Γρηγόριος Ναζιανζηνός

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (3/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Από τα γνωμικά και επιγράμματα

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (3/4)

 

Τοῦ βίου σου τὸ πέλαγος γυμνὸς νὰ διασχίζῃς,
μήτε τὸ πλοῖον σου βαρειὰ νὰ εἶνε φορτωμένον,
διότι εἶνε κίνδυνος νὰ καταβυθισθῇ.

Ὅστις εἰς τὰ ἀνθρώπινα ἐμπιστοσύνην ἔχει,
ποὺ ἔρχονται κι’ ἀπέρχονται, πέποιθεν εἰς ἓν ρεῦμα,
ὁποὺ ποτὲ δὲν σταματᾷ.

Ἴσον κακὸν μοῦ φαίνεται ζωὴ κακὴ καὶ λόγος
κακὸς ὁμοίως. Ὅστις δὲ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο
ἔχει τὸ ἕν, αὐτὸς σαφῶς θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἄλλο.

Δικαιοσύνην ἄκαμπτον ποτέ σου νὰ μὴν ἔχῃς·
ἀλλὰ καὶ μήτε φρόνησιν παμπόνηρον ποτέ σου.
Τὸ μέτρον εἶνε ἄριστον πάντοτε καὶ παντοῦ.

Ἐξέταζε μὲ προσοχὴν μᾶλλον τὸν ἑαυτόν σου
παρὰ τοὺς ἄλλους, φίλε μου. Διότι ἐξ ἐκείνου
σὺ μόνος θὰ ὠφεληθῇς πολύ, ἐκ τούτου δὲ οἱ ἄλλοι.
Καὶ εἶνε προτιμότερον πάντα νὰ λογαριάζῃς
τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις σου παρὰ τὰ χρήματά σου.
Διότι ταῦτα φθείρονται, ἐκεῖνα δ᾽ ἀπομένουν·

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (2/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς τοῦ βίου ματαιότητος
καὶ ἀπιστίας καὶ κοινοῦ παντὸς τέλους»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (2/4)

«Δυὸ ποιήματά μου ἐναυάγησαν γιατὶ δὲ βρῆκα Γρηγόριο Ναζιανζηνὸ στὴν Ἀλεξάνδρεια» είπε κάποτε ο Καβάφης στον Τίμο Μαλάνο, αποκαλύπτοντας μεταξύ άλλων πως η μελέτη του ποιητικού έργου του Γρηγορίου ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την ολοκλήρωση ορισμένων δικών του ποιημάτων (Ο Καβάφης). Γνωστό επίσης παραμένει και το σύντομο σχόλιό του για τον Ναζιανζηνό στο άρθρο του «Οἱ βυζαντινοί ποιηταί», του 1892: «Ἡ χριστιανικὴ ποίησις τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ ἐθαυμἀσθη ὑπὸ τῶν λογίων πασῶν τῶν ἐποχῶν, καὶ ἐν τοῖς καθ᾽ ἡμᾶς χρόνοις συνεκρίθη προς την ποίησιν του… Λαμαρτίνου» (Τα Πεζά)· σχόλιο που αμέσως συμπληρώνει (επεξηγηματικά) ο Αλεξανδρινός με την παράθεση της ακόλουθης κρίσης του Παπαρρηγόπουλου: «Τὰ ἔπη ταῦτα ὠνομάσθησαν ὑπὸ τῆς νεωτέρας κριτικῆς θρησκευτικαὶ μελέται ἐξ ἀναλογίας τῶν Ποιητικῶν Μελετῶν τοῦ Λαμαρτίνου· διότι τῳόντι μεγάλη μὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῆς φύσεως τῶν δύο ποιητῶν καὶ τῶν χρόνων καθ᾽ οὓς ἑκάτερος ἔζησεν, οὐδὲν ἧττον ὅμως παρετηρήθῃ εὐλόγως, ὅτι τὰ τοῦ Γρηγορίου ἔπη ἔχουσι πολλάκις παράδοξον οἰκειότητα πρὸς τὰς περιπλανήσεις τῆς φαντασίας τοῦ ποιητοῦ ἐκείνου τῆς σκεπτικῆς καὶ κόρου μεστῆς ἡλικίας τοῦ αἰῶνος ἡμῶν. Ὑπάρχουσι μάλιστα τινὰ τῶν ἐπῶν τούτων τὰ ὁποῖα ὁ περὶ τὰ τοιαῦτα τοσοῦτον ἔμπειρος Οὐϊλλεμαῖνος δὲν ἐδίστασε νὰ ἀποκαλέσῃ προδρόμους τῶν θελκτικοτέρων στεναγμῶν τῆς μελαγχολικῆς τῶν καθ᾽ ἡμᾶς χρόνων μούσης, εἰ καὶ ἀποπνέοντα πίστιν εἰσέτι νεαρὰν καὶ ἀφελῆ ἐν τῷ θορύβῳ αὐτῆς».

