Μιχάλης Βιρβιδάκης

Μια συνάντηση με τον Γιώργη Μανουσάκη

 

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ήταν λίγα χρόνια μετά που άρχισε να λειτουργεί το Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά όταν ένα πρωί καθώς δούλευα μόνος στο γραφείο μου, άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν χαμηλό και απροσδιόριστο ήχο στην εξωτερική πόρτα του θεάτρου. Σταμάτησα την εργασία μου να αφουγκραστώ, όμως επειδή δεν άκουγα κάτι που να επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση, υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος ήχος από την πολύβουη οδό Υψηλαντών και συνέχισα την εργασία μου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλως περιέργως άκουσα τώρα από το φουαγιέ του θεάτρου, ακόμη δηλαδή πλησιέστερα σε μένα, κάτι σαν τον ήχο μιας χαμηλόφωνης διακριτικής  φωνής που ρωτούσε το γνωστό σε όλους «είναι κανείς εδώ;», παίρνοντας ταυτόχρονα όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην ενοχλήσει την ατμόσφαιρα του θεάτρου στην περίπτωση που στην διπλανή αίθουσα εξελισσόταν κάποια πρόβα. Υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος θεατής που θα ανέβηκε τις σκάλες για να ζητήσει εισιτήριο για την παράσταση, εντούτοις ήταν ανεξήγητο σε μένα πώς από τη θέση του γραφείου όπου ευρισκόμουν δεν άκουσα, καίτοι είχα στρέψει την προσοχή μου, βήματα ή έστω θρόισμα ανθρώπου να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια της εισόδου για να φτάσει στο φουαγιέ. Ξαφνιασμένος ομολογώ από τον αναπάντεχο άγνωστο επισκέπτη, βγήκα από το γραφείο βιαστικά για να τον συναντήσω. Και τότε βρέθηκα μπροστά στον Γιώργη Μανουσάκη.

Τον αναγνώρισα αμέσως καθώς είχαμε συστηθεί πρόσφατα μετά το τέλος της παράστασης που παιζόταν τότε, λέγοντας τα εντελώς τυπικά στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τον καλωσόρισα εγκάρδια και τον κάλεσα στο γραφείο να καθίσει για λίγο. Δέχτηκε κι έτσι τώρα μπορούσα να τον παρατηρώ χωρίς περισπασμούς. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην επαφή μας αυτήν, ήταν η ακραία ευαισθησία του ανθρώπου που ναι μεν ήταν συμβατή με την πνευματικότητα ενός λογίου όμως ήταν εντελώς ασυνήθιστη ως προς την τυπική συμπεριφορά των Κρητών που μιλούν με βροντερή φωνή και χειρονομούν ζωηρά, τόσο που πολλές φορές αγγίζουν, επιτρέψτε μου να το πω, τα όρια της τραχύτητας. Μια ευαισθησία που ξεχείλιζε στους τρόπους, στη φωνή, στο βλέμμα, στην χειρονομία, στην περπατησιά και περιέβαλλε τον άνθρωπο δίνοντάς του μια αίσθηση ευθραυστότητας, σαν να μην ανήκε μόνο στον πραγματικό κόσμο αλλά να ανήκε εξ ίσου και στον κόσμο της φαντασίας, της ονειροπόλησης, σαν να επρόκειτο καλύτερα για ένα πλάσμα της λογοτεχνίας που ξέφυγε από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, πήρε για μια στιγμή μπροστά μου σάρκα και οστά και κινδύνευε τώρα με μιαν αδέξια  κίνηση ή φράση μου να διαλυθεί στον αέρα σαν οφθαλμαπάτη ή σαν ένα απ’ αυτά τα όνειρα που βλέπουμε καμιά φορά τις πρωινές ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Χαιρετιστήκαμε. Το χέρι μου συναντήθηκε με το δικό του αφήνοντας ανάμεσα στις δυο παλάμες ένα κενό που μόλις και σου επέτρεπε να αισθανθείς την υφή ενός αβρού, τρυφερού δέρματος, που με έκανε να υποθέσω πως δεν θα είχε ιδέα από χειρονακτικές εργασίες πέρα από το να γράφει με το μολύβι. Αν θα συνέκρινα την ευαισθησία του με κάποιου από τους γνωστούς μου λογοτέχνες που μέχρι σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές, έχει τύχει να ασχοληθώ με το έργο του μόνον με εκείνην του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα θα μπορούσα να την συγκρίνω για να μην πω καλύτερα με κάποιο από τα ετερώνυμα δημιουργήματά του. Καθίσαμε για λίγο στο γραφείο να  μιλήσουμε. Προσπαθούσαμε δηλαδή κι οι δυο να βρούμε θέματα να μιλήσουμε, να σπάσουμε τη σιωπή μεταξύ αγνώστων που όμως μετά από δυο τρεις αμήχανες τυπικές φράσεις, κατέληγε και πάλι να κυριαρχεί στο δωμάτιο. Δεν ήταν εύκολο. Όχι πως δεν υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ένοιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο πως η σιωπή, μέσα από την οποία η διαίσθηση συνηθίζει να απλώνει τις γνωστικές της λειτουργίες προς το άγνωστο, αποτελούσε συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας του με τον άλλον. Καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα συγκεντρωμένο πίσω από τις μυωπικές διόπτρες του, μελαγχολικό, απόλυτα σοβαρός μέσα στο παλιό κοστούμι του δασκάλου, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του χωρίς να παρατηρεί κάτι συγκεκριμένα και μιλούσε αργά, μετρημένα, μετά σώπαινε αρκετή ώρα, μετά επανερχόταν πάλι με μια του ερώτηση.

Αν θυμάμαι καλά τα θέματα που θίξαμε ήταν η δυσκολία να κάνει κανείς σοβαρή τέχνη στην επαρχία, πράγμα για το οποίο είχε και ο ίδιος προσωπική εμπειρία, η προσφορά του Θεάτρου Κυδωνία στην πόλη και το ρεπερτόριο που ακολουθούσε, η ευχή του να συνεχίσουμε έτσι στα δύσκολα… Κρατούσε έναν μπεζ φάκελο και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να μου τον δώσει. Τον άνοιξα μπροστά του. Μέσα ήταν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή Άνθρωποι και Σκιές και τα μικρά πεζά του Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα και τα δύο σε καλαίσθητες αθηναϊκές εκδόσεις, που δεν θύμιζαν σε τίποτα την προχειρότητα της επαρχίας. Και στα δύο είχε γράψει από μια πολύ θερμή αφιέρωση. Στο κρανίο είχε γράψει: «Στον άξιο θεατράνθρωπο κ. Μιχάλη Βιρβιδάκη με εκτίμηση και φιλία. Χανιά, Μάρτιος 2005, Γιώργης Μανουσάκης». Τον ευχαρίστησα. Με κοίταξε και στα χείλη του διαγράφτηκε κάτι σαν την αρχή ενός χαμόγελου. Μου είπε ευγενικά πως οι συλλογές αυτές ήταν οι μόνες από τις οποίες του είχαν περισσέψει αντίτυπα, σαν να απολογείτο που μου έφερε μόνο αυτές τις δύο. Του απάντησα πως το δείγμα ήταν επαρκές και πως θα τις διάβαζα πολύ σύντομα, καθώς έψαχνα ήδη να βρω να διαβάσω κάτι δικό του και πως αυτό που μόλις συνέβη ήταν μια ωραία ευτυχής σύμπτωση.

Ακολούθησε και πάλι σιωπή. Τα βιβλία αυτά προφανώς ήταν ο λόγος που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέχρι το θέατρο και τώρα που ο σκοπός είχε εκπληρωθεί, αισθανόμουν πως ήθελε να φύγει. Σαν ο χρόνος που είχε διαθέσει για μια πεζή καθημερινή του υποχρέωση, να τον αποσπούσε από τη συγκέντρωσή του στις λέξεις που έπλαθε διαρκώς στο αόρατο εργοτάξιο του μυαλού του και μουρμούριζε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του. Σηκώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά από την καρέκλα και εγώ τον συνόδεψα μέχρι το κεφαλόσκαλο ανταλλάσσοντας μαζί του δυο τρεις αποχαιρετιστήριες φράσεις. Τον κατευόδωσα με το βλέμμα καθώς το σώμα του χανόταν σιγά σιγά στα σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας του θεάτρου. Δεν άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει.

