Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Ανεμόεσσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στρατόκαυλοι όλων των χωρών, γαμηθείτε!

Όταν πήρα το απολυτήριο – επιτέλους – με ρώτησε ο διοικητής πώς πέρασα στον στρατό. Γύρισε το μάτι μου ανάποδα, βράχνιασε η φωνή μου καθώς απάνταγα:

«Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας! Καταντήσατε την σημαία μουνόπανο! Αν γινόταν πόλεμος, δεν θα πυροβολούσα τους εχθρούς αλλά τους αξιωματικούς μου!»

Αυτός χαμογέλασε με κατανόηση και είπε:

«Η Ελλάδα δεν είμαστε εμείς, παιδί μου! Είναι η μάνα σου, το σπίτι σου, το αλώνι του χωριού σου που έπαιζες μικρός».

~.~

Απ’ το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων Κορίνθου, έφτασα στην Λήμνο στις δεκατρείς Γενάρη. Γρουσούζικη μέρα. Χαράματα, με χιονόνερο. Ύστερα από είκοσι τρεις ώρες ταξίδι, πιάσαμε λιμάνι. Πάνωθέ μας ο φαλακρός λόφος με το κάστρο της Μύρινας. Ένα μέρος απόκοσμο και ηφαιστειογενές. Λήμνος: η αρχαία Πυρόεσσα ή Ανεμόεσσα ή Αιθάλεια ή Δίπολις ή Σταλημένη ή Αμπελόεσσα ή Σιντηίς ή Υψιπύλεια ή Κρανίου Τόπος, όπως θα ταίριαζε στην περίπτωσή μας.

Οι φήμες οργίαζαν για το διαολόνησο: τάγματα ανεπιθύμητων, άτεγκτοι αξιωματικοί, αυτοκτονίες στην σκοπιά, κόψιμο φλεβών με ξιφολόγχη, αναβολές και τρελόχαρτα…

Τα στρατιωτικά φορτηγά – τα ονομαζόμενα REO – περίμεναν στην σειρά σαν χακί νεκροφόρες, να μεταφέρουν τα σκοτωμένα απ’ την κούραση και την αϋπνία κορμιά μας. Αφού μας χωρίσανε σαν πρόβατα, μέσα σε φωνές, σφυρίγματα και βρισιές, μας τσουβάλιασαν στις καρότσες κι αρχινήσαμε ν’ ανηφορίζουμε…

Κάποτε, φτάσαμε στην σφηκοφωλιά του στρατοπέδου. Ένα κοπάδι γλάρων τσακώνονταν μ’ ένα τσούρμο κοράκια για το ποιο θα πρωτοφάει απ’ τα σκουπίδια. Ο αέρας σ’ έπαιρνε και σε σήκωνε, κατέβαζε απ’ το βουνό μεγάλες μπάλες από ξεριζωμένα αγκάθια και τις έπαιζε κλοτσοσκούφι. Δεν λεγόταν τυχαία η Λήμνος αρχαιόθεν Ανεμόεσσα, ούτε βγήκε στον βρόντο ο αστεϊσμός πως το ψηλότερο δέντρο της είναι το ραδίκι. (περισσότερα…)

Εργοστάσιο τενεκέδων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Η ζωή είναι ο εφιάλτης των ονείρων μας.

Το να χάνεις την δουλειά σου, είναι σαν να χάνεις την ζωή σου. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν ξέρεις αν υπάρχει άλλη. Κι αν υπάρχει, δεν ξέρεις αν είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη.

Το να ξεμένεις από δουλειά στην Αθήνα, είναι σαν να κολυμπάς με αλιγάτορα σε πισίνα. Και το να ψάχνεις για δουλειά, είναι «σαν να ρίχνεις ένα ροδοπέταλο στο Γκραντ Κάνυον και να περιμένεις ν’ ακουστεί ο αντίκτυπός του».

Όταν έχασα την δουλειά μου, φράκαρε η πόρτα απ’ τους λογαριασμούς, άδειασε το ψυγείο, δυο-τρία τσιγάρα στο πακέτο, η μηχανή στην ρεζέρβα και πήρα τους δρόμους ποδαράτο…

Έλειωσα σόλες. Χτύπησα πόρτες, «έφαγα πόρτα». Πείνασα, δίψασα, νύσταξα. Κοιμήθηκα σε λεωφορεία, σε τρόλεϊ, σε παγκάκια.

Κατέληξα σ’ ένα εργοστάσιο τενεκέδων στην Ιερά Οδό. Ούτε Ιερά μου φάνηκε ούτε Οδός όπως την περιγράφει ο Σικελιανός. Ένας κωλόδρομος πηγμένος στ’ αμάξια ήτανε, πυρακτωμένη άσφαλτος, και τα πόδια μου γεμάτα φουσκάλες και ξεπετσαλιασμένα δάχτυλα. (περισσότερα…)

Χριστούγεννα με τον Ωνάση

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ E. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Δύσκολα τα έφερνα βόλτα τις μέρες εκείνες. Βουνό οι λογαριασμοί. Τα μετρητά εξανεμίστηκαν. Έσπασα και τον κουμπαρά, βούλωσα κάτι τρύπες. Έμεινα ρέστος. Πήρα την κάρτα και κατέβηκα στο Νυδρί για να την στραγγίξω.

