύγχυσις, πουθενὰ θεομανία, πουθενὰ βαρυσοφία, πουθενὰ ἀπελπισία, πουθενὰ βαρυθυμία, πουθενὰ καρηβαρία, πουθενὰ συλλογισμός.

Παντοῦ φῶς, παντοῦ ἡμέρα, παντοῦ τερπνότης, παντοῦ ὀλιγότης, ἄνεσις, ἀραιότης· παντοῦ εὐταξία, συμμετρία, εὐρυθμία· παντοῦ εὐγραμμία, εὐστροφία Ὀδυσσέως, λιγυρότης παλληκαριοῦ· παντοῦ ἡμερότης, χάρις, ἱλαρότης· παντοῦ παίγνιον ἑλληνικῆς σοφίας, διάθεσις γελαστική, εἰρωνεία Σωκρατική· παντοῦ φιλανθρωπία, συμπάθεια, ἀγάπη· παντοῦ ἵμερος, πόθος ᾄσματος, φιλήματος· παντοῦ πόθος ὕλης, ὕλης, ὕλης· παντοῦ ἡδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ὡραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος· παντοῦ πέρασμα ἀέρος θουρίου, ἀέρος ὁρμῆς, ἀέρος ἀλκιμότητος, σφριγηλότητος καὶ παντοῦ μαζὺ πέρασμα ἀέρος μελαγχολίας καλλονῆς, λύπης καλλονῆς, θρήνου θνήσκοντος Ἀδώνιδος. Καὶ παντοῦ ἀὴρ φωτεινοῦ θουρίου δένων τὰ μέλη καὶ μαζὺ ἀὴρ φλογέρας λύων τὰ μέλη μὲ ἡδυπάθειαν. Καὶ παντοῦ πέρασμα ἀέρος φέρον ὀλοφυρμοὺς Ἀφροδίτης καὶ μαζὺ δυνατὸν Σατυρικὸν ὀξύ».

Αν το ελληνικό Τοπίο επέτρεπε ευλόγως πριν από έναν αιώνα μια τέτοια υψιπετή διακήρυξη, για ποιαν ελληνική γραμμή μπορούμε σήμερα να μιλήσουμε εμείς, οι επιζώντες του ελληνικού ναυαγίου (ναι, ναυαγίου, αφού ο μείζων στόχος της Παλιγγενεσίας, ένας νέος ελληνικός πόλος και πολιτισμός δεν ολοκληρώθηκε ποτέ); Τώρα που από την Ακρόπολη είναι αδύνατον πια να δει κανείς εκείνη την εικόνα (μάλλον σε αυτά που εξορκίζει ο Γιαννόπουλος καταλήξαμε), τι απομένει ακριβώς ως θεμέλιο ελληνικής αισθητικής; (περισσότερα…)

Η μαφία του γουοκισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Είναι καιρός τώρα που η δημοκρατία, η οικουμενικότητα, ο Λόγος, η ελευθερία της έκφρασης, όλες οι αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ποδοπατούνται από μια κίνηση που ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες και απλώνεται σαν επιδημία σε όλο τον πλανήτη εξυπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα. Είναι ο λεγόμενος γουοκισμός. Οι οπαδοί και οι απλοί συμπαθούντες του ισχυρίζονται είτε ότι πρόκειται απλώς για μορφή αντιρατσισμού ή ότι η λέξη επινοήθηκε από τους αντιπάλους τους για να τους δυσφημήσουν. Κάθε λόμπι, με κορυφαίο το πλέον διαβόητο, τη μαφία, υποστηρίζει ακριβώς αυτό, ότι… δεν υπάρχει. Ο γουοκισμός μπορεί να μην έχει την κάθετη δομή της μαφίας και να μη σκοτώνει παρά μόνο υπολήψεις (προς το παρόν), έχει ωστόσο πολλά κοινά σημεία με τις μαφίες: εγκαθιδρύει την εξουσία του μέσω δικτύων συνεννόησης, εκφοβισμού και διείσδυσης σε θεσμούς. Λειτουργεί μέσω του σημασιολογικού εισοδισμού, διά του οποίου λέξεις με μια κατεξοχήν προοδευτική χροιά διαστρέφονται για να κερδίσουν έδαφος σε απολιτικές μάχες σε όλο τον κόσμο, χάρη στην καλοπροαίρετη διάθεση χρήσιμων ηλίθιων.