Δυο χρόνια μετά σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κυδωνία δεκαέξι μικρά πεζά από τη συλλογή Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα σε μία ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Το σκοτεινό μας υπόγειο» και είχα την χαρά να έχω στην πρεμιέρα τον ποιητή Γιώργη Μανουσάκη ανάμεσα στους θεατές της παράστασης.  Ακόμα και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, πιστεύω πως η συλλογή αυτή αποτελεί ακραία ποιητική στιγμή στην συνολική παραγωγή του Μανουσάκη και ένα από τα πλέον σημαντικά έργα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής που δυστυχώς παραμένει άγνωστο στους πολλούς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 22ας Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά εις μνήμην του Γιώργη Μανουσάκη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον. Αφορμή της εκδήλωσης ήταν η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου: Γιώργης Μανουσάκης, Τα Ποιήματα (1967-2007), Κίχλη, 2021.

 

 

 

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.

 

 

 

 

Κυριακή 11/7 | Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς – Με τον Γιώργο Μπλάνα

~.~

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η θεατρολόγος και πανεπιστημιακός Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Κυριακή 11 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

Γιώργος Μπλάνας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Ποιητής, κριτικός και μεταφραστής εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν την σφαγή. Έκτοτε εξέδωσε 10 ποιητικά βιβλία: Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου * Νύχτα * Παράφορο * Η απάντησή του * Επεισόδιο * Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα * Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη * Στασιωτικά [1-50] * Στασιωτικά [51-100] *Τερατούργημα και Ο Κότσυφας του Σύμπαντος. Άσκησε επί δεκαετίες την κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική κριτική και μετέφρασε πλήθος σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων λογοτεχνικών έργων. Η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική λυρική και δραματική ποίηση, απέδωσε εκδόσεις του συνόλου των αποσπασμάτων του Αρχίλοχου και του Παλλαδά του Αλεξανδρέως, Ραψωδιών της Ομήρου Ιλιάδος και δραμάτων του Αισχύλου, του Σοφοκλέους, του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους. Οι μεταφράσεις του αρχαίων δραματικών και σαιξπηρικών έργων χρησιμοποιήθηκαν συχνότατα σε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και άλλων θεατρικών οργανισμών.

2011 Ευριπίδου: Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.
2014 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2015 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2016-17 Αισχύλου: Επτά επί Θήβας, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2017 Ευριπίδου: Ιφιγένεια εν Αυλίδι, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2017 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγαρτζίδη.
2018 Αισχύλου: Αγαμέμνων, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2018 Σοφοκλέους: Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2018 Ευριπίδου: Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
2018 Αριστοφάνους: Βάτραχοι, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2021 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη.

Οι εργασίες του που έχουν βραβευθεί: Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω (Στασιωτικά [1-50]), Έπαινος Κάρολος Κουν (Ευριπίδης: Ηρακλής Μαινόμενος), Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (Βασίλι Γκρόσμαν: Ζωή και Πεπρωμένο).

~.~

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΤΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ

Μετάφραση Γιώργου Μπλάνα

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά.

~.~

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Κυνήγι φτερωτό των ουρανών
κι έθνος ολόχαρο των αγριμιών
που τρέφεται σε τούτες τις πλαγιές,
μη φεύγετε την πέτρα μου, μην τρέχετε·
δεν έχω πια στα χέρια τόξου δύναμη,
ο δύστυχος. Ελάτε,
μη φοβάστε.
Ο τόπος είναι αφύλαχτος.
Σειρά σας να χορτάσετε ό,τι μένει
από το σφάγιό μου.
Εγώ σε λίγο
φεύγω απ’ τη ζωή.
Με τι να πορευτώ;
Χορταίνει ο άνεμος αυτόν
που έχασε της μάνας γης την αγκαλιά;

~.~

ΑΙΑΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αι, α! Στενάζω και ακούω τ’ όνομά μου.
Όχι στενάζω, αιάζω είναι το σωστό.
Κι έτσι μπορώ να είμαι Αίας
όσο ζητάει η κατάντια μου. Αι, α, κατάντια:
να φτάνει κάποτε στην Τροία ο πατέρας,
να σπέρνει σθένος και ορμή και να θερίζει δόξα·
και να ’ρχεται ύστερα ο γιος στην ίδια γη
να οργώνει τα πεδία των μαχών
με χέρια ισάξια του πατέρα,
να σπέρνει το ίδιο σθένος και να θερίζει ατίμωση
σαν να ’ναι ο τελευταίος των Αχαιών.
Όμως ακόμα κι έτσι ερείπιο όπως είμαι,
μέσα μου ξέρω σίγουρα πως αν ο Αχιλλέας
ήταν εδώ και έκρινε ποιος έχει την ανδρεία
να φέρει τα όπλα του, θα έδειχνε εμένα·
μόνο εμένα. Κι ας πιστεύουν οι Αχαιοί
πως είναι άξιος να τα ’χει ένας πανούργος
κι ας λοιδορούν το σθένος μου.
Αν έβλεπα μπροστά μου, αν μπορούσα να σκεφτώ,
δεν θα τολμούσαν να προκρίνουν άλλον άνδρα.
Μὰ εγώ άπλωσα το χέρι να συντρίψω
ανθρώπους ένοχους και η κόρη, η αρπακτική, του Δία
έλυσε καταπάνω μου την λύσσα της. Ορίστε,
λοιπόν, ο ανδρείος μαχητής: ένας ασήμαντος χασάπης.
Τώρα γελούν, νομίζουν πως είναι ζωντανοί
από δικό μου λάθος. Δεν σκέφτονται πως όταν
σπέρνει σκοτάδι ο θεός, βρίσκει την ευκαιρία
και ξεγλιστρά απ’ τον γενναίο ο δειλός.
Λοιπόν, τι μου απομένει; Οι θεοί με κυνηγούν,
το πανελλήνιο με μισεί κι η Τροία δεν με σηκώνει.
Ν’ αφήσω ετούτη την στιγμή τους Αχαιούς,
να πάρω πίσω το Αιγαίο μονάχος, λιποτάκτης;
Πώς θα σταθώ μπροστά στον Τελαμώνα;
Πώς θα τον αντικρύσω; Και πώς θ’ αντέξει να με δεῑ
να επιστρέφω με άδεια χέρια; Τι θα του πω;
Γυμνός θα πάει ο γιος στην δόξα του πατέρα;
Όχι, ποτέ, ποτέ όσο ζώ. Καλλίτερα να ορμίσω
πάνω στους Τρώες μόνος μου. Κι όσους θερίσω
πριν με θερίσουν. Έτσι τουλάχιστον θα πάω
δοξασμένος. Όχι! Αυτό δεν περιμένουν οι Αχαιοί,
για να πανηγυρίσουν; Δεν βγαίνει άκρη. Κάπως
πρέπει να μάθει ο πατέρας πως ο γιος
δεν είναι ανάξιος καρπός της γενναιότητάς του.
Πρέπει· γιατί είναι ντροπή να θες να ζήσεις μια ζωή
που οι δυστυχίες της γεννούν μονάχα δυστυχίες.
Τι νόημα έχει να πεθαίνεις κάθε μέρα
για να μένεις ζωντανός; Ύπαρξη κάλπικη αυτός
που προσπαθεί να συντηρήσει της ελπίδας την φωτιά
με ψέματα χλωρά. Ζήσε καλά ή πέθανε καλύτερα.
Νά πώς υπάρχει ο αυθεντικός άνθρωπος.
Εγώ αυτά είχα να πω.

~.~

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ [ΑΙΣΧΥΛΟΥ]

Απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού·
αέρα, διάφανο γεράκι της δροσιάς,
πηγές των ποταμών,
πέλαγο, γέλιο της αρμύρας φωτεινό
μητέρα γη και φλογερό βλέμμα του ήλιου,
δείτε θεός από θεούς τι πάσχω.
Δείτε αιώνιο μαρτύριο που έχω να παλέψω.
Αυτό αξίζω για την νέα εξουσία:
πέτρα και σίδερο σε μια ερημιά.
Α, πού κατάντησα! Δεν ξέρω τι να πρωτοπονέσω·
το σιδερένιο μου παρόν
ή τους πέτρινους αιώνες που θα έρθουν;
Λύτρωση! Θά ’ρθει η λύτρωση ποτέ;
Τι λέω; Σαν να μην ξέρω τι θα φέρει
το μέλλον: ένα-ένα, καθαρά·
τίποτα απρόβλεπτο, όλα δοσμένα, μετρημένα.
Θα το αντέξω -πρέπει!-
το μέρισμά μου. Δεν παλεύεται -το ξέρω-
η Ανάγκη. Θα σωπάσω
μπροστά στην δύναμή της.
Μα δεν μπορώ να κάνω την σιωπή μου
να σωπάσει. Μιλάει – κι εγώ ένα στόμα έχω…
Άνθρωπος η κατάντια μου!
Γι’ αυτόν άρπαξα απ’ την φλόγα την φωτιά·
σ’ αυτόν την χάρισα, κλεισμένη
σ’ ένα καλάμι, ζωντανή – να τον διδάξει
πως γίνεται Άνθρωπος ο Άνθρωπος. Αυτό
το ανθρώπινο όραμα με οδήγησε εδώ, στην ερημιά
των απάνθρωπων δεσμών μου. Αχ!
Ποιος είναι εκεί;
Ποιος ψιθυρίζει; Ποιος μυρώνει τον αέρα,
διάφανος σαν αέρας. Φανερώσου!
Είσαι θεός, θνητός ή πλάσμα θεϊκό;
Ήρθες στης γης την άκρη για να δεις
το πέτρινο μαρτύριο που περνώ ή τι;
Βλέπεις θεό δεσμώτη, απόβλητο, εχθρό
της εξουσίας των θεών… από φιλανθρωπία.
Τι είναι αυτό! Ακούω πουλιά;
Φτερά θροΐζουν ή σηκώθηκε αέρας;
Τι φέγγει εκεί; Ποιος τρόμος…