Πέρασα απ’ το λιμάνι. Παγωνιά. Οι λιγοστές ψαρόβαρκες αραγμένες πλάι-πλάι, λες κι ήθελαν να ζεσταθούν. Η χερσόνησος της Αγίας Κυριακής σαν στοργικός βραχίονας που προφύλασσε το φωτισμένο εκκλησάκι απ’ τα κύματα. Η Μαδουρή του Βαλαωρίτη χαλκοπράσινη, με τα παράθυρα του παλαιού αρχοντικού κατασκότεινα, σαν μάτια προϊστορικού κρανίου. Το ορειχάλκινο  άγαλμα του Ωνάση, φρεσκοπλυμένο απ’ την βροχή, γυάλιζε σαν να ’ταν από χρυσάφι. Κάτω απ’ τα χοντρά γυαλιά του, ατένιζε με άδειο βλέμμα το πέλαγος της ματαιότητας.

Τ’ αμέτρητα χρήματά του δεν μπόρεσαν να κρατήσουν στην ζωή τον αγαπημένο του γιο, Αλέξανδρο. Οι δημοσιογράφοι χύμηξαν σαν κοράκια. Αυτός απαντά: «Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από έναν πατέρα που έχασε το παιδί του». Κατόπιν, η υγεία του κλονίστηκε. Η μυασθένεια άρχισε να προσβάλλει το νευρικό του σύστημα. Μια αρρώστια σπάνια, που δεν έδινε καμιά ελπίδα σωτηρίας. Τα τσίνορά του μάδησαν. Κυκλοφορούσε με τσιρότα κολλημένα στα βλέφαρα για να μπορεί να κρατάει τα μάτια του ανοιχτά. Δυο χρόνια μετά, πήγε να συναντήσει τον Αλέξανδρο. Η κόρη του, Χριστίνα, ύστερα από τέσσερις αποτυχημένους γάμους, έγινε η πιο δυστυχισμένη πλούσια γυναίκα του κόσμου. Δίπλα στην μπανιέρα της, όπου βρέθηκε νεκρή, υπήρχαν φιαλίδια με βαρβιτουρικά. Ήταν τριάντα επτά μόνον χρονών. Οι τάφοι τους κείτονται στο μικρό παρεκκλήσι του Σκορπιού. Τους σκεπάζει και τους τρεις, όπως και τον φτωχότερο του κόσμου, χώμα – όχι χρυσόσκονη! (περισσότερα…)

Στη διαπασών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Από παιδί είχε μανία με την ησυχία. Μωρέ και τρίχα να ’πεφτε στο πάτωμα θα την άκουγε. Μια νύχτα μάτι δεν έκλεισε, γιατί δεν τον άφηνε η καρδιά του που χτυπούσε! Οι ωτασπίδες πρώτα στο πορτοφόλι, τα προφυλακτικά μετά. Κι απορούσαν οι πάντες, έτσι που τον τρέλαιναν οι θόρυβοι, πώς ζουρλαίνονταν για το κυνήγι. «Μπαμ» και «μπουμ» όλη μέρα δεν του σπάνε τα τύμπανα; Δεν του τσιτώνουν τα νεύρα;

Εκείνη την Κυριακή είχαν γλέντι στον περιφερειακό. Οι γύφτοι πάλι έκαιγαν το πελεκούδι. Ξεκίναγαν απ’ το γιόμα και το τράβαγαν ως το συρίπωμα. Πήγαινε το σκυλοκλάρινο σύγνεφο. Η ένταση στην διαπασών. Τα ντεσιμπέλ στο κόκκινο.

Δυο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του το νταβαντούρι, αλλά ήταν σαν να βάραγαν τα κλαπατσίμπαλα στ’ αυτιά του. Συνήθως έλειπε στο κυνήγι, και γυρνούσε όσο αργότερα μπορούσε για να γλυτώσει το ντίρι-ντίρι. Σήμερα, όμως, είχε ένα πόνο στην μέση από κάτι ξύλα που έκοψε χτες, και δεν πήγε να κόψει την ανάσα από καμιά κύκλα.

Προσπάθησε να το αντιμετωπίσει με ψυχραιμία. Κλειδαμπαρώθηκε μέσα. Διπλά τζάμια, τρίδιπλα στην κάμαρή του, αλλά πάπαλα! Το στρίγκλισμα των κλαρίνων κοντά. Τόσο κοντά, που νόμιζε πως αν κλείσει τα μάτια θα χόρευαν οι γυφτοπούλες τσιφτετέλι στα βλέφαρά του. Δοκίμασε τις ωτασπίδες. Λίγο καλύτερα, όμως το «ντάπα-ντούπα» εξακολουθούσε, υπόκωφο, ύπουλο, σαλιάρικο, σαν φίδι που έρπει στους κοχλίες των αυτιών του. (περισσότερα…)

Ο άγγελος των βροχών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την θητεία μου στο Πολεμικό Ναυτικό, είχα την Τιμή να υπηρετήσω υπό τας διαταγάς ενός αληθινού ευπατρίδη, του πλωτάρχη Δημήτρη Ντούλια. Αξιωματικός βαθιά καλλιεργημένος. Φιλόπατρις, με την ευγενέστερη αντίληψη περί ιδεωδών και ελληνισμού. Καταγίνονταν μάλιστα και με την φιλολογία.

