ελληνική ποίηση

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |49. Πάνος Δρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ 


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Πάνος Δρακόπουλος

Drakopoylos-Evenina-Trapezia

(Πόσιμη ζωή, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2006)

Τὰ ἐβένινα τραπέζια

Σὰν βρίσκει καθεὶς τραπέζι πλατὺ
ἀπὸ ἔβενο τῆς φιλίας καὶ τοῦ ἔρωτα
τὸν ἐλέγχει ἡ ἐπιθυμία
νὰ ξεκρεμάσει ἀπὸ τὸν ἔσω γάντζο
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]τῶν χρόνων του τὸ σάκο
καὶ νὰ ἁπλώσει πάνω σὲ τοῦτο τὸ τραπέζι
τὴ μέχρι τοῦδε σοδειά του
σ’ ὅλο της τὸ εὖρος.

Ἀσυγκράτητη ἀξίνα
γίνονται ἡ εὐτυχία καὶ ἡ δυστυχία πλάι πλάι,
ποὺ ὁρμᾶ στ’ ἀνυπεράσπιστο
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]τοῦ προσώπου χῶμα
μόλις ἀργοκυλήσουν στὸ τραπέζι
κόκκοι λαμπυρίζοντες καὶ κόκκοι καμένοι.

Πάμπολλοι καὶ ἀνόμοιοι
οἱ κόκκοι,
ποὺ παχαίνουν τῶν χρόνων μας τὸ σάκο
μὰ σπάνια στὴν ἀνέστια τροχιά μας
τὰ ἐβένινα τραπέζια.

~.~

Drakopoylos-Alchemist

(Ἐλεύθερη ἀγορά, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2010)

Ὁ Ἀλχημιστής

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]«Ἡ ἀληθινὴ δύναμη τῆς μαγείας
]]]]]]]]]]βρίσκεται στὴ συμφωνία καὶ στὴν ἀσυμφωνία
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ποὺ ὑφίστανται στὸ σύμπαν.»
]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΠΛΩΤΙΝΟΣ

Ἔπειτα ἀπὸ μύριες ἀνασκαφὲς
Σὲ λαγούμια
Καὶ σὲ ἀπόκρυφα ὀρυχεῖα
Ἔπειτα ἀπὸ ἀλλόκοτες ὀσμὲς
Καὶ ξεχειλίσματα τοῦ δάσους
Σὲ στοιχειὰ καὶ σὲ ὑπόκωφες βουὲς
Ἔπειτα ἀπὸ ἀμέτρητα μακροβούτια
Σὲ φυλλωσιὲς καὶ σὲ πυκνὰ δενδρύλλια,
Ἑρπετὸ στοὺς φλογοβόλους κορμούς,
Κάστορας στὰ ἀνθισμένα κλαδιά,
Σταυραϊτὸς στὶς χιονοβολημένες βουνοκορφές,
Μελίσσι στοὺς θερινοὺς ἀγέρηδες,
Πότε λαγὸς καὶ πότε μέρμηγκας
Στὸ κρύο κι ἀφιλόξενο γρασίδι

Ἐκεῖ

Στὸ μικρό του ἐργαστήρι
Μὲς στὶς στοῖβες ἀπὸ τὰ ἐργαλεῖα
Καὶ τὶς πολύχρωμες φιάλες
Μὲς στὶς ντουζίνες ἀπ’ τὰ ὀργανωμένα του βιβλία
Καὶ τὰ πεταμένα ὁλοῦθε
―στὰ παράθυρα, στὸ πάτωμα, στὶς ὀροφές―
Μελανιασμένα σοφὰ χειρόγραφά του,
Ὁ ἀλχημιστὴς
]]]]]]πέθανε
]]]]]]]]]]]]κατάμονος
]]]]]]]]]]]]]]]]]φτωχὸς
καὶ βαθύτατα γερασμένος.

~.~

Ὁ Συμβολαιογράφος

Ὁ συμβολαιογράφος ἀπεφάνθη:
«Ὁ βίος δὲν κλείνει οὔτε μὲ ἄνω
οὔτε μὲ κάτω τελεία
».

Σοβαρός, καλοντυμένος, σχεδὸν πάνσοφος
τσιμπώντας μὲ τὸ βλέμμα του κάθε ἀνταύγεια
τῶν ματιῶν μου,
φράζοντας μὲ τὶς λέξεις του
ὅση ἐπιτάχυνση μπορεῖ νὰ γράψει
τὸ στροφόμετρο τῶν σκέψεών μου,
ἀπεφάνθη:
«Ὁ βίος δὲν κλείνει οὔτε μὲ ἄνω
οὔτε μὲ κάτω τελεία
».

Πανοῦργος. Αὐταρχικός. Σχεδὸν ἀξιοθαύμαστος.
Φέρνει τὰ ματογυάλια του στὸ ἀρχικό τους ὕψος
καὶ μὲ καρφώνει:
«Ἀπορεῖς πῶς τὸ ξέρω;
Γιὰ Θεὸς περνιέμαι
ἢ γιὰ κτῆνος;
Μάθε το λοιπόν…

Τὰ θεῖα μοῦ εἶναι περιττά.
Ἐγὼ στὸ ἄγνωστο ἀλητεύω,
Ὅπως μὲ βλέπεις.
Σοβαρός, ὅπως ἴσως θά ‘λεγες,
καλοντυμένος. Σχεδὸν πάνσοφος.
Καὶ ἐφόσον ἐδῶ στὸ ἄγνωστο
διατηρῶ τὸ προσωπικό μου νοικοκυριό,
σὰν ἱεροφάντης ἀλλοτινὸς
σοῦ τὸ κάνω μεμιᾶς φανερό:
Ὁ βίος δὲν κλείνει οὔτε μὲ ἄνω
οὔτε μὲ κάτω τελεία.

Τὸ ἔχω δεῖ.
Ξανὰ καὶ ξανά.
Τὸ βλέπω πάντα.
Ὁ βίος κλείνει μὲ ἀποσιωπητικά.
Σὰν ἀτελὴς φρασούλα
ἢ σὰν ἀργόσυρτη στριγκλιὰ
ἢ ἐὰν τὸ προτιμᾶς
―τὸ ἐπάγγελμά μου σ’ τὸ βεβαιώνει πρῶτο ἀπ’ ὅλα―
σὰν μιὰ ἀπόφαση ποὺ μονίμως ἐκκρεμεῖ.

Γιατί, φίλε μου,
ἂν ὄχι ἀδερφέ μου,
τὸ τέλος ἐνέχει πάντοτε μιὰ ἐκκρεμότητα.
Τὸ τέλος ἐνέχει τὰ πάντα.
Τὸ τέλος…
»

~.~

Drakopoylos-Perasma

(Πέρασμα. Ποίημα σὲ 7 κινήσεις, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

VI.
Ἐνύπνιο

Εἶχαν, δὲν εἶχαν ροδίσει
]]]]]]]]]μιὰ χούφτα χειμῶνες
ἀπὸ κείνη τὴ ζωοδότρα βουτιὰ
στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη,
ὅταν ἦρθε καὶ στάθηκε στὸν ὕπνο του
ξανὰ καὶ ξανὰ
ἡ ἴδια ἀπόκοσμη εἰκόνα:

Ἡ πέτρα ἑνὸς τάφου
]]]]]πού ― ἔτσι ἀνυπάκουη
]]]]]]]]στὸ σθένος μιᾶςλεγεώνας βετεράνων
]]]]]πού ― ἔτσι ἀδιάφορη
]]]]]]]]καὶ σκληρὴ σὲ θρήνους καὶ οὐρλιαχτὰ
]]]]]]]]σὲ μύριες περὶ τοῦ χαμοῦ ἐκκλήσεις
]]]]]πού ― ἔτσι ριγμένη μπρούμυτα
στὸ χεῖλος τοῦ θανάτου
τίποτα δὲν τὴν ἔκανε παραπέρα
τίποτα δὲν τὴν ἔκανε κουμάντο.

Τὸν ξύπνησαν
μὲ τὴ βιασύνη τοῦ νέου.

«Ὁ Λάζαρος
]]]]]]]]]]ἀπροειδοποίητα
]]]]]]]]]]νεκρός!»


Ὁ Πάνος Δρακόπουλος γεννήθηκε στὸν Πειραιᾶ τὸ 1975. Πεδία τῶν σπουδῶν του εἶναι: παιδεία, φιλοσοφία, μουσική. Διδάσκει στὴν πρωτοβάθμια ἐκπαίδευση. Εἶναι μέλος τῆς συντακτικῆς ὁμάδας τοῦ περιοδικοῦ Νησίδες. Ἔχει ἐκδώσεις τὶς ποιητικὲς συλλογές  Πόσιμη ζωή (2006), Ἐλεύθερη ἀγορά (2010), 49+1 βότσαλα (2012), Πέρασμα. Ποίημα σὲ 7 κινήσεις (2015) καὶ Ἕνας Κομήτης Μαγικός (2018).

Καίτη Παυλή, Τα φτερά σου δόθηκαν για να πετάς

Σε μάγεψε η μεταξωτή κλωστή
Το σιγανό τραγούδισμα σειρήνας
Η πολυγωνική κατασκευή
Και πήγες προς τα ‘κει με φόρα.
 
Τώρα αγωνίζεσαι χτυπώντας τα φτερά
Τον πολυπλόκαμο ιστό να σκίσεις
Δεν είδες την πλεκτάνη απ’ την αρχή
Πως ήταν ο παράδεισος ενέδρα.
 
Δραπέτευσε λοιπόν όσο είναι καιρός
Πριν το μετάξι της γίνει ατσάλι
Θηλιά και βρόγχος στο σώμα το λεπτό
Κι αθόρυβα η αράχνη σε ρουφήξει.
 
Τα φτερά σου δόθηκαν για να πετάς
Ανήσυχη μικρή μου πεταλούδα
Κάνε λοιπόν ρωγμή όπως μπορείς
Κι ας είναι τόσο εφήμερη η ζωή σου
 
Η αράχνη πια δε θα νοιαστεί γι’ αυτό
Γρήγορα με επιδέξιες κινήσεις
Προσεχτικά θα κλείσει τη ρωγμή
Προσμένοντας το επόμενό της θύμα.
 
ΚΑΙΤΗ ΠΑΥΛΗ

Γιώργος Χριστοδουλίδης: ένας κοινωνικός και υπαρξιακός ποιητής. Σχόλια στη συλλογή «Μυστικοί άνθρωποι» (Κύμα, 2019).

 του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

57cd0e5d-8d51-473c-90ab-4ec0169a4f0aΜε την έβδομη, πιο πρόσφατη, αλλά σημαντικότερη και ωριμότερη, κατά την άποψή μου, ποιητική συλλογή Μυστικοί άνθρωποι (Κύμα, 2019), ο ποιητής και δημοσιογράφος στο επάγγελμα Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί μεν τις κατακτήσεις της προηγούμενής του διαδρομής, αλλά δεν επαναπαύεται ούτε εφησυχάζει. Αντίθετα επιχειρεί και επιτυγχάνει ξεκάθαρα ένα εκφραστικό άλμα  -ιδιαίτερα στα μεγαλύτερα σε έκταση ποιήματα της ανά χείρας συλλογής που αποτελούν χωρίς καμμιά αμφιβολία ποιητική κατάκτηση- δίνοντας πάντα ποίηση δροσερή, ευφάνταστη, πρωτότυπη, διαποτισμένη από γνήσιο ποιητικό αίσθημα και ανατρεπτικό βλέμμα. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος που τεκμηριώνει την κομβική θέση της παρούσας συλλογής στο σύνολο της ανοδικής του ποιητικής διαδρομής είναι ότι, ενώ στα προηγούμενά του βιβλία και ειδικότερα στο προηγούμενο Πληγείσες περιοχές τα κυρίαρχα θέματα της ποίησής του (π.χ. έρωτας, ποίηση, εισβολή-κατοχή, παιδική ηλικία, φθορά-θάνατος, κοινωνικός προβληματισμός, υπαρξιακή αναζήτηση κ.ά.) συνυπάρχουν ισότιμα, τώρα όλα τα επιμέρους, οικεία θέματα ενορχηστρώνονται και υποτάσσονται σε δύο δεσπόζουσες θεματικές: τον κοινωνικό και τον υπαρξιακό προβληματισμό· γεγονός που μας επιτρέπει πλέον με ασφάλεια να τον χαρακτηρίσουμε ως κοινωνικό και υπαρξιακό ποιητή.

Τρίτο σημαντικό στοιχείο που αποδεικνύει την ποιητική εγρήγορση και τη συνεχή μέριμνα του Χριστοδουλίδη για πειραματισμό και συνεχή ανανέωση είναι η πιο έντονη και ώριμη πια παρουσία του εξωλογικού στοιχείου στην ποίησή του, το οποίο εντοπίζεται με σαφήνεια για πρώτη φορά στην προηγούμενή του συλλογή.[1] Το σαγηνευτικό εξωλογικό στοιχείο στην ποίηση του Χριστοδουλίδη δεν αφορμάται από μια θεωρητική ή μια επιπόλαια μιμητική στάση, αλλά εκκινεί από μια καίρια βιωματική παρατήρηση, η οποία σταδιακά σχηματοποιείται σε βαθιά πεποίθηση ότι το χάος και το παράλογο βρίσκονται παντού, ότι η λογική και ο ορθολογισμός, δηλαδή, δεν δύνανται να εξηγήσουν ικανοποιητικά τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το στοιχείο αυτό σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και επαναδημιουργίας του κόσμου, με τις ελευθερίες και τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει η ποιητική φαντασία.[2] Το εξωλογικό στοιχείο συνδέεται, επίσης, έντονα με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του ποιητή και αποτελεί στήριγμα στην προσπάθειά του να συγκολλήσει τα θραύσματα μιας πάσχουσας συνείδησης, λειτουργώντας έτσι ως στοιχείο παράπλευρο και συμπληρωματικό προς τον κατακτημένο ρεαλισμό του.[3] Παράλληλα, συνυφαίνεται και με τον έντονο κοινωνικό προβληματισμό του ποιητή, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα σύνθετο ποιητικό σύμπαν με αλλεπάλληλες εικόνες και πολλαπλές αντιθέσεις, το οποίο εντείνει την πολυσημία και ενισχύει την προσπάθεια του να εισχωρήσει στα μύχια της ύπαρξης.[4] Η εισβολή, με άλλα λόγια του εξωλογικού στοιχείου στην ανά χείρας συλλογή τροφοδοτεί με ποιητικό οξυγόνο τις κυρίαρχες θεματικές του βιβλίου προσδίδοντας μιαν ευφάνταστη εκφραστικότητα στην ποίησή του.