~.~

ΗΡΑΚΛΗΣ [ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ – ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Λοιπόν, αφού πιαστήκαμε για τα καλά λόγια,
άκου στις νουθεσίες σου τι έχω ν’ αντιτάξω•
και μέτρα τα χτυπήματα που μου ’δωσε η ζωή.
Με γέννησε ο άνθρωπος
που σκότωσε τον γέροντα πατέρα της μητέρας μου –
κι όταν δεν έχει μια γενιά βάσεις σωστές, οι απόγονοι
θα δυστυχήσουν βέβαια.
Ύστερα, αυτός ο Δίας
-ποιος είναι δεν με νοιάζει-
σε κάποια κλίνη, μου άνοιξε πόλεμο με την Ήρα.

Γέρο μου, μην ανησυχείς. Έναν πατέρα έχω.

Ήμουν μωρό, στα σπάργανα, κι έπρεπε να παλέψω
με φίδια τερατόμορφα, για να επιβιώσω.
Κι όταν στο σώμα μου έδεσε η πανοπλία του άντρα,
τι δεν αντιμετώπισα – Τρισώματους Τυφώνες;
Λιοντάρια; Γίγαντες; Ορδές τετράποδων πολεμιστών;
Τη σαρκοβόρα Ύδρα, που είχε δυο κεφάλια και έκαψα εκατό;
Τι πέρασα! Πώς άντεξα! Και άντεξα πολλά.
Μέχρι τον Άδη έφτασα και έφερα στο φως
τον σκύλο τον τρικέφαλο, τον πυλωρό του σκότους•
για χάρη του Ευρυσθέα.
Και, να, το επιστέγασμα των άθλων μου: τα λάφυρα
της δυστυχίας μου: νεκρά
παιδιά – και είναι παιδιά μου!
Κατάντια!
Πώς να μείνω στη Θήβα που αγάπησα;
Είναι ντροπή!
Κι αν μείνω
ποιο ιερό, ποια τελετή, ποιον φίλο να πλησιάσω;
Δεν έχω το δικαίωμα και δεν θα με δεχθούν.
Να πάω στο Άργος; Πώς; Φυγάς
απ’ την πατρίδα μου;
Ή να βρω
μιαν άλλη πόλη να κρυφτώ;
Ποια πόλη; Είναι μπροστά μου
τα μοχθηρά τους βλέμματα, που θα με αναγνωρίζουν•
Τρυπούν τ’ αφτιά μου οι ψίθυροι:
«Αυτός δεν είναι ο φονιάς,
ο γιος του Δία, που σκότωσε γυναίκα και παιδιά;
Α, να χαθεί, το σίχαμα, να ξεβρομίσει ο τόπος!»

[Άκου με: αυτός ο άνθρωπος που έλεγε πως ζούσε
τάχα μέσα στο φως
της ευτυχίας, ταράζεται, τα χάνει, όταν αρχίσει
να σκοτεινιάζει η μοίρα του.
Όμως αυτός που έμαθε τι είναι δυστυχία
από τα γεννοφάσκια του, ξέρει τι περιμένει.]
Κι εγώ γνωρίζω, φίλε μου,
πως θα τελειώσω. Κάποτε κι η γη θα μου φωνάζει
πως είμαι ανεπιθύμητο; να πάψω να μολύνω
τα χώματά της, τα νερά, τις θάλασσες. Θα λέει
πως μόνο το μαρτύριο του Ιξίωνα μου ταιριάζει.
[Καλύτερα έτσι. Οι Έλληνες δεν θα ’ναι αναγκασμένοι
να βλέπουν ενός Έλληνα γενναίου την κατάντια.]

Λοιπόν; Γιατί να ζω;
Τι έχει να μου δώσει αυτή η άχρηστη ζωή;
Το αίσχος της;
Τώρα μπορεί του Δία η γυναίκα
να ξεσηκώσει απ’ τους χορούς τις αίθουσες του Ολύμπου.
Έγινε αυτό που ήθελε. Τον πρώτο των Ελλήνων
τον γκρέμισε απ’ το βάθρο του.
Θεά να σου πετύχει!
Πώς να την σεβαστείς,
όταν για μια γυναίκα, που άρεσε στον Δία,
στερεί από την Ελλάδα
τους υπερασπιστές της;

~.~

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Δεν έχω του Ορφέα το μυαλό, πατέρα μου· δεν ξέρω
να τραγουδάω και να ξυπνούν οι πέτρες και να τρέχουν
να μ’ ακούσουν· να μιλάω και να μαγεύω
τους ανθρώπους και να κάνουν ό,τι θέλω.
Τα δάκρυά μου τα χαζά έχω μονάχα.
Κάτι αξίζουνε κι αυτά, πατέρα: είναι δικά μου
κι είναι της κόρης σου – μην τ’ αρνηθείς.
Πέφτω στα πόδια σου· σε ικετεύω. Ξέρω:
δεν ικετεύουνε ποτέ με άδεια χέρια· να,
δέξου τα χέρια μου και πες πως είναι
κλαδάκια ελιάς και δάφνης. Μην με διώχνεις
τόσο γρήγορα απ’ το φως· είναι γλυκό
το φως – μην μ’ αναγκάσεις
να δω της γης τ’ ανίδωτα κι ανείπωτα σκοτάδια.
«Πατέρα μου» δεν ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσες
να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου; «Παιδί μου»
δεν σ’ άκουσα να λες μόλις σε είδα
στο φως του κόσμου; Κι όταν
μεγάλωσα, σε σένα δεν ερχόμουν, δεν καθόμουν
στα γόνατά σου, δεν σου γύριζα τα χάδια, τα φιλιά σου;
Δεν μου ’λεγες: «Θα ζήσω να σε δω, πριγκίπισσά μου,
βασίλισσα στο σπίτι σου· γυναίκα ευτυχισμένη
στην αγκαλιά ενός βασιλιά, μεγάλου σαν και μένα;»
κι εγώ σου χάιδευα τα γένια –όπως τώρα–
και σου ’λεγα: «Θα ζήσεις και θα είσαι
γέροντας και θα έρχεσαι στο σπίτι μου κι εγώ
θα σε φροντίζω όπως με φρόντιζες εσύ».
Εγώ δεν τα ξεχνάω τα λόγια μου, πατέρα.
Εσύ τα ξέχασες και θέλεις να με σκοτώσεις.
Τι θα ’λεγε ο Ατρέας, ο παππούς μου,
αν ήξερε; Τι θα ’λεγε ο δικός σου
παππούς, ο Πέλοπας; Άκου τι λέει
η μητέρα μου. Δεν φτάνει μία φορά
που πόνεσε, όταν μου ’δωσε ζωή; Πρέπει να ζήσει
και τον πόνο του θανάτου μου; Τι φταίω
εγώ αν ήθελε η Ελένη τον Αλέξανδρο, πατέρα;
Πώς να πεθάνω εγώ γι’ αυτούς;
Κοίταξέ με, φίλησέ με να θυμάμαι τον καλό μου
πατέρα, όταν θα φύγω απ’ τη ζωή επειδή
δεν με λυπήθηκε ο πατέρας μου. Και συ,
Ορέστη μου, αδελφέ μου, βοήθησέ με. Ξέρω·
είσαι μικρούλης· όμως νιώθεις
–το νιώθω– το κακό που πλησιάζει
την αδελφή σου· και το δάκρυ σου, μωρό μου,
έχει δύναμη μεγάλη – να το ξέρεις.
Κοίτα, πατέρα, τι σου λέει: «Είναι μικρή
η αδελφούλα μου· λυπήσου τη!» Μαζί,
μαζί σ’ το λέμε – εγώ πουλί μικρό κι αυτός
πουλάκι τοσοδά. Είμαι μικρή, όμως πρόλαβα
να μάθω κάτι π’ ούτε εσύ ούτε κανείς
μπορεί να το νικήσει.
Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Κι είναι τρελός αυτός που λέει:
καλύτερα να πέθαινα χαρούμενος παρά
να ζω δυστυχισμένος.