Έπεσε στην αντίληψή του μια συλλογή διηγημάτων μου και με φώναξε στο γραφείο του. Από τότε γίναμε σχεδόν φίλοι. Όποτε βρισκόμαστε, ξεκίναγε με το στερεότυπο: «Τι καινούργιο έχεις να μου διηγηθείς;» Κι εγώ ξεσκόνιζα την μνήμη μου και του αράδιαζα παραμύθια, ιστορίες και θρύλους του νησιού μου. Έβαζα και λίγο αλατοπίπερο και περίμενα την εντύπωση που του έκαναν.

Εκείνος άναβε την πίπα του, μισόκλεινε τα μάτια και ταξίδευε ανάμεσα στους καπνούς, λες και διάβαινε με το καράβι του μέσ’ απ’ την ομίχλη. Πού και πού διέκοπτε την αφήγηση για να κάνει μια παρατήρηση, όπως θα έδειχνε έναν ύφαλο στον υποπλοίαρχο. Ενίοτε θαύμαζε με το στόμα ορθάνοιχτο, καθώς θα ’κανε σε μια πετυχημένη βολή του κανονιού ή βλέποντας, κατά την πλοήγηση, στον νυχτερινό ουρανό τον Πολικό Αστέρα, που από οποιοδήποτε σημείο κι αν τον παρατηρήσεις δείχνει πάντοτε τον πραγματικό Βορρά.

Όπως κάθε φορά, έτσι κι αυτή, αφού με κάλεσε στο γραφείο του εκείνη την μέρα και μ’ έβαλε να καθίσω στην δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του,  κερνώντας με τσάι του βουνού και κουλουράκια γλυκάνισου, με ρώτησε: (περισσότερα…)

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες

*
Βρε, άντε παγκοσμιοποιηθείτε!

Αφήνεις πονηρό γελάκι
όταν ακούς για Κασσελάκη,
αγαπητέ μου ποιητή!
Άει αμερικανοποιήσου,
mister! Fuck off! «Άντε γαμήσου!»
για να στο πω κι ελληνιστί.

Όταν Παγκόσμιους διαλαλούσες
Διαγωνισμούς Ποίησης, ζούσες
Όνειρο Αμερικανικό:
fast food ποιήματα στο blender,
όλοι μαζί και all together –
το ξένο είναι πιο γλυκό!

Μα πιο γλυκό είναι το μουνάκι
που έγινες, στο κασελάκι
σου έχεις δυο λογιών κρασί:
το ’να ξινό – αυτό που είσαι –
τ’ άλλο γλυκό, σαν προσποιείσαι
εκείνον που δεν είσαι εσύ.

Με το fair play όλοι είν’ ωραίοι,
με το yes men – αλά USA –
χτίζουν καριέρα τα σκατά.
Καθείς αφήνει την κλανιά του
κι ύστερα ανοίγει τα κανιά του:
γυρνάει κώλο να πάει μπροστά.

Απανταχού ποιητές Λαλάκηδες,
άντε γινείτε Κασσελάκηδες –
τι κόμματα τι σωματεία!
Δεν είμαι εγώ που κάνω πλάκα
μα ο καπιταλισμός, μαλάκα,
που τα ’χει κάνει όλα αστεία.

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες
ένα και το αυτό, ρε μάγκα!
Τράβα με τους σαχλαμαράκηδες
ειδάλλως σ’ έφαγε η μαρμάγκα.

Μην πάρετε την νέα ταυτότητα
– με τσιπ ή με χωρίς τσιπάκι –
πάνω αν δεν γράφει «υπηκοότητα:
κορόιδο κι Αμερικανάκι».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
22.9.2023

