Γιώργος Πάλλης

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

Ο ναός του Αυγούστου και της Ρώμης στην Άγκυρα. Η φωτογραφία προέρχεται από την Wikipedia.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #11
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

«Κυριακή, 4 Σεπτέμβρη. Ξαναπήγαμε στὸ Ναὸ τοῦ Αὐγούστου, γιὰ νὰ ἐξακριβώσω καὶ ν’ ἀντιγράψω τὶς σωζόμενες συλλαβὲς ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Τουρμάρχη Εὐσταθίου. Αὐτὸς ὁ Στάθης (Θ΄-Ι΄ αι.) —δὲν ξέρω γιατὶ τὸν βλέπω καμιὰ φορά, στὰ τελευταῖα του, σὰν καλόγερο— ἔχει γίνει στὸ μυαλό μου ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους καλοὺς φίλους ποὺ μοῦ προμήθεψε ἡ Ἄγκυρα. Τὴν ἐπιγραφὴ τὴ βλέπει κανείς, ἄν προσέξει, ἀριστερὰ καθὼς μπαίνεις στὸ παλαιὸ μνημεῖο. Εἶναι χαραγμένη σὲ δυὸ ἀγκωνάρια, τσακισμένα κατὰ τὸ δεξὶ μέρος, τὸ ἕνα ἀπάνω στὀ ἄλλο. Τὸ δεύτερο ἀκουμπᾶ στὸ χῶμα. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τὸ ἀποκατέστησε ὁ Grégoire (πληροφορία ἀπὸ τὸν E. Marbury, Ankara, 2e ed., 1934). Τὰ σημερινὰ ἀπομεινάρια τὰ διαβάζω ἔτσι: …».

Αυτά σημειώνει στο ημερολόγιό του το 1949 ο Γιώργος Σεφέρης, που υπηρετούσε τότε στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Άγκυρα (Μέρες Ε΄, 1η Γενάρη 1945 – 19 Ἀπρίλη 1951, Ίκαρος, σελ. 143-144). Ο ποιητής έγινε για λίγο επιγραφικός, προκειμένου να ξαναδιαβάσει ένα κείμενο που τον γοήτευσε, το ταφικό επίγραμμα του τουρμάρχη Ευσταθίου, το οποίο βρισκόταν χαραγμένο στον ρωμαϊκό ναό του Αυγούστου και της Ρώμης στη σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας. Ο ναός είναι γνωστός για τη μεγάλη αυτοβιογραφική επιγραφή του αυτοκράτορα Αυγούστου (“Res Gestae Divi Augusti”). Στη βυζαντινή εποχή είχε μετατραπεί σε εκκλησία, γι’ αυτό και δικαιολογείται η παρουσία ταφικών επιγραφών στο εσωτερικό του. Οι Βυζαντινοί ενταφίαζαν τους νεκρούς τους γύρω από κάθε εκκλησία, ενίοτε δε και εντός, όταν επρόκειτο για σημαντικά πρόσωπα. Οι τοίχοι του ναού εξακολουθούν σήμερα να σώζονται σε μεγάλο ύψος, με πολλά όμως προβλήματα διατήρησης, που κρατούν όλο το κτίσμα υποστυλωμένο και απροσπέλαστο. (περισσότερα…)

Τὸ πέλαγος τοῦ βίου

H επιτύμβια επιγραφή του μητροπολίτη Ηρακλείας Ιγνατίου, όπως τη φωτογράφησε o βυζαντινολόγος Ihor Ševčenko· είναι άγνωστο πού βρίσκεται σήμερα.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #10
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Τὸ πέλαγος τοῦδε τοῦ βίου καλῶς διαπλεύσας