~.~

ΜΗΔΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Ορίστε· ήρθα εγώ σε σας, γυναίκες της Κορίνθου,
για να μην παρεξηγηθώ. Λένε πολλά
οι άνθρωποι μπροστά και πίσω από τις πόρτες.
Αλαζονεία βλέπουν στην διακριτικότητα
οι γείτονες, γιατί το βλέμμα
και άδικο είναι κι απρόκλητα επιθετικό,
πριν διακρίνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο·
πόσο μάλλον αν είναι ξένος. Το σωστό
είναι να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Μα κι οι πολίτες να μην κρίνουν
απ’ τα φαινόμενα. Πολίτης
και άγνοια είναι σωστή καταστροφή. Όσο για μένα,
με τσάκισε, καλές μου, αυτό το ξαφνικό.
Σαν φάντασμα πλανιέμαι σε τούτη την ζωή
που δεν την θέλω. Είμαι νεκρή, σας λέω·
νεκρή. Ο άντρας μου, αυτός που ήταν για μένα
ο κόσμος όλος, όλη μου η ζωή,
είναι το μεγαλύτερο ψέμα του κόσμου.
Μα, δεν υπάρχει πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο,
πιο δύστυχο απ’ την γυναίκα.
Κάθε ανάσα, κάθε σκέψη κι ένα πρόβλημα.
Πληρώνουμε πανάκριβα έναν άντρα
κι αγοράζουμε αφέντη.
Υπάρχει μεγαλύτερη απάτη;
Κι αν βγει καλός, πάει καλά. Όμως θα βγει;
Άλλη αγωνία αυτή. Για χωρισμό ούτε λόγος.
Η άτιμη, αυτή που άφησε τον άντρα της!
Μένουμε εκεί, σ’ ένα καινούριο άγνωστο σπίτι,
με άλλες συνήθειες κι άλλες αρχές,
αμήχανες, χωρίς να ξέρουμε τι πρέπει
να κάνουμε. Πρέπει να είσαι Πυθία για να ξέρεις
πράγματα που δεν έμαθες στο πατρικό σου σπίτι.
Κι αν καταφέρουμε να μάθουμε όπως-όπως
και πάρουν όλα την σειρά τους
κι ο άντρας λέει -όπως λένε- πως αντέχει τον ζυγό
του γάμου έχει καλώς.
Δεν είναι άσχημα. Το αντίθετο, μπορείς να λες
πως είσαι ευτυχισμένη. Ασφαλώς,
ο άντρας, όταν βαρεθεί την σπιτική μονοτονία,
βγαίνει, πηγαίνει να ξεσκάσει.
Εμείς στο μεταξύ δίνουμε μάχη για την τιμή του
με σύμμαχο την μοναξιά. Για ν’ ακούσουμε στο τέλος
πως είμαστε κρυμμένες στην ασφάλεια του σπιτιού,
όταν εκείνοι προσπαθούν να ξεφύγουν, με το δόρυ,
το δόρυ του εχθρού. Ανοησίες! Χίλιες φορές
η ασπίδα και το δόρυ, παρά μια γέννα. Όμως άλλο
εσείς κι άλλο εγώ. Εσείς έχετε τόπο
και σπίτι πατρικό και φίλους και γνωστούς.
Εγώ είμαι μόνη σε ξένο τόπο: λάφυρο
μιας εκστρατείας σε τόπο βάρβαρο,
χωρίς γονείς και αδελφό και συγγενή να καταφύγω.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ. Αν βρω τρόπο να τιμωρήσω
τον άντρα μου, την νύφη του και τον πατέρα της,
για το κακό που μου ’καναν, μην πεις
τίποτα σε κανέναν.
Γιατί, σ’ το λέω: μπορεί η γυναίκα να φοβάται
και τον ίσκιο της, μπορεί να μην αντέχει
ούτε ν’ ακούει για μάχες και σπαθιά,
μα όταν πολιορκηθεί ο έρωτάς της, δεν υπάρχει
πιο πολεμόχαρη ψυχή.

~.~

ΑΝΤΙΓΟΝΗ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αχ, νυφική μου κάμαρα, σπίτι μου σκοτεινό:
τάφε και φυλακή μου, έρχομαι για να βρω
όσους δικούς μου δέχτηκε εκεί η Περσεφόνη.
Μόνον εγώ απόμεινα. Μόνο και μόνο για να δω
τον θάνατό μου πριν καλά-καλά να ζήσω.
Άργησα, άργησα πολύ, μάνα καλή, πατέρα μου,
κι αγαπημένε μου αδελφέ, κοντά σας να κουρνιάσω.
Έρχομαι, κατεβαίνω: το αγαπημένο σας παιδί,
εγώ που σας ετοίμασα, σας στόλισα, σας τίμησα
στο τελευταίο ταξίδι.
Ακούτε; Ακούς κι εσύ καλέ μου Πολυνείκη.
Το σώμα σου προστάτεψα, αδελφέ
και να τι κέρδισα! Όχι·
σε τίμησα, έτσι έπρεπε: το ξέρουν οι καλοί.
Τέτοιο φορτίο τρομερό -κι ενάντια στους πολίτες-
δεν θα το άντεχα, αδελφέ, ούτε για τα παιδιά μου,
τα σπλάχνα μου· τον άντρα μου αν έβλεπα να λιώνει
άταφος… Όχι, αδελφέ, μην σε τρομάζουν
τα λόγια μου· ξέρω τι λέω. Τη θέση ενός άντρα
νεκρού την παίρνει άλλος.
Και την απώλεια των παιδιών,
καινούργια την γιατρεύουν.
Όμως δεν γίνεται άλλος αδελφός από γονείς
που βρίσκονται στον Άδη.
Αυτό είναι νόμος, αδελφέ.
Και τον σεβάστηκα. Κι αυτός, ο Κρέων, λέει
πως παρανόμησα, δικαίωμα στις χαρές
δεν έχω της ζωής: άντρα παιδιά και σπίτι.
Σπίτι μου θέλει ο τάφος μου να γίνει·
εκεί μονάχη κι έρημη να ζω τον θάνατό μου.
Ποιο νόμο παραβίασα των θεών;
Θεοί! Θεοί!
Ούτε θεοί ούτε άνθρωποι μπορούν να με συντρέξουν πια,
αφού καταδικάστηκα γι’ ασέβεια επειδή υπήρξα ευσεβής!
Αν συμφωνούν μ’ αυτήν την καταδίκη οι θεοί,
πεθαίνοντας θα ξέρω πως το λάθος ήταν δικό μου. Όμως
αν είχα δίκιο εγώ, ας πάθουν οι άδικοι όσα μου έκαναν.
Αυτό μου φτάνει.

~.~

ΗΛΕΚΤΡΑ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Άσπιλο φως και σύντροφε
πιστέ της γης, αέρα·
πάλι με βρήκατε οικτρό
ναυάγιο στα ρηχά των σκοταδιών.
Πάλι όλη-νύχτα πάλευα
με την στυγνή αγρύπνια μου,
σ’ αυτό το άθλιο σπίτι:
να προσπαθώ να κρατηθώ
απ’ τις πληγές μου με πληγές,
να μην αφήσω να χαθεί η μνήμη του πατέρα
που δεν μου πήρε ο πόλεμος,
δεν έπεσε σαν άνδρας, μαχόμενος βαρβάρους·
η μάνα μου κι ένας μοιχός, ο Αίγισθος, τον έκοψαν
σαν δέντρο που τους έκλεβε το φως.
Κι έμεινα εγώ , πατέρα μου, μονάχη να θρηνώ
τον άδικο και άνανδρο, πανάθλιο θάνατό σου.
Μόνον εγώ· άλλος κανείς.
Σε ξέχασαν πατέρα.
Μα όσο έχει τ’ άστρα της η νύχτα κι όσο βγαίνει
ο ήλιος, δεν θα στερηθεί εμένα το κατώφλι σου.
Σαν την αηδόνα που της πήραν τα μικρά
θα κλαίω απαρηγόρητα· εδώ – να με ακούν,
να μην μπορούν στιγμή να ησυχάσουν.
Άδη, με ακούς;
Ακούγομαι εκεί κάτω Περσεφόνη;
Πού είσαι Ερμή των σκοταδιών κι εσύ Κατάρα ευλογημένη;
Πού είστε κόρες των θεών, άγριες Ερινύες;
Τι πάθατε, δεν βλέπετε μοιχούς και δολοφόνους
να τριγυρνούν στο σπίτι μου;
Ελάτε, εκδικηθείτε,
τον φόνο του πατέρα μου.
Φέρτε τον αδελφό μου.
Πονώ βαθιά και σκοτεινά.
Πάω στα τυφλά. Ένα χέρι!