*

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Βιάννος

*

Το Ολοκαύτωμα (ή Σφαγή) της Βιάννου αναφέρεται στις μαζικές εκτελέσεις κατοίκων και καταστροφές πάνω από 20 χωριών στις περιοχές της Βιάννου και της Ιεράπετρας στο νησί της Κρήτης από Γερμανούς Ναζί κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η διαταγή που δόθηκε ήταν η εξής: «Καταστρέψατε την επαρχία Βιάννου. Εκτελέσατε πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες που είναι πάνω από 16 ετών καθώς και όλους όσοι συλλαμβάνονται στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Την Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 1943, ημέρα του Τιμίου Σταυρού, έβαλαν φωτιά στον Πεύκο και την Σύμη. Ταυτόχρονα επιδόθηκαν σε μαζικές εκτελέσεις, λεηλασίες, βανδαλισμούς και κατεδαφίσεις στα υπόλοιπα χωριά: Κεφαλοβρύσι, Κάτω Σύμη, Αμιράς, Πεύκος, Βαχός, Άγιος Βασίλειος, Άνω Βιάννος, Συκολόγος, Κρεββατάς, Καλάμι, Λουτράκι της Βιάννου, Μύρτος, Γδόχια, Ρίζα, Μουρνιές, Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς – Μεταξοχώρι. Οι εκτελέσεις, που πραγματοποιήθηκαν από μονάδες της Βέρμαχτ, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσουν την ζωή τους καταγεγραμμένα 461 άτομα, μεταξύ αυτών έγκυες και ανάπηροι, ενώ υποστηρίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά τους 500. Οι εκτελέσεις διατάχτηκαν από τον στρατηγό Φρίντριχ-Βίλχελμ Μύλλερ, που έμεινε γνωστός και ως ο Σφαγέας της Κρήτης, σαν αντίποινα για δράσεις της Κρητικής Αντίστασης. Το Ολοκαύτωμα της Βιάννου θεωρείται το δεύτερο μεγαλύτερο της Ελλάδας μετά από αυτό των Καλαβρύτων.

Wikipedia

~.~

Κρυμμένος πίσ’ απ’ τους θάμνους, είδε τους Γερμανούς στρατιώτες να εισβάλουν  στο αγρόκτημα του Αργουλίδα. Κρατούσαν τα πολυβόλα στα χέρια και βάδιζαν αργά προς την μικρή αγροικία. Ο επικεφαλής έκανε νόημα στους δύο προπορευόμενους. Εκείνοι κλώτσησαν με τις βαριές αρβύλες τους την ξύλινη πόρτα και τα πολυβόλα γάζωσαν το σκοτεινό άνοιγμα. Κιχ δεν ακούστηκε από μέσα. Μπήκαν στο σπιτάκι κι άρχισαν να ψάχνουν. Σε μια γωνιά βρήκαν τις βούργες – τα σακίδια με τα τρόφιμα – και μια Αγγλική Μέθοδο.

«Προορίζονταν για τους αντάρτες!» βρυχήθηκε ο αξιωματικός. Και διέταξε: «Κάντε το κτήμα φύλλο και φτερό!»

Σε λίγο έφεραν μπροστά του τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι.

«Τα βρήκαμε κρυμμένα, κύριε λοχαγέ!» έδωσε αναφορά ένας ψηλός λοχίας με γυαλιά.

Ο λοχαγός πλησίασε:

«Μην φοβάστε, δεν θα σας κάνω κακό, όπως βλέπετε μιλώ την γλώσσα σας, αγαπώ την Ελλάδα!» Και στρεφόμενος προς τον οδηγό του τζιπ είπε: «Φέρε σοκολάτες για τους μικρούς μας φίλους!»

Εκείνος εκτέλεσε την διαταγή στο λεπτό. Τα παιδιά δεν κουνήθηκαν απ’ την θέση τους.

«Δεν σας αρέσουν οι σοκολάτες;» ρώτησε ο Γερμανός.

Ο λοχίας του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί κι εκείνος διέταξε και πάλι:

«Φαγητό, φέρτε αμέσως φαγητό! Πρώτα να φάνε και μετά οι σοκολάτες. Δεν βλέπετε τα ποδαράκια τους, που είναι σαν καλάμια από την πείνα;»

Κονσέρβες με κρέας και φρέσκο ψωμί αφέθηκαν στα πόδια των παιδιών. Εκείνα ακούνητα. (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Η Φαρμακόπετρα

*

Ναός Αγίου Ιωάννη, Μεγανήσι Λευκάδας. Φωτογραφία Νίκος Καββαδάς

~.~

Κατακαλόκαιρο. Καταμεσήμερο. Όλο λέπι αστραφτερό, μες στον Μεγανησιώτικο ήλιο, η θάλασσα αναγαλλιάζει σαν γοργόνα. Το Σπαρτοχώρι πλαγιάζει γαλήνια στην αγκαλιά του λόφου, όπως ένα μωρό στον κόρφο της μάνας του. Πέρα στο στεφάνι του γερο-Φώτη, πάνω απ’ την σπηλιά του Κύκλωπα και κάτω απ’ το σπίτι του Μαυροκέφαλου – που ήρθε απ’ το Άλατρο και παντρεύτηκε την Κρεμμύδαινα – γουργούριζαν τ’ αγριοπερίστερα και κουκούβιζαν αναπαμένα τα γλαροπούλια.

Ξάφνου, σαν πυροβολισμοί στον αέρα, φωνές ακούστηκαν στην εμπατή του χωριού:

«Φίδι! Φίδι! Το δάγκασε φίδι…»

«Γούι, τρομάρα του, το έρμο!»

Δυο άντρες μετέφεραν στα χέρια ένα παιδί, όχι μεγαλύτερο από δώδεκα χρόνων. Ξοπίσω σμήνος γυναικών ολόλυζε και μαλλιοτραβιόνταν. Αυτό σχεδόν αναίσθητο, με τα μάτια ανάστροφα, με το ζερβί παραλυμένο, και τα δάχτυλα να τρεμουλιάζουν σαν πλατανόφυλλο, έβγαζε βόγκο λες και ξεψύχαγε.