Η παρομοίωση του ανθρώπινου βίου με το θαλασσινό ταξίδι, αποτελεί παλαιότατο τόπο της λογοτεχνίας. Η ζωή μοιάζει με έναν πλου στο πέλαγος, που άλλοτε είναι γαλήνιος και ασφαλής, και άλλοτε ταραχώδης και θανατηφόρος· ο καιρός μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει και να ανατρέψει τα πάντα, με τον ίδιο τρόπο που μεταβάλλεται απρόσμενα το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου. Το μοτίβο αυτό χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένως κατά τους βυζαντινούς χρόνους, τόσο από επώνυμους ποιητές όσο και από ανώνυμους συντάκτες επιγραφών. Τη δεύτερη περίπτωση αντιπροσωπεύει το λιτό και περιεκτικό κείμενο που χαράχτηκε το έτος 854 για να τοποθετηθεί στο μνήμα του μητροπολίτη μιας σημαντικής πόλης της ανατολικής Θράκης, της Ηρακλείας, κτισμένης στις ακτές της Προποντίδας και γνωστής σήμερα ως Marmara Εreğlisi (σε αντιδιαστολή με την Karadeniz Εreğlisi, την Ηράκλεια της Μαύρης Θάλασσας). (περισσότερα…)

Οι τρεις άρχοντες της Ναξίας

Η Πρωτόθρονη στο Χαλκί, άποψη από τα βορειοδυτικά. Στη βάση του καμπαναριού διακρίνεται το γείσο με την επιγραφή — άλλοτε επιστύλιο του τέμπλου του ναού.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #9
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Οι τρεις άρχοντες της Ναξίας

Το Χαλκί —ή Χαλκείον, επί το λογιότερο— συγκαταλέγεται στα ομορφότερα χωριά της Νάξου, της μεγίστης των Κυκλάδων. Περιτριγυρισμένο από αιωνόβιους ελαιώνες και ρεματιές κατάφυτες με πικροδάφνες, αποτελεί έναν από τους ιστορικούς οικισμούς της κοιλάδας της Τραγαίας, που απλώνεται στην ενδοχώρα του νησιού. Χάρις στην ασφάλεια που παρείχε η θέση της και στην εύφορη γη της, η Τραγαία γνώρισε ξεχωριστή άνθιση κατά τη βυζαντινή περίοδο, και μάλιστα από τον 7ο αιώνα και εξής, όταν ο πληθυσμός της Νάξου αποτραβήχτηκε από τις ακτές προς τα εκεί, εξαιτίας του φόβου των Αράβων που είχαν αρχίσει τις επιδρομές τους στο Αιγαίο. Στην κοιλάδα και τις γύρω τοποθεσίες σώζονται σήμερα πολυάριθμοι βυζαντινοί ναοί, σε πυκνότητα τέτοια που μπορεί να συγκριθεί μόνο με ό,τι συμβαίνει στη Μάνη.

*

Το αριστερό τμήμα του επιστυλίου, με την αρχή του επιγράμματος.

*

Στην ανατολική πλευρά του Χαλκίου, επάνω στον κεντρικό δρόμο, βρίσκεται η ενοριακή  εκκλησία του, που είναι γνωστή με το επιβλητικό όνομα Πρωτόθρονος. Κτίσμα εξωτερικά ογκώδες, ίσως και λίγο άχαρο, κρύβει κάτω από δεκάδες στρώματα ασβέστη μία συναρπαστική οικοδομική ιστορία, που ξεκινά από τον 6ο αιώνα μ.Χ., και φτάνει ως τον 18ο. Ό,τι αντικρύζει κανείς σήμερα, είναι αποτέλεσμα αλλεπάλληλων επισκευών και ανοικοδομήσεων που έγιναν κατά καιρούς επάνω στο σώμα της αρχικής εκκλησίας. Αντίστοιχη αλληλουχία παρουσιάζουν και οι τοιχογραφίες στο εσωτερικό της, όπου αναγνωρίζονται πέντε τουλάχιστον στρώματα ζωγραφικής, τα οποία φιλοτεχνήθηκαν πριν από την Εικονομαχία, στη διάρκειά της, αλλά και μετά, ιδίως κατά τον 11ο αιώνα, οπότε σημειώθηκε μεγάλη άνθηση της βυζαντινής τέχνης στο νησί. (περισσότερα…)