Πιο συγκεκριμένα η συλλογή αποτελείται από 49 μικρά, αλλά και μεγάλα σε έκταση ποιήματα τα οποία εκκινούν από την καθημερινότητα, τροφοδοτούνται από τις οικείες και ταπεινές όψεις της, για να αναχθούν όμως πάντα στο επίπεδο της υπαρξιακής ή ποιητικής εμπειρίας, εκεί όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης. Όπως αποδεικνύει η ανάγνωση του συνόλου του έργου του Χριστοδουλίδη, ο ποιητής γράφει τους ισχυρότερους του στίχους όταν εκκινεί από τα προσωπικά του βιώματα και γίνεται εξομολογητικός. Συνήθως σε μια τέτοια εκκίνηση, το εγώ φτάνει πολύ μακρύτερα από το σημείο που όριζε η αφετηρία του και συναντά το εμείς. Τα περισσότερα από τα ποιήματα της συλλογής καταδεικνύουν με σαφήνεια μια δραματική και, ας το καταθέσω προκαταβολικά, ποιητικά δραστική στροφή του ποιητικού υποκειμένου προς τον εσώτερο βιωματικό του πυρήνα, εκεί όπου μονίμως αναθρώσκουν μνήμες ζωογονητικές (π.χ. ερωτικές, παιδικές), αλλά και πολλές λύπες, ματαιώσεις, διαψεύσεις και οδυνηρές διαπιστώσεις. Συγκλίνουν, με άλλα λόγια, προς ένα ζεύγμα αποσταγμένης πείρας ζωής, πικρίας για τις συντελεσμένες απώλειες και καρτερικού φόβου για τα επικείμενα.

Στα κοινωνικά και βιωματικά ποιήματα της συλλογής ο Χριστοδουλίδης φαίνεται να αρνείται τον ρόλο του απομονωμένου ποιητή, δεν ικανοποιείται με τον ρόλο του θεατή σε μια τραγωδία, αλλά στρέφει το βλέμμα του στα σκοτεινά κελιά των ατομικών δραμάτων της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και στα στενά σοκάκια της περιθωριοποιημένης κοινωνίας, διεκδικώντας έναν ενεργό ρόλο για την ποίηση που να συνδέει το αισθητικό αποτέλεσμα με τον κοινωνικό βίο. Αναζητά, με άλλα λόγια, την υπερβατική δύναμη της ποίησης μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο που τη γεννά, είτε μιλά για τις ασχήμιες και τα βάσανα, είτε για τις χαρές της ζωής. Η ποίηση, επομένως, για τον Χριστοδουλίδη δεν είναι απλώς ένα καταφύγιο, αλλά μία μαχητική τέχνη που βιώνει τα δικά της πάθη μαζί με τους ανθρώπους. Παράλληλα ο ευαίσθητος ψυχισμός του, με την ειδική υφή της ενηλικίωσής του, μεταφέρει στο παρόν έργο έναν υπόγειο θρήνο· την ίδια την εύθραυστη υφή της υπαρκτικότητας που διαρκώς συνδιαλέγεται με το αναπόφευκτο όριο του θανάτου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο την υπαρξιακή δύναμη και το βάθος του.

Θρύμματα

Εκείνη τη στιγμή
που το φλιτζάνι πέφτει στο πάτωμα
και θρυμματίζεται σε εκατό κομμάτια
καταλαβαίνεις τη σημασία της ακεραιότητας
ότι αυτό που λέμε ακέραιο
είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει
αυτό που δεν αφήνεται να πέσει
και να γίνει εκατό κομμάτια
αλλά επιμένει να συγκρατεί
ό,τι το αποτελεί
αποφασισμένο να μην δείξει
ότι είναι τόσο εύθραυστο
όσο ένα φλιτζάνι·
ότι είναι ακριβώς αυτό:
εκατό κομμάτια που κρατιούνται γερά
μεταξύ τους για να δείχνουν ένα. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |47. Ανδρέας Γεωργαλλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ 


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἀνδρέας Γεωργαλλίδης

How-can-colours-help-you-in-your-everyday-life

(Παγωμένο κενὸ στοὺς  516°C, Λευκωσία, 2001)

Γιατί ἐμμένω

Κλειδώθηκα ἔτσι,
γιατὶ πίστεψα πὼς
τὰ κλειδιὰ εἶναι ἀχρείαστα
σὲ πόρτες ποὺ μᾶς βλέπουν.
Τὰ ἀντικλείδια
δὲν ἔλαβα ὑπόψιν
καὶ νά ποὺ βρέθηκα κλειδωμένος
χωρὶς κλειδιὰ καὶ ἀντικλείδια.

~.~

thalassa

(Κλειδωμένες θάλασσες, Λευκωσία, 2003)

Μεγάλες ἀποστάσεις

Κενοφωτεῖ τὸ φεγγάρι
καὶ οἱ οὐρανοί μου ξεχασμένοι
ἀποσιωποῦνται στὸ χῶρο τοῦ ἤχου.
Οἱ φωνὲς τῶν πουλιῶν
δηλώνουν τὴν ἀντάμωση
καὶ τὸ θρόισμα τῶν φύλλων
ἀκυρώνει τὶς μεγάλες ἀποστάσεις.
Ἀναδιπλώνομαι ἀμφιρροπα καὶ ἀκλονῶ ἄκαιρα
χωρὶς νὰ λογαριάω τὸν ἐξανεμισμὸ τοῦ χρόνου.
Ὅσο τὸ θρόισμα τῶν φύλλων
δὲν κάνει φασαρία,
ἐγὼ θὰ τὸ ἀκούω.

~.~

61u3qLEqMBL._SR500,500_

(Χρώματα ἀπέναντι, Ἀθήνα, Ἴαμβος, 2007)

Σολίστ

Κανεὶς δὲν πῆγε στὸ κονσέρτο.
Μὰ ὁ σολὶστ ἔπαιξε
ὡσὰν νὰ ἤτανε παροῦσες δυὸ ἀνθρωπότητες
Τὸ χειροκρότημα ἀκούστηκε, ἀκούγεται ἀκόμα.
Οἱ ἀποστάτες τοῦ ἤχου αὐτοῦ
πολὺ θὰ ἤθελα νὰ ἤτανε παρόντες
Κανεὶς δὲν πῆγε στὸ κονσέρτο.
Μὰ ὁ σολὶστ ἔπαιξε


Ὁ Ἀνδρέας Γεωργαλλίδης γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τὸ 1975. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Ἱστορία καὶ Ἀρχαιολογία καὶ Φιλοσοφία στὸ Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς Φιλοσοφίας στὴ Σορβόννη καὶ ἀναγορεύθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφία ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Σάσσεξ στὸ Ἡνωμένο Βασίλειο. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἀντικείμενες Ἡμιευθεῖες (1998), Παγωμένο κενὸ στοὺς  516°C (2001), Κλειδωμένες Θάλασσες (2003), Ὅταν βυθίζεται τὸ πιάνο (2004), Χρώματα ἀπέναντι (2007), Τὸ Πιάνο Κόπασε (2011) καὶ Ἐλάχιστα περισσότερο ἀδειο (2018).

 

 

Κωστής Παλαμάς: ο επιταχυντής του μοντερνισμού

του ΧΑΡΗ ΨΑΡΡΑ

260px-Palamas_10_years_oldΗ κριτική τοποθετεί τον Παλαμά στον χώρο της παραδοσιακής ποίησης.  Η κρίση αυτή είναι σωστή. Αν όμως δεν συνοδεύεται από διευκρινίσεις, μπορεί να οδηγήσει σε επισφαλείς εντυπώσεις για τη σχέση της ποίησής του με τον μοντερνισμό, τότε και τώρα. Μια τέτοια εντύπωση είναι η γνώμη πως η πρώτη σημαντική αναμέτρηση της ελληνικής ποίησης με τα αισθητικά αδιέξοδα που κυοφόρησαν τον μοντερνισμό δεν έγινε από τον Παλαμά, αλλά από τον Σεφέρη, τον Παπατσώνη ή τον Καρυωτάκη. Μια άλλη είναι η άποψη ότι ο Καβάφης άσκησε μεγαλύτερη επίδραση στα πρώτα βήματα του ελληνικού μοντερνισμού απ’ ό,τι ο Παλαμάς. Μια τρίτη είναι η ιδέα πως ο Παλαμάς μπορεί να ασκήσει θετική επίδραση σε σημερινούς ποιητές μόνο χάρη σε ορισμένα χαμηλόφωνα ή κατεξοχήν λυρικά ποιήματά του.

Οι εντυπώσεις αυτές οφείλονται, ίσως, στο γεγονός ότι ο Παλαμάς αφομοίωσε στο έργο του τόσο ετερόκλητες επιδράσεις ώστε διατρέχοντάς το είναι πιθανό να παραβλέψει κανείς πως ανάμεσά τους εντοπίζεται και η επίδραση ρευμάτων από τη μακρά πορεία ανανέωσης της ευρωπαϊκής ποίησης που κορυφώνεται με τον μοντερνισμό. Ακόμη, φαίνεται πως η αναδίπλωση του Παλαμά, στις δυο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του, απέναντι στη στιχουργική ανανέωση και οι ενίοτε οπισθοδρομικές επικρίσεις του για τον ελεύθερο στίχο δεν ευνόησαν την ανάδειξη της σημαντικής κατά τα άλλα συμβολής του στην καλλιέργεια της στιχουργικής άνθησης που διευκόλυνε τη δυναμική εμφάνιση του μοντερνισμού στα ελληνικά γράμματα. Εξάλλου, το γεγονός ότι τα ελαττώματα αρκετών από τα δεύτερης τάξης ποιήματά του οφείλονται σ’ εκείνες ακριβώς τις αδυναμίες του τρέχοντος τότε ποιητικού ιδιώματος από τις οποίες στόχευαν να απαλλάξουν την ποίηση οι μοντερνιστές (πληθωρισμένη αισθησιακή γλώσσα, προβλέψιμες ομοιοκαταληξίες, μονοσήμαντο νόημα) πιθανότατα ενέτεινε τη σε βάθος χρόνου αγνόηση της ανανεωτικής διάστασης της ποίησής του.

Για το γεγονός πάντως ότι η αγνόηση αυτή όχι μόνο δεν στάθηκε παροδική, αλλά παγιώθηκε και, μάλιστα, οδήγησε στη δημοφιλή σήμερα άποψη ότι ο Παλαμάς, είναι ένας κατεξοχήν παραδοσιακός, και κατ’ επέκταση ξεπερασμένος, ποιητής υποθέτω πως δεν είναι άμοιρη ευθυνών η αστοχία μιας διαδεδομένης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αντίληψης για τον μοντερνισμό στην ποίηση. Προκειμένου να αξιολογήσει κανείς τον βαθμό στον οποίο η αντίληψη αυτή ευθύνεται για την παραμέληση του εκσυγχρονιστικού στίγματος του Παλαμά, πρέπει πρώτα να γίνει αντιληπτή η αστοχία της.

Η αστοχία εντοπίζεται στην πεποίθηση ότι ο μοντερνισμός εκφράστηκε και συνεχίζει να εκφράζεται αποκλειστικά ή έστω δραστικότερα με ποιήματα γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, όπου ελεύθερος στίχος σημαίνει στίχος σκόπιμα γραμμένος ερήμην έστω και στοιχειώδους μετρικής λείανσης, στίχος που αναπαράγει όσο δυνατόν πιστότερα την προσωδία της φυσικής ομιλίας και επιτρέπει αποκλίσεις από αυτήν (δηλαδή, απρόσμενους τονισμούς ή παύσεις) μόνο όταν αυτές υπαγορεύονται από την πρόθεση του ποιητή να δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε μια από τις παραμέτρους του νοήματος του στίχου, π.χ. σε μια λέξη, μια παράσταση ή μια ιδέα.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τους λόγους για τους οποίους η αποδοχή αυτής της θεώρησης του ελεύθερου στίχου αδυνατεί να αναδείξει την ποιητική δυναμική του και τον οδηγεί σε ποιοτική υποβάθμιση. Αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω δεν είναι η εν λόγω ατυχής προσέγγιση του ελεύθερου στίχου, αλλά η αστοχία της συναφούς με αυτήν αντίληψης για τον μοντερνισμό. Παρατηρώντας εδώ πως η αντίληψη αυτή αστοχεί δεν εννοώ ότι ενθαρρύνει την παραγωγή μέτριων ή και προβληματικών νεωτερικών ποιημάτων (συμβαίνει, βέβαια, και αυτό), αλλά ότι αδυνατεί να συλλάβει ορισμένα αποφασιστικής σημασίας αισθητικά αιτήματα του μοντερνισμού που παραμένουν επίκαιρα ως σήμερα, περίπου έναν αιώνα μετά από την εμφάνισή του.