«Στου δασκάλου, γρήγορα στου δασκάλου, να του βάλει απάνου την Φαρμακόπετρα!» είπε κάποιος.

«Ναι, ναι, την Φαρμοκόπετρα, την Φαρμακόπετρα…» αναφώνησαν κι οι υπόλοιποι.

Σε λίγο ακούμπαγαν το παιδί στο πεζουλάκι της αυλής του δασκάλου.

Εκείνος πετάχτηκε έξω αναστατωμένος απ’ τις φωνές.

«Φέρτε το μέσα!» είπε επιτακτικά, ενώ κιόλας οι ψυχραιμότεροι σύσταιναν στον κόσμο να διαλυθεί, μιας και το παιδί βρίσκονταν πλέον σε καλά χέρια.

Εκείνο ριγούσε λες και κρύωνε. Άφηνε σιγανό στεναγμό, καθώς η μάνα του έβρεχε το μαντήλι της με νερό και το απέθετε στο μετωπάκι του, που ψήνονταν απ’ τον πυρετό.

Ο δάσκαλος βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μα ξαναφάνηκε σχεδόν αμέσως, βαστώντας μια καφέ δερμάτινη τσάντα κι ένα βελούδινο βαθυκόκκινο σακουλάκι. Έβγαλε από κει μια πετρούλα – σχεδόν σαν αμύγδαλο, σε σχήμα καρδούλας, καλυμμένη μ’ ασημόχρυσο προστατευτικό πλέγμα απ’ την πίσω μεριά – και την ακούμπησε πλάι του. Κατόπιν εξέτασε το πόδι του παιδιού. Φαινόνταν ευκρινώς η δαγκωματιά της οχιάς: δυο ερυθρόμαυρες τρυπίτσες σε μπλάβο δέρμα. Καθάρισε την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα και την χάραξε ελαφρώς με ξυράφι αντίσταυρα. Ύστερα, κρατώντας την πέτρα στα τρία του δάχτυλα, έκαμε τον σταυρό του και την απέθεσε στην πληγή.

Πέρασε κάμποση ώρα…

Το μεγάλο ρολόι του τοίχου έσερνε τους δείχτες του λαχανιασμένο. Τα τζιτζίκια στον κήπο είχαν βουβαθεί. Νεκρική σιγή στο δωμάτιο. Και μύγα να πετούσε, θα τρόμαζες.

Ξάφνου, η πέτρα, που είχε βυζάξει στην πληγή, κύλησε από μόνη της κι έπεσε στο σεντόνι. Ο δάσκαλος την έριξε σ’ ένα ποτήρι νερό και μια πρασινίλα έκχυσε από μέσα της: ξέρασε το δηλητήριο. Ο πυρετός χαμήλωσε, το μετωπάκι του μικρού δροσέρεψε, και το μελανιασμένο μέλος, πρησμένο και σκληρό σαν κούτσουρο, αρχίνησε να μαλακώνει.

Σε λίγο το παιδί σηκώθηκε. Έφυγε αλαφροπατώντας απ’ το σπίτι, ενώ με δυσκολία ξεκόλλησαν την μάνα του απ’ τα πόδια του δασκάλου, όπου μ’ ευγνωμοσύνη, η δύστυχη, προσέπεσε.

Αμέτρητους είχε σώσει η Φαρμοκόπετρα, το Φυλαχτό ή Αγιόπετρα όπως την έλεγαν οι κατέχοντες. Κατέφθαναν συχνά-πυκνά απ’ τον Κάλαμο και τον Καστό καΐκια, την Περατιά, τον Αστακό και την Ζαβέρδα πέρα, να γιατρευτούν από φιδοδαγκώματα. Κι όλοι γινόντανε καλά. Κι ευγνωμονούσανε τον δάσκαλο για την θαυματουργή του πέτρα, που πήρε προίκα, όπως λεν – μαζί με στρέμματα αρκετά στο Μεγανήσι – από τον πεθερό του τον Μπόζα, όταν παντρεύτηκε την γυναίκα του την Ανέτα την Πορσάνα, την Σκλαβενίταινα απ’ την μεριά της μάνας της, την Πολίταινα απ’ την μεριά του πατέρα της, το έτος 1889.

Τα χρόνια πέρασαν γοργά…

Ο δάσκαλος και η Ανέτα έσπειραν παιδιά, στον αριθμό δέκα, να χάνεις τον λογαριασμό: Γιώργος, Γεράσιμος, Δημήτρης, Στάθης, Θωμάς, Θανάσης, Μαρία, Μαυρέτα, Πανδώρα και Κατερίνα.

Καθένα απ’ τα σερνικά τέκνα δικαιούνταν να κρατάει την Φαρμοκόπετρα για έναν χρόνο. Κατόπιν την έδινε στον άλλον αδερφό. Όταν συμπληρώνονταν τα χρόνια, γύριζε πάλι στον πρώτο.