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η πλάκα του ταφικού μνημείου του Νικολάου Βαλτζέρη, με την επιγραφή στο επάνω μέρος της, Αρχαιολογικό Μουσείο της Σόφιας.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #8
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Κατήγαγόν τε αὐτὸν ἐν Τραϊανουπόλει

Η νοσταλγία για την πατρίδα παραμένει διαχρονικά ένα από τα πιο δυνατά συναισθήματα, για πολλούς ανθρώπους. Μία ιδιαίτερη έκφρασή της αποτελεί η επιθυμία να ενταφιαστεί κανείς στον τόπο της καταγωγής του, κατά τον ορισμό του Κάλβου ότι «εἶναι γλυκύς ὁ θάνατος | μόνον ὅταν κοιμώμεθα | εἰς τὴν πατρίδα». Τούτο ήταν μάλλον το κίνητρο του μακρινού ταξιδιού της σορού —ή των οστών— ενός βυζαντινού αξιωματούχου του 11ου αιώνα, από τη Μάμιστρα της Κιλικίας ως την Τραϊανούπολη της Θράκης, για να ταφεί στην τελευταία, η οποία φαίνεται ότι θα ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Τη μικρή αυτή ιστορία διηγείται λακωνικά μία επιγραφή, μοναδικό τεκμήριο για τη μεταφορά νεκρών σε μακρινές αποστάσεις στο Βυζάντιο.

(περισσότερα…)

Μὴ κατόκνει μακρὰν ὁδὸν πορεύεσθαι

Η επιγραφή στο καμπαναριό των Ταξιαρχών της Πελόπης.

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Είναι ένα παγωμένο αλλά φωτεινό πρωινό του Φεβρουαρίου, στα ορεινά της βόρειας Λέσβου· οδοιπορούμε αναζητώντας βυζαντινά ανάγλυφα εντοιχισμένα στις εκκλησίες του νησιού. Εδώ και κάμποση ώρα έχουμε αφήσει την ανατολική ακτή, που βλέπει προς τη Μικρασία, και έχουμε μπει στην ενδοχώρα. Το τοπίο της Λέσβου —αυτή η μοναδικά πολυπρόσωπη γη— αλλάζει για ακόμα μία φορά και μεταμορφώνεται σε μια βουνίσια χώρα, όπου η ορογένεση μοιάζει να τελείωσε σε έναν πρόσφατο, ιστορικό χρόνο — νομίζεις ότι βλέπεις ακόμα τον αχνό της. Κάπου μακριά προς τον νότο, πέρα από επάλληλες πλαγιές, ο ήλιος φωτίζει τον μεγάλο κόλπο της Καλλονής.

Μια πινακίδα αναγγέλει την Πελόπη, ένα χωριό απλωμένο στις πλαγιές του Λεπέτυμνου, με πελώριες λεύκες να το στεφανώνουν. Τα περισσότερα σπίτια είναι κτισμένα με την τοπική πέτρα, ένα μείγμα γκρίζου και καστανού χρώματος, με μια στάλα ιώδες, που εναρμονίζεται με τις αποχρώσεις του γύρω χειμωνιάτικου τοπίου. Στον κεντρικό δρόμο ξεπροβάλλει ένας νεοκλασικός Άγιος Γεώργιος, με το ιδιαίτερο, ελαφρά λεβαντίνικο αρχιτεκτονικό στυλ της Λέσβου, και γύρω υπάρχουν μερικά μαγαζιά, όπου λίγοι ντόπιοι αγρότες και κτηνοτρόφοι μπαινοβγαίνουν για τα απαραίτητα.

Ανηφορίζουμε προς τη μεγάλη εκκλησία του οικισμού, τους Ταξιάρχες — τί άλλο θα μπορούσε να είναι;— η οποία ξεχωρίζει με τον όγκο της ανάμεσα στα σπίτια. Στα καλντερίμια συναντούμε τις πρώτες ντόπιες γάτες, ο πληθυσμός των οποίων ίσως ξεπερνά εκείνον των ανθρώπων στα χωριά του νησιού. Ψηλά, στις άκρες της στέγης των Ταξιαρχών, βρίσκεται το ζητούμενο, δύο κομμάτια από μαρμάρινα ανάγλυφα με σχέδια της εποχής των Μακεδόνων, μικρά μεν αλλά σπουδαία ως μαρτυρίες για το βυζαντινό παρελθόν της Λέσβου. Καθώς είναι φυσικά αδύνατο να τα προσεγγίσουμε, επιστρατεύεται ο τηλεφακός· για να δούμε καλύτερα το ένα, πρέπει να μπούμε στην αυλή της εκκλησίας. Εκεί, υπάρχει μια έκπληξη. (περισσότερα…)