Η αντίληψη πως ο μοντερνισμός είναι υπόθεση του ελεύθερου στίχου, όπως τον περιέγραψα παραπάνω αστοχεί, πρώτον γιατί ο μοντερνισμός δεν είναι υπόθεση ούτε μόνον ούτε κυρίως του ελεύθερου στίχου και, δεύτερον, γιατί το είδος του ελεύθερου στίχου που έπλασαν και υπερασπίστηκαν με δοκίμια οι εισηγητές του μοντερνισμού αλλά και ορισμένοι από τους καλύτερους κατοπινούς εκφραστές του είναι στίχος μετρικά λειασμένος, δηλαδή στίχος γραμμένος με τον τρόπο που η παραπάνω εσφαλμένη αντίληψη για την μοντέρνα ποίηση χαρακτηρίζει ξένο προς τον ελεύθερο στίχο.

Η ευρεία διάδοση που απολαμβάνει στην Ελλάδα σήμερα αυτή η εσφαλμένη αντίληψη για τον μοντερνισμό και τον ελεύθερο στίχο πιστοποιείται από το γεγονός ότι η θρυλική πλέον επισήμανση του Έλιοτ πως ο ελεύθερος στίχος είναι κάθε άλλο παρά “ελεύθερος” γίνεται αντιληπτή από πολλούς ως παραδοξολογία ή γρίφος. Στην πραγματικότητα, είναι κυριολεκτική και δηλώνει το προφανές:  ότι ο ελεύθερος στίχος δεν στερείται μετρικής αγωγής, είναι, δηλαδή καρπός και μετρικής επεξεργασίας ή τουλάχιστον αφήνει στο άκουσμά του έναν απόηχο μέτρων.

Τι σημαίνει όμως στην πράξη η επισήμανση αυτή κι εν τέλει σε τι διαφέρει ο ελεύθερος από τον παραδοσιακό στίχο, αν ισχύει πως και οι δυο τους είναι ρυθμικά παράγωγα μετρικής λείανσης. Παρότι μια ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα  αυτό θα ήταν μακροσκελής,  η ουσία της μπορεί να συνοψιστεί σε δυο λόγια: ο παραδοσιακός στίχος έχει μέτρο, ενώ ο ελεύθερος μέτρα. Ένας παραδοσιακός στίχος είναι γραμμένος από την αρχή ως το τέλος στο ίδιο μέτρο π.χ. σε ίαμβο ή σε ένα από τα άλλα μέτρα κι αν κατ’ εξαίρεση περιλαμβάνει μια-δυο ενότητες συλλαβών (έναν-δυο μετρικούς πόδες, όπως λέμε στην μετρική) σε μέτρο διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι γραμμένες οι υπόλοιπες ενότητες συλλαβών του, αυτό συμβαίνει είτε συμπτωματικά είτε σύμφωνα με όρους θεμιτών αποκλίσεων που θεωρούνται επιτρεπτοί χάρη στη σποραδική χρήση τους εντός της πολύχρονης και ευρέως αποδεκτής (εν ολίγοις εντός της παραδοσιακής) στιχουργικής πράξης – μια τέτοια εξαίρεση είναι π.χ. η σύνθεση της πρώτης ενότητας συλλαβών ενός ιαμβικού στίχου σε τροχαϊκό μέτρο (βλέπε π.χ. τον στίχο του Παλαμά Ένας τρελός μού τα κυνήγησε τα χρόνια [«Ο τρελός»]).

Στην περίπτωση του ελεύθερου στίχου, αυτό που για τον παραδοσιακό στίχο συνιστά εξαίρεση, η εμφιλοχώρηση, δηλαδή, σ’ έναν στίχο συλλαβικών ενοτήτων γραμμένων σε μέτρο διαφορετικό από αυτό των υπόλοιπων συλλαβικών ενοτήτων του, γίνεται ο κανόνας. Με δεδομένες μάλιστα την ευρύτατα διαδεδομένη στα ελευθερόστιχα ποιήματα παράκαμψη των κανόνων της ισοσυλλαβίας, της ομοιοκαταληξίας και των ισόστιχων στροφών, οι δυνατότητες διαδοχής ή και αλληλοδιείσδυσης διαφορετικών μέτρων στο εσωτερικό κάθε ελεύθερου στίχου είναι αναρίθμητες.

Παρότι η ανεξάντλητη ρυθμική ποικιλία που επιτρέπει ο ελεύθερος στίχος αποθαρρύνει, εκ των πραγμάτων, κάθε προσπάθεια τυποποίησής του σ’ ένα έστω και ελαστικό υπόδειγμα (ή καλύτερα σχήμα), θα μπορούσε να πει κανείς πως ένας ελεύθερος στίχος ξεκινά συνήθως με μια συλλαβική ενότητα ή μια διαδοχή συλλαβικών ενοτήτων γραμμένων σ’ ένα ορισμένο μέτρο, αλλά έχει τις υπόλοιπες ενότητες συλλαβών του γραμμένες σε άλλο μέτρο ή άλλα μέτρα, έτσι ώστε η κυρίαρχη θέση των μέτρου των πρώτων συλλαβικών ενοτήτων να υπονομεύεται ή να εκλείπει και το σύνολο του στίχου να ενθαρρύνει περισσότερες από μία εξίσου θεμιτές από ρυθμική άποψη αναγνώσεις του (βλέπε π.χ. τον στίχο του Σεφέρη θυμίζει τ’ αγέρωχο κεφάλι του πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ [«Ωραία φθινοπωρινό πρωί»]). Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ένα είδος στίχου που όχι μόνο πρέπει να διαβάζεται ως σύνθεση διαφορετικών μέτρων, αλλά συνάμα επιτρέπει τον εντοπισμό διαφορετικών (έστω περισσότερων της μιας) σειρών διαδοχής των διαφορετικών του μέτρων, καθώς περνά κανείς από την πρώτη στη δεύτερη κι έπειτα, ενδεχομένως, στην τρίτη ανάγνωσή του (π.χ. (1) θυμίζει – τ’ αγέ – ρωχο –  κεφάλι / του πο – λεμό – χαρου – Βερκιν –  γετόριξ. (2)  θυμίζει –  τ’ αγέ – ρωχο –  κεφά – λι του / πολεμό – χαρου Βερ – κινγετό-ριξ).

Τέτοια είναι η ρυθμική (και, όπως γίνεται φανερό, και μετρική) αγωγή ενός αντιπροσωπευτικού ελεύθερου στίχου. Μια ρυθμική αγωγή που, ενώ χωνεύει μέσα στον στίχο τη φυσική ροή του καθημερινού λόγου (έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομιλία ή γραπτώς με τους κανόνες της στίξης), αποτρέπει την ταύτιση του ρυθμού του στίχου με τον ρυθμό του προφορικού λόγου ή των αράδων ενός πεζού κειμένου.

Kostis-Palamas-610x296

Δεν απέχουν, βέβαια, όλοι οι ελεύθεροι στίχοι εξίσου από τον συμβατικό ρυθμό του λόγου. Άλλοι, όπως αυτοί που προσιδιάζουν στο σχήμα που περιέγραψα, απέχουν περισσότερο, κι άλλοι, είτε αναζωογονητικά απείθαρχοι είτε απλώς χαλαροί, απέχουν λιγότερο. Όλοι, όμως, οι ελεύθεροι στίχοι που είναι άξιοι του ονόματός τους απέχουν σ΄ένα βαθμό από τον φυσικό ρυθμό του λόγου. Όσοι δεν απέχουν καθόλου δεν αξίζει να ονομάζονται ελεύθεροι στίχοι, όχι γιατί τους λείπει η ελευθερία, αλλά γιατί η σύνταξή τους με τη μορφή του στίχου είναι προσχηματική. Θα μπορούσαν κάλλιστα (ή μάλλον θα έπρεπε, προς αποφυγή της εκζήτησης) να είχαν γραφτεί σε πεζό. Κι αυτό δεν θα στερούσε απαραίτητα από το κείμενο στο οποίο θα ανήκαν την ιδιότητα του ποιήματος, γιατί, όπως απέδειξαν οι μοντερνιστές και άλλοι καινοτόμοι ποιητές των τελευταίων αιώνων έξοχα ποιήματα μπορούν να γραφτούν και σε πεζό λόγο.

Η αλήθεια μάλιστα είναι πως η σύνθεση στίχων που είναι τόσο “ελεύθεροι”, ώστε ο όποιος ρυθμός τους να απορροφάται από τον ρυθμό του πεζού λόγου, δεν είναι επαναστατική από αισθητική άποψη πράξη, αλλά η αποθέωση της σύμβασης· κι αυτό γιατί προδίδει είτε άγνοια των ποιημάτων που γράφτηκαν σε πεζό λόγο από τη στιγμή που άνοιξε ο Μπωντλαίρ τον δρόμο του πεζού ποιήματος είτε αδικαιολόγητους δισταγμούς απέναντι στην τόλμη της ασυνήθιστης αυτής μορφικής επιλογής, της οποίας πάντως η αισθητική δικαίωση έχει επισημανθεί εδώ και πάνω από έναν αιώνα.

Ας επιστρέψουμε τώρα στη διαδεδομένη σήμερα, αλλά άστοχη θεώρηση του ελεύθερου στίχου που περιέγραψα στην αρχή. Τα σχόλια για τον ελεύθερο στίχο στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους εξηγούν γιατί η θεώρηση αυτή είναι άστοχη: γιατί ορίζοντας τον ελεύθερο στίχο ως στίχο που αναπαράγει τον ρυθμό της φυσικής ομιλίας, αδυνατεί να αναδείξει την ευρεία ρυθμική ποικιλία του, μια ποικιλία που οφείλεται μεταξύ άλλων και στην δυνητική μετρική του λείανση, σ’ εκείνη δηλαδή την δυνατότητα την οποία η άστοχη αυτή θεώρηση δεν του αναγνωρίζει. Η παρερμηνεία της ρυθμικής φύσης του ελεύθερου στίχου κορυφώνεται με την ταύτισή του με την ποιοτικά φτωχότερη και αισθητικά συμβατικότερη εκδοχή του, αυτήν που ενθαρρύνει την παραγωγή αράδων που δεν κατορθώνουν καν να σταθούν στο ύψος του πεζολογικού στίχου και θα μπορούσαν, καταχρηστικά, να ονομαστούν στιχοποιημένα πεζά.

Η αισθητική συμβατικότητα αυτής της διαδεδομένης παρερμηνείας φανερώνεται ακόμη καθαρότερα αν αναλογιστούμε ότι παρουσιάζει τον ελεύθερο στίχο ως καρπό της αγνόησης του έμμετρου. Ποια όμως επανάσταση, ακόμη κι αν πρόκειται για επανάσταση αισθητική, συντελείται με την αγνόηση των κατεστημένων τρόπων και αντιλήψεων; Πώς θα τους ανατρέψει αν αρκεστεί απλώς να τους αγνοήσει; Οι επαναστάσεις στοχεύουν στη ρήξη με την παράδοση, μια ρήξη που περνά μέσα από τη διάρρηξη της παράδοσης. Θέλουν δηλαδή να φέρουν τα πάνω κάτω. Αυτό ακριβώς σκόπευε και πέτυχε να κάνει ο ελεύθερος στίχος των πρωτοπόρων του μοντερνισμού: έφερε τα πάνω κάτω στο σώμα του στίχου, μετατρέποντας σε κανόνα την ως τότε κατ’ εξαίρεση, όπως είπαμε, διαπλοκή διαφορετικών μέτρων στον ίδιο στίχο.

Γυρνώ τώρα στον Παλαμά· για την ακρίβεια, στην ευθύνη της προβληματικής θεώρησης του ελεύθερου στίχου για την υποτίμηση της αποφασιστικής συμβολής του Παλαμά στην προετοιμασία για την εμφάνιση του μοντερνισμού στην ελληνική ποίηση και νωρίς και με επιδόσεις υψηλού επιπέδου που διευκόλυναν την ταχεία επικράτησή του.

Για την αρχή, μια διευκρίνιση: η θεώρηση που σχολιάσαμε δυσκολεύει τον εντοπισμό της ανανεωτικής συμβολής του Παλαμά στο επίπεδο της στιχουργίας. Η ανανεωτική, όμως, συμβολή του Παλαμά δεν περιορίζεται σ’ αυτό το επίπεδο. Καλύπτει κι άλλες πτυχές του ποιητικού λόγου εξίσου σημαντικές για την εμπέδωση της νεωτερικής ποίησης: την απομάκρυνση από τη ρητορεία και από την αισθηματολογία των ρομαντικών, την υιοθέτηση της φυσικής καθημερινής γλώσσας ως της κατεξοχήν γλώσσας στην ποίηση  (η δημοτική του ποιητή Παλαμά, είναι γλώσσα φυσική όχι μόνο γιατί είναι η γλώσσα της καθημερινής χρήσης αλλά και γιατί, για τα δεδομένα της εποχής του, δεν είναι γλώσσα ποιητικίζουσα), την εμπέδωση της προφορικότητας στον ποιητικό λόγο (ο τόνος του Παλαμά δεν είναι κουβεντιαστός σαν τον τόνο του Σεφέρη, είναι, όμως πιο κοντά στις παύσεις, στις ανάσες και στα τινάγματα του προφορικού λόγου απ’ ό,τι ο λόγος των προγενέστερών του ποιητών, συμπεριλαμβανομένων του Σολωμού και του Κάλβου, αλλά και άλλων ποιητών, σύγχρονών του και μεταγενέστερων), την διανοητικά επεξεργασμένη απόδοση του αισθήματος κι ακόμη τη γοητευτική υποβλητικότητα του αδιαφανούς νοήματος, τη σκοτεινότητα των Γάλλων συμβολιστών που κυοφόρησε τον ερμητισμό του λεγόμενου Αγγλοσαξονικού μοντερνισμού.

