Θάνος Γιαννούδης

Μίκης Θεοδωράκης – Μάνος Χατζιδάκις: Βίοι και παράλληλοι και αντίθετοι


*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #3

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις αποτέλεσαν για δεκαετίες δύο από τους συστηματικότερους διαμορφωτές και στυλοβάτες του «κανόνα» της νεότερης ελληνικής μουσικής, έχοντας αποκτήσει τόσο φανατικούς οπαδούς όσο και μαχητικούς πολεμίους. Στη συνύπαρξη, την (περιστασιακή) συμπόρευση, τις έλξεις, τις αποκλίσεις και τη διαφορά ταυτότητας και ιδιοσυγκρασίας τους χτίστηκε εν πολλοίς η νεότερη ελληνική μουσική και το λεγόμενο «έντεχνο» τραγούδι. Στο συγκεκριμένο άρθρο, έχοντας πάντα την εστίασή μας στην περίπτωση Θεοδωράκη, θα επιχειρήσουμε να επισημάνουμε τις κομβικότερες έλξεις και αποκλίσεις τους, επιχειρώντας να αιτιολογήσουμε ότι οι πορείες που οι δύο πλέον μείζονες Έλληνες συνθέτες ακολούθησαν υπήρξαν ταυτοχρόνως και ανά περιόδους της ζωής και του έργου τους ΚΑΙ παράλληλες  ΚΑΙ αντίθετες.

Βίοι παράλληλοι γιατί: Διήλθαν μαζί στα νεανικά τους χρόνια σε ορισμένες από τις κρισιμότερες περιστάσεις της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Γεννημένοι την ίδια χρονιά και οι δυο τους, σε επαρχιακές πόλεις της μεσοπολεμικής Ελλάδας (ο Μίκης, μάλιστα, έκανε στα παιδικά του χρόνια και το γύρο της, εξαιτίας των επαγγελματικών μεταθέσεων του πατέρα του), βρέθηκαν μετέπειτα στην Αθήνα και οργανώθηκαν εντός της ναζιστικής κατοχής στην αντιστασιακή (και αριστερή) ΕΠΟΝ, με το Θεοδωράκη, μάλιστα, να συμμετέχει και ενεργά στη σκληρότατη σύγκρουση των Δεκεμβριανών. Τα κοινά τους ενδιαφέροντα και οι παραπλήσιες μουσικές και πολιτικές (τότε) αναζητήσεις τους τούς έφεραν από νωρίς κοντά, ενώ ο νεαρός Χατζιδάκις προσέφερε και έμπρακτη βοήθεια στο Μίκη Θεοδωράκη κατά την περίοδο που αναζητούσε καταφύγιο εντός της Αθήνας ως αντικαθεστωτικός.

Βίοι αντίθετοι γιατί: Η πορεία τους στο κοινωνικό πεδίο πολύ σύντομα τους απομακρύνει σημαντικά, με τον καθένα τους να ακολουθεί πλέον διαφορετικούς δρόμους. Ο Μάνος Χατζιδάκις παίρνει γρήγορα αποστάσεις από την Αριστερά και την ενεργό πάλη, βρίσκοντας σταδιακά το ρόλο και τη θέση του στη μεταπολεμική αστική συνθήκη κι εστιάζοντας στο μουσικό και καλλιτεχνικό του έργο. Συν τω χρόνω, μάλιστα, θα καταστεί ένας από τους ελάχιστους μείζονες καλλιτέχνες με ανοιχτά «αστική» ιδεολογία, κρατώντας, ωστόσο, ακόμα και μέσα σ’ αυτή την κατάσταση την εσωτερική του αυτοτέλεια. Από την άλλη, ο Μίκης Θεοδωράκης θα υποστεί ολόκληρο το μαρτύριο της αταλάντευτης αριστερής προσήλωσης, με εκτοπισμούς, φυλακίσεις, εξορίες και βασανιστήρια για σχεδόν μια δεκαετία (σε κάπως πιο ήπιο βαθμό θα υποστεί τα ίδια εκ νέου και κατά τη δικτατορία της 21ης Απριλίου), καθιστάμενος προοδευτικά ένα σύμβολο του διαρκούς και αέναου αγώνα. Συν τω χρόνω, η ενεργός ανάμειξή του με την πολιτική θα τον φέρει σε πρόσκαιρες ή μονιμότερες κοινωνικές συμμαχίες με ετερόκλητους ιδεολογικούς χώρους, σμίγοντας, μάλιστα, απροσδόκητα και σε ύστερη ηλικία ξανά για λίγο και με τον πάλαι ποτέ ιδεολογικό «σύντροφό» του, Μάνο Χατζιδάκι. (περισσότερα…)