Σάββατο 10/7 | Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς – Με τον Στρατή Πασχάλη

~.~

Στην πρώτη από τις δύο βραδιές τις αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης. 

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Σάββατο 10 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Αθηνών. Δημοσίευσε δέκα ποιητικές συλλογές (οι τρεις τελευταίες, Εποχή παραδείσου, το 2008, Τα εικονίσματα, το 2013, Μεγάλη Παρασκευή, το 2021), ένα μυθιστόρημα (Ο άνθρωπος του λεωφορείου), ένα βιβλίο με δοκίμια (Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς), ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης, Α. Παπαδιαμάντης, Σκοτεινά Παραμύθια, Όταν οι άγγελοι περπατούν, ανθολογία πεζού ποιήματος κ.ά.), ένα παιδικό έμμετρο παραμύθι (Τ’ ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι) και πολλές μεταφράσεις (Ρεμπώ, Εκλάμψεις, Το μεθυσμένο καράβι, Λωτρεαμόν, Μαλντορόρ, Μπερνάρ Νοέλ, Περαστικός απ’ τον Άθω κ.ά.). Το 2003 το σύνολο των έως τότε ποιημάτων του κυκλοφόρησε με τίτλο Στίχοι ενός Άλλου. Μετέφρασε πάνω από είκοσι θεατρικά έργα. Ανάμεσά τους: Ευριπίδη  Μήδεια, Ιππόλυτος, Ορέστης (για την Επίδαυρο), Σαίξπηρ Αγάπης Αγώνας Άγονος, Ρακίνα Φαίδρα, Ανδρομάχη, Βερενίκη, Ροστάν Οι Ρομαντικοί, Συρανό, Κλωντέλ Ο Κλήρος του Μεσημεριού, Το ατλαζένιο γοβάκι Κούσνερ-Κορνέϊγ, Φρεναπάτη, Πήτερ Σάφφερ, Το δώρο της Μέδουσας, Ευγένιος Λαμπίς, Οι Τρεισευτυχισμένοι, Τέρενς Μακ Νάλλι, Master Class, κ.ά. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες Γιάννη Χουβαρδά, Βίκτωρα Αρδίττη, Στάθη Λιβαθινό, Δημήτρη Τάρλοου, Βασίλη Νικολαΐδη, Εύη Γαβριηλίδη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Αντώνη Καλογρίδη, Έφη Θεοδώρου, Γιάννη Σκουρλέτη, Θέμελη Γλυνάτση, Ρενάτε Τζετ, Γιόσι Βίλλερ, κ.α.. Την περίοδο 2003-04 στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου έκανε τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης Αυτό που δεν τελειώνει Ι, ΙΙ, βασισμένης σε ελληνικά ποιήματα του 20ού αιώνα. Τέλος, μετέφρασε πολλά λιμπρέτα και κείμενα τραγουδιών για το Μέγαρο Μουσικής. Διασκεύασε για τη σκηνή τη Φόνισσα του Α. Παπαδιαμάντη και τους Αθώους του Μπροχ ( θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, περίοδος 2011-12-13, 2015-16), τον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα ( θεάτρο Ακροπόλ, περίοδος 2013-14), καθώς και τη Μεγάλη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση (θέατρο Πορεία, περίοδοι 2014-15-16, 2019-20) κ.α. Έγραψε, διασκεύασε ή επιμελήθηκε τα κείμενα σε μεγάλες παραγωγές παραστάσεων για όλη την οικογένεια και σε τιμητικά σκηνικά αφιερώματα ( Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους, Θησέας και Αριάδνη στο νησί των ταύρων, Μελίνα-όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα, Τρωικός Πόλεμος, Σερσέ λα φαμ – οι γυναίκες στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα, Δον Κιχώτης, Η Παναγία των Παρισίων, Οδύσσεια.) Το 2019 παρουσιάστηκε στην οριστική μεταφραστική εκδοχή της η Φαίδρα του Ρακίνα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης,  σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, στη Μικρή Επίδαυρο, τη Ρωμαϊκή Αγορά και σε υπαίθριους χώρους της Κρήτης.  Το 2020 στο θέατρο Πορεία παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, την ποιητική σύνθεση Δόξα Κοινή, βασισμένη σε Έλληνες ποιητές.  Για την ποίηση και τις μεταφράσεις του έχει τιμηθεί με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, με το Βραβείο «Άρης Αλεξάνδρου», καθώς και με το Βραβείο «Μάριος Πλωρίτης». Το 2016 του απονεμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά, βουλγαρικά, αλβανικά, ρουμανικά, κορεάτικα, κ.ά.).

~.~

Αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Φίλε, τι ξεστομίζεις ;
Εσύ, που αφότου ανάσανα την καρδιά τούτη ορίζεις,
Αισθήματα ακατάδεχτης, αγέρωχης καρδιάς
Αναίσχυντα ν’ απαρνηθώ τολμάς και μου ζητάς ;
Δεν είναι ότι θήλασα γάλα μιας αμαζόνας
Ό,τι μονάχα μ’ έκανε να είμαι ο αλαζόνας
Που σε ξαφνιάζει. Σ’ ηλικία φτάνοντας πιο μεστή,
Ένιωσα ότι είμαι από γενιά λαμπρή και θαυμαστή,
Όταν εδώ, στο πλάι μου, σ’ άκουγα, γνήσιο φίλο,
Για του πατέρα να μου λες την ιστορία με ζήλο,
Να κρέμομαι απ’ τα χείλη σου, να φλέγεται η ψυχή,
Το έπος ολοζώντανο των άθλων του να ηχεί,
Να βλέπω τον ατρόμητο τον ήρωα να’ ναι ήδη
Παρηγοριά κάθε θνητού για τον χαμό του Αλκείδη.
Τιμωρημένοι οι άρπαγες, πνιγμοί τόσων θηρίων,
Ο Σκείρων, ο Προκρούστης, κι ο Σίνις, κι ο Κερκύων,
Κόκκαλα σκόρπια, ο γίγαντας στη γη της Επιδαύρου,
Ν’ αχνίζει η Κρήτη απ’ το καυτό αίμα του Μινωταύρου.
Μα όταν για πράξεις μου’ λεγες με δόξα λιγοστή,
Αιώνια πίστη ανέμελα παντού να’ χει ορκιστεί :
Πρώτος να κλέβει την Ελένη από τη γη της Σπάρτης,
Των θρήνων της Περίβοιας η Σαλαμίνα μάρτυς,
Και τόσες, που κι ο ίδιος πια πώς να τις θυμηθεί,
Εύπιστες, απ’ το πάθος του είχανε πλανηθεί :
Στους βράχους η Αριάδνη κλαίει και τον καταδικάζει,
Μ’ ευνοϊκότερους οιωνούς τη Φαίδρα εν τέλει αρπάζει.
Και σ’ άκουγα βαρύθυμος, τις πιο πολλές φορές,
Θυμάσαι που σ’ ανάγκαζα γι’ αυτά να μην μου λες,
Πανευτυχής αν γίνονταν να σβήσω από τις μνήμες
Για μια ιστορία υπέρλαμπρη τόσες ανάξιες φήμες ;!
Και τώρα εγώ θα έμπαινα στα ίδια αυτά δεσμά ;
Και οι Θεοί θα μ’ έριχναν τόσο πια χαμηλά ;
Ηδυπαθής θα’ μουν δειλός και περιφρονητέος,
Μια και δεν είμαι εγώ Θησεύς … ο μη κατακριτέος…
Εγώ θηρία αμέτρητα δεν δάμασα ! Λοιπόν,
Δεν έχω το δικαίωμα να σφάλλω σαν κι αυτόν.
Μα έστω κι αν η τόση μου λύγιζε υπεροψία,
Κατακτητή μου θα’ κανα εγώ την Αρικία ;
Τα πλανημένο μου μυαλό δεν θα’ χε θυμηθεί
Αιώνια αντιμέτωποι πως έχουμε βρεθεί ;
Την τιμωρεί ο πατέρας μου με νόμο που’ χει ορίσει
Στ’ αδέλφια της ανίψια αυτή ποτέ να μη χαρίσει.
Από ένα μίσχο ένοχο φοβάται τους βλαστούς,
Και θέλει μες στον τάφο της, μαζί μ’ αυτήν κι αυτούς :
Αιώνια υποταγμένη του κι άκληρη να τη θάψει,
Γι’ αυτήν πυρσός του υμέναιου ποτέ να μην ανάψει.
Και να στηρίξω εγώ εχθρούς της πατρικής του οργής ;
Να γίνω το παράδειγμα του γιου που είναι θρασύς ;
Και βυθισμένη η νιότη μου σ’ έρωτα αλλοπαρμένο….