Νικήτας μαρμαρὰς ἀπὸ χώρα Μαΐνης

Η υπογραφή του Νικήτα στο τέμπλο των Αγίων Θεοδώρων της Καφιόνας.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #7
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

 Νικήτας μαρμαρὰς ἀπὸ χώρα Μαΐνης

Οι καλλιτέχνες στο Βυζάντιο καλύπτονταν από μία γενική ανωνυμία, καθώς υπέγραφαν τα έργα τους πάρα πολύ σπάνια. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται κατά βάσιν στο γεγονός ότι η τέχνη τους –πρωτίστως η ζωγραφική– ήταν θρησκευτική και η άσκησή της αποτελούσε μια συνάντηση με το θείον, που συνεπαγόταν ταπείνωση και εκμηδένιση του “εγώ”. Στην ανωνυμία συνέτεινε επιπλέον η χαμηλή κοινωνική τους θέση, αφού λογίζονταν ως τεχνίτες και όχι ως καλλιτέχνες με την περιωπή που απολαμβάνει σήμερα η συγκεκριμένη ιδιότητα. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που ξέφυγαν από τον παραπάνω κανόνα και απέκτησαν προσωπική φήμη, ή υπέγραφαν τα έργα τους. (περισσότερα…)

Ο πύργος της Λεψίνας

Karl Rottmann, άποψη της Ελευσίνας κατά το 1843, Νέα Πινακοθήκη Μονάχου. Διακρίνονται οι λόφοι της Ελευσίνας, με το τότε χωριό στον αριστερό (ανατολικό) και τον πύργο να προβάλει στον δεξιό (δυτικό). Στο πρώτο πλάνο, χωρικοί βαδίζουν στην Ιερά Οδό.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

«Αὕτη δὲν ἐπραγματοποιήθη μέχρι σήμερον»· τούτη η λακωνική πρόταση βρίσκεται σε μία υποσημείωση στον τόμο του 1960 του Αρχαιολογικού Δελτίου, του επίσημου περιοδικού της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, και αναφέρεται στην ανασύσταση του φραγκικού πύργου που υπήρχε στην Ελευσίνα, ο οποίος διαλύθηκε το 1953 προκειμένου να επεκταθούν τα λατομεία και οι εγκαταστάσεις της τσιμεντοβιομηχανίας “Τιτάν”. Η εταιρεία είχε δεσμευθεί ότι θα ανοικοδομήσει με δαπάνες της τον πύργο σε άλλο σημείο, με το αυθεντικό του υλικό. Όμως, επτά χρόνια αργότερα, οι λίθοι του πύργου ανέμεναν την αναστήλωσή του, όπως διαπιστώνει στην υποσημείωση ο αρχιτέκτων Ιωάννης Τραυλός, μελετητής του ιερού της Ελευσίνας. Και αναμένουν ακόμη, μέχρι τις μέρες μας.