Η μεταπολιτευτική «μουσειοποίηση» του Μίκη Θεοδωράκη

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #2

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Διαρκές παράπονο του Μίκη Θεοδωράκη (και πολλάκις επαναλαμβανόμενο, μάλιστα, στις κατά καιρούς συνεντεύξεις και τοποθετήσεις του) υπήρξε ο συστηματικός πόλεμος που –υποστήριζε πως– δεχόταν το έργο του στην ουσία του και ο αποκλεισμός της νεότερης δημιουργίας του από τον κόσμο, κάτι που οδηγούσε προοδευτικά κατά τα μεταπολιτευτικά έτη στην ολοένα και πιο προϊούσα μουσειοποίησή του. Με το δεύτερο μας άρθρο στη σειρά των μικρών κι ευσύνοπτων δοκιμίων μας που διατρέχουν την επετειακή ετούτη χρονιά, φιλοδοξούμε να ερμηνεύσουμε την προοδευτική αποριζοσπαστικοποίηση που έλαβε χώρα, ερευνώντας το πού ευθύνονται πράγματι οι μηχανισμοί της εξουσίας και οι γενικότερες κοινωνικές συνθήκες, αλλά και το πού φταίει μάλλον και ο ίδιος ο δημιουργός με τη στάση και τις επιλογές του.

Ευθύνονται οι συγκυρίες και οι μηχανισμοί γιατί: κατά την πρώιμη Μεταπολίτευση υπήρξε ομολογουμένως μια υπερέκθεση της περσόνας και του έργου του Μίκη Θεοδωράκη, με εμφανείς ροπές προς την υπερβολή. Η συσσωρευμένη οργή που εκφράστηκε με την πτώση της δικτατορίας έπειτα από χρόνια φίμωσης και καταπίεσης είχε ως συνέπεια τη δόμηση μιας τέχνης υπέρμετρα ριζοσπαστικής, με έντονα τα αντιστασιακά και τα επαναστατικά στοιχεία, ορισμένες, μάλιστα, φορές και εις βάρος εντέλει του αισθητικού αποτελέσματος. Η συνακόλουθη ελεύθερη πια κυκλοφορία της μουσικής του Θεοδωράκη, από κοινού με την επιστροφή του στην Ελλάδα με τιμές ήρωα, κίνησαν ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για εκείνον (που οι εταιρείες εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο) κι είχαν, συνεπώς, ως αποτέλεσμα μια μαζικότατη παραγωγή δίσκων (παλαιότερων κύκλων που επανακυκλοφόρησαν, έργων του καιρού της επταετίας, καθώς και νέων κύκλων τραγουδιών με εμφανέστατο το επικαιρικό και εφήμερο στοιχείο). Ωστόσο, η εκτεταμένη υπερέκθεση μιας περσόνας ούτως ή άλλως πληθωρικής και η εκμετάλλευσή της από τη δισκογραφική βιομηχανία έφερε μάλλον γρήγορα έναν εμφανή κορεσμό, γεγονός που μακροπρόθεσμα λειτούργησε εις βάρος των υπόλοιπων τμημάτων του μουσικού του έργου.