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Το θαύμα της αγάπη σας με κάνει κι απορώ,
Που το Θησέα βλέπετε, ακόμα και νεκρό.
Καίει την ψυχή σας σαν φωτιά μ’ αγάπη πάντα νέα.

ΦΑΙΔΡΑ

Ναι, Πρίγκιπά μου, φλέγομαι, λιώνω για τον Θησέα.
Τον αγαπώ, μα όχι όπως ο Άδης τον έχει δει,
Αγαπημένων άπειρων άστατον εραστή,
Που του Θεού πάει των νεκρών την κλίνη ν’ ατιμάσει,
Αλλά πιστό, περήφανο, μ’ αγρίμι να’ χει μοιάσει,
Ωραίο, άγουρο και γητευτή κάθε καρδιάς,
Σαν την εικόνα ενός Θεού, ή όπως βλέπω εσάς.
Είχε το βλέμμα, τη φωνή, και το παράστημά σας,
Ίδια ευγένεια ντροπαλή όπως και στη θωριά σας,
Σαν έσκισε της Κρήτης μας το μαύρο κύμα αυτό,
Των κοριτσιών του Μίνωα ίνδαλμα ποθητό.
Και ο Ιππόλυτος ; Γιατί τότε, χωρίς εκείνον,
Το άνθος απ’ τους ήρωες σύναξε των Ελλήνων ;
Γιατί δεν μπήκατε, παιδί τότε ακόμα, εσείς
Στο πλοίο που έφτασε στην όχθη της δικής μας γης ;
Της Κρήτης το θηρίο εσείς θα είχατε αφανίσει,
Στη δαιδαλώδη φυλακή όπου το είχαν κλείσει,
Και για να λύσει την αβέβαιη περιπλοκή,
Η αδελφή μου θα’ δινε το νήμα μέσα εκεί
Σε σας, μοιραία. Όχι, αφού θα’ χα προλάβει εγώ,
Θα μ’ είχε σπρώξει ο έρωτας απ’ την αρχή σ’ αυτό.
Πρίγκιπα, εγώ, θα ήμουνα, εγώ, η βοηθός
Και μες στου Λαβυρίνθου μας τις κρύπτες οδηγός-
Το μαγικό κεφάλι σας θα’ χα ακριβά πληρώσει !
Ένα νήμα δεν θα’ φτανε, μόνο, για να σας σώσει.
Ερωτευμένη σύντροφος, στην αναζήτησή σας,
Η ίδια εγώ θα ερχόμουνα να πορευτώ μαζί σας,
Κι η Φαίδρα στο Λαβύρινθο αφού θα’ χε χωθεί,
Με σας, ή θα σωζότανε, ή θα είχε χαθεί.

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Θεοί μου ! Τι ; Κυρία μου, ξεχάσατε εντελώς
Πως ο Θησεύς είναι άνδρας σας κι εγώ δικός του γιος ;

~.~

ΦΑΙΔΡΑ, μόνη.

Ω εσύ, την κατάντια μου την αισχρή που κοιτάς,
Αφροδίτη αμείλικτη, τι άλλο θες ; τι ζητάς ;
Με συνέτριψες. Δεν μπορείς να φανείς πιο σκληρή.
Θριαμβεύεις ! τα βέλη σου όλα στόχο έχουν βρει.
Άσπλαχνη, αν θέλει η χάρη σου νέα δόξα ν’ αδράξει,
Χτύπα εχθρό που ως σήμερα δεν έχεις υποτάξει.
Σε αποφεύγει ο Ιππόλυτος, μαζί σου είναι θρασύς,
Μπρος στους βωμούς σου αλύγιστος πάντα, και ασεβής.
Το όνομά σου σαν βρισιά στ’ αυτιά του τα επηρμένα.
Εκδίκηση πάρε, θεά, για σένα και για μένα.
Έρωτα ας νιώσει… Πάλι εδώ τα πόδια σου γυρνάν,
Οινώνη ; Μ’ αποστρέφεται, κι ούτε σ’ άκουσε καν.

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Για ψέμα τόσο σκοτεινό δίκαιη νιώθω οργή,
Και θα’ πρεπε από μέσα μου η αλήθεια όλη να βγει.
Όμως, κύριέ μου, σ’ αφορά το μυστικό μου. Νιώσε
Το σεβασμό που συγκρατεί τα χείλη μου, και δώσε
Στις έγνοιες σου ανάπαυλα, με την κρίση αρωγό,
Τον βίο μου εξέτασε, σκέψου ποιος είμ’ εγώ.
Όποιος τον νόμο παραβεί μ’ εγκλήματα μεγάλα,
Πριν απ’ αυτά διέπραξε σίγουρα πάντα κι άλλα,
Κι είναι ικανός τα πιο ιερά δίκαια ν’ αθετεί.
Έχει βαθμίδες το έγκλημα όπως κι η αρετή.
Κι ουδέποτε η σεμνότητα κι η πάναγνη ατολμία
Δεν έχει γίνει μονομιάς έσχατη ακολασία.
Θνητός που είναι ενάρετος μια μέρα δεν αρκεί
Για να σκοτώνει δόλια, δειλά να αιμομεικτεί.
Στην αγκαλιά της άσπιλη μ’ ανάθρεψε ηρωίδα,
Το λέει το αίμα στις φλέβες μου, η κάθε του ρανίδα.
Μετά ο Πιτθεύς, απ’ τους βροτούς ο πιο βαθιά σοφός,
Με πήρε από τα χέρια της, μου στάθηκε ταγός.
Δεν θα’ θελα τον άμεμπτο μπρος σου να παραστήσω-
Αν όμως κάποια αρετή μου’ τυχε ν’ αποκτήσω,
Κύριε, είναι ότι απέδειξα, νομίζω, φανερά
Πως ό,τι μου προσάπτουνε το εχθρεύομαι βαθιά.
Αυτός είναι ο Ιππόλυτος που η Ελλάδα έχει γνωρίσει.
Αγρίμι από την αρετή έχω πια καταντήσει.
Όλοι το ξέρουν άκαμπτος πως είμαι και σκληρός.
Το βάθος της καρδιάς μου αμόλυντο είναι όπως το φως.
Κι όμως, λένε ανίερη φωτιά πως μ’ εξουσιάζει….

~.~

ΟΙΝΩΝΗ

Την Αρικία ;

ΦΑΙΔΡΑ

Ω άγνωστο μέλλον μαρτυρικό !
Ποιο άλγος νέο μού κρατά η μοίρα μυστικό !
Όλα όσα υπέφερα, τρόμοι, παραφορές,
Του πάθους μου η μανία, οι τύψεις μου οι φρικτές,
Κι η απόρριψη, σαν μια βρισιά σκληρή, που’ χα υπομείνει,
Μια αμυδρή’ ταν δοκιμή για τούτη την οδύνη.
Αυτοί αγαπιούνται ! μου’ καναν μάγια για να μη δω ;
Πώς έγινε ; Από πότε ; Πού βλέπονταν μέσα εδώ ;
Εσύ το ήξερες. Γιατί να με παραπλανήσεις ;
Γιατί έπρεπε τη φλόγα τους κρυφή να την κρατήσεις;
Τους είδαν να κοιτάζονται συχνά, και να μιλούν ;
Μέσα στα βάθη των δασών πήγαιναν να κρυφτούν;
Αλίμονο ! έσμιγαν οι δυο με πλήρη ελευθερία.
Οι στεναγμοί τους τ’ ουρανού είχαν την ευλογία,
Ποθούσανε, μη νιώθοντας τύψεις, ούτε ενοχές,
Γι’ αυτούς μέρες ξημέρωναν γαλήνιες, φωτεινές,
Ενώ εγώ, το θλιβερό απόβλητο του κόσμου,
Από τη μέρα είχα κρυφτεί, μισώντας και το φως μου.
Μόνον τον θάνατο ως Θεό να εκλιπαρώ τολμούσα,
Και τη στιγμή περίμενα που θα ψυχορραγούσα,
Τροφή μου ήταν η χολή, το δάκρυ μου νερό,
Πονούσα, μα είχα πάντοτε στο πλάι μου φρουρό,
Γι’ αυτό κι η όψη μου άτολμη στους θρήνους να πνιγεί,
Με τρόμο την ολέθρια δοκίμαζε ηδονή,
Και κρύβοντας την ταραχή στο ήρεμο πρόσωπό μου,
Στερούσα κι απ’ τα δάκρυα συχνά τον εαυτό μου.

ΟΙΝΩΝΗ

Τι ωφελεί που μάταια έχουν ερωτευτεί ;
Δεν θα ξανανταμώσουνε….