Στο υπόλοιπο του κειμένου δεν θα σχολιάσω τη συμβολή της ποίησης του Παλαμά σ’ αυτά τα πεδία. Θα αρκεστώ στον ρόλο του στην απελευθέρωση της στιχουργίας, σ’ εκείνη δηλαδή τη συμβολή του που έχει αγνοηθεί εξαιτίας της επικρατούσας προβληματικής αντίληψης για τον ελεύθερο στίχο. Ας σημειωθεί πάντως ότι η συμβολή του στην απελευθέρωση του στίχου και η συμβολή του στην ανανέωση των άλλων πτυχών του ποιητικού λόγου είναι αλληλένδετες.

Ο ελεύθερος στίχος, για όσους πιστεύουν πως είναι άμοιρος μετρικής εκλέπτυνσης, βρίσκεται στη μια άκρη ενός αγεφύρωτου χάσματος στην άλλη άκρη του οποίου στέκεται η παραδοσιακή στιχουργία. Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Το έργο κατεξοχήν μοντερνιστών ποιητών από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τις μέρες μας (κυρίως, μάλιστα, ορισμένων της ποίησης σε αγγλική γλώσσα που επαινείται συχνά –και δικαίως– στην Ελλάδα ως κατεξοχήν μοντερνιστική) τη διαψεύδει. Αρκεί κανείς να σκεφτεί μεταξύ πολλών άλλων τον Στήβενς, τον Έλιοτ, τον Ώντεν, τον Λάρκιν, πιο πρόσφατα, τον Τζέφρυ Χιλ, και ακόμη πιο πρόσφατα, τον Ντον Πάτερσον.

Στην ελληνική νεωτερική ποίηση, η εκλεκτική υιοθέτηση παραδοσιακών στιχουργικών τρόπων που καταφέρνει να διατηρεί αλώβητη τη νεωτερική διάσταση όσων ποιημάτων την επιστρατεύουν είναι, οπωσδήποτε, σπανιότερη. Την υπηρέτησε κατεξοχήν ο Σεφέρης και φαίνεται πως έκτοτε μεσολάβησαν διεξοδικές εκδιπλώσεις της μόνο στον χώρο της σατιρικής ποίησης –ψευδωνύμως από τον Αναγνωστάκη και επωνύμως από τον Φωκά–  μέχρι να την ανασύρουν από τη λήθη ιδιότυποι και πάντως προγραμματικά νεωτερικοί ποιητές της Μεταπολίτευσης, το έργο των οποίων φαίνεται πως έχει ασκήσει ωφέλιμη επιρροή σε ολιγάριθμους ποιητές που πρωτοδημοσίευσαν μέσα στα τελευταία είκοσι χρόνια (ορισμένοι αρκετά πρόσφατα).

Την αστοχία της άποψης που τοποθετεί την ελευθερόστιχη και την παραδοσιακή στιχουργία στις άκρες δυο αντικριστών γκρεμών μπορεί, βέβαια, κανείς να την αντιληφθεί και χωρίς να ανατρέξει στο έργο ποιητών που πέτυχαν την πρόσμειξή τους. Πρέπει να έχει κανείς μια αρκετά αλλόκοτη αντίληψη για την ποίηση και, γενικότερα, για την τέχνη, ώστε να πιστεύει πως οι σαρωτικές τεχνοτροπικές καινοτομίες προκύπτουν σαν κεραυνοί εν αιθρία, χωρίς προετοιμασία και προμηνύματα, από το πουθενά. Τις περισσότερες φορές φαίνεται πως μεσολαβεί μια όχι σύντομη περίοδος κυοφορίας τους, αμφιταλάντευσης ή ανανεωτικών πρωτοβουλιών που είναι καθαυτές αρκετά τολμηρές, αλλά όχι τόσο ώστε να μην επισκιαστούν σε βάθος χρόνου από τη ριζική αλλαγή την οποία, ενδεχομένως, αθέλητα προετοιμάζουν.

16853Αυτό συνέβη, πάντως, στην περίπτωση του ελεύθερου στίχου. Προηγήθηκε μια περίοδος γόνιμης προετοιμασίας ή μάλλον δημιουργικής ανανέωσης. Μια περίοδος που είναι άξια λόγου όχι μόνο γιατί αποτέλεσε προπαρασκευαστικό στάδιο για την εμφάνισή του, αλλά και γιατί μας έδωσε ποιήματα εξίσου καλά με τα καλύτερα ελευθερόστιχα που ακολούθησαν και ικανά να επηρεάσουν την πορεία της ποίησης ακόμη και σήμερα.

Η στιχουργική τέχνη του Παλαμά, αν υπολογίσει κανείς όλες τις εκδιπλώσεις της και τους ποικίλους καρπούς της, αποτελεί την αποκρυστάλλωση της ανανέωσης που συντελέστηκε πριν από τον ερχομό του ελεύθερου στίχου. Εκτός αυτού, φαίνεται πως συνέβαλε στη διάνοιξη του δρόμου για τον ελεύθερο στίχο αποφασιστικότερα απ’ όσο η στιχουργία του Καβάφη και του Καρυωτάκη, το έργο των οποίων ανήκει, πάντως, ως προς το πνεύμα και το ύφος, στη νέα εποχή.

Αν λογαριάσουμε ότι η άποψη που θέλει τον ελεύθερο στίχο γραμμένο ερήμην όχι μόνο μέτρου αλλά και μέτρων, έχει συνάμα διαγνώσει την ύπαρξη ενός αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα σ’ αυτόν και στον παραδοσιακό στίχο, δεν δυσκολευόμαστε να διαπιστώσουμε πως έχει εμποδίσει και την ανάδειξη της ανανεωτικής συμβολής του Παλαμά στη νεωτερική στιχουργία. Κι αυτό γιατί η ανανεωτική συμβολή του καλύπτει ακριβώς εκείνη τη γόνιμη κοιλάδα ανάμεσα στον παραδοσιακό και στον ελεύθερο στίχο στη θέση της οποίας η προβληματική θεώρηση της νεωτερικής στιχουργίας μας καλεί να φανταστούμε δυο γκρεμούς κι ένα χάσμα.

Σε τι χρωστά, όμως, η κοιλάδα του Παλαμά την ευφορία της που επέτρεψε αργότερα την καλλιέργεια και του ελεύθερου στίχου; Φαίνεται πως η γονιμότητά της είναι υπόθεση ενός δίπτυχου: α) η εμπέδωση της στιχουργικής γραμμής που ονομάζεται πλέον ελευθερωμένος στίχος και β) η ρυθμική ευλυγισία των αυστηρά έμμετρων ποιημάτων του.[1]

Ο όρος ελευθερωμένος στίχος είναι από μια άποψη παραπλανητικός, γιατί, στην πραγματικότητα, δεν αναφέρεται σε ένα ξεχωριστό είδος στίχου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε μια στιχουργική γραμμή πλεύσης, σ΄ έναν ορισμένο τρόπο να συνθέτει κανείς ένα ποίημα με στίχους ο καθένας από τους οποίους είναι αυστηρά έμμετρος. Ο όρος περιγράφει τη διαδοχή στο ίδιο ποίημα ανισοσύλλαβων και ενίοτε ανομοιοκατάληκτων στίχων που συχνά διαφέρουν αισθητά ως προς τον αριθμό των συλλαβών τους, και είναι γραμμένοι είτε όλοι στο ίδιο μέτρο είτε ορισμένοι σ’ ένα και άλλοι σε άλλο.  Στο εσωτερικό καθενός τους, όμως, δεν εντοπίζεται παρά μόνο ένα μέτρο. Όταν μιλάμε, δηλαδή, για ελευθερωμένο στίχο αναφερόμαστε σε κάθε έμμετρο στίχο που περιλαμβάνεται σε στιχουργικά ελευθερωμένο ποίημα, συναπαρτίζει δηλαδή ένα ποίημα με άλλους έμμετρους στίχους οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ανισοσύλλαβοι σε σχέση μ’ αυτόν και μεταξύ τους και δεν μοιράζονται απαραίτητα το ίδιο μέτρο.

Ο Παλαμάς δεν ήταν ο μόνος που έγραψε ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο, επεξεργάστηκε όμως αυτόν τον στιχουργικό τρόπο εντατικότερα και ξεδίπλωσε τη ρυθμική του ποικιλία ιδιοφυέστερα απ’ ό,τι άλλοι ποιητές, σε ποιητικές συνθέσεις και ποιήματα διάσπαρτα σε συλλογές που διαδέχονταν η μία την άλλη από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έως το 1930.  Έτσι προετοίμασε το έδαφος για τον ελεύθερο στίχο. Η στενή σχέση ανάμεσα στην καλλιέργεια του ελευθερωμένου στίχου και στην ανάδυση του ελεύθερου γίνεται αντιληπτή αν σκεφτεί κανείς πως ο ελευθερωμένος στίχος προκάλεσε στο εσωτερικό της στροφής και του ποιήματος την ίδια αναζωογονητική αναστάτωση που θα προκαλούσε αργότερα ο ελεύθερος στίχος στο εσωτερικό κάθε στίχου ξεχωριστά.

Η ανανεωτική στρατηγική που ενέπνευσε και τον ελευθερωμένο και τον ελεύθερο στίχο ήταν λίγο-πολύ η ίδια: η διασάλευση της απόλυτης ρυθμικής συμμετρίας που ήταν άλλωστε το ιδεώδες της κλασικής στιχουργικής τέχνης. Η ελευθερόστιχη ποίηση ήταν φανερά πιο επαναστατική από την ελευθερωμένη στιχουργία, γιατί υιοθέτησε τις καινοτομίες του ελευθερωμένου στίχου (κατάργηση της ισοσυλλαβίας, παράκαμψη της ομοιοκαταληξίας) και ενέτεινε το ανανεωτικό τους στίγμα επεκτείνοντας τη μετρική ποικιλία από το επίπεδο του ποιήματος και στο επίπεδο του στίχου. Η συσσώρευση αυτής της ανακαινιστικής έντασης στη μικροκλίμακα του στίχου σάρωσε τον παραδοσιακό ρυθμό που επιβίωνε ως τότε στο κελί του στίχου της ελευθερωμένης στιχουργίας και αντηχούσε από εκεί στις στοές του ποιήματος. Με την εμπέδωση της μετρικής ποικιλίας και εντός του στίχου, η ενσωμάτωση του ρυθμού της φυσικής ομιλίας στους ρυθμικούς συντελεστές του ελεύθερου πλέον στίχου είναι γεγονός.

Το πλησίασμα στη φυσική ομιλία ήταν η κινητήρια μηχανή της στιχουργικής απελευθέρωσης και ελευθερίας. Αν αναλογιστεί κανείς αυτήν την επισήμανση με προσοχή και σε σχέση με τα συμφραζόμενα του παραδοσιακού στίχου στην Ελλάδα, θα γίνει αντιληπτό πως ο Παλαμάς δεν προετοίμασε απλώς την είσοδο του ελεύθερου στίχου, αλλά λειτούργησε μάλιστα σαν καταλυτικός και ως τότε ανεύρετος επιταχυντής της. Μια σύγκριση των στίχων ιαμβικού ρυθμού της ελληνικής ποίησης (πρωτίστως του δεκαπεντασύλλαβου, αλλά και του δεκατρισύλλαβου και του ενδεκασύλλαβου) με τον ιαμβικό πεντάμετρο (blank verse), που είναι το αντίστοιχό τους στην αγγλική λογοτεχνία, θα βοηθούσε εδώ.

Προικισμένος από νωρίς με τον αέρα της ήπιας ανισοσυλλαβίας, χάρη  στη δυνατότητα διακύμανσης ανάμεσα σε τονισμένες και άτονες καταληκτικές συλλαβές, και μαστορικά δουλεμένος από μια αδιάσπαστη σειρά επώνυμων τεχνητών από τον 16ο αιώνα και εξής, ο blank verse χρησιμοποιήθηκε σε διάφορα είδη ποιητικού λόγου (από το δράμα του Μάρλοου και του Σαίξπηρ ως την επική ποίηση του Μίλτον) και σε διαφορετικούς τόνους (από τον κουβεντιαστό ορισμένων ποιημάτων του Κόλεριτζ ως τον μελωδικά αφηγηματικό του Τέννυσον). Είχε λοιπόν κατακτημένες μια (χάρη στη μετατοπιζόμενη τομή του) σπάνια ρυθμική ευλυγισία, μια ευρεία υφολογική ποικιλία και κυρίως μια συνάφεια με τη φυσική ομιλία αιώνες πριν από την ανάδυση του free verse στα αγγλικά, του οποίου είναι, μάλιστα, ο άμεσος πρόγονος.

Η επεξεργασία κι, επομένως, η πλαστικότητα του δικού μας ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου και των άλλων στίχων ιαμβικού ρυθμού ήταν, τουλάχιστον ως τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, πολύ περιορισμένη. Οι ρυθμικές τους δυνατότητες παρέμεναν στο μεγαλύτερο μέρος τους ανεξερεύνητες, γεγονός που δεν προκαλεί έκπληξη, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν αποτελέσει για αιώνες εργαλείο ποιητικής έκφρασης όχι λογίων, όπως θα λέγαμε σήμερα, ποιητών, αλλά του ανώνυμου λαού που διοχέτευε την έμπνευσή του στα σπάνιας διαύγειας, πλην όμως μονότροπα ως προς τον ρυθμό τους δημοτικά τραγούδια. Κι ενώ η έντεχνη επεξεργασία που επιφύλαξε στον ίαμβο ιδίως ο Κάλβος, αλλά και ο Σολωμός, αποτέλεσε σημείο τομής για την κατοπινή εξέλιξή του, οι γλωσσικές ιδιορρυθμίες και των δύο αυτών μεγάλων μας ποιητών κι ακόμη περισσότερο η γλωσσική οπισθοδρόμηση που επέφεραν οι κατοπινοί τους Φαναριώτες και Αθηναίοι ρομαντικοί δεν διευκόλυναν το πλησίασμα του παραδοσιακού μας στίχου στη φυσική ομιλία.