Φταίει και ο ίδιος ο Μίκης γιατί: επέμεινε πολύ έκτοτε στην δόμηση ταυτότητας κατά την περίοδο του αντιδικτατορικού αγώνα στην Ελλάδα, ενώ ενίσχυσε, παράλληλα, τη λογική του «συνθέτη του Ζορμπά» ως ενός ελληνικού εξαγώγιμου πολιτισμικού προϊόντος στο εξωτερικό. Η έλευση της Μεταπολίτευσης πράγματι τον εντάσσει αυτομάτως στους δικαιωμένους «ήρωες» και αγωνιστές της περιόδου, με τον ίδιο έκτοτε να μην μπορεί (και να μην επιθυμεί) να αποκρούσει αυτή του την ταυτότητα, επιμένοντας σε κάθε συγκυρία σ’ εκείνη κι έχοντας διαρκείς τις αναφορές του σε ένα εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κοσμοείδωλο που απείχε, ωστόσο, χρονικά ολοένα και περισσότερο από την άμεση και απτή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, η δημοφιλία του «Ζορμπά» στο εξωτερικό (κατά βάση στη Δύση, μιας και ο τότε κομμουνιστικός κόσμος έδωσε περισσότερη βάση στο συμφωνικό του έργο) υπήρξε ένα γεγονός πάνω στο οποίο και ο ίδιος πάτησε, με σειρά συναυλιών και δίσκων, καθώς και με την παρουσίαση ενός σχετικού μπαλέτου, διαμορφώνοντας μια ωραιοποιημένη τουριστική απεικόνιση της Ελλάδας και του ίδιου ως του ντε φάκτο «ανέφελου» μουσικού της πρέσβη και εκπροσώπου. (περισσότερα…)

Μαύρος θάνατος

*

στον Κώστα Κουτσουρέλη,
«ταριχευτή» της Ευρώπης
«Εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη»
ΑΡ. ΡΕΜΠΩ (μτφρ. Αλ. Μπάρας)

Ευρώπη μου, προσέρχομαι σιγά,
τον άταφο νεκρό μη μαγαρίσω.
Περάσαν οι χρονιές που ένα σου «ja»
αρκούσε τους καιρούς ν’ αναρριγά
– του Τρίτου Κόσμου πια κρατάς το ίσο.

Ευρώπη μου, πανούκλα δολερή
μου λεν πως έχει επάνω σου ενσκήψει
και κάθε σου αξία σταθερή,
στο φόβο μη σου σβήσει το κερί,
ξηλώνεται χωρίς καμία τύψη.

Ευρώπη μου, βαρκάδα στο κενό,
πώς χάνεσαι πνιγμένη στην πανώλη!
Κι ας πρόστρεξαν κοντά σου με κανό,
αντίκρυσαν τον βασιλιά γυμνό
– δε θα σ’ το πουν, αλλά το ξέρουν όλοι. (περισσότερα…)

Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Τι προσδοκούμε και τι (μάλλον) θα δούμε

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #1

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ου αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Εκκινούμε την παρούσα και επετειακή σειρά άρθρων εισαγωγικά, κάνοντας μια γενική επισκόπηση της εικόνας που έχει η σημερινή Ελλάδα για το Μίκη Θεοδωράκη και το έργο του, σε αντιδιαστολή με τις ευρύτερες στοχεύσεις του δημιουργού. Επιδιώκουμε, έτσι, να σκιαγραφήσουμε ενδεχομένως (και) το πώς θα έμοιαζε ένα ιδεατό «Έτος Θεοδωράκη», κόντρα στο μανιερισμό που κατά πάσα πιθανότητα αναμένεται να κυριαρχήσει εκ νέου και τη φετινή «εορταστική» χρονιά.

Τι προσδοκούμε: Να φτάσει, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από τη γέννησή του, το σύνολο του έργου του Μίκη Θεοδωράκη σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου, κατά βάση, μάλιστα, στην ελληνική επαρχία. Η περιπλάνηση του νεαρού Θεοδωράκη σε πόλεις της περιφέρειας σε όλη τη διάρκεια της νιότης και της διαμόρφωσής του, καθώς και τα χρόνια που πέρασε εκ νέου εκτός Αθηνών ως εξόριστος κι εκτοπισμένος αξίζουν να καταστούν οδοδείκτης ώστε ο κάθε επιμέρους τόπος να τον τιμήσει, ερευνώντας αφενός το ξεχωριστό αποτύπωμα που η κάθε τοπική κουλτούρα άφησε στο έργο και τη φυσιογνωμία του κι αφετέρου τις συνάφειες και τις αποκλίσεις του με άλλα καλλιτεχνικά παραδείγματα. Ταυτόχρονα, τα χρόνια που ο συνθέτης πέρασε στο εξωτερικό μπορούν να αποτελέσουν το έναυσμα για διεθνείς συνεργασίες, δομώντας μια σειρά εκδηλώσεων, συνεδρίων, ομιλιών και συναυλιών εφάμιλλων ενός σύγχρονου «Οδυσσέα», όσο το δυνατόν πιο απομακρυσμένων από την τυποποίηση. (περισσότερα…)

Louisa May Alcott, Η μεταμόρφωση

*

Ω θάνατε, παράξενή σου η ώρα
π’ αρπάζεις της ζωής μας τα χρυσά
κι η θεϊκή σου τέχνη που εμφυσά
γεμίζει τους θνητούς μ’ αιώνια δώρα!