Σε ένα πρόσφατο άρθρο (με τίτλο “L’ entrisme sémantique du wokisme”) η σπουδαία κοινωνιολόγος, Nathalie Heinich, διευθύντρια ερευνών στο CNRS, συγγραφέας του βιβλίου Γουοκισμός: Ο νέος ολοκληρωτισμός; (κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες και στην Ελλάδα, από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, σε μετάφραση της Χριστίνας Σταματοπούλου), κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας πως πρέπει πλέον να είμαστε επιφυλακτικοί για μια σειρά λέξεων. Αντιγράφω:

Να είμαστε επιφυλακτικοί με τη λέξη «διαφορετικότητα», γιατί πέρα ​​από τη φιλική, ανοιχτή, χροιά της, ωθεί στην πραγματικότητα την επιβολή ενός ψευδοκοινοτιστικού ιδεολογήματος, όπου τα άτομα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μέλη μιας «κοινότητας» και όχι ως μέλη μιας τάξης, ενός έθνους ή της ενιαίας ανθρωπότητας, ούτε σύμφωνα με την ατομική τους αξία, αλλά ως φορείς ορισμένης ιδιότητας.

Να είμαστε επιφυλακτικοί με τις λέξεις «περιεκτικός» ή «συμπεριληπτικός»: δεν έχουν τον ανθρωπιστικό στόχο να ενσωματωθούν όλοι στην κοινωνία, αλλά να επιβληθούν αναξιοκρατικά κάποιοι μέσω της αλληλεγγύης της «κοινότητάς» τους. (περισσότερα…)

Ακαδημία χωρίς ακαδημαϊκούς

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το περίφημο, με αυτόν τον τίτλο, δοκίμιο του Εμμανουήλ Ροΐδη που ήρθε στην επικαιρότητα αυτές τις ημέρες, με δημοσιεύματα που αφορούν την οικτρή τύχη του αρχείου του (το οποίο σαπίζει στα υπόγεια της Ακαδημίας Αθηνών), θέτει και ένα άλλο ζήτημα που ελάχιστα συζητείται και ίσως εξηγεί την αδυναμία του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος. Αναφέρομαι στην πλήρη υποβάθμιση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στις τάξεις αυτού καθώς σήμερα μόνον ένας ακαδημαϊκός υπάρχει από τον χώρο αυτό (ο ενενηντάχρονος Θ. Βαλτινός), έναντι μιας παράδοσης που ήθελε να υπάρχουν αρκετοί λογοτέχνες μεταξύ των «αθανάτων». Συνέπεια άμεση: να υπολειτουργούν ιδρύματα και επιτροπές που σχετίζονται με την λογοτεχνία ή να υπηρετούνται διά της «εισπηδήσεως» μελών άλλων κλάδων. Ιδού, για του λόγου το ασφαλές και ένα σύντομο ιστορικό:

Η Ακαδημία Αθηνών ξεκινά το 1926 (χάρη στον Θ. Πάγκαλο, ας μην το κρύβουμε) με τρεις ποιητές στις έδρες της λογοτεχνίας: Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Αριστομένης Προβελέγγιος. Οι λογοτέχνες στο ανώτατο πνευματικό ίδρυμα γίνονται εφτά ως το 1935, με την εκλογή τεσσάρων πεζογράφων: Δημήτριος Καμπούρογλους, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Σπύρος Μελάς. Το 1938 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αντικαθιστά τον θανόντα Νιρβάνα και το 1945 ο Σωτήρης Σκίπης (ζώντων του Σικελιανού και του Καζαντζάκη…) τον θανόντα Παλαμά. Στην διάρκεια της Κατοχής έχουν πεθάνει ακόμη ο Καμπούρογλους κι ο Παπαντωνίου. Το 1952 από τα προπολεμικά μέλη έχει απομείνει μόνον ο Σπ. Μελάς που κωλυσιεργώντας στην εκλογή οποιουδήποτε (εκείνη την εποχή άλλωστε εκστράτευε κατά Σικελιανού και Καζαντζάκη), είχε προωθήσει την εκλογή ως πεζογράφου το 1950 του ιστορικού Δ. Κόκκινου. Το 1955 εκλέγεται ως ποιητής ο Γ. Αθανασιάδης- Νόβας. Το 1957- 1958 εισέρχονται ο Ηλίας Βενέζης και ο Στρ. Μυριβήλης. Οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις- στην ποίηση όμως μόνον ο Νόβας, ως το 1968 που εκλέγεται ο Παπατσώνης αφού νωρίτερα οι ακαδημαϊκοί απαιτούσαν από τον ήδη κάτοχο του Νόμπελ Γ. Σεφέρη να δηλώσει εγγράφως εκ των προτέρων ότι θα αποδεχθεί την έδρα αν εκλεγεί!