Έτσι, γύρω στο τέλος του δεκάτου ενάτου αιώνα, ο νέος Παλαμάς παραλαμβάνει έναν παραδοσιακό στίχο που έχει άγουρο ρυθμό και ιδιότροπο εκφραστικό τόνο, ενώ συνάμα διατηρεί μια χαλαρή, αν όχι βεβιασμένη, σχέση με την ομιλούμενη γλώσσα. Το είδος ή ακριβέστερα την υψηλή ρυθμική ποιότητα του στίχου που ο ηλικιωμένος Παλαμάς παραδίδει στους νεωτερικούς ποιητές σαράντα με πενήντα χρόνια αργότερα τη σχολίασα ήδη στις παραγράφους για για την ελευθερωμένη στιχουργία του που προηγήθηκαν.

Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως ο Παλαμάς πέτυχε μέσα σε πενήντα χρόνια μόνος (ή έστω συνεπικουρούμενος από ομοτέχνους που εμπέδωσαν πάντως δικούς του νεωτερισμούς) μια ρυθμική ωρίμανση της παραδοσιακής στιχουργίας που στη λογοτεχνία άλλων χωρών ήταν υπόθεση μακραίωνης πορείας. Και την πέτυχε συνομιλώντας με ρυθμικές καινοτομίες και τρόπους ποιητών τόσο μεγάλων αλλά και τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ως προς το ύφος και τον τόνο, όσο είναι ο Ουγκώ και ο Μπωντλαίρ, ο Σέλλεϋ, ο Λεκόντ ντε Λιλ και ο Ρίλκε. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πρέπει να θεωρείται επιταχυντής του μοντερνισμού στα καθ’ ημάς. Ο ελεύθερος στίχος ήταν και στην ελληνική ποίηση, όπως και αλλού, όχι ιδιορρυθμία των ποιητών που τον εισηγήθηκαν, αλλά έκφραση της αίσθησής τους πως τα περιθώρια προσέγγισης του στίχου με το ρυθμό της φυσικής ομιλίας που επέτρεπε η παραδοσιακή στιχουργία είχαν πια εξαντληθεί. Και η αίσθησή τους αυτή ήταν με τη σειρά της καρπός της εξάντλησης των απελευθερωτικών δυνατοτήτων της παραδοσιακής στιχουργίας, δηλαδή της ωρίμανσής της, που πέτυχε ο Παλαμάς.

Σημαντική παράμετρος αυτής της ωρίμανσης και συνάμα πολύτιμη παρακαταθήκη όχι μόνο για τους πρώτους μοντερνιστές, αλλά και για σημερινούς ποιητές με ανανεωτικό στίγμα, στάθηκε και η δεύτερη πτυχή του δίπτυχου της στιχουργίας του Παλαμά, αυτή που χαρακτήρισα παραπάνω ως ρυθμική ευλυγισία των αυστηρά έμμετρων ποιημάτων του. Η ευλυγισία αυτή ήταν καρπός της δεξιοτεχνικής ικανότητας του Παλαμά να απελευθερώνει τα αποθέματα προφορικότητας που διαθέτει ο παραδοσιακός στίχος, να κάνει δηλαδή τους ισοσύλλαβους, ομοιόμετρους και ομοιοκατάληκτους στίχους ενός αυστηρά έμμετρου ποιήματος να ηχούν ρυθμικά αβίαστοι, χωρίς ωστόσο να υποπίπτει σε ρυθμικές εκτροπές που επέκρινε η παραδοσιακή στιχουργική και προς αποφυγή των οποίων άλλοι ποιητές –και κατοπινοί του– θα θυσίαζαν τη ζωντάνια του στίχου τους. Οι δυο αυτές εκτροπές ήταν η χασμωδία και ο παρατονισμός. Προέκυπταν συχνά, όταν ο βηματισμός του έμμετρου στίχου πήγαινε να προσεγγίσει αυτόν της καθημερινής ομιλίας.

Ο Παλαμάς πέτυχε την απελευθέρωση του βηματισμού του παραδοσιακού στίχου, επιτρέποντάς του να παραμείνει σφιχτός χωρίς να είναι πια σφιγμένος: απέφευγε συστηματικά τις χασμωδίες προστρέχοντας σε συνιζήσεις και γλίτωνε από τους παρατονισμούς μετακινώντας την τομή σε διαφορετικά σημεία του στίχου. Στα Μάτια της ψυχής μου και στην Ασάλευτη ζωή απαντώνται καλά παραδείγματα αυτής της πειθαρχημένης φυσικότητας του ρυθμού, μιας φυσικότητας, βεβαία, που αντανακλάται και στον τόνο των ποιημάτων.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς πώς αυτές οι δεξιοτεχνικές στιχουργικές επιλογές του Παλαμά επιταχύνουν τον μοντερνισμό; Το ερώτημα είναι εύλογο. Ο ελεύθερος στίχος δεν κινδυνεύει ούτε από χασμωδίες ούτε από παρατονισμούς. Ακριβώς χάρη στην ελευθερία του, επειδή, δηλαδή, αν είναι να διαβαστεί ως διαδοχή μετρικών ποδών, θα διαβαστεί ως στίχος γραμμένος όχι με μέτρο αλλά με μέτρα (μέτρα, μάλιστα, που διαδέχονται το ένα το άλλο όχι με προκαθορισμένη σειρά, αλλά με τον ρυθμό που βρίσκεται πλησιέστερα στη φυσική ομιλία), ο ελεύθερος στίχος είναι κάθε φορά σε θέση να απορροφά τις χασμωδίες και να αποφεύγει τους παρατονισμούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: με τη δυνατότητα που δίνει στον αναγνώστη να τον διαβάσει αλλάζοντας μέτρο στο σημείο ακριβώς όπου πάει να αναδυθεί μια χασμωδία ή όπου, σε περίπτωση που ήταν γραμμένος σε μέτρο, θα χρειαζόταν παρατονισμός.

PSARAS_XARIS_RGB.jpg.thumb_200x222_4815f6ba89fb6f39b1530a814c426f5dΑν θυμηθούμε όμως πως μια από τις αρετές της ρυθμικής ελευθερίας του ελεύθερου στίχου, πέρα από την ιδιότητά του να διαβάζεται ως μια διαδοχή διαφορετικών μέτρων, είναι η δυνατότητά του να επιτρέπει την ανάγνωσή του σε περισσότερες της μιας αβίαστες σειρές διαδοχής διαφορετικών μέτρων,[2] θα διαπιστώσουμε πως η σημασία των συνιζήσεων και της μετακινούμενης τομής δεν είναι αμελητέα. Προκειμένου να προκύψει η δυνατότητα της τουλάχιστον διπλής ανάγνωσής του (δυνατότητα πολύτιμη, αφού είναι αυτή που του προσδίδει μια γοητευτική ρυθμική αδιαφάνεια, μια μουσική διαστρωμάτωση, μια επαρκή αλλά ανεπαίσθητη απόκλιση από τον ρυθμό της καθημερινής ομιλίας), ο ελεύθερος στίχος καλείται να αποφύγει ή να απορροφήσει ενδεχόμενες χασμωδίες ή παρατονισμούς σε τουλάχιστον δύο ρυθμικές εκφορές του. Κι αν οι συνιζήσεις και η μετακίνηση της τομής δεν χρειαστούν για τη διάσωση της πρώτης, είναι πιθανό να χρειαστούν για τη διάσωση της δεύτερης. Εξίσου, αν όχι περισσότερο, χρήσιμη είναι η εμπειρία της πειθαρχημένης φυσικότητας των στιχουργικά αυστηρών ποιημάτων του Παλαμά σε όσους γράφουν σήμερα ποιήματα και σε έμμετρο στίχο επιχειρώντας να θωρακίσουν την κατακτημένη από τον ελεύθερο στίχο προφορικότητα απέναντι στην επιταχυνόμενη ρυθμική αναιμικότητα της ελευθερόστιχης ποίησης.

Η στιχουργική τέχνη του Παλαμά λειτούργησε ως επιταχυντής του μοντερνισμού στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, αλλά έρχεται να επιταχύνει τις εξελίξεις στον χώρο της ανανεωτικής ποίησης και σήμερα. Πριν από δεκαπέντε-είκοσι χρόνια οξυδερκείς ποιητές επεσήμαναν τη δυνατότητα του Παλαμά να αντέχει στον καιρό μας χάρη στα λυρικά ή ελάσσονα ποιήματά του. Σήμερα μπορούμε να πούμε πως ο Παλαμάς επιβιώνει όχι μόνο ως αισθαντικός και λεπταίσθητος λυρικός, αλλά και ως ανανεωτής του στίχου, ως σημείο αναφοράς για εκείνη τη σχολή του μοντερνισμού που παρακάμπτει το δίλημμα ανάμεσα στην παραδοσιακή και ελευθερόστιχη στιχουργία και ενθαρρύνει την καλλιέργεια και του ελεύθερου και του έμμετρου στίχου, καθώς, επίσης, την πρόσμειξή τους, την ποίηση σε πρόζα και άλλες εκδηλώσεις της έγνοιας των ποιητών για τη μορφή. Το ζητούμενο στις μέρες μας είναι η εμπέδωση της μορφικής ποικιλίας. Ο Παλαμάς την υπηρέτησε περισσότερο από κάθε άλλον παραδοσιακό μας ποιητή. Κι είναι ίσως γι’ αυτό πιο επίκαιρος στις αρχές του 21ου αιώνα απ’ όσο ήταν ποτέ άλλοτε στα χρόνια που μας χωρίζουν από την εμφάνιση του ελεύθερου στίχου.

ΧΑΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ


[1] Για τη φιλολογική ανάλυση αυτών και άλλων όψεων της αναζωογονητικής στιχουργίας του Παλαμά αξίζει να διαβάσει κανείς πρόσφατες μετρικολογικές μελέτες που τη σχολιάζουν διεξοδικά (π.χ. Ε. Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά (Όψεις της ποίησής του και της σύγχρονης πρόσληψής της), Αθήνα, Καστανιώτης, 2005, κεφ. 1-2· Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Ο Παλαμάς και η κρίση του στίχου, Αθήνα, Νεφέλη, 2007,  κεφ.1, 4.). Αξίζει να παρατηρήσει κανείς πως οι μελέτες αυτές, παρότι εργασίες επιστημονικές, ανοίγουν την όρεξη στους φίλους της ποίησης να ξανασκεφτούν τον Παλαμά με τρόπο που δυστυχώς δεν ενθαρρύνουν τα συμβατικά σχόλια για το έργο του που κάνουν κατά καιρούς διάφοροι ποιητές, παρότι είναι μάλλον οι ποιητές αυτοί από τους οποίους οι φίλοι της ποίησης θα περίμεναν μια διεγερτική παρότρυνση να διαβάσουν με φρέσκια ματιά τον Παλαμά και άλλους όχι και τόσο δημοφιλείς σήμερα ομοτέχνους του.

[2] Βλέπε, παραπάνω, τη διπλή ρυθμική ανάγνωση του στίχου του Σεφέρη από το «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί».

Ο Παλαμάς κέντρο και κορυφή του νεοελληνικού κανόνα


~.~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· 
Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 5,9
Για να ’σαι μεγάλος, να ’σαι ολόκληρος: τίποτε από 
τον εαυτό σου να μην υπερτονίζεις ή ν’ αποκλείεις.
FERNANDO PESSOA
Οι μέτριες και οι ταπεινές φύσεις δεν υποπίπτουν σε λάθη, 
επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν και δεν φτάνουν ποτέ ώς τα άκρα. 
Απεναντίας, τα μεγάλα εγχειρήματα απειλούνται διαρκώς, 
λόγω ακριβώς του μεγέθους τους.
ΛΟΓΓΙΝΟΣ
Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός·
θέλει να ‘σαι πειθήνιος, να ‘σαι μηδαμινός!
ΓΚΑΙΤΕ

Απ’ την εποχή των Αλεξανδρινών η έννοια του κανόνα, των λίγων εκείνων έργων μιας λογοτεχνίας που λόγω της σπουδαιότητάς τους ο καλλιεργημένος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, δεν έπαψε ποτέ να μας αποσχολεί. Ακόμη και σήμερα, εποχή «αυτοπραγμάτωσης» αναγνωστικής, ο κανόνας είναι κάτι παραπάνω από ένας ξερός κατάλογος έργων, επιβεβαιωμένων έστω από την αυθεντία του χρόνου. Κανόνας σημαίνει αυθεντία, παιδαγωγία, προσανατολισμός. Κανόνας εντέλει είναι η κατηγορική επιταγή του Καντ μεταφερμένη στο καθηκοντολόγιο του αναγνώστη. Ή, αν προτιμάτε, το παλιό εκείνο «λάβε και λέγε» του Δημοσθένη.

Ακόμα και αν το θέλαμε, και επιθυμίες τέτοιες «δημοκρατικές» ή ελευθεριάζουσες έχουν εκφράσει πολλοί, τον κανόνα, επίσημο ή άτυπο, παγιωμένο από καιρό ή ώς έναν βαθμό ακόμη ανοιχτό, δεν γίνεται να τον αγνοήσουμε. Τα μεγέθη που εκείνος συστήνει, οι συγγραφείς που προκρίνει είναι το μέτρο της σύγκρισης για όλους τους άλλους ‒ ακόμη και για εκείνους με τους οποίους προσωπικά θα θέλαμε ίσως να τους αντικαταστήσουμε. Γιατί δεν γίνεται βέβαια σ’ αυτόν να προστεθούν έτσι απλώς νέα ονόματα χωρίς πρώτα να παραμεριστούν κάποια άλλα. Ο κανόνας δεν είναι θησαυρός για να χωρούν όλα τα λήμματα. Είναι ένα ειδικό γλωσσάρι. Στις σελίδες του έχουν θέση μόνο οι εντελώς απαραίτητες έννοιες.

