Θεός

Simone Weil, Άτακτες σκέψεις σχετικά με την αγάπη του Θεού

 

*

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1962 στο ομότιτλο βιβλίο της Σιμόν Βέιλ, απ’ όπου προέρχεται και το δοκίμιο που αναρτήσαμε στο Νέο Πλανόδιον στις 18.7.2025. Αποσπάσματά του περιελήφθησαν υπό άλλη μορφή στο έργο της Περιμένοντας τον Θεό. Το πιθανότερο είναι ότι συντάχθηκαν εν πλω, κατά το ταξίδι της προς τη Νέα Υόρκη.

Μετάφραση: Χρίστος Κρεμνιώτης

~.~

Ανά πάσα στιγμή, υλικό και ουσία του ίδιου του είναι μας αποτελεί η αγάπη που ο Θεός τρέφει για εμάς. Η δημιουργός αγάπη του Θεού που μας κρατά στη ζωή, δεν είναι μόνο άφθονη γενναιοδωρία αλλά και αυταπάρνηση και θυσία. Όχι μόνο τα πάθη αλλά και η δημιουργία είναι αυταπάρνηση και θυσία, εκ μέρους του Θεού. Τα πάθη του αποτελούν μόνο το αποκορύφωμα. Ήδη ως δημιουργός, ο Θεός, «αδειάζει» από τη θεότητά του, παίρνει τη μορφή ενός δούλου, υποτάσσεται στην ανάγκη, «κατεβαίνει». Η αγάπη του είναι εκείνη που συντηρεί τα πάντα, που τα «κρατά» στην ύπαρξη, μιαν ύπαρξη ελεύθερη και αυτόνομη, όντων διαφορετικών από τον Ίδιο, διαφορετικών από το καλό: κατώτερων του καλού. Από αγάπη, τα εγκαταλείπει στη δυστυχία και την αμαρτία: δίχως αυτήν την εγκατάλειψη, δεν θα υπήρχαν. Η παρουσία του θα τους στερούσε την ύπαρξη με τον ίδιο τρόπο που η φλόγα καίει μία πεταλούδα.

Η θρησκεία διδάσκει ότι ο Θεός δημιούργησε όντα διαφορετικών, σε σχέση με την τελειότητά του, βαθμίδων μετριότητας. Εμείς, τα ανθρώπινα πλάσματα, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε στο έσχατο όριο εκείνο μετά από το οποίο ο Θεός δεν είναι δυνατόν ούτε να γίνει αντιληπτός ούτε να αγαπηθεί.

Κάτω από εμάς υπάρχουν μόνο τα ζώα, είμαστε τόσο μέτριοι και τόσο μακριά από τον Θεό, όσο μπορεί να είναι μόνο ένα έλλογο δημιούργημα. Και αυτό είναι μεγάλο προνόμιο. Ο Θεός είναι εκείνος που διανύει τη μεγαλύτερη διαδρομή για να έρθει ως εμάς, είναι εκείνος που διανύει το μεγαλύτερο τμήμα της απόστασης που μας χωρίζει από εκείνον. Αφού λάβει και μεταμορφώσει τις καρδιές μας, τότε είμαστε εμείς εκείνοι που θα πρέπει να βαδίσουμε περισσότερο ωσότου φτάσουμε σε αυτόν. Η αγάπη είναι ανάλογη της απόστασης και τανάπαλιν.

Η αγάπη που οδήγησε τον Θεό να έρθει ως εμάς –δημιουργήματα τόσο μακριά από αυτόν– είναι ασύλληπτη για τις δικές μας ικανότητες. Χάρη σε αυτήν την ασύλληπτη αγάπη κατεβαίνει ως εμάς. Εξαιτίας αυτής, ανυψωνόμαστε έως εκείνον. Είναι η ίδια αγάπη εκείνη που μας ανεβάζει ως αυτόν και εκείνη που αυτός ενέπνευσε σε εμάς, όταν κατέβηκε αναζητώντας μας. Η αγάπη που τον ώθησε να μας δημιουργήσει τοποθετώντας μας τόσο μακρυά από τον ίδιο. Τα πάθη του δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά ανεξάρτητα από τη δημιουργία. Η ίδια μου η ύπαρξη, όπως η ύπαρξη του καθενός από εμάς, αποτελεί έναν σπαραγμό του Θεού, έναν σπαραγμό που είναι ταυτόσημος με την αγάπη. Όσο μεγαλύτερη είναι η ελεεινότητά μου, τόσο πιο έκδηλη είναι η αγάπη που με κρατά στην ύπαρξη. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Τό δένδρο τῆς ζωῆς

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

Δέν εἶναι καλό γιά τόν ἄνθρωπο νά θυμᾶται συνεχῶς ὅτι εἶναι ἄνθρωπος. Τό νά ἐγκύπτει κανείς στόν ἑαυτό του εἶναι ἀρκούντως κακό∙ πόσω μᾶλλον νά ἐγκύπτει καί στό ἴδιο τό εἶδος μέ ἐμμονικό ζῆλο. Εἶναι σάν νά προσδίδει στίς αὐθαίρετες κακομοιριές τῆς ἐνδοσκόπησης μιά ἀντικειμενική βάση, μιά φιλοσοφική δικαιολόγηση. Ὅσο μασουλᾶμε τό ἐγώ μας, μποροῦμε νά προβάλλουμε τή δικαιολογία ὅτι ἔχουμε ὑποκύψει σέ μιά παραξενιά∙ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὅλα τά ἐγώ ἀποβαίνουν τό ἐπίκεντρο μιᾶς ἀτέρμονης φλυαρίας, τότε ἁπλῶς γενικεύουμε, διά τῆς πλαγίας ὁδοῦ, τίς μειονεξίες τῆς δικῆς μας κατάστασης, ἀναδεικνύουμε σέ κανόνα, σέ καθολική περίπτωση, τό συμβεβηκός τῆς ὕπαρξής μας.