ΦΑΙΔΡΑ

Μα θ’ αγαπιούνται αυτοί.
Κι ενώ μιλάω εδώ ! τι φρίκη και να το σκεφτείς !
Γελούν με μια μαινάδα οικτρή τρέλας ερωτικής.
Κι από την ίδια εξορία ενώ θα χωριστούν,
Χίλιες φορές ορκίζονται ότι δεν θα χαθούν.
Όχι, μου είν’ αβάσταχτη πληγή τόση ευτυχία,
Οινώνη. Δείξε μου έλεος ! Ζηλεύω με μανία.
Πρέπει η Αρικία να χαθεί. Και του δικού μου ανδρός
Για τη φρικτή της τη γενιά ν’ αφυπνιστεί ο θυμός.
Σε τιμωρίες ήπιες δεν γίνεται να μένει.
Των αδελφών της το έγκλημα εκείνη το υπερβαίνει.
Τυφλή από τη ζήλια μου θα τον εκλιπαρώ.
Τι κάνω ; Που πλανιέται ο νους χωρίς κανένα ειρμό ;
Ζηλεύω ! κι ο Θησέας είναι αυτός που ικετεύω !
Ο άντρας μου είναι ζωντανός, κι άλλον εγώ λατρεύω !
Ποιον άραγε ; Και ποια καρδιά οι πόθοι μου απαιτούν ;
Οι τρίχες μου σηκώνονται, τα χείλη ενώ μιλούν.
Τα εγκλήματά μου, μέχρι εκεί όπου κανείς δεν φτάνει.
Ταυτόχρονα αποπνέω εγώ αιμομιξία και πλάνη.
Τ’ ανθρωποκτόνα χέρια μου, διψούν να εκδικηθούν,
Σ’ αθώο αίμα φλέγονται τώρα να βουτηχτούν.
Δυστυχισμένη ! ακόμη ζω ; κι αντέχω τη μορφή
Ήλιου ιερού, που απ’ αυτόν εγώ έχω γεννηθεί;
Γενάρχης μου είναι των Θεών ο κύριος κι αρχηγός,
Γεμάτα απ’ τους προγόνους μου, το σύμπαν, ο ουρανός.
Πού να κρυφτώ ; Στα έγκατα της γης που είναι σκοτάδι.
Εκεί ; Όπου ο πατέρας μου τη μαύρη υδρία του Άδη,
Τη δέχτηκε απ’ τη μοίρα μας στα χέρια τα αυστηρά,
Και κάθε ωχρό θνητό εκεί ο Μίνωας κρίνει πια ;
Α! πόσο η τρομαγμένη του σκιά θ’ αναρριγεί,
Να στέκει εμπρός στα μάτια του την κόρη του όταν δει,
Να ομολογεί την ενοχή πράξεων μιαρών,
Εγκλήματα ίσως άγνωστα στον κόσμο τον νεκρών !
Μπρος στη φρικτή μου, τι θα πεις, πατέρα, παρουσία ;
Βλέπω απ’ το χέρι σου να πέφτει η τρομερή υδρία,
Βλέπω εσένα ψάχνοντας νέα ποινή σκληρή,
Σαν δήμιο που το αίμα του ο ίδιος τιμωρεί.
Συγνώμη. Έχει το γένος σου στυγνή Θεά αφανίσει.
Αυτή εκδικείται ! Και γι’ αυτό έχω παραφρονήσει !
Αλίμονο ! πάθους φρικτού ντροπή με κυνηγά
Που ουδέποτε η θλιμμένη μου το γεύτηκε η καρδιά.
Κυνηγημένη απ’ τα δεινά ως τη στερνή πνοή,
Αποχωρώ σαν μάρτυρας απ’ την οικτρή ζωή.

Ρακίνας, Φαίδρα, μετάφραση Στρατής Πασχάλης, Κάππα Εκδοτική, 2019

 

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021, Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη

 

H ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΑΤΡΟΥ ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Αίθριος Χώρος
«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη»
του Θανάση Βαλτινού

Σκηνοθεσία Μιχάλης Βιρβιδάκης
Πρεμιέρα Παρασκευή 2 Ιουλίου, 9.30 μμ

Για “το συναξάρι” έγραψε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς το 1972 : «Eκείνο που χαρίζει διαστάσεις και λειτουργικότητα σ’ αυτό το επιφανειακά απλούστατο αφήγημα είναι το αριστοτεχνικό ύφος του, το στενά δεμένο με τις γνήσιες νεοελληνικές ρίζες. Έτσι, ενώ παρακολουθούμε τις τυπικές περιπέτειες ενός θεόφτωχου Πελοποννήσιου λαθρομετανάστη στην Aμερική στις αρχές του αιώνα, βλέπουμε χάρη στα λεγόμενα αλλά και τα παραλειπόμενα να φωτίζουνται ουσιαστικά σημαντικές πλευρές της εθνικής φυσιογνωμίας μας. Αποφλοιώνοντας το είδωλο που μας προσφέρει ο συγγραφέας διακρίνουμε βασικές δομές της νεοελληνικής κοινωνίας, που έδιωξε και διώχνει από τα σπλάχνα της στρατιές ολόκληρες από άκληρους, και παράλληλα αντιλαμβανόμαστε την ψυχοσύνθεση, το πνευματικό επίπεδο, την όλη ποιότητα και κατάσταση των ανθρώπων εκείνων που πήραν και παίρνουν των ομματιών τους αναζητώντας στην ξενιτιά ό,τι τους αρνήθηκε η πατρίδα, την επιβίωση.»

Το πρόσωπο του Κορδοπάτη ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος, τα σκηνικά και τα κοστούμια επιμελήθηκε η Ξανθή Κόντου, η σύνθεση των ήχων είναι του Δημήτρη Ιατρόπουλου, οι φωτισμοί της Μικαέλα Παπά και ως βοηθός σκηνοθέτη δούλεψε ο Μιχάλης Ναξάκης.

Η προπώληση εισιτηρίων άρχισε:
On-line προπώληση εισιτηρίων: http://www.ticketservices.gr
καθώς και στα καταστήματα Public
Πληροφορίες, επικοινωνία, στο τηλέφωνο 28210 92395

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

~.~

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ και το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ για πέμπτη συνεχή χρονιά εφέτος οργανώνουν στον Αίθριο Χώρο του θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, από τις 2 έως τις 31 Ιουλίου, κύκλο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη φετινή θεατρική παραγωγή του θεάτρου «Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη» του Θανάση Βαλτινού σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη, μουσική συναυλία με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη και τους συνεργάτες του, ανοιχτές συζητήσεις με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων λειτουργίας του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά, αφιερώματα σε μεγάλους Σταθμούς του Θεάτρου με καλεσμένους τους ποιητές και μεταφραστές Στρατή Πασχάλη και Γιώργο Μπλάνα, τιμητικές εκδηλώσεις για τον Γιώργη Μανουσάκη και τον Αλέξη Πολίτη, παρουσιάσεις βιβλίων των Γιάννη Κιουρτσάκη, Κώστα ΧατζηαντωνίουΛίλας Τρουλινού και Κώστα Κουτσουρέλη και συζήτηση με τους συγγραφείς τους. Μετά την τελευταία παράσταση θα ακολουθήσει συζήτηση με τον Θανάση Βαλτινό.

Ακολουθεί το πλήρες και αναλυτικό πρόγραμμα όλων των εκδηλώσεων.

Την ευθύνη των εκδηλώσεων έχουν οι Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης, και Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας.

 

Νύχτες του Ιουλίου 2021

Καλοκαίρι στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία

  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

Όλες οι εκδηλώσεις ξεκινούν στις 9.30 μ.μ. Όπου δεν αναγράφεται κάτι διαφορετικό, η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

 

Παρασκευή 2/7 | Θεατρική πρεμιέρα

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

 «Ο Αντρέας Κορδοπάτης είναι όλοι εκείνοι που προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη νεοελληνική ένδεια. Υπέστησαν τα πάντα: ταπεινώσεις, κακουχίες. Τα κατάφεραν ωστόσο», έχει πει χαρακτηριστικά ο Θανάσης Βαλτινός. Η Θεατρική Εταιρεία Μνήμη ανεβάζει στη σκηνή ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Σκηνοθετεί ο Μιχάλης Βιρβιδάκης. Ερμηνεύει ο ηθοποιός Φώτης Κοτρώτσος. Σκηνογραφία-κοστούμια Ξανθή Κόντου. Σύνθεση ήχων Δημήτρης Ιατρόπουλος. Φωτισμοί Μικαέλα Παπά.

Γενική είσοδος 14 €, φοιτητικό εισιτήριο 10 €

 

Σάββατο 3/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 4/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 5/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο Κυδωνία 2000-2020: 20 χρόνια προσφοράς στα Χανιά

Με έναυσμα την πρόσφατη έκδοση «Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη – Θέατρο Κυδωνία. 20 χρόνια θέατρο στα Χανιά» της Ιωάννας Ρεμεδιάκη (λέκτορος στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ), η συγγραφέας και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία Μιχάλης Βιρβιδάκης συζητούν με το κοινό, τους δημοσιογράφους, τους φίλους και τους συνεργάτες του θεάτρου (ηθοποιούς, μεταφραστές, σκηνογράφους, μουσικούς, εθελοντές κ.ά.) για τα είκοσι αυτά χρόνια της διαδρομής του.