Τώρα, τον νεοελληνικό κανόνα συνήθεια παλιά και ιστορικά δικαιολογημένη θέλει να τον ξεκινάμε από τον Διονύσιο Σολωμό και, με σχετική συναίνεση ως προς τα ονόματα που περιλαμβάνει, να τον φτάνουμε ώς τουλάχιστον τη Γενιά του 1930 και τους συγγραφείς του Μεσοπολέμου. Με τον Μεταπόλεμο αρχίζουν ως γνωστόν τα προβλήματα, τα ονόματα πληθαίνουν και οι αποφάνσεις γίνονται αβέβαιες. Με την λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά τα πράγματα μόλις τώρα αρχίζουν και λαγαρίζουν, από τη δεκαετία του 1970 και εντεύθεν ωστόσο το τοπίο παραμένει θολό· ακόμη και για συγγραφείς που από καιρό έχουν εκμετρήσει το ζην, η θέση τους στην αναγνωστική μας ιεραρχία είναι αμφίβολη.

Έχει κέντρο αυτός ο κανόνας; Έχει μια κορυφή γύρω από την οποία να συσπειρώνονται όλες οι άλλες, ένα παράδειγμα στο οποίο τρόπο τινά να λογοδοτούν; Σε άλλες λογοτεχνίες, τις περισσότερες, αυτό είναι δεδομένο. Το κέντρο, το απόλυτο σημείο αναφοράς της αρχαίας γραμματείας είναι προφανέστατα ο Όμηρος. Τον Βιργίλιο έχει αδιαμφισβήτητο επίκεντρό της η λατινική, τον Δάντη η ιταλική, τον Σαίξπηρ η αγγλική, τον Γκαίτε η γερμανική λογοτεχνία. Υπάρχουν βέβαια και εθνικές γραμματείες όπου αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Για τους Ρώσσους το πρωτείο του Πούσκιν είναι δεδομένο, για τους φίλους της ρωσσικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό όχι και τόσο, εκεί οι μεγάλοι πεζογράφοι του 19ου αιώνα διατηρούν το προβάδισμα. Η γαλλική λογοτεχνία είναι πολυεστιακή: από τον Ρακίνα και τον Μολιέρο ώς τον Μπαλζάκ και τον Ουγκώ, ο αριθμός των σημαντικών φυσιογνωμιών που πρωταγωνιστούν στο ξεδίπλωμά της είναι εντυπωσιακός, και κανείς από αυτούς δεν φαίνεται να ίσταται πάνω από τους άλλους τόσο αναντίρρητα όσο λ.χ. ανάμεσα στους Ισπανούς συγγραφείς ο Θερβάντες.

(περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |46. Λένα Καλλέργη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142-33 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Λένα Καλλέργη

00-story-shape-of-water

(Κῆποι στὴν ἄμμο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2010)

Spleen

Δὲν ἔχω ποιήματα ἀλλὰ κι ἱστορίες
Τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο νὰ φωτίσω.
Τὰ μάγια λύνω. Τὴ σιωπὴ θ’ ἀφήσω
Νὰ ἠχεῖ σ’ αὐλὲς κλειστὲς καὶ σκάλες κρύες.

Δέθηκε ὁ δρόμος μὲ τσιμέντο γκρίζο.
Ξύνει ἡ βροχὴ τὸ τζάμι μ’ ἕνα νύχι
Ποὺ μπαίνει ὣς τὴν καρδιά. Γύρω μου στίχοι
Λειψοί, μέλη κορμιοῦ ποὺ δὲν γνωρίζω.

Νὰ δοκιμάσω ἕνα καινούριο ροῦχο…
Νὰ ράψω αὐτὴ τὴν τρύπα στὸ σεντόνι.
Τίποτα δὲν χωρᾶ τὴ θλίψη πού ’χω.

Μιὰ κούπα θὰ κρατήσω τσάι σκέτο
Κι ἕνα στὸ νοῦ μου νὰ γυρνάει σονέτο
Νὰ λέει: Πόλη στενή. Γυναῖκα μόνη.

~.~

NIGHTMARE-ALLEY_GUILLERMO-DEL-TORO_EFFECT-TEAM_THE-SHAPE-OF-WATER_

(Περισσεύει ἕνα πλοῖο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Ὁ ἐραστὴς-ψάρι

Γλιστροῦσε ἀπὸ τὰ χέρια μου
κι ἔπρεπε
νὰ ἔχω μεγάλη τέχνη στὴν ἀπόχη.

Ὄχι βαρὺ καμάκι, θὰ πονέσει.
Ὄχι τὸ ἀγκίστρι, θὰ ματώσουν
τὰ καλοδουλεμένα του βράγχια.

Κι ἐνῶ ἦταν ξένος καὶ βουβὸς καὶ κρύος
ἀσήμιζαν τὰ μάτια μου ὅταν τὸν κοιτοῦσα
κι ὅταν χανόταν στὰ βαθιά, πνιγόμουν
ἀπὸ τὰ φιλντισένια του κόκαλα.

«Ἀντίο» καὶ «πρόσεχε, θὰ βρέξει»
σὲ ποιά γλώσσα νὰ πῶ.
Στεγνὴ ὁμηρία τὰ πόδια μου
στὸ χῶμα ριζωμένα.
Ἀπὸ εἶδος σὲ εἶδος , δίχως μεταλλάξεις
θὰ περπατᾶ ἡ σιωπή.

Ἴσως νὰ συναντιόμαστε, καμιὰ φορά, στὶς ὄχθες.

~.~
 
Δημιουργός

Τοὺς ἔδωσα ὅ,τι ἁρμόζει στὸν καθένα:
ἀστερισμοὺς γιὰ τὰ μάτια τους
σμάρια νεφῶν γιὰ τὰ μαλλιά τους.
Στοὺς ναυαγοὺς ἔστειλα τρικυμίες.
Ἧττες καὶ προδοσία στοὺς ἀρχηγούς.
Ἄνθη καὶ θάνατο γιὰ τὶς μητέρες.
Τοὺς εἶπα: Παιδιά μου, ὅλοι πρωτότοκοι,
ἡ περιουσία δική σας.

Κι ὅλα ἐπιστρέφουν σὲ μένα.
Χρυσὸς ποὺ ἔρχεται πίσω στάχτη.
Δάση ποὺ γίνονται βιβλιοθῆκες.
Χτισμένα νησιά.

Οἱ ἐπιθυμίες τους, μουσικὲς ἀγγέλων
τυπωμένες σὲ πέτρες καὶ μάρμαρα
ψιθυρισμένες σὲ γλῶσσες ἀλλόκοτες,
ἔρχονται μὲ ἀνοιχτὰ φτερά, οἱ εὐχές τους,
καὶ μὲ χτυποῦν στὸ πρόσωπο.
Τὸ πρόσωπο
μοῦ τὸ ἔδωσαν ἐκεῖνοι.

Καὶ ξεκινοῦν ἕναν ἀέρα τόσο ἀψήφιστο
–ἄραγε ἐγὼ τοὺς δώρισα τέτοιο ἄνοιγμα;–
καὶ γκρεμίζουν στὸν δρόμο τους τόσα ἱερά.

Μόνος, ὁλόκληρος, μοχθῶ
σὲ ἄπειρο καιρὸ
μὰ δὲν χωράω νὰ μείνω σὲ μιὰ σκέψη.

Ποῦ νὰ τὸ πῶ
καὶ ποιός νὰ μὲ πιστέψει.

~.~
 
Ὁ ξένος

Μὲ δέχτηκαν ἀργὰ στὴν ἐνδοχώρα.

Μὲ ὅρους νησιοῦ
χωρὶς γέφυρες
μὲ ἄδεια ποὺ ἐκκρεμεῖ
γιὰ ν’ ἀναπτύξω τοὺς δικούς μου πληθυσμούς
τοτέμ, φυλές, προγόνους,
νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα τοῦ τόπου
νὰ γίνω πατρίδα.

Γιὰ λόγους ταραχῆς, καὶ γιὰ τὶς ἐντυπώσεις,
μὲ εἶπαν ἠφαίστειο.
Κάθε στεγνὸ χωράφι χρειάζεται
τὴν ἐλπίδα τῆς λάβας.

Θέλουν νὰ κάψω τοὺς παλιοὺς θεούς
νὰ σβήσω τοὺς νόμους.
Ἐγώ, μοῦ λένε, δὲν θὰ κινδυνεύσω.
Μὲ προστατεύει τὸ νερὸ ποὺ μὲ κυκλώνει.

Ὅμως ξεχνοῦν.
Ἦρθα γιὰ τὴ σοδειά.
Δὲν σιγοκαῖνε ὅλες οἱ αὐτονομίες.
Δὲν θέλει κάθε ἀνταρσία νὰ ἐκραγεῖ
μέχρι ἐπανάστασης.


Ἡ Λένα Καλλέργη γεννήθηκε τὸ 1978 στὴν Ἀθήνα. Σπούδασε Βιολογία στὴν Πάτρα καὶ Γλωσσολογία στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Λάνκαστερ τῆς Ἀγγλίας, ὅπου ἔκανε μεταπτυχιακὸ καὶ διδακτορικό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὰ βιβλία: Κῆποι στὴν ἄμμο (2010) καὶ Περισσεύει ἕνα πλοῖο (2016).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |45. Θεοδόσης Βολκώφ (ΙI)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

(Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2013)

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει, θέλοντας καὶ μή,
τὶς «συμβουλές» διαφόρων
καί, ἀσφαλῶς, τὶς ἀπορρίπτει

Ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία,
(τῷ σωτηρίῳ, πῶς ἀλλιῶς;) μοῦ λένε –
«Λογά, ἀνεπρόκοπε, παραλυμένε,
Πέτρο, ἔγινες σχεδὸν τριάντα τρία.

Εἶν’ ὥρα τὸν χορὸ τοῦ Ἠσαΐα
κι ἐσύ, ὅπως καὶ τόσοι, νὰ χορέψεις.
Γερνᾶς, Πετρῆ. Καιρὸς νὰ τὸ χωνέψεις.
Ν’ ἀνοίξεις σπίτι κοίτα. Εἶναι χρεία».

Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μπερδεμένες…
Σᾶς φαίνομαι ἠλίθιος ἢ γενναῖος;
Ἔχω γνωρίσει τόσες παντρεμένες,
(μὲ γνώση βιβλική) ποὺ νιώθω δέος.

Δὲν ἔχω τόση τρέλα οὔτε θάρρος.
Γαμπρός; Ποτέ!… Ἂν θέλετε, κουμπάρος.

~.~

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει τὸν ἑξάψαλμο,
καθὼς καὶ τὰ ἐξ ἀμάξης,
καὶ ἀπαντᾶ μὲ ἕναν καὶ μόνον στίχο

– Ὁ κόσμος μας, ὁ κόσμος μας πεθαίνει…
Σκυλί, ἀνεπρόκοπε, λογά, κρετίνε,
μαϊμοὺ τοῦ Ἀνθρώπου, Πέτρο Ἀρετίνε,
δὲν βλέπεις γύρω σου τὸ τί συμβαίνει;

Μᾶς τρώει ὅλους κι ἕναν-ἕναν ἡ Ἱστορία,
ἡ μαύρη της μᾶς καταπίνει τρύπα
κι ἐσύ, ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις τσίπα
γελᾶς χοντρὰ καὶ θὲς καὶ συνοδεία.

Γελᾶς. Γελᾶς. Δὲν ἔχεις τὸν Θεό σου,
καὶ λὲς αὐτὰ ποὺ λὲς χωρὶς ντροπή·
ποῦ βρίσκεις τὴ χαρὰ στὸν θάνατό σου;
Ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται κι ἐσὺ

τολμᾶς νὰ μᾶς σκοτίζεις μὲ στιχάκια;
– Μά…. πάντοτε χανότανε, πουλάκια…

~.~
 
Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
συζητᾶ μὲ ἕναν ζηλιάρη ἐραστή,
ἴσως καὶ σύζυγο,
καὶ ἐξηγεῖ τὶς φιλοσοφικές του θέσεις

Μὰ εἶστε σοβαρός; Νὰ χτυπηθοῦμε;
Κατάλαβα καλά; Μονομαχία
ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία;
Καθίστε ἐδῶ. Σὰν φίλοι θὰ τὰ ποῦμε.

Θὰ πιεῖτε κάτι; Ἁπλῶς νερό; Ὁρίστε…
Καὶ τώρα στὸ προκείμενο. Ὡστόσο,
θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω –
μοναδικὴ περίπτωσις δὲν εἶστε.

Σπούδασα, ξέρετε, Φιλοσοφία.
Ἡ Φύσις φτιάχνει σὰν κι ἐσᾶς μυριάδες,
κι ἂν ἀπὸ διάφορη ὁ καθεὶς αἰτία,
στὸ βάθος εἴμαστε ὅλοι κερατάδες.

Τὰ κέρατα; Παράφερνα τοῦ γάμου.
Ἐλάτε νὰ σᾶς δείξω τὰ δικά μου.