Το ενδιαφέρον είναι πως την ίδια ακριβώς κρίση του εθνικού ιστορικού, για την μελαγχολική αποπνοή της ποίησης του Γρηγορίου, ενστερνίζεται και ο Κ. Παλαμάς, χαρακτηρίζοντάς την μάλιστα ως γέφυρα μετάγουσα από την αρχαία στη νεώτερη ποίηση, αλλά και ως προπαρασκευαστικό σταθμό για την μύηση στην τελευταία: «τινὰ τεμάχια τῶν Πατέρων, ὡς οἱ στίχοι τοῦ Γρηγορίου […] θὰ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱονεὶ ὡς γέφυραι μεταβάσεως ἀπὸ τῆς δρώσης ζωῆς τῆς ποιήσεως τῶν ἀρχαίων καὶ τῆς  σ ω μ α τ ο ε ι δ ο ῦ ς,  κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ρήτορος, φαντασίας ἐκείνων, εἰς τὴν ἀνήσυχον μελαγχολίαν τῆς Μούσης τῶν νεωτέρων· σταθμὸς θὰ ἔλεγα, προπαρασκευάζων ἡμᾶς ἀπὸ τῆς  γνώσεως τῶν κλασικῶν προτύπων εἰς τῶν ρομαντικῶν ἀριστουργημάτων τὴν μύησιν» (Ἐμπρός, 5/2/1917). Ακόμη περαιτέρω αναγνωρίζει κι εξαίρει την ποιητική ταυτότητα του Γρηγορίου, ιδίως στο περιβάλλον της εποχής της, μ᾽ όλα τα ιδιαίτερα γνωρίσματά της: «τὸ κατ᾽ ἐξοχὴν διακρίνον αὐτὸν γνώρισμα εἶνε ἡ πρὸς τὴν θρησκευτικὴν θεωρίαν ροπὴ καὶ –πρᾶγμα σπάνιον διὰ τὸν καιρόν του–  ἡ ποιητικὴ ἀγάπη πρὸς τὴν φύσιν. Ἦτο ποιητής. Καὶ τὰ ποιήματά του […] διαφέρουν τῶν ψυχρῶν καὶ σοφῶν παιγνίων τῶν συγχρόνων του, ἐμπνεύσεις βαθείας θεοσεβείας καὶ αληθοῦς αἰσθήσεως τῆς φύσεως» (Ἐμπρός, 29/1/1917). Ο Μωραϊτίδης, με τους τρόπους και τις δυνατότητές του, μεταφέρει κάτι από αυτή την ιδιάζουσα μελαγχολική διάθεση του Ναζιανζηνού, εδώ που συλλογάται το κοινό πάντων τέλος.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (1/4)