Στο βάρος των ογδόντα της και κάτι
την είδαμε να γέρνει σταδιακά
απ’ τη ζωή που ξέρει να νικά
σε μι’ άβυσσο, παράδεισους γεμάτη.

Μα, ξάφνου, στης καρδιάς μας τη σπατάλη,
σαν κάποιο θαύμα να ’γινε ευθύς
κι εκεί που είχαμε μείνει κατηφείς,
ξεπήδησε μπροστά μας νέα πάλι. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #6 Μάνος Ελευθερίου

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
1938 – 2018

-> Από πού να ξεκινήσω;

Η κυριότερη ιδιότητα από τις πολλαπλές που έφερε ο Μάνος Ελευθερίου (ποιητής, πεζογράφος, ερευνητής, συλλέκτης, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός κ.ά.) και σίγουρα εκείνη που τον ανέδειξε ως μείζονα δημιουργό αφήνοντας το όνομά του στην ιστορία του νεότερου μας πολιτισμού υπήρξε σαφέστατα η στιχουργική. Από το τεράστιο, τώρα, σε όγκο στιχουργικό του έργο, κρίνουμε πως το καλύτερο δυνατό σημείο αφετηρίας αποτελούν τόσο οι κύκλοι τραγουδιών όσο και αρκετά από τα μεμονωμένα τραγούδια του που κυκλοφόρησαν κατά τη δεκαετία του 1970 (Άγιος Φεβρουάριος, Τα λαϊκά, Θητεία, Τροπάρια για φονιάδες, συμμετοχή σε δίσκους όπως οι: Σεργιάνι στον κόσμο, Γράμματα στον Μακρυγιάννη, Μικρές Πολιτείες κ.α.). Εδώ συναντούμε τη στιχουργική φωνή του Ελευθερίου έτοιμη και ώριμη να διαλέγεται με τα πλέον ιστορικά και κομβικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής Ιστορίας (Δικτατορία, μετεμφυλιακή Ελλάδα, Μικρασιατική Καταστροφή, Επανάσταση του 1821), ανιχνεύοντας το αποτύπωμα και τις συνέπειές τους τόσο στο σώμα του λαού ως σύνολο όσο και στο κάθε άτομο ξεχωριστά ως μονάδα. Ο αναγνώστης / ακροατής θα αναγνωρίσει ορισμένα από τα διασημότερα τραγούδια του στιχουργού που ντύνουν έκτοτε παλλαϊκές συναυλίες και σχολικές επετείους, ενώ, παράλληλα, θα εξοικειωθεί με ορισμένες από τις βασικές θεματικές του κοινωνικού και πολιτικού τμήματος της προσωπικής του γραφής, διαμορφώνοντας μια αρκετά αντιπροσωπευτική πρώτη εικόνα της συνολικής του παρουσίας. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #5 Διονύσης Καψάλης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
1952 –

-> Από πού να ξεκινήσω;