Πρῶτα ἀντιλαμβανόμαστε τήν ἀνωμαλία πού συνιστᾶ τό γυμνό γεγονός τοῦ ὑπάρχειν καί μόνο μετά ἐκείνη τῆς δικῆς μας συγκεκριμένης κατάστασης: ἡ ἔκπληξη πού δοκιμάζω ὅτι εἶμαι, προηγεῖται τῆς ἔκπληξης ὅτι εἶμαι ἄνθρωπος. Ὡστόσο, ὁ ἀσυνήθης χαρακτῆρας τῆς κατάστασής μας θά ἔπρεπε νά ἀποτελεῖ τό πρωταρχικό δεδομένο τῆς ἀμηχανίας μας: εἶναι λιγότερο φυσικό νά εἶσαι ἄνθρωπος παρά, ἁπλῶς, νά εἶσαι. Εἶναι κάτι πού τό αἰσθανόμαστε ἐνστικτωδῶς· ἐξ οὗ καί αὐτό τό ἡδονικό αἴσθημα πού βιώνουμε κάθε φορά πού στρεφόμαστε σέ ἄλλη ἀπό τόν ἑαυτό μας κατεύθυνση γιά νά συνταυτιστοῦμε μέ τόν μακάριο ὕπνο τῶν ἀντικειμένων. Εἴμαστε ἀληθινά ὁ ἑαυτός μας μόνο ὅταν δέν βρίσκουμε τίποτα γιά νά ταυτιστοῦμε, οὔτε κάν μέ τήν ἡμέτερη ἐξοχότητά μας. Ἡ κατάρα πού ἔχει πέσει πάνω μας βάρυνε κιόλας τόν πρῶτο μας πρόγονο, πολύ πρίν αὐτός στραφεῖ στό δένδρο τῆς γνώσης. Ἦταν δυσαρεστημένος μέ τόν ἑαυτό του, ἀκόμα ὅμως περισσότερο μέ τόν Θεό, τόν ὁποῖο ἀνεπίγνωστα ζήλευε· ἡ ἐπίγνωση ἦρθε χάρη στίς καλές ὑπηρεσίες τοῦ πειρασμοῦ, βοηθοῦ καί ὄχι δημιουργοῦ τῆς πτώσης. Πρό τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ζοῦσε μέσα στήν προαίσθηση τῆς γνώσης, σέ μιά γνώση πού δέν εἶχε συναίσθηση τοῦ ἑαυτοῦ της, σέ μιά κίβδηλη ἀθωότητα πρόσφορη μόνο γιά τήν ἐκκόλαψη τῆς ζήλειας, αὐτῆς τῆς κακίας πού γεννᾶ ἡ συναναστροφή μέ ἐκείνους πού εἶναι καλύτεροι ἀπό ἐμᾶς· νά ὅμως πού τώρα ὁ πρόγονός μας πιάνει σχέσεις μέ τόν Θεό, τόν παρακολουθεῖ κρυφίως καί παρακολουθεῖται ἀπό αὐτόν. Τίποτα καλό δέν θά μποροῦσε νά προκύψει ἀπό κάτι τέτοιο.

Ἀπό παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε. Ἡ ἄνωθεν παραίνεση ἀποδεικνύεται λιγότερο ἀποτελεσματική ἀπό τίς κάτωθεν ὑποδείξεις: καλύτερος ψυχολόγος, τό φίδι θριάμβευσε. Ὁ ἄνθρωπος, ἐξάλλου, δέν εἶχε κάτι ἐναντίον τοῦ θανάτου· γυρεύοντας νά ἰσοφαρίσει τόν Δημιουργό του στό πεδίο τῆς γνώσης, καί ὄχι νά ἐξομοιωθεῖ μαζί του μέσω τῆς ἀθανασίας, καμιά ὄρεξη δέν εἶχε νά προσεγγίσει τό δένδρο τῆς ζωῆς, τοῦ ἦταν ἀδιάφορο· κι αὐτό φάνηκε νά τό ἀντιλαμβάνεται ὁ Γιαχβέ, ἀφοῦ δέν τοῦ ἀπαγόρευσε κάν τήν πρόσβαση σέ αὐτό: ποῖος ὁ λόγος ἄλλωστε νά φοβᾶται τήν ἀθανασία ἑνός ἀδαοῦς; Τό πρᾶγμα ἄλλαξε ὅταν ὁ ἀδαής στράφηκε καί στά δυό δένδρα, ἐποφθαλμιῶντας τόσο τήν ἀθανασία ὅσο καί τή γνώση. (περισσότερα…)