Ο φραγκικός πύργος είχε κτιστεί στην κορυφή του λόφου που βρισκόταν αμέσως δυτικά του αρχαίου ιερού, εκεί όπου σήμερα υψώνονται καμινάδες – αγαπημένο θέμα πολλών φωτογράφων, φόντο των αγαλμάτων της αυλής του μουσείου της Ελευσίνας. Στο ίδιο σημείο είχε ιδρυθεί κατά τους ελληνιστικούς χρόνους ένα μικρό φρούριο, επάνω στα κατάλοιπα του οποίου θεμελιώθηκε η μεσαιωνική οχύρωση με τον μεγάλο πύργο. Ο ακριβής χρόνος κατασκευής του είναι άγνωστος, αλλά αποδίδεται με αρκετή βεβαιότητα στον 13ο αιώνα, όταν η Αττική κατακτήθηκε από τους σταυροφόρους και η ύπαιθρός της απέκτησε πολλούς τέτοιους πύργους, για να φρουρούν μικρά χωριά ή να επιτηρούν μεγάλες γαιοκτησίες. Στην περίπτωση της Ελευσίνας, ο πύργος μπορεί να συμμετείχε στο δίκτυο των φρυκτωριών που παρακολουθούσαν την κίνηση στο θαλάσσιο στενό μεταξύ Αττικής και Σαλαμίνας, ή να ήλεγχε τον χερσαίο δρόμο από την Αθήνα προς την Πελοπόννησο και τη βόρεια Ελλάδα. (περισσότερα…)

Το βυζαντινό χρονικό του Παρθενώνα

Η δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα το 1819, έργο του Δανού αρχιτέκτονα Jørgen Hansen Koch.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #6
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Το βυζαντινό χρονικό του Παρθενώνα

Η δυτική πρόσοψη του Παρθενώνα, που δεσπόζει στις περισσότερες απόψεις του βράχου της Ακρόπολης, αποτελεί την κατεξοχήν εικόνα-σύμβολο του κλασικού πολιτισμού. Οι κίονές της, μαζί με εκείνους της δεύτερης, εσωτερικής σειράς, φέρουν την πατίνα της φθοράς του χρόνου και τα σημάδια των κανονιοβολισμών που δέχτηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση. Η αθέατη στους επισκέπτες πίσω πλευρά τους, κρύβει το λίθινο χρονικό της βυζαντινής Αθήνας: περισσότερες από διακόσιες πενήντα επιγραφές χαραγμένες επάνω στις ραβδώσεις των δωρικών κιόνων, εξιστορούν τη ζωή και την κοινωνία της πόλης από τον 7ο ως τον 14ο αιώνα. Πρόκειται για τα λεγόμενα χαράγματα (ή αλλιώς graffiti, στη διεθνή ορολογία), σύντομα κείμενα που αποτυπώθηκαν με αιχμηρό αντικείμενο επάνω στην επιφάνεια του μαρμάρου, χωρίς να λαξευτούν κανονικά, αλλά και δίχως να υστερούν ως προς την ποιότητα της γραφής. (περισσότερα…)

Ο Νήφων στους Κουρσούς

Ατενίζοντας τον κλειστό κόλπο από τα Κουμαρά
προς τη Χρυσομηλιά των Φούρνων ή Κουρσών.

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

To κεντρικό, ομώνυμο νησί του συμπλέγματος των Φούρνων, ανάμεσα στη Σάμο και την Ικαρία, είναι ένας μικρός και απλός τόπος που έχει να προσφέρει στον επισκέπτη του μόνο φυσική ομορφιά. Ακόμα και αυτή όμως χαρακτηρίζεται μάλλον λιτή – μικρές ακτές, ήπιο γενικά ανάγλυφο, χαμηλή βλάστηση, λίγες καλλιέργειες, μερικά μελίσσια. Αν κάτι γίνεται κάπως περίπλοκο, είναι το τοπίο που συνθέτουν οι γύρω νησίδες και τα ονόματά τους: Θύμαινα και Θυμαινάκι, Kισηριά, Αλατσονήσι, Στρογγυλό, Πλάκα, Μακρονήσι, Άγιος Μηνάς, Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάς.