Οι άντρες, όμως, έλειπαν στα μπάρκα – πρώτα βυζαίνουνε την θάλασσα κι ύστερα την μάνα τους οι Μεγανησιώτες. Έτσι, η Φαρμακόπετρα πηγαινοέρχονταν από χέρι σε χέρι απ’ τις γυναίκες τους. (περισσότερα…)

Μνημόσυνο σε μαύρο μείζον για τον ποιητή Κ. Γ. Καρυωτάκη

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ
Τρίπολη, 30 Οκτωβρίου 1896 – Πρέβεζα, 21 Ιουλίου 1928

~.~

του Δ. Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στο παραλιακό καφενείο του Νιόνιου του Καλλίνικου ο «Ουράνιος Κήπος» το ρολόι έδειχνε 2 μ.μ.

«Καλώς τον κύριο Κώστα!» αναφώνησε ο καταστηματάρχης, βλέποντας τον νεαρό υπάλληλο της νομαρχίας που έμπαινε στο μαγαζί του.

Εκείνος αντιχαιρέτησε. Μα μην έχοντας διάθεση για κουβέντα, παρήγγειλε μια βυσσινάδα και βγήκε στο προαύλιο να καθίσει σ’ ένα απόμερο τραπεζάκι. Ο Καλλίνικος, ετοιμάζοντας την παραγγελία, σιγοκουβέντιαζε με τον Λισάτο – τον πορθμέα του τόπου εκείνου. Αυτός, σαν άλλος Χάροντας, πέρναγε απέναντι με την βάρκα του όσους πήγαιναν απ’ την Βρυσούλα στον Άγιο Σπυρίδωνα κι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα στην Βρυσούλα.

Ο Λισάτος είχε κορμί τετράγωνο, γεροδεμένο κι ολόστητο, κεφάλι στρογγυλό και βαθιά κουρεμένο, στέρεη ματιά και ντόμπρα κουβέντα:

«Τι ’ναι τούτος, μωρέ Νιόνιο;» ρώτησε τον καφετζή, που εκείνη την ώρα έβαζε την βυσσινάδα στον δίσκο.

«Ο κύριος Κώστας;» είπε ο Καλλίνικος. «Εξαίρετος κύριος! Θα ’χει κάνα μήνα που ήρθε στην Πρέβεζα με το βαπόρι. Απ’ ό,τι λένε, δεν έχει πολλά-πολλά με κανέναν. Ο κουρέας, όμως, μου είπε προχτές πως είναι υπάλληλος της νομαρχίας. Κι ο Αναγνωστόπουλος – ξέρεις, αυτός με το οπλοπωλείο – άκουσε πως πριν έρθει εδώ είχε πάει για διακοπές στο Παρίσι… Ακούς, Λισάτο; Στο Παρίσι!»

Ο πορθμέας έξυσε με θαυμασμό την κεφάλα του.

«Στο Παρίσι, ε;» ψέλλισε. «Μα φαίνεται ο άνθρωπος, δεν φαίνεται; Κοίτα το κουστούμι του, φίνο πράμα! Γραβάτα, ψαθάκι, τι να λέμε τώρα… Πρωτευουσιάνος και γραμματιζούμενος, Νιόνιο! Θα κάτσει λίγο καιρό ’δω πέρα κι ύστερα θα τραβήξει μια μεταθεσούλα και τσουπ! στην Αθήνα πάλι. Αυτή είναι τύχη, ενώ εμάς θα μας φάνε οι ζέστες, οι υγρασίες κι οι πυρετοί!»

Ο Νιόνιος συμφώνησε, αναστενάζοντας βαθιά, και βγήκε στο προαύλιο για να σερβίρει τον πελάτη.

«Κύριε Καλλίνικε, μπορώ να έχω λίγο χαρτί κι ένα μολύβι;» είπε ο υπάλληλος της νομαρχίας, αφού ήπιε μια γουλιά απ’ την δροσερή βυσσινάδα που μόλις έφτασε.

«Άκου λέει, αμέσως κύριε Κώστα!» προθυμοποιήθηκε ο καφετζής.

Και πριν στρίψει να φύγει, ρώτησε διστακτικά:

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Αν σας βρίσκονται και τίποτα τσιγάρα…» είπε με κάποιο ύφος ενοχής ο νεαρός υπάλληλος.

*

Πέντε το απόγευμα. Κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα κόσμος αρκετός είναι μαζεμένος. Να, φτάνει τώρα κι η Χωροφυλακή. Φωτογραφίζουν τον νεκρό. Πάνω στο στήθος του, στο μέρος της καρδιάς, έχει έναν ματωμένο λεκέ – σαν παράσημο.

Ο Λισάτος παραμερίζει το πλήθος. Πλησιάζει το πτώμα δαγκώνοντας τα χείλη του.

«Ο κύριος Κώστας!» ψιθυρίζει έκπληκτος. «Τι του ήρθε του βλογημένου να σκοτωθεί! Κι ήτανε τόσο νέος, ο άμοιρος…»

Ένας χαμάλης φορτώνει το κουφάρι πάνω στο καρότσι του, λες κι είναι τσουβάλι. Ο κόσμος διαλύεται σιγά-σιγά. Φυσάει ελαφρά, κι οι ευκάλυπτοι γέρνουν τις κορφές τους σαν κεφάλια, λες και θέλουνε ν’ αφουγκραστούν τις κουβέντες των χωροφυλάκων.