Φύση λεπταίσθητη και μοναχική, ο Γρηγόριος γεννιέται και πεθαίνει στην Αριανζό της Καππαδοκίας (329/330 – π. 390). Στενός φίλος του Βασιλείου, έχοντας συνδεθεί μαζί του κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην Καισάρεια και κατόπιν στην Αθήνα, αποσύρεται μαζί του στην ερημία κι ασκητεύει στα ερημητήρια του Πόντου, μετά –και παρά– τις λαμπρές σπουδές του στα μεγάλα κέντρα της ελληνικής σοφίας (Καισάρεια Παλαιστίνης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα). Απροθύμως προσέρχεται στην ιερωσύνη ύστερα από την επίμονη ώθηση του πατέρα του και γίνεται επίσκοπος Ναζιανζού, εξού και ο τοπωνυμικός προσδιορισμός που έκτοτε τον συνοδεύει. Ανέρχεται εν συνεχεία στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας πόλης, υπερασπιζόμενος την ορθοδοξία της Συνόδου της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού που κυριαρχεί στην Κωνσταντινούπολη· από όπου με αποφασιστική προθυμία κι αυτόβουλη διάθεση θα παραιτηθεί, όταν φουντώνουν έριδες, αντιπαλότητες και φρατριασμοί, καθώς «ἐστερεῖτο τῆς ἀδαμάστου καρτερίας καὶ τῆς ἀκορέστου φιλαρχίας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὸν περὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα ἀσχολούμενον ἄνδρα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος). Επέστρεψε για να ζήσει τον επίλοιπο βίο του στην άσημη γενέτειρά του, μέσα στην ησυχία της προσευχής και της ποιητικής συγγραφής, έχοντας βασανιστεί επί χρόνια από βαριά ασθένεια.

Βαθύνους και υψιπέτης θεολόγος, (προσωνύμιο μετ’ οριστικού άρθρου –ο θεολόγος– παγίως συνοδευτικό του ονόματός του, απονεμημένο από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο), διακήρυξε και υπεράσπισε την ορθόδοξη πίστη της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού, με τα βαρυσήμαντα θεολογικά και δογματικά γραπτά του –ιδίως με την Πνευματολογία του– τα οποία καθοριστικά επέδρασαν και διαμόρφωσαν τις δογματικές αποφάσεις της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πολυγράφος συγγραφέας, με έντονη και βαθιά αποτυπωμένη την κλασική του παιδεία στα έργα του, αγωνίστηκε ώστε η κλασική παιδεία να γίνει κτήμα των χριστιανών και κατέλιπε πλήθος Λόγων δογματικών, Ομιλιών αγιολογικών, πανηγυρικών, ηθικών κι επιταφίων μα και πολλές Επιστολές. Ιδιαίτερη θέση στο όλο συγγραφικό του έργο κατέχει όμως η ποίησή του, η οποία περιλαμβάνει τα Επιγράμματά του, που αποτελούν το Η΄ βιβλίο της Ελληνικής (ή Παλατινής) Ανθολογίας, κυρίως όμως και πρωτίστως τα Έπη του (18000 περίπου στίχοι), κατανεμημένα σε Έπη θεολογικά και Έπη ιστορικά. Ο Γρηγόριος στα ποιήματά του «χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά […] τα αρχαία πρότυπα, δηλαδή το εξάμετρο, το ελεγειακό δίστιχο, το ιαμβικό τρίμετρο και (σπανίως) τα ανακρεόντεια. Κατά βάση τηρεί τους κανόνες της προσωδίας, με μερικές σποραδικές εξαιρέσεις, οι οποίες ήδη αντικατοπτρίζουν ελαφρώς τη γλωσσική εξέλιξη της εποχής. Είναι φυσιολογικό που μαζί με το μετρικό σχήμα έχει υιοθετήσει, ως ένα βαθμό, και το λεξιλόγιο των προτύπων: για τους εξαμέτρους το λεξιλόγιο του Ομήρου και για τα ιαμβικά τρίμετρα το λεξιλόγιο των τραγικών, κατά κύριο λόγο του Ευριπίδη» (Wofram Hörandner).