~.~

(Sexus, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

Ἡ μπαλάντα τῶν θλιμμένων ἀρσενικῶν
 
Πρέπει λοιπὸν κι ἐδῶ κάποιος νὰ ἐγκύψει
καὶ αὐτὸ νὰ ἐγγραφεῖ καὶ νὰ εἰπωθεῖ,
τοῦ ἀρσενικοῦ ἡ πλέον μύχια θλίψη
καὶ ἡ πνιγμένη τοῦ ἄντρα οἰμωγή.
Στὴ Γλώσσα πρέπει νά ’ρθει ὅλη ἡ Γῆ,
νὰ ἐντυπωθεῖ στὸν Λόγο μ’ ἕναν γρόθο
καὶ στὸν Ρυθμὸ μὲ βία νὰ χαραχθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἐκλείψει,
καὶ ὁ Θάνατος ποὺ σᾶς διεκδικεῖ,
δὲν εἶναι ἡ Ἱστορία ποὺ ἔχει ἐνσκήψει
καὶ ποὺ ἑκατόμβες πάλι ἀπαιτεῖ,
μὰ Ἐκείνη καὶ ἡ Ἄλλη καὶ Αὐτή,
μορφὲς καὶ σώματα ἀπὸ χθόνιο δνόφο,
τῆς λάσπης κορυφώσεις ἐν ζωῇ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Καὶ λέω τὴν πᾶσα ἀλήθεια δίχως τύψη,
–ἡ Σάρκα εἶναι αὐτὸ ποὺ στιχουργεῖ–
οἱ θηλυκές – αὐτό σᾶς ἔχει λείψει
καὶ πάντα θὰ σᾶς τρώει, ἀρσενικοί,
ἐκεῖνο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ
μὰ ποὺ ὁ καθένας θέλει μὲς στὸν ζόφο –
ὅλες τὶς θηλυκὲς νὰ κοιμηθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Ἡ Σάρκα τὸν ἑαυτό της ἱστορεῖ –
πῶς δέρνεστε καὶ γδέρνεστε ἀπ’ τὸν πόθο
καὶ πῶς τὸ ἀτσάλι λιώνει ἀπ’ τὸ κερί.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

~.~
 
Ἑκτόρειος ἵππος

Ἔκτορ … σὺ δὲ μοῖ θαλερὸς παρακοίτης
Ἰλιάδος Ζ

… Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης

Ὁ Σκάμανδρος ξερνᾶ ἡρώων πτώματα.–
Μὰ ἡ Νύχτα ζεῖ… Καὶ σὰν κοπάσει ἡ μάχη,
σὲ κάποια τοῦ Ἱεροῦ Ἰλίου δώματα,
ἀκούραστη δουλεύει ἡ Ἀνδρομάχη –
ἐπάνω στὸ λαμπρότερο ἀπ’ τὰ σώματα
τῶν Τρώων καὶ τοῦ ὠθεῖ μὲ βία τὴ ράχη

στὴν κλίνη της… Κρατᾶ γερὰ τὸν ἵππο της
καὶ ἀνάσκελο συνέχεια τὸν δαμάζει
ἀπὸ ἀγάπης ἄσβεστης καὶ ἀνείπωτης
σοφία τρυφερὴ ποὺ τὴν προστάζει,
καὶ ποὺ γροικᾶ, χρησμό, σὲ κάθε χτύπο της,
ἔτσι τὸν μαχητὴ νὰ ξεκουράζει…

Τὸν δαμαστὴ τῶν ἵππων πῶς τὸν δάμασες
–τραχιὰ καὶ τρυφερότατη ἱππεία–
ἡ Σιωπηλὴ ἀπ’ τοῦ Ἔρωτα τὶς Ἄνασσες,
ἡ Ἀνέγνωρη, ποὺ ἁγνεία καὶ λαγνεία
ταίριασες στοῦ ἱμέρου σου τὶς θάλασσες
στὴν τρομερὴ δοσμένη ἱππομανία.

Κορμιῶν ἀνεπανάληπτο ἰδίωμα·
κορύφωση τοῦ ἱπποδάμειου μόγου
κενταύρισσας ὑπέρτατο ὁμοίωμα,
ὁρμὴ ἐπικὴ τοῦ ἱππικοῦ σου λόγου –
τοῦ ἀνδροφόνου εἶσαι τὸ τελείωμα
κι ἡ ἔκρηξη τῆς τίγρης καὶ τοῦ ἀλόγου.

Δυὸ ζώων πῶς ἀκούγονται τὰ φθέγματα
κι ἀπὸ τὸν ὠθισμὸ πῶς θάλλει ὁ κῆπος
καὶ μπρὸς στοῦ κόσμου ἔκπληκτου τὰ βλέμματα,
ἰδού, γεννιέται ἡ ἱππαστί –ὁ νέος τύπος–
καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἀπ’ ὅλα τὰ συμπλέγματα –
Ἐσὺ κι ὁ μελανὸς Ἑκτόρειος Ἵππος.

~.~

(Σονέτα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Versus II

Τοὺς στίχους μου φαρδιά-πλατιὰ ὑπογράφω
μὲ τὸ χαλκοὺν δισύλλαβο ὄνομά μου·
κι ἔτσι ὅπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
τὸ αἷμα μου, τοὺς μύς, τὰ σωθικά μου,
μὲ χρώματα πολεμικὰ μὲ βάφω
καὶ μονομάχος στέκω ἐπὶ τῆς ἄμμου.
Σὲ πολεμῶ καὶ ὁδεύω πρὸς τὸν τάφο,
μικρὴ Ἐποχὴ κι ὅμως μεγάλη ἐχθρά μου,
δοσμένος στὴ σκληρὴ χειρωναξία
τοῦ στίχου μου. Ὁ στίχος μου καὶ πράξη.
Παρὰ τὴν τρομερὴ αἱματοχυσία,
κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν θ’ ἀλλάξει.
Κι ἂς ἔρθει ὅποιος θέλει νὰ μὲ κρίνει.
Γιὰ τὴ σφαγὴ παίρνω τὴν πᾶσα εὐθύνη.

~.~
 
Nel mezzo del cammin

Τί ἔκανα λοιπὸν γιὰ τὸν Θεό μου;
Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνω.
Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς πῶς ξεπληρώνω
σὲ ζωντανοὺς καὶ σὲ νεκρούς; Ἐπ’ ὤμου
πῆρα ποτὲ κανέναν ξένο πόνο;
Παρέδωσε ποτὲ τὸν ἑαυτό μου,
λυτρώνοντας τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ τὸν χρόνο,
σὲ κάτι τὸ ὑψηλό; Ἐδῶ στοῦ δρόμου
τὸ μέσον πιὰ ποὺ βρίσκομαι ποιά πράξη
μπορῶ μὲ περηφάνια νὰ ὑπογράψω;
Τέφρα, σκιὰ καὶ κόνις ὅπου ψάξω.
Στ’ ἀκάθαρτα, ζωή, σ’ ἔχω πετάξει.
Λιποβαρὴς κι ἀμείλικτο τὸ ζύγι
στοῦ μηδενὸς τὸ στόμα ποὺ ὅλο ἀνοίγει.

~.~
 
Ξυλογλύπτες Ι

Σὰν τοὺς ἀκούραστους παλιοὺς ἐργάτες,
τοὺς ταπεινοὺς μὰ τίμιους ξυλογλύπτες
ποὺ ὑπηρετοῦσαν Καίσαρες καὶ Πάπες
φτιάχνοντας τέμπλα, ἐκκλησιὲς καὶ κρύπτες,
ἀγόγγυστα δουλεύουμε τὸν Στίχο
γνωρίζοντας πὼς τὸ μικρὸ ὄνομά μας,
ὅπως κι ἂν μνημειώνουμε τὸν ἦχο
τῆς πάλλουσας καὶ φλογερῆς καρδιᾶς μας,
δὲν θὰ καταγραφεῖ στὶς Ἱστορίες.
Ἀνώνυμοι κι ἐμεῖς καθὼς ἐκεῖνοι,
πνιγμένοι ἀπὸ μυριάδες τυραννίες,
θὰ μείνουμε, ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ μείνει
οὔτε τὸ ἔργο μας, χιλιετίες…
Μαζὶ μὲ μᾶς θὰ λιώσει στὸ καμίνι.

~.~
 
F-22 Raptor

Οὐράνιο τέρας ἀπὸ σίδερο καὶ ἀτσάλι,
ἀνθρώπου σύμμειξη καὶ μηχανῆς,
πάνοπλη σκέψη ξεπηδᾶς ἀπ’ τὸ κεφάλι
τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς.
Προένταση μετάλλων, πόση βία
αἰθέρων, τῆς μετάκαυσης σεισμός,
ποίηση τῶν καιρῶν, τεχνολογία,
κι ὁ ἐξαίσιος τῆς κόμπρας ἐλιγμός.
Τὰ g σ’ ὅλο τὸ σῶμα, οἱ ὑπερπτήσεις,
ἀόρατο εἰκοσάτονο τσιτάχ,
στὶς τρομερὲς καθέτους σου ἐφορμήσεις
τὰ 2,5 ἀγγίζεις Mach,
τῶν οὐρανῶν ἀδιαμφισβήτητε ἄκτορ,
Ἅρπυια, F-22 Raptor.

~.~

(Versus, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2019)

1. Δῶσε μου χρόνο

Ὢ δῶσε, Κύριε, νὰ φτάσω στὰ ὀγδόντα
μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου ἀκέριο,
κι ἐγὼ ναὸ θὰ Σοῦ πυργώσω στέριο
ποὺ θὰ δοξάζει καὶ θὰ ὑμνεῖ πάντα τὰ ὄντα.

Ἂν ὄχι, εὐδόκησε νὰ φτάσω στὰ ἑξήντα,
κι ὁρκίζομαι πὼς θά ‘χω ὣς τότε χτίσει
κάστρο τρανὸ μὲς στὴν τρανή Σου φύση
καὶ μὲ τὸ αἷμα μου βαμμένο ἀντὶ γιὰ τίντα.

Κι ἂν ὄχι, κάνε μὲ νὰ φτάσω στὰ σαράντα,
κι ἂς ἀρκεστεῖς σὲ τοῦτον τὸν πυργίσκο
ποὺ ἔχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στὸν μισοτελειωμένο αὐτὸν ναΐσκο
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει θ’ ἀναγνώσει
τὴν πυρωμένη τὴν σφραγίδα Σου – γιὰ πάντα.


Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Ελένη Χαϊμάνη, Οι ποιητές της κρίσης

Οι ποιητές της κρίσης

Κάμποσα χρόνια διεύθυνση δεν είχαμε ποτές
στιχάκια, μόνο, γράψαμε στην εποχή της κρίσης,
άξιοι παίχτες της ζωής, αφού κι οι αρπαχτές
ομόρριζες μάς δίνανε τις ηδονές της χρήσης∙

μας ξελόγιασαν οι μορφές που βλέπαμε στην ύλη
σκαρώνοντας τους στίχους μας, πάντοτε prima vista,
σε ό,τι είπαμε, λοιπόν, σαφώς θα πουν κι οι φίλοι:
απ’ όλα αυτά που έγραψες, πάρ’ τα μισά και σβήσ’ τα!

Πώς μόνιασαν τα βλέμματα μ’ αυτά της οροφής:
― Θα πάς αύριο για δουλειά; Θα σηκωθείς να λάμψεις;
και έπεφτεν απάνω μας, μιας θλίψης μας κρυφής,
το κάλεσμα, σαν τη βρισιά: Οι ποιητές της κάμψης!

Κι αν είν’ η τύχη και για μας ίδια με του Φιλύρα,
αν είναι μοίρα της ζωής όπως του Καρυωτάκη,
θα μαραζώσουμε κι εμείς απ’ του τρελού την ψείρα;
― Σήκω, τράβηξε για δουλειά, μικρό μου εμποράκι!

Όμως τις ώρες τις βαριές που σταματάν οι ήχοι,
π’ όλη τη μέρα ήμασταν, σαν την ανεμοδούρα
από το πάλεμα του νου, ακέραιοι βγαίναν στίχοι
και φάνταζαν τόσο πολύ ίδια καρικατούρα

παραμορφώνοντας καλά την πίκρα μας, σε γέλιο
στραβοί, κουτσοί να τρέχουμε, παιδί κυνηγημένο,
ώς να πιαστεί η ανάσα μας το βάζαμε θεμέλιο
σαν άθεοι που μπήκανε σε τόπο… ευλογημένο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |44. Θεοδόσης Βολκώφ (Ι)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

angel_guardian_810_500_75_s_c1

(Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2004)

VII

Πολεμιστὴς ἀρχαίων καιρῶν σὲ κοίταζα,
Κιμμέριος βασιλιάς, πρόμαχος Σκύθης
κι ἀγρίμι τῆς ζωῆς, γιὸς τῆς φωτιᾶς,
τσακίζω μὲς στὰ χέρια σου τὸ κύπελλο τῆς λήθης.
Δὲς τὴν αὐγή, δὲς τὸ σπαθὶ καὶ δὲς τὴ νίκη.
Δὲ σοῦ ταιριάζει μιὰ ζωὴ τῆς λησμονιᾶς
δὲ σοῦ ταιριάζει ἐσένα, Ἐλεύθερη, μιὰ τέτοια καταδίκη
ποὺ σὰν ντροπὴ μολεύει τὴ μορφή σου.
Εἶναι κατάρα τῆς ζωῆς ἡ λήθη. Σ’ ἀγαπῶ. Θυμήσου.