Η κομβικότερη και αισθητικά ανώτερη περίοδος της κατ’ εξοχήν ποιητικής δημιουργίας του (ως τώρα) έργου του Διονύση Καψάλη είναι αναμφίβολα εκείνη που εκτείνεται από τις αρχές του 1990 μέχρι και τα μέσα της επόμενης δεκαετίας και αποτυπώνεται σε συλλογές όπως οι: Υπό Κλίμακα, Αισθηματική Αγωγή, Μέρες Αργίας, Μπαλάντες και περιστάσεις, Από λεπτότατη οδύνη. Εδώ ο Καψάλης, ηλικιακά κατασταλαγμένος και τελεσίδικα πια έμμετρος, έχει γίνει κύριος των εκφραστικών του μέσων και ανανεώνει τολμηρά την παραδοσιακή και κανονική φόρμα, μεταχειριζόμενος σονέτα, μπαλάντες, τερτσίνες, δίστιχα, στίχους για τραγούδια, αλλά και πειραματιζόμενος με πιο πολύστιχες μορφές, δομώντας, έτσι, μια λυρική φωνή αυθύπαρκτη και άκρως αναγνωρίσιμη και θέτοντας, παράλληλα, καίρια τα θεμέλια του άτυπου ρεύματος της νεότερης (ή «νεοφορμαλιστικής») έμμετρης ποίησης. Στη συνδυαστική ανάγνωση των έργων της συγκεκριμένης περιόδου, ο αναγνώστης θα συναντήσει τους πλέον διάσημους στίχους του ποιητή που έχουν μελοποιηθεί από συνθέτες της ροκ και του έντεχνου, ενώ θα μπορέσει, παράλληλα, να παρακολουθήσει τη συνομιλία του Καψάλη με μεγάλες ποιητικές φωνές του παρελθόντος, αλλά και το άπλωμα της γραφής του σε ένα ευρύ φάσμα θεματικών, εκτεινόμενο από τους απλούς ερωτικούς και προσωπικούς καημούς μέχρι και τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία, τον κοινωνικό σχολιασμό και τη μεταφυσική ενδοσκόπηση. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι σύγχρονοι έμμετροι ποιητές τον ελεύθερο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Σε πρόσφατο άρθρο μου στο Νέο Πλανόδιον (μπορείτε να το διαβάσετε εδώ), προσπάθησα να καταγράψω τις βασικότερες στάσεις, υποκατηγορίες και αντιδράσεις των σημερινών ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών έναντι της σύγχρονης έμμετρης ποίησης. Ορισμένα απαντητικά σχόλια κινήθηκαν (ελπίζω καλόπιστα) προς την κατεύθυνση της ενδεχόμενης μονομέρειας μιας τέτοιας προσέγγισης, μιας και δεν συμπεριλαμβάνει την ακριβώς αντίθετη πλευρά, εκείνη, δηλαδή, της οπτικής των έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στον λεγόμενο «ελεύθερο στίχο». Παρόλο που πιστεύω πως κάποιος/-α ελευθερόστιχος ποιητής/-τρια θα ήταν καταλληλότερος/-η σε σχέση με εμένα για να τοποθετηθεί γι’ αυτό το ζήτημα, μιας και θα αποτελούσε τον ντε φάκτο δέκτη μιας τέτοιας οπτικής και συμπεριφοράς, παίρνω, εντούτοις, την πρωτοβουλία της συμπλήρωσης του προηγούμενου άρθρου, ελπίζοντας ειλικρινά σε διορθώσεις, ανταπαντήσεις και στην εξακολούθηση ενός (σε κάθε περίπτωση ανοιχτού και ειλικρινούς) διαλόγου.

Βγάζοντας τον εαυτό μας και τις (δεδομένες) θέσεις και αγκυλώσεις μας από το πεδίο, υποθέτωντας για τις ανάγκες του ερωτήματός μας ότι υφίσταται ένα σαφώς οριοθετημένο δίπολο (κάτι που εν μέρει αμφισβητείται) κι επιδιώκοντας μια συνολικότερη εποπτεία του επιστητού, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες στάσεις των σύγχρονων έμμετρων ποιητών και ποιητριών απέναντι στην ελευθερόστιχη παραγωγή:

->Η οπτική της πλήρους άρνησης: Όπως συμβαίνει και στην αντίστροφη περίπτωση που είχαμε εξετάσει, μακράν η πιο «ιακωβίνικη» οπτική ενός (μικρού αλλά υπαρκτού) τμήματος του έμμετρου ποιητικού χώρου είναι εκείνη που αρνείται συλλήβδην τον ελεύθερο στίχο και τις συναφείς μ’ εκείνον ποιητικές δημιουργίες, είτε υπό το πρίσμα της (φερόμενης ως) ευκολίας, προχειρογραφίας κι ακαλαισθησίας του είτε αντιμετωπίζοντάς τον ως μια εν γένει παρέκκλιση από την αισθητική κανονικότητα. Η οπτική αυτή συνοδεύεται συχνά από την εμφανέστατη και ανοιχτή υποτίμηση των ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (συχνότατα και των μοντέρνων καλλιτεχνών εν γένει) κι οδηγείται στις πιο ακραίες της απολήξεις ακόμα και στην άρνηση αποδοχής της καλλιτεχνικής τους ιδιότητας και στη μη συμπερίληψή τους στη χορεία των πνευματικών ομοτέχνων. Κάποιες φορές η οπτική αυτή φαίνεται πως συνυπάρχει και με εν γένει συντηρητικότερες ιδεολογικές πεποιθήσεις, δίχως να είναι, πάντως, απαραίτητα ταυτόσημη μαζί τους. (περισσότερα…)

Πώς βλέπουν οι ελευθερόστιχοι ποιητές τον έμμετρο στίχο

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Στο συγκαιρινό μας χαώδες και πολυδαίδαλο ποιητικό τοπίο των διαρκών εναλλαγών και μεταβάσεων (που επιδιώκονται εν πολλοίς και προγραμματικά υπό το κράτος της αδυναμίας παροχής τόσο μιας συνεκτικής αφήγησης όσο και της συναφούς καλλιτεχνικής παραγωγής και θεωρητικής υποστήριξης που την συνέχουν) η σύγχρονη έμμετρη ποίηση, παρά τις αρκετές της εγγενείς διαφοροποιήσεις και ταλαντεύσεις, αποτελεί πιθανότατα την ευκρινέστερη ως προς την καταγραφή και την οριοθέτησή της τάση και κατηγορία. Πολλάκις, ετεροκαθοριζόμενη, θεωρείται πως αποτελεί και ένα «άκρο» του ποιητικού επιστητού, όντας ένα άτυπο terminus για τις επιμέρους διαφοροποιήσεις των ποιητικών φωνών και ρευμάτων από εκείνη, για τις τμηματικές και κατά το δοκούν δεξιώσεις της ή ακόμα και για την ολική της άρνηση. Διαπερνώντας εγκάρσια το σημερινό ελληνικό ποιητικό τοπίο, κρίνουμε πως μπορεί κανείς να καταγράψει σε ορισμένες κατηγορίες-ομπρέλα τις βασικές θέσεις των σύγχρονών μας ελευθερόστιχων ποιητών και ποιητριών (που προφανώς και δεν αποτελούν ένα σύνολο ενιαίο και αδιαίρετο) έναντι της έμμετρης ποίησης, παλεύοντας, παράλληλα, εν μέρει να τις ερμηνεύσει αλλά και να τις τοποθετήσει στα δεδομένα της εποχής μας και της ανάγκης ενδεχομένως υπέρβασής της.

->Η ανοιχτά επιθετική στάση: Η πιο ξεκάθαρη ως προς το στίγμα της, την ποιητική της πρακτική και την ιδεολογική της στόχευση κατηγορία αποτελείται από τους/τις δημιουργούς εκείνους/-νες που προγραμματικά πολεμούν κι εχθρεύονται τον έμμετρο λόγο υπό το πρίσμα του συντηρητισμού, της «παλαιοημερολογίτικης» οπισθοδρομικότητας και της εμμονής σε μια πρακτική που η ζωή και η τέχνη έχουν κατά την άποψή τους προ πολλού ξεπεράσει. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #4 Κώστας Βάρναλης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
1884-1974

-> Από πού να ξεκινήσω;