Οι Φούρνοι —οι αρχαίες Κορσεαί— άκμασαν κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και εξήγαγαν μάρμαρα από το λατομείο τους —το Πετροκοπειό— στις απέναντι μικρασιατικές ακτές. Στην εποχή του Βυζαντίου φαίνεται ότι ερημώθηκαν, παρόλο που παρέμεναν κομβικό σημείο στους θαλάσσιους δρόμους του Αιγαίου. Στις αρχές  του 15ου αιώνα ναυάγησε εδώ ο περίφημος Ιταλός ταξιδευτής Χριστόφορος Μπουοντελμόντι, ο οποίος, πεπεισμένος ότι θα πεθάνει, έγραψε σε μια σπηλιά τη φράση «Hic dira fame Christophorus mortuus est». Κατά την οθωμανική περίοδο, οι Φούρνοι συχνάζονταν από πειρατές, που έβρισκαν κρησφύγετο στους πολλούς κολπίσκους τους. Το κεντρικό νησί επανοικίστηκε από τον 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί του υπερηφανεύονται σήμερα ότι κρατούν από κουρσάρους· σίγουρα είναι φύσει ατίθασοι και αγαπούν πολύ τον κρότο του δυναμίτη. (περισσότερα…)

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Το επιτύμβιο επίγραμμα του Θεοδοσίου, όπως εκτίθεται
στη Συλλογή Γλυπτών της Μονής του Οσίου Λουκά.

 

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #5
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Θεόδωρος πρίν, Θεοδόσιος αὖθις

Η μονή του Οσίου Λουκά κοντά στο Στείρι της Βοιωτίας, η οποία απειλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού, συνιστά έναν αληθινό θησαυρό για την ιστορία της βυζαντινής αρχιτεκτονικής και τέχνης. Εδώ μπορεί κανείς να αντιληφθεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, τον αισθητικό και συμβολικό κόσμο των εκκλησιών του μεσαιωνικού Βυζαντίου. Οι δύο ναοί –η Παναγία των μέσων του 10ου αιώνα και το καθολικό των αρχών του 11ου– οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες της Κωνσταντινούπολης. Τα μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη και ανάγλυφα της Παναγίας συνομιλούν με την κλασική αρχαιότητα αλλά μεταφέρουν και αραβικές επιδράσεις, σε μία ανεπανάληπτη για την εποχή ποιότητα. Το μεγάλο, πάμφωτο καθολικό είναι επενδεδυμένο με πολύχρωμες μαρμάρινες συνθέσεις στα δάπεδα και τους τοίχους, και διασώζει μερικές από τις σημαντικότερες ψηφιδωτές παραστάσεις της βυζαντινής τέχνης, σε ένα λιτό, γραμμικό ύφος, όπου ξεχωρίζουν τα γεμάτα εκφραστική δύναμη πορτρέτα μιας χορείας αγίων μοναχών. (περισσότερα…)

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Η επιγραφή στο γείσο της εισόδου της Παναγίας των Χαλκέων στη Θεσσαλονίκη.

*

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #4
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ὁ πρὶν βέβηλος τόπος

Ένα μεγάλο μέρος των μεσαιωνικών βυζαντινών επιγραφών αναφέρεται στην ίδρυση ή την ανακαίνιση ναών από κληρικούς, αξιωματούχους του στρατού και της κρατικής διοίκησης, αλλά και απλούς ιδιώτες. Πρόκειται για τις λεγόμενες κτιτορικές επιγραφές, οι οποίες τοποθετούνταν σε εξέχοντα σημεία των εκκλησιών, με συνηθέστερη θέση το ανώφλι της κύριας εισόδου, εξωτερικά ή εσωτερικά ‒ στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονταν στον ζωγραφικό διάκοσμο. Ορισμένες φορές εμφανίζονταν και επάνω στο τέμπλο, το οποίο ήταν τότε μαρμάρινο. Η γλώσσα τους ποικίλει, από λακωνικές διατυπώσεις με δημώδεις εκφράσεις και πλήθος ορθογραφικών λαθών, ως περίτεχνα επιγράμματα με υψηλές λογοτεχνικές προθέσεις.