Ποιητής με βαθύτατα λυρικό και προσωπικό ύφος ο Γρηγόριος αποδέχεται το κάλεσμα της ποίησης (την ποιητική μανία των Ελλήνων) ως προφητική αποστολή, όπως αποτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη κι ιδίως στον Δαβίδ. Παρά τον διδακτικό τόνο πολλών ποιημάτων του (κι ιδίως των θεολογικών), ο διάχυτος λυρισμός του διαφέρει από των αρχαίων αλλά και συγκινεί τους νεώτερους αναγνώστες ως τις ημέρες μας, καθώς εκφράζεται με μία θλίψη και μυστηριώδη μελαγχολία προσωπική (υποκειμενική), παντελώς σχεδόν άγνωστη στους αρχαίους (Παπαρρηγόπουλος), κυριαρχεί η αυτοπαρατήρηση (H.-G. Beck), η εκμυστήρευση και η εξομολόγηση. Διόλου τυχαία εξάλλου, στο πρόσωπο του Γρηγορίου έχουν αναγνωρίσει οι μελετητές την ενσάρκωση της στροφής της πρώιμης βυζαντινής λογοτεχνίας προς την αυτοβιογραφία.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο εξάδελφος του Παπαδιαμάντη, καταπιάστηκε ενωρίς να μεταφράσει εμμέτρως τμήματα από το ποιητικό έργο του Γρηγορίου, σε δύο τεύχη: το 1914 δύο μακρά ποιήματα περί Παρθενίας, και (πιθανότατα) το 1925 μία μεγαλύτερη εκλογή από τα Έπη. Τις αποδόσεις αυτές ξεκινούμε σήμερα, ανήμερα της μνήμης του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (του θεολόγου και ποιητή), να σταχυολογούμε στην ανθολογία μας.

(περισσότερα…)

Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Προς Μάξιμον (μετάφραση Γιώργος Μπλάνας)

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ
(329-390 μ.Χ.)

ΠΟΙΗΜΑ ΜΑ΄

Προς Μάξιμον *

Τι είναι πάλι αυτά; Τολμάς κι εσύ να γράφεις, Μάξιμε; Τολμάς,
λοιπόν, να γράφεις; Ε, αυτό κι αν είναι αναίδεια, σκέτος
κυνισμός! Βέβαια, σήμερα οι πάντες τολμούν τα πάντα.
Τι καιροί! Σαν μανιτάρια ξεπετάγονται οι επαΐοντες στρατηγοί
κι οι ευγενείς επίσκοποι να δρέψουν δάφνες
για το καλό που δεν τους άφησε η νωθρότητα να κάνουν.
Τι καταφέρνουν; Να πνίγουν τα βλαστάρια της αρετής.
Αποθρασύνθηκε η χωριατιά. Όχι πως κάνει κανένα μεγάλο
κακό με τα μικροκουτσομπολιά της, αλλά, να, δεν είναι σωστό.
Ας παριστάνει, λοιπόν, όποιος θέλει τον γελωτοποιό,
χωρίς να ξέρει πώς (γιατί κι αυτό απαιτεί
γνώση) ας παριστάνει τον μεγάλο τοξότη, ας ανοίγει φτερά
κι ας πετάει στα σύννεφα. Η πράξη έχει σημασία, η γνώση…
υπάρχει τέτοιο πράγμα; Μήπως έγινες κι εσύ
μουσόπνευστος ‒ κατά πως λέγαν οι παλιοί;
Μήπως διεύρυνε το πνεύμα σου κανένα φύλλο δάφνης
ή παραστράτησες κι έπεσες μέσα σε τίποτα ιερά νερά
κι έπειτα, εσύ ο άμετρος, ανάβλυσες μέτρα;
Απίστευτα πράγματα!
Προφήτης ο Σαούλ – συγγραφέας ο Μάξιμος!
Μα έτσι ποιος δεν είναι προφήτης; Έχεις χέρι;
Γράψε. Χαρτί υπάρχει άφθονο, η πέννα
είναι εύχρηστη – ας γράψουν και τα γραΐδια.
Λέγε, γράφε, γέμιζε θέατρα, δρέπε αναίσχυντα
χειροκροτήματα. Λίγοι οι σοφοί, πολλοί οι παράφοροι
Μάξιμοι στο ακροατήριο. Σ’ αυτούς αρέσεις – τους σοφούς,
συγκροτημένους και καλλιεργημένους… χαιρέτα τους.
Γέλα μαζί τους﮲ κι αν δεν σου φτάνει,
πες ό,τι θέλεις ‒ θεμιτό κι αθέμιτο. Αντέχουμε. Εξάλλου,
η παρρησία σου είναι άκρως διασκεδαστική –
έχουμε βέβαια το δικαίωμα να γελάσουμε λιγάκι
κι εμείς. Πόσο μάλλον τώρα, που υπάρχουν πλήθος
ευκαιρίες. Καλλιέργησε ελεύθερα το πνεύμα
της ρητορικής και άσκησε την τέχνη
του γαυγίσματος σ’ αυτούς που σ’ ενοχλούν.
Λόγοι μου, γράμματα και ιδέες, θα φωνάξω μια και δυο
κι άλλες τόσες: Τολμάς κι εσύ να γράφεις; Πού
κι από ποιον και πότε έμαθες – για πες μου;
Δικό σου είναι το χέρι; Χθες ακόμα βολευόσουν
με ξεροκόμματα, που σου προσπόριζαν
η γελοία άσπρη προβιά σου, της ζωής σου
ο σκυλοκαβγάς και τα γρυλίσματά σου.
Τότε η γραφή ήταν για σένα ό,τι η λύρα
για τον γάιδαρο, το κύμα για το βόδι, η ζυγαριά για τα θαλασσινά.
Τώρα μας προέκυψες Ορφέας και κρέμονται όλοι
από τα δάχτυλά σου. Ή Αμφίονας, που παίζει
στις πέτρες μουσική να χτίσουν μόνες τείχη.
Κοίτα θαύματα που κάνει ο κυνισμός, όταν καλοπερνάει.