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται
κι ἐκεῖνος ποὺ θυμώνει
κι εἶναι γιὰ σένα ὅλες μου οἱ ζωές,
γιὰ σένα εἶν’ οἱ πληγές, γιὰ σένα οἱ πόνοι,
γιὰ σένα ὅλοι οἱ θάνατοι καὶ οἱ νίκες,
πολεμιστὴ μὲ γνώρισες, πολεμιστὴ μὲ βρῆκες
γιὰ τὸ κορμί, γιὰ τὸ φιλί σου,
γιὰ σένα οἱ μάχες τῆς ἀβύσσου,
γιὰ σένα κάτι μέσα μου ξεσπᾶ
κι ἀστράφτει καὶ θυμώνει,
γιὰ σένα γήινη τῶν πόθων μου Θεά!
Καὶ ὅλα τ’ ἄλλα – σκόνη…

~.~

XVII

Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας
ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα,
μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο,
φτιαγμένος μὲ πηλὸ
καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε
τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα,
πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο
ζητοῦσα τὸ νερό.
Καὶ γύριζα τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες,
Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας
καὶ Μάχες μυστικὲς
καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς
καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν
καὶ γέμισαν ρωγμές.
Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος
ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο
καὶ τὰ κομμάτια μάζευα
θνητὸς στοχαστικὸς
κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ»
καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο
κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς
δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός».
Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες
κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες,
δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου
καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιᾶς
τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε
καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη.
Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα
βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου
καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή,
ζωὴ ἁλυσοδέτρα,
νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη
ἀπὸ τὸ χαλαστή μου
κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου
καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα.
Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τὰ τέρατα,
πατέρες οἰ σεισμοί,
βαθιὲς θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες
καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου
καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή!
Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο
θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ
καὶ στάχτη καὶ καπνιά,
ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου
κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου»,
μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα,
τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν
μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς
«ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς
καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες,
γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες
κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές».
Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου,
ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα,
ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ,
κι εἶπε σὲ μένα  –μαχητὴς
ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα–
τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς
τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ:
«Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος
κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι
κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς
θὰ σὲ βυθίσω πάλι
δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς
κι ἡ Μάχη τελειωμό».

~.~

f36c8d7cbee64cd976b42a958d8b5cad

(Γιουβενάλης, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just

Ἀπ’ τοῦ Θυμοῦ τὸ πυρωμένο ἀγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι ἔτσι τράβα
σὲ ὅσα ἡ Ποίηση ἀποφεύγει μέρη

στὸ τρυφερὸ καὶ στὸ δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Νὰ καῖς· ἐδῶ μὲ πάγο, ἐκεῖ μὲ λάβα.

Στῆς Ἱστορίας τ’ ἄγριο χωνευτήρι
διάλεξε τὸ πεδίο σου καὶ στήσου
ὀρθὸς μέσα στὸ ψύχος καὶ στὴν πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τὴ θέση σου κι ὁπλίσου.
Μεριὰ ἀπόψε, Στίχε, θὰ διαλέξεις,
θὰ ὁρίσεις, ἐπιτέλους, ποιά ἡ Γῆ σου

καὶ σύσσωμος θὰ τὴνε διαφεντέψεις.
Τὴ Διψασμένη μ’ αἷμα θὰ ποτίσεις,
τὴν κλίμακα τῶν πόνων θὰ διατρέξεις,

μὰ δὲν θὰ σπάσεις ὅσο κι ἂν λυγίσεις.
Στοῦ πλήθους τὴν ψυχή, Στίχε, βυθίσου
καὶ πιὲς καὶ λούσου ἐκεῖ ὣς νὰ μεθύσεις.

Κι ὡστόσο πάλι Ἐλεύθερος κρατήσου
μὲ μάτι γερακίσιο γιὰ νὰ κρίνεις
τὶς πράξεις καὶ τὴν πράξη τὴ δική σου.

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κόβε ὅταν λύνεις
δὲν εἶναι οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα·
νὰ καῖς, σὰν πρέπει, καὶ ἂν ὄχι, νὰ σβήνεις.

Ὅπως καὶ νά ‘χει ὡστόσο, ἐμπρὸς προχῶρα.
Πάτα μὲ ὁπλὲς καὶ χτύπα μὲ τσεκούρια·
κι ἂν πρέπει, κάψε ὁλάκερη τὴ χώρα

καὶ μὴν σκεφτεῖς τὰ ἐνάντια καὶ τὰ οὔρια.
Ξεχέρσωσε ὅ,τι εἶναι νὰ ἐκχερσώσεις
γιὰ νὰ φανεῖ στὴ γῆ μιὰ Γῆ καινούργια

καὶ χαλυβδώσου, ἂν θὲς νὰ χαλυβδώσεις.
Θὐμωσες, Στίχε. Δὲν ἀρκεῖ. Ὀργίσου. –
Καὶ σκότωσε, ἂν πρέπει νὰ σκοτώσεις.

Τράχυνε στὴν Ἀνάγκη τὸ κορμί σου
καὶ νεῦρα καὶ μυῶνες ὅλος δείξου,
τὴν ἴδια σου ψυχή, ἂν πρέπει, ἀρνήσου

κι ἕνας ἐνάντια σ’ ὅλους μόνος ρίξου·
φτάσε στὰ ἔσχατα τὸν Ἑαυτό σου,
στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὸ αἷμα πνίξου·

ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα φορτώσου
καὶ γίνε Τρόμος – ἔτσι θυσιάσου·
ἂν πρέπει, καὶ αὐτό – ἀποκτηνώσου.

Ἡ Ἀνάγκη, ἐρωμένη καὶ θεά σου,
στὸ σχῆμα μιᾶς ἀόρατης στεφάνης
θὰ σώζει ἀλλοῦ τὴν ἀθωότητά σου.

Ἂν θὲς νὰ ζήσεις, πρέπει νὰ πεθάνεις.

~.~

IV

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τῆς κάθε νύχτας σκοτεινὴ Κυρά μου,
κάθε ἴνα τοῦ κορμιοῦ μου σὲ καλεῖ,
τὴ μήτρα σου γυρεύουν τὰ παιδιά μου.
Σάρκα ποὺ ἰδέα σὲ, Ἐσὺ
πηγὴ στερνὴ καὶ πρώτη τοῦ Ἔρωτά μου,
νὰ σὲ κοιμᾶμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ἐλπίδα· θλίψη καὶ χαρά μου.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τὴν ὀμορφιά σου πιὰ ποιός διακρίνει…
Τώρα ποὺ ἀδειάζει κι ὅλο ἀδειάζει ἡ Γῆ
τὴ γύμνια μου ἡ σάρκα σου θὰ ντύνει.
Σὲ σένα μόνον δέεται ἡ Ψυχή,
μεστώνει ἀργὰ καὶ μὲ τὸ ξίφος λύνει
τὰ αἰνίγματα ποὺ θέτει ἡ Ἐποχή·
τὴ βλέπει, τὴ ζυγίζει καὶ τὴν κρίνει.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
διῶξε ἀπὸ πάνω μου ὅλες τὶς καμπύλες
καὶ σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
νὰ μὲ μισοῦν οἱ σκύλοι καὶ οἱ σκύλες
ποὺ μόνο τρῶν καὶ καβαλιοῦνται, Ὀργή·
καὶ λεγεῶνες κάνε με καὶ ἴλες·
τὸν ἕναν πλήθυνέ τον πάλι, Ἐσύ,
καὶ στῆσε τὸν Κριὸ μπροστὰ στὶς Πύλες.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
στὰ πόδια σου τὸν βίο μου ἀποθέτω·
τὸ σῶμα προσφορὰ καὶ προσευχὴ
ἡ Γλώσσα πού, Ὀργή, σοῦ καταθέτω.
Εἶσαι ἡ Ἀνἀγκη. Κάλπασε γοργή.
Ἔσο ἡ Φωνή. Τὸ στόμα μου ἀπελθέτω…
Καὶ ὑποψάλλω – Ὀργή, Ὀργή, Ὀργή –
Ὀργή – ἡ Βασιλεία σου ἐλθέτω.

~.~

1-angelus-novus-paul-klee

(Missa Brevis, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

Ἀφροδίτη Οὐρανία

Σὰν ἔρθει ἡ ὥρα Ἀφροδίτη Οὐρανία
ν’ ἀριθμηθῶ κι ἐγὼ μὲς στοὺς πιστούς σου
δὲν θέλω οἱ ποὺ ἀγάπησα νὰ μεσιτεύσουν
μήτε κι οἱ ποὺ μ’ ἀγάπησαν αὐτές

παρὰ οἱ δυσαρίθμητες κι ἀνέγνωρες γυναῖκες
ποὺ δρόμους γνώριμους ἀφήνοντας
–καὶ δίχως ν’ ἀνταλλάξουμε μιλιά–
φορὲς ἀμέτρητες ἐπῆρα στὸ κατόπι.

~.~

Γυμνή

Τοῦ γλύπτη Χρήστου Γεωργίου

Θὰ σοῦ δειχτῶ γυμνή. Κάθε γραμμὴ θὰ δεῖς κάθε καμπύλη
κι αὐτὰ ποὺ μόνο ἐσύ –γνωρίζω– τὰ μαντεύεις
καὶ στὴ φωτιὰ κι ὅπως ποτέ σου πρὶν δὲν ἔπιασες τὴ σμίλη
θ’ ἀρχίσεις γρήγορα καὶ ἄγρια νὰ λαξεύεις.

Ἀπ’ τὰ κοινὰ κι ἀδύναμα κουράστηκα τὰ χάδια,
τὸ πύρινο νὰ τυλιχτεῖ ζητᾶ ἡ σάρκα μου ὄνειρό σου
κι αὐτὸ τὸ βράδυ ποὺ κρατᾶ βαθιά του ὅλα τὰ βράδια
θέλει τὸν μπροῦντζο σου καὶ τὸ πεντελικὸ τὸ μάρμαρό σου.

~.~

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα,
καὶ ποὺ ἂν τοὺς φωνάξεις, λές, θὰ κοκκινίσεις·
«Κάνε, ζητᾶς, λιγότερο πυρὸ τὸ χρῶμα
ἐκτεθειμένο τὸ κορμί μου μὴν ἀφήσεις»

»Ὑπάρχει κάτι ἐκεῖ ποὺ καίει καὶ ξεσχίζει,
κάτι ποὺ θά ‘θελα γοργὰ νὰ τὸ ξεχάσω·
κάτι σὰν τέρας ποὺ κινεῖται καὶ μουγκρίζει…
Τοὺς στίχους σου ψιθυριστὰ θὰ τοὺς διαβάσω».

(Τοὺς στίχους μου δὲν τοὺς ἀντέχουνε τὰ χείλη;
Νὰ τοὺς φωνάξει δὲν τολμᾶ κανένα στόμα;
Εὐλογημένη νύχτα ἐσύ, ἀκριβή μου φίλη,
τὰ ψιθυρίσματα δὲν τὰ ἔμαθα ἀκόμα.)

Καὶ νὰ τοὺς ψιθυρίσεις ὅμως  – δὲν ἀλλάζει
τίποτα· ἐτοῦτο τὸ κορμί δὲν παίρνει ντῦμα·
λύκος ὁ ἄνεμος ἐκεῖ πάντα θὰ οὐρλιάζει
καὶ πάντα πύρινο θὰ ὑψώνεται τὸ κῦμα.

~.~

Αἰδοῖον ἀΐδιον

Δεύτερο στόμα, τρομερότερο τοῦ πρώτου –
μὲ τ’ ἀνδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μὲς στὶς συσπάσεις σου μὲ εἶχες ἀναγγείλει.
Γεννᾶς τὸν ἄντρα καὶ δηλοῖς τὸν θάνατό του.
Ἡ γλώσσα σου δὲν φτιάχτηκε ἀπὸ λέξεις·
θάλασσα ποὺ ἁρμύρα ξεχειλίζεις,
ποὺ μὲ καλεῖς, ποὺ μοῦ μιλᾶς κι ἀναβαπτίζεις
τὸ πνεῦμα μου, τὸ σῶμα ἂν ἐπιλέξεις.

Θήρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
ἄβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
ἔμμονη σκέψη καὶ βούληση ἐσχάτη
ἡ ὑποπόρφυρη θαμνώδης σου ἀγκάλη.
Ἰδέα σάρκινη, σκοπὲ τῆς κάθε πράξης,
τῶν τρόπων ὅλων τὸ αἰώνιο θέμα,
ποτάμιο πρὸς ἐσένα ρέει τὸ αἷμα
ζωὴ καὶ θάνατο μαζὶ γιὰ νὰ διδάξεις.

Καταγωγή μου ποὺ σὲ σένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ὁ σκύμνος
ἐγώ – κι ὁ πίδακας τοῦ σπέρματος ὁ ὕμνος,
ἡ προσευχή κι ὁ ὅρκος ποὺ σοῦ δίνω.
Κόρη τοῦ Χρόνου ἀρχαιότερη ἀπ’ τὸν Χρόνο,
χαλκέντερη αἰώνια αἰώνων μήτρα,
τὴ μόνη μου λευκότητα γιὰ λύτρα
ὅσο ὁ ταῦρος μου βαστᾶ θὰ σοῦ πληρώνω.

~.~

Μαῦρος ἄγγελος

Τὸ σῶμα ἀναζητᾶ τὴν καίρια λέξη,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ τὸ συνέχει,
τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ν’ ἀντέξει,
αὐτὸ ποὺ ἐντός του φέρει μὰ ποὺ ἀπέχει.

Σῶμα νεκρό –κι ἡ Γλώσσα δὲν θὰ στέρξει–,
κατέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν κατέχει,
στὴν ἀνδροφόνο ἀφέθηκε πιὰ ἕλξη
καὶ ζωντανὸ τοῦ ὀλέθρου του μετέχει.

Μαῦρε Ἄγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι ἀργὰ ἢ γοργὰ στὸν Θάνατο τὸν Ἕνα
μὲ σέρνεις, μὲ ὁδηγεῖς· μὲ ματαιώνεις·

φωνῆεν ἢ σύμφωνο τοῦ λόγου μου κανένα
δὲν μοῦ ἀφήνεις νὰ ἱστορήσω τὴ ζωή μου…
Βουβὴ ἀποβαίνεις, Γλώσσα μου καὶ Γῆ μου.



Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