Ο θάνατος Μυριβήλη και Βενέζη ανοίγει τον δρόμο στην εκλογή του Πέτρου Χάρη (1969) και του Άγγελου Τερζάκη (1974). Ο Παπατσώνης πεθαίνει το 1976 και ο Τερζάκης το 1979. Στο μεταξύ έχουν εκλεγεί το 1977 ο Θ. Πετσάλης και ο Π. Πρεβελάκης, οπότε οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις. Ακολουθεί η εκλογή (μεταξύ 1985- 1987) Άγγελου Βλάχου, Τάσου Αθανασιάδη και Νικηφόρου Βρεττάκου (στην θέση των θανόντων Πρεβελάκη και Νόβα), οπότε το 1987 έχουμε ξανά τέσσερις ακαδημαϊκούς πεζογράφους (Χάρης, Πετσάλης, Βλάχος, Αθανασιάδης) κι έναν ποιητή (Βρεττάκος). Συγχρόνως υπάρχει από το 1980 και ακαδημαϊκός στην έδρα της φιλολογίας, ο Λίνος Πολίτης αρχικά και από το 1984 ο Απ. Σαχίνης, μετά τον θάνατο του οποίου το 1997 η έδρα παραμένει επί… 25 χρόνια κενή: τέσσερις- πέντε απόπειρες απέβησαν άγονες αφού η ψηφοφορία απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία και οι ακαδημαϊκοί δεν θεωρούν, φαίνεται, αναγκαία την έδρα.

Το 1997 ήταν και η χρονιά εκλογής της πρώτης γυναίκας ακαδημαϊκού, της πεζογράφου Γαλάτειας Σαράντη. Το 1998 πεθαίνει ο Χάρης και τον αντικαθιστά ο Ιάκωβος Καμπανέλης. Και από κει και πέρα αρχίζει η αποψίλωση. Ο θάνατος του Άγγ. Βλάχου, του Τ. Αθανασιάδη, της Γ. Σαράντη και του Ι. Καμπανέλη αφήνει την Ακαδημία για χρόνια μόνο με δύο λογοτέχνες, την Κ. Δημουλά (εκλογή: 2002) στην ποίηση και τον Θ. Βαλτινό (εκλογή: 2008) στην πεζογραφία. Ο τελευταίος είναι πλέον, μετά τον θάνατο της Κ. Δημουλά, ο μοναδικός λογοτέχνης ακαδημαϊκός, όσο για την φιλολογία, αγνοείται η τύχη της. Σε λίγο θα αγνοείται και η ποίηση, και –ζωή να έχει– μετά τον Βαλτινό, ποιος ξέρει, μπορεί η Ακαδημία Αθηνών να ξεφορτωθεί και την πεζογραφία.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα

Νότος Ρεθύμνου, Λιβυκό πέλαγος, νησιά Παξιμάδια

 