Αναμφίβολα η πλέον αντιπροσωπευτική είσοδος στον ποιητικό (κι όχι μόνο) κόσμο του Κώστα Βάρναλη θα ήταν η από κοινού ανάγνωση των ποιητικών συνθέσεων Το φως που καίει και Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Στα δύο αυτά έργα που αλληλεπιδρούν απόλυτα μεταξύ τους ο αναγνώστης θα συναντήσει έναν ποιητή ώριμο ηλικιακά, αρτιότατο μορφικά, τεχνικά κι αισθητικά και απόλυτα κατασταλαγμένο ιδεολογικά, έπειτα από τη μύησή του στις μαρξιστικές και σοσιαλιστικές ιδέες. Εδώ μπορεί κανείς να συναντήσει ποιήματα που μελοποιήθηκαν και τραγουδιούνται έκτοτε αδιάλειπτα (κυρίως από τον αριστερό ιδεολογικό χώρο), στίχους που αποκόπηκαν από τα συμφραζόμενά τους και λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά, ενώ παράλληλα θα είναι σε θέση να ανιχνεύσει βασικούς άξονες που διατρέχουν όλο το πρότερο και κατοπινό έργο του Βάρναλη: από το ενδιαφέρον για μια νέα ματιά στην αρχαιότητα και το διαρκή διάλογό του με τη μεταφυσική μέχρι το αιχμηρό συγκαιρινό κοινωνικό σχόλιο και την καυστικότατη σατιρική του φλέβα. Η μελέτη μόνο μίας εκ των δύο συλλογών αφήνει αυτή την εντύπωση μάλλον ημιτελή, έτσι προτείνουμε συνειδητά τη συνεξέτασή τους ως ενός έργου κοινού και αδιαίρετου. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #3 Γιώργος Σεφέρης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
1900-1971

-> Από πού να ξεκινήσω;

Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Γιώργος Σεφέρης αποκρυσταλλώνει ένα λόγο μοντέρνο που ανοίγει στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης τομές κομβικές και πρωτόγνωρες. Κι αυτή η μεταβολή δεν λαμβάνει χώρα τόσο με την περιβόητη (και σε κάθε περίπτωση πολύ αξιόλογη) παρθενική ποιητική συλλογή του, Στροφή, στην οποία ακόμα κυοφορείται αυτό που πάει να γεννηθεί, όσο με το Μυθιστόρημα και το Τετράδιο Γυμνασμάτων, συλλογές που αποτελούν ενδεχομένως και το αντιπροσωπευτικότερο κατώφλι στο ευρύτερο ποιητικό του σύμπαν. Εκεί ο αναγνώστης θα μπορέσει να ανιχνεύσει μοτίβα από την αρχαιότητα και τη μυθολογία αποτυπωμένα μ’ ένα λόγο καθημερινό και με μια ποιητική φωνή που μετέρχεται τη γλώσσα του μοντέρνου κόσμου, ενώ, παράλληλα, θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει το διάλογο περί του τι σημαίνει Ελλάδα και πώς μπορεί αυτή να συνομιλήσει με μια ζωή που αλλάζει πλέον στην παγκοσμιότητα σε ραγδαίο βαθμό. Από αυτά τα έργα, μάλιστα, προέρχονται και αρκετές (αν όχι οι περισσότερες) φράσεις του Σεφέρη που έχουν αποκοπεί από τα αρχικά τους συμφραζόμενα και λειτουργούν έκτοτε ως γνωμικά αυτόνομα και υπερχρονικά.

(περισσότερα…)

Στοχασμοί μετά το σεξ

*
στην Ε.

Η καύλα πέρασε· τα σώματα
που πριν ριγούσαν ψάχνω νά βρω.
Πώς μονομιάς σβήσαν τα χρώματα
κι έμεινε μόνο του το μαύρο!

Η καύλα πέρασε· ανάσκελα
η κόρη πια, κι αυτός μπρουμύτως.
Τ’ όνειρο γύρω ρίχνει φάσκελα
σ’ αυτούς που «ελύθη» λεν «ο μίτος».

Η καύλα πέρασε· κι αργότερα
καθένας εαυτόν θα ντύσει.
Αλήθεια, αξίζαν περισσότερα
απ’ τη μακρά, θλιμμένη δύση.

Η καύλα πέρασε· κατάλαβα
αυτ’ η ρουτίνα τι σημαίνει:
πληγές σε χρόνια θεοπάλαβα
με μια ψυχή σακατεμένη.

Η καύλα πέρασε· πώς κλείσαμε
σ’ ανήλιο λάκκο την ελπίδα;
Σαν ποιος βοριάς μάς σπρώχνει, ίσαμε
μπρος στη ζωή μας πούμ’ «ουκ οίδα»;

Σαν ποιος, λοιπόν, μας καταράστηκε
και τ’ ουρανού μας σβει το υφάδι;
Η καύλα πέρασε, ξεχάστηκε
– και μένει μόνο το σκοτάδι…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

*

*