«Το πιστόλι της αυτοκτονίας, το πήρες Καραγιώργη;»

«Μάλιστα, κύριε υπενωμοτάρχα!»

«Το σημείωμα που βρέθηκε στην τσέπη του αυτόχειρος ποιος το έχει;»

«Εγώ, κύριε υπενωμοτάρχα!» απαντάει ένας καχεκτικός δόκιμος χωροφύλακας.

«Για φέρτο ’δω, Λιάπη!»

«Αμέσως, κύριε υπενωμοτάρχα!» τσακίζεται να του το δώσει ο δόκιμος.

Ο κύριος υπενωμοτάρχης ακουμπά στον ευκάλυπτο και ξεδιπλώνει το χαρτί.

Συνοφρυωμένος διαβάζει, ακόμα μια φορά, το τελευταίο σημείωμα του Κωνσταντίνου Γεωργίου Καρυωτάκη: (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Ο Φάνης

*

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

~.~

Ο  ΦΑΝΗΣ

Βαμμένος κουμμουνιστής απ’ τα γεννοφάσκια του. Αγώνες, κυνηγητά, εξορίες… Δεν τον άφηκαν σε χλωρό κλαρί, άσπρη μέρα δεν είδε, γλυκό ψωμί δεν χόρτασε. Ακούει «καπιταλισμός» και «κατεβάζει καντήλια», ακούει «δεξιά» και στρέφει την κεφαλή του ζερβά.

Να σε πιάνει στο κουβεντολόι και σταματημό να μην έχει…

Κάθε τρεις λέξεις «ο άτιμος καπιταλισμός», κάθε τέσσερις «το γαμημένο ρουφιάνικο σύστημα».

Να σου λέει για το κόκκινο πουλόβερ που το ’στειλε ο αδερφός του απ’ την Αμερική και τονε σαλατιάσανε στο ξύλο οι μπασκίνες – οι χωροφύλακες – για να το βγάλει και του το κάμανε γνέμα, χειμώνα καιρό. Και τον κωλοσέρνανε στις λάσπες και του τρίβανε βουνιές στα μούτρα και τον κλωτσάγανε στ’ αχαμνά και τον φτύνανε μεσοστρατίς και του βρίζανε τ’ απαυτό της μάνας του και γελάγανε και βαράγανε κουμπουριές και τον αφήκανε να τρέξει μπροστά για να γλιτώσει κι ύστερα απολύσανε τα σκυλιά να τον προκάμουνε…

«Και σε προκάμανε, μωρέ Φάνη;» τον ρώταγες με προσποιητή αγωνία για την χιλιοειπωμένη ιστορία.

«Άμα με προκάνανε, ωρέ, πώς θα σ’ τα ’λεγα τώρα;» απάνταγε και τράνταζε το γέλιο του το τραμέντζο.

Σο’ ’δειχνε και το σημάδι στο κούτελο, ένα βαθούλωμα από κοπανιά. Κι άλλα σημάδια, διάσπαρτα παντού πάνω του – παλιά παράσημα κρεάτινης στολής, του ίδιου του δέρματός του.  Τον έρμο, τον Φάνη! (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Δεύτερη ευκαιρία

Κρυονέρι, Ευθύμιος Φυτόπουλος, Drone Photos

*

Τα Λευκαδίτικα διηγήματα (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα Λευκαδίτικα διηγήματα στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

~.~

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

Τι είν’ η ζωή; Ένα ψέμα, μια αυταπάτη,
μια χίμαιρα, μια σκιά. Στιγμή στου απείρου
το χάος είν’ ό,τι φαίνεται μεγάλο.
Γιατί η ζωή είν’ ένα όνειρο, τι άλλο!
Και τα όνειρα, είναι όνειρο του ονείρου.
Πέδρο Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Η ζωή είναι όνειρο,
Δράμα σε τρεις «ημέρες», μτφρ. Νίκος Χατζόπουλος, 2003

Όταν πέθανα, πήγα κατευθείαν στον ουρανό. Δεν το περίμενα! Εξάλλου δεν πίστευα στην άλλη ζωή. Καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο κοίταζα από ψηλά τον κόσμο, λες και βρισκόμουν σ’ αεροπλάνο. Να οι Μύλοι, να η Γύρα, να το ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Γιάννη τoυ Αντζούση, να το Κρυονέρι ή Αγιονέρι: μάτια γοργόνας γαλαζοπράσινα, που έχει στήθος βράχια και μαλλιά πευκοβελόνες! Πώς να μην γίνεις ποιητής σ’ έναν τέτοιον τόπο; Αν κάποιος έφερνε τον ουρανό κάτω και πάνω την Λευκάδα, άνετα θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος! Κι εγώ αυτόν τον παράδεισο τον είχα μόλις χάσει.