Οι κτιτορικές επιγραφές δεν είχαν απλά σκοπό να απαθανατίσουν την πράξη της δωρεάς. Απεναντίας, αποτελούσαν ένα άριστο μέσον, σε προβεβλημένη και μόνιμη θέση, για να προβάλει ο δωρητής την ευσέβειά του αλλά και την κοινωνική του περιωπή, παραθέτοντας αφενός τα κίνητρα της πρωτοβουλίας του και αφετέρου τίτλους, αξιώματα και άλλες ιδιότητες που προσδιόριζαν το προσωπικό του κύρος. Οι επιγραφές δεν απευθύνονταν βέβαια μόνο στους πιστούς που εισέρχονταν στον ναό· παραλήπτης τους ήταν πρωτίστως το ίδιο το θείον, με την προσδοκία —ή σχεδόν την απαίτηση, ορισμένες φορές— να ανταποδώσει την προσφορά. Στο πλαίσιο αυτό, πολλά κείμενα τόνιζαν σκόπιμα και με έμφαση την αντίθεση ανάμεσα στο προσφερόμενο νέο έργο και την προηγούμενη από αυτό κατάσταση, ώστε να αναδειχθούν το μέγεθος και η σημασία της δωρεάς. (περισσότερα…)

Μία άλλη Αμοργός

Τοπίο της Αμοργού στον Χρυσόστομο στα Κάψαλα, κοντά στο μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. (Φωτογραφία του συγγραφέα).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να συστηθεί κανείς με έναν τόπο τον οποίο επισκέπτεται για πρώτη φορά — ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για ένα εμβληματικό νησί των Κυκλάδων, όπως η Αμοργός. Το διαδίκτυο προσφέρει δεκάδες σελίδες με πληροφορίες, συνήθως ρηχές και επιπόλαιες. Οι έντυποι ταξιδιωτικοί οδηγοί παραμένουν πιο αξιόπιστοι, παρόλο που  συχνά είναι άνισοι σε ποιότητα. Αν και σχετικά δυσεύρετη, η ταξιδιωτική γραμματεία μπορεί να κατευθύνει την προσοχή του επισκέπτη και να προετοιμάσει το βλέμμα του — όπως το Ελληνικό Καλοκαίρι του Ζακ Λακαρριέρ. Τα δε κείμενα των παλαιότερων, ξένων περιηγητών παρέχουν πάντοτε πλούσια ερεθίσματα.

Ξεκινώντας για ένα μικρό ταξίδι στην Αμοργό, επέλεξα μία άλλη πηγή, ένα από τα Ὑπομνήματα περιγραφικὰ τῶν Κυκλάδων Νήσων κατὰ μέρος, που δημοσίευε στα τέλη του 19ου αιώνα ο γεωγράφος και ιστορικός Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905). Το αφιερωμένο στην Αμοργό υπόμνημα, έκτασης 92 σελίδων, εκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα από το τυπογραφείο των αδελφών Περρή και κυκλοφορεί σήμερα σε αναστατική επανέκδοση του βιβλιοπωλείου του Διονυσίου Νότη Καραβία. Επρόκειτο για το δεύτερο έργο αυτού του είδους του Μηλιαράκη, μετά το τομίδιο Άνδρος – Κέως που είχε εκδοθεί το 1880· ακολούθησε ένα ακόμη, το 1901, αφιερωμένο στην Κίμωλο.

Η Αμοργός του Μηλιαράκη αποτυπώνει την κατάσταση του νησιού στα χρόνια της παλαιάς Ελλάδας, όταν αυτό αποτελούσε το ανατολικότερο άκρο του βασιλείου και μόλις έβγαινε από την απομόνωση του, αφού το 1882 απέκτησε για πρώτη φορά τακτική εβδομαδιαία επικοινωνία με ατμόπλοιο. Ο συγγραφέας περιόδευσε την Αμοργό τον Ιούνιο του 1883 και συνομίλησε με πολλούς κατοίκους του, παρατηρώντας και συγκεντρώνοντας επί τόπου την περισσότερη ύλη του μικρού του βιβλίου. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κείμενο που γοητεύει τον αναγνώστη του: δεινός και διεισδυτικός παρατηρητής, ο Μηλιαράκης οργανώνει το υλικό του συστηματικά, είναι ακριβολόγος στις περιγραφές του, διακρίνει το μείζον από το δευτερεύον, επικρίνει καταστάσεις και προτείνει λύσεις, και όλα αυτά με εργαλείο μία λιτή αλλά χυμώδη και ρέουσα καθαρεύουσα, με μεγάλη οικονομία λόγου. (περισσότερα…)