Σε αποθράσυναν, μου φαίνεται οι μαμές,
συνέταιροι και συνεργοί σου. Βέβαια, σ’ αυτές
φαίνεσαι κύκνος, που λαλεί μελωδικά στ’ αυτιά τους,
σαν ψίθυρος του ζέφυρου σ’ ολόχαρα μεσούρανα φτερά.
Και τι γράφεις; Ενάντια σε ποιον, σκυλί;
Σε άνθρωπο που είναι ολόκληρος γραφή:
ό,τι η ροή για το νερό κι η ζέστη για το πυρ;
Περιττό να επισημάνω πως ενώ δεν αδίκησα ποτέ
κανέναν ‒όχι με πρόθεση τουλάχιστον‒ υπέφερα τα μύρια
όσα αισχρά. Ανόητε, αγράμματε, θρασύ﮲ τι κάνεις;
Περήφανο άλογο σ’ αγώνα δρόμου προσκαλείς;
Λιοντάρι προκαλείς σε πάλη; Έστω μέχρι εκεί
μπορεί να φτάσει ο νους σου: υποθέτεις
πως δεν θα κάνω νύχια και δόντια την γραφή του,
για χάρη σου. Λοιπόν, σε διαβεβαιώ,
πως στο σημείο αυτό ‒αν και το μόνο‒ είσαι σοφός.
Ποιος σοβαρός άνθρωπος θ’ άνοιγε καυγά μ’ έναν σκύλο;

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

* Ο Αιγύπτιος κυνικός φιλόσοφος Μάξιμος βαπτίστηκε χριστιανός από τον ίδιο τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό, ο οποίος τον αγαπούσε και τον επαινούσε. Ωστόσο ο Μάξιμος επιδόθηκε σε δολοπλοκίες κατά του Γρηγορίου και για ένα διάστημα υπήρξε αντικανονικός Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Στην ίδια Σύνοδο που καθαίρεσε τον Μάξιμο, υπέβαλε ο Γρηγόριος την παραίτησή του από τον Πατριαρχικό Θρόνο, αηδιασμένος από το γεμάτο συνωμοσίες και αυτοκρατορικές παρεμβάσεις περιβάλλον της Εκκλησίας.