Ευτυχώς μπορούσα να βλέπω κι από κοντά, λες κι είχα στα μάτια κιάλια. Με το πέρασμα της ώρας όμως – αν μπορούμε να ισχυριστούμε πως υπήρχε χρόνος σ’ έναν τέτοιο χώρο – συνειδητοποίησα ότι το σκηνικό λειτουργούσε αλλιώς. Δηλαδή όλα αυτά ήταν μέσα στον νου μου. Έφτανε να σκεφτώ το σπίτι μου και το έβλεπα. Το ίδιο αν ήθελα να δω έναν φίλο μου ή μια γυναίκα, ας πούμε.

Εντάξει, είχε την πλάκα του το πράγμα βέβαια! Αλλά ούτε άγγελοι, ούτε διαβατήρια, ούτε Άγιος Πέτρος. Μόνον μια απέραντη συννεφένια έρημος ως εκεί που φτάνει το μάτι. Και δεν έκανε ούτε ζέστη ούτε κρύο. Ούτε το κορμί μου ήταν ακριβώς κορμί, ούτε εγώ ήμουν ακριβώς εγώ, μα μπορούσα συγχρόνως να είμαι και να μην είμαι.

Περίεργα πράγματα! Αλλά είχα την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα ’παιρνα κάποιο μήνυμα, μια εντολή κάτι να κάνω ή θα ερχόταν κάποιος να με προϋπαντήσει. Δεν ήταν δυνατόν να βγάλω έτσι ολόκληρη αιωνιότητα, καθισμένος σ’ ένα απαλότατο σύννεφο και κοιτάζοντας σαν χαζός τους άλλους να ζούνε… (περισσότερα…)

Δημήτρης Ε. Σολδάτος, Ο ασπρούλης (πασχαλινό διήγημα)

 

*

Είχαμε κότες στην αυλή, άσπρες, μαύρες, κόκκινες και λαθουράτες. Τις κυνήγαγα να τις πιάσω, να φιλήσω το ράμφος τους το γυριστό, να χαϊδέψω τα κοραλλένια νυχοποδαράκια τους και να δαγκάσω το μεταξένιο τους λειρί, που έμοιαζε σαν κρεατένια φράουλα, μα έτρεχαν δεξά-ζερβά και ξέφευγαν με κωμικούς αλλά επιδέξιους ελιγμούς, εκτός από μία. Αυτηνής της φώναζα «κάτσ’-κάτσ’» –«κάτσε- κάτσε» δηλαδή– κι αμέσως ανέκοπτε την τρεχάλα της και κάθονταν να την πιάσω. Γι’ αυτό την έβγαλα «Κάτση-κάτση». Δεν έκατσε, όμως, πολύ σ’ αυτόν τον κόσμο. Αρρώστησε. Και πριν πεθάνει, την έσφαξε ο μπάρμπας μου και την έφαγαν οι άλλοι. Εγώ πήρα τα κοκαλάκια της και τα ’θαψα κάτω απ’ την τριανταφυλλιά να μην τα βρουν οι γάτες.

Είχαμε και γαϊδουράκι, αγαθό και ράθυμο, με αυτιά χωνιά βελούδινα, που τα κουνούσε σαν κεραίες πρόσληψης ενός άγνωστου σήματος και ξάφνου αφήνιαζε και κλωτσοπατούσε στον αέρα, λες και πολέμαγε εχθρό αόρατο, που ήταν απλώς μια αλογόμυγα ή εγώ που ήθελα καλά και σώνει να σμίξουμε τις μουσούδες μας για να νιώσω το ζεστό του ρουθούνισμα στο πρόσωπό μου.

Είχαμε και γίδες, μια κερατούσα και μια σούτα, με γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι και κρεατάκια, που εμείς τα λέμε σκουλαρίκια.

Τι πλάσμα η γίδα! Πώς τρώει, πώς μηρυκάζει, πώς βαδίζει, πώς στέκεται, πώς οσφραίνεται τον αέρα, πώς σκάφτει με το ποδάρι της το χώμα, πώς ξαπλώνει να πλαγιάσει, πώς σηκώνεται! Και τι νύχια τα νύχια της! Όταν μεγαλώνουν πολύ την λέμε τσουραπάτη. Κι όταν πέφτουν για να βγούνε άλλα, μοιάζουν με κερατένιες κουπίτσες – σκουτελίτσες τις λέμε στο χωριό – μες στα χορταράκια! Τις μάζευα και τις είχα για ποτηράκια μου στο ψευτονοικοκυριό μου, στην γωνιά του αχουριού που πλάγιαζα κι εγώ πάνω στ’ άχερα σιμά τους, ώσπου να με βρει η μάνα μου, να φάω κάνα τριομφίδι ή να με κατακεφαλίσει για την αποκοτιά μου να κάμω τ’ αχούρι σπίτι μου.

Κάποτε η γίδα γέννησε δύο κατσικάκια, ένα άσπρο κι ένα μπερδελό. Το άσπρο το έβγαλα Ασπρούλη –τι πρωτότυπο!– και το μπερδελό το υιοθέτησε ο αδερφός μου. (περισσότερα…)