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη, 2021

“Οδός άνω και κάτω μία”, έγραφε ο Ηράκλειτος και η Λίλα Τρουλινού, «κατεβαίνοντας τις ανηφόρες της Ιστορίας», το ίδιο χώμα πατώντας, αυτό που γενεές γενεών ποτίζουν με το αίμα τους άντρες και γυναίκες μιας μυστικής μινωικής ουσίας, με βήματα γερά, μας χαρίζει (μέσα από την έξοχη μορφή που πάντα προσφέρει η «Περισπωμένη» του Σωτήρη Φασούλα) ένα από τα πιο άξια λόγου μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Ένα μυθιστόρημα-ταξίδι προς την ωριμότητα, αφήγηση της συνειδητοποίησης της ταυτότητας και της παρουσίας στον κόσμο δυο ορφανών εφήβων, μέσα από την κάθοδό τους στο σκοτεινό σπήλαιο της ζωής που αναδεικνύεται χώρος μαθητείας με όργανα τόσο τη φαντασία των παραμυθιών όσο και τον οδυνηρό ρεαλισμό της Ιστορίας.

Σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, ο Αγγελής και ο Χρυσάφης, ταξιδεύουν στο χρόνο, από την Ενετοκρατία ως την γερμανική Κατοχή (την κτηνωδία που τόσο πρόθυμα ξεχνάνε οι σταδιοδρόμοι ρεαλιστές), για να αποκαταστήσουν την τάξη της ύπαρξης μέσα στο οδυνηρό χάος της εποχής μας. Η κάθοδος αυτή σε ένα Καθαρτήριο, απαραίτητο βήμα γι’ αυτή την αποκατάσταση, τούτους τους καιρούς της εξαχρείωσης, μοιάζει περιπέτεια. Ποιος είναι τόσο καθαρός για να γίνει κριτής; Μονάχα δυο έφηβοι. Που τολμούν και καταδύονται στο ιστορικό βάθος της Κρήτης, βλέπουν κατάματα ίσκιους και φαντάσματα, ανθρώπους, υπανθρώπους, λέξεις και πράγματα, «όλα θαμμένα κάτω από τη μολυσμένη σκόνη της αχρονίας», χωρίς να χάνουν στιγμή, τον σκοπό τους, να βρουν δρόμους για τον ουρανό και τρόπους για τη γη.

Η Λίλα Τρουλινού ανασταίνει με τόλμη στιγμές, τοπία, μορφές και βλέμματα, λύπες και χαρές. Η γραφή της είναι ευφρόσυνη μαθητεία στη γλώσσα του λαού μας. Μια διαρκής απρόσμενη αύξηση του βάθους της γραφής αυτής όπου ο συμβολισμός δεν περιορίζεται σε παραστάσεις και δεν ρηχαίνει με κρίσεις λογικές. Η ψυχή μέσα σε ανάερα σχήματα ζει ανεμπόδιστα όλες τις φαντασίες της που αναδεύονται ως τα μύχια των ηρώων ενώ κάθε της χορδή πάλλεται για να δοθεί ολόκληρη στο εφηβικό όνειρό τους. Μια αγωγή προς το θαύμα αυτή η πορεία που δεν γεννά ένα νέο μύθο αλλά την κρυφή δύναμη που γεννά τους μύθους. Μια επιστροφή στη φύση που δίνει στην ψυχή τόνο δημιουργικό για να αποκριθεί στη μουσική που θα τη γεμίσει με αφθονία εξηγήσεων.

Εξαίσια χρήση της λεκτικής γλώσσας μα και της ομιλίας της σιωπής. Ένας ονειρικός οργασμός, ένα εκστατικό βύθισμα στο οποίο οι λέξεις χάνουν κάθε υλική σύσταση και γίνονται ένα με τον εσώτερο εαυτό μας. Απλό το μυστικό της: στο ύψος της τέχνης δεν οδηγεί η ευφυής κατασκευή αλλά η βύθιση στο αίμα και στο χρόνο. Τα εκφραστικά σύμβολα που αποδίδουν τον εσωτερικό δυναμισμό μιας πλούσιας ζωής και δημιουργούν ένα αισθητικό αποτέλεσμα με πληρότητα και αυτάρκεια. Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη μορφοποίηση που φτάνει ως τη σιωπή για να εικονίσει το άρρητο και το ανέκφραστο. Αυτή η γλώσσα μάς καθιστά μάρτυρες ενός δράματος που δεν μπορούμε να το αφήσουμε χωρίς να μιλήσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