Τετάρτη 7/7 | Ανοιχτή συζήτηση

Θέατρο εκτός των Πυλών

Η Αλεξία Αλτουβά, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, συζητά με την Ιωάννα Ρεμεδιάκη και τον Μιχάλη Βιρβιδάκη για το ελληνικό θέατρο το εκτός Αθηνών, για τους θιάσους και τα σκηνικά εγχειρήματα της περιφέρειας, αλλά και για τη μακρά εκδοτική δραστηριότητα της Εταιρείας Θεάτρου Μνήμη. 

Παρασκευή 9/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 10/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς (Με τον Στρατή Πασχάλη) 

Στην πρώτη μιας σειράς από δύο βραδιές αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Κυριακή 11/7 | Μεγάλοι σταθμοί του θεάτρου

Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς (Με τον Γιώργο Μπλάνα)

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Δευτέρα 12/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Θαύμα και η Τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον Κόσμο του Ομήρου στην Παγκόσμια Επαρχία», του Γιάννη Κιουρτσάκη

Πίσω από την ποικιλία των θεμάτων που απαντούν στα έργα του Γιάννη Κιουρτσάκη υπάρχουν πάντοτε τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική ως αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους· η δημιουργία, ως μοναδικό θεμέλιο ενός πολιτισμού· η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής στους δύσκολους καιρούς. Με αφορμή το νέο βιβλίο του, ένα δοκίμιο αναστοχαστικό για το 1821 και την πορεία του ελληνισμού έκτοτε (Πατάκης, 2020), τον συγγραφέα και το έργο του παρουσιάζει η Λίλα Τρουλινού, φιλόλογος και πεζογράφος. Μαζί του συζητά η φιλόλογος και συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζει ο Αιμίλιος Καλογερής.

Τετάρτη 14/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Παρασκευή 16/7 | Τιμητική εκδήλωση

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι Νύχτες του Ιουλίου τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός και σκηνοθέτις, Δημήτρης Πολυχρονάκης, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης και Γιάννης Δημητρακάκης, επίκουρος καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο.

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και Μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι, φωνἠ). Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Γενική είσοδος 15 €

Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

Δευτέρα 19/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Τετάρτη 21/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Σάββατο 24/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Κυριακή 25/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση

Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο «Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές» (Κίχλη 2021), μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος.

Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία

«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη

Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Παρασκευή 30/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Ίδιο Χώμα. Κατεβαίνοντας τις Ανηφόρες της Ιστορίας», της Λίλας Τρουλινού

Το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων από ένα ορεινό χωριό της Κρήτης, σε μια απέλπιδα αναζήτηση της ρίζας του κακού στην αναστατωμένη εποχή μας. Για το πρόσφατο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με στοιχεία παραμυθιού και ορμητικής φαντασίας (Περισπωμένη, 2021), μιλούν η Νίκη Τρουλλινού, πεζογράφος, και η Άννα Λαμπαρδάκη, φιλόλογος. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Σάββατο 31/7 | Θεατρική παράσταση

«Το Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη», του Θανάση Βαλτινού

Την τελευταία παράσταση του έργου θα τιμήσει με την παρουσία του ο συγγραφέας Θανάσης Βαλτινός.

«Το επί σκηνής επικινδύνως ζην»

vogiatzis-cover 

 

Ο Λευτέρης Βογιατζής ως σκηνοθέτης
και οι σταθεροί όροι μιας βιωματικής σκηνοθετικής διαδικασίας

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

Αναδημοσίευση από τον συλλογικό τόμο Ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής: Μελέτες & μαρτυρίες για το έργο του, Κάπα Εκδοτική, 2020. Στην πρόσφατη αυτή έκδοση που επιμελήθηκαν η Άννα Ταμπάκη και η Αλεξία Αλτουβά καταθέτουν τις εμπειρίες τους κορυφαίοι καλλιτέχνες του θεάτρου (σκηνοθέτες, ηθοποιοί, μουσικοί, σκηνογράφοι, μεταφραστές) που συμπορεύτηκαν με τον Λευτέρη Βογιατζή, ή επηρεάστηκαν από την τέχνη του, και φιλοξενούνται ποικίλες επιστημονικές προσεγγίσεις διακεκριμένων εκπροσώπων του ακαδημαϊκού χώρου.  (περισσότερα…)

«ΤΗΣ ΓΗΣ ΙΔΡΩΤΑΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ»

virvidakis

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Περί φύσεως»
του Μιχάλη Βιρβιδάκη,
σκηνοθεσία Έφη Θεοδώρου,
Αναλόγιο στο Θέατρο Τέχνης.
Οκτώβριος 2014

«Όσο απομακρύνεται κανείς απ’ την επιφάνεια, δυσκολεύουν τα πράγματα»: ακούγοντας αυτήν την αλήθεια ο θεατής ανάμεσα σε τόσες άλλες παντός φύσεως, ίσως δεν αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα γίνεται μάρτυρας τριών χαρακτήρων οι οποίοι –άλλοτε συνειδητά άλλοτε υποσυνείδητα– εγκαταλείπουν την επιφάνεια προς εξερεύνηση του βυθού και αναζήτηση του βάθους.

Το πιο πρόσφατο θεατρικό έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη, έργο σε δώδεκα σκηνές, παρακολουθεί σε ένα πρώτο επίπεδο την επιφανειακή συνομιλία τριών λουομένων τον Αύγουστο, παραμονή του Σωτήρος. Σε ένα δεύτερο όμως, γίνεται καθρέφτης των πιο μύχιων πεποιθήσεων, ανησυχιών και πληγών, αφού ο πόνος και η αντοχή σε αυτόν αναφέρονται επανειλημμένα, και ας είναι μέσα από το χαμόγελο. Πρόκειται μάλλον για χαμόγελο με τα δόντια ενωμένα σφιχτά, ίσως και για το αναπόφευκτο χαμόγελο της συγκατάβασης από την αποδοχή της ζωής ως έχει. Στο έργο, το κωμικό στοιχείο συμβαδίζει κι εναλλάσσεται με το δραματικό, η πραγματικότητα φλερτάρει με το παράλογο και υπάρχουν στιγμές γνήσιου ποιητικού ύψους. Έντονη είναι και η μεταφορικότητα του κειμένου, καθώς ο θεατής προσανατολίζεται περισσότερο στη μεταφορική έννοια των λόγων παρά την κυριολεκτική. Για παράδειγμα: «να επιπλέει κανείς –αυτό μόνο», «να μένεις στην επιφάνεια προϋποθέτει την ικανότητα του να μένεις στην επιφάνεια», «προσπαθώ να την ξεχάσω [τη γνώση], αλλά η ζημιά έχει γίνει», «όλος ο κόσμος είναι ένας άνθρωπος», «κολυμπάμε σε μια θάλασσα που δεν γνωρίζουμε».

Η σκηνοθετική επιμέλεια της Θεοδώρου υπήρξε ισορροπημένη για το είδος του αναλογίου, εξισορροπώντας το κείμενο με την παραστατικότητα και την περιορισμένη στο ελάχιστο κίνηση των ηθοποιών. Ωστόσο, θα άρμοζε ίσως μια πιο αργή ανάγνωση, λαχάνιασμα και περισσότερες παύσεις, κυρίως από τον γυναικείο χαρακτήρα και τον Σοφοκλή, δεδομένου ότι αυτοί κολυμπούσαν και βουτούσαν. Η κύρια ένστασή μας όμως σχετίζεται με την απόδοση του τρόπον τινά ιντερμέτζου με τα σχόλια-σκέψεις διάφορων λουομένων, η οποία εύστοχα μεν πραγματοποιήθηκε μέσω ηχογράφησης, έπρεπε δε να επιδεικνύει τη συγχρονικότητα ενός χορού φωνών, την οποία υπονοεί το έργο, και να έχει διάρκεια στο 1/3 αυτής που είχε, καθώς αντί να δίνει μια ανάσα, στο τέλος κούραζε.

Οι ερμηνείες χάρισαν πνοή και ζωντάνια στο κείμενο, με πρώτη και καλύτερη αυτήν του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη στο ρόλο του Ευριπίδη Περίανδρου. Σωστός και απολαυστικός χειρισμός φωνής, παύσεις, ύφος. Γλυκά υστερική η Ευλαμπία της Έλενας Τοπαλίδου, αλλά αρκετά άνευρος ο Σοφοκλής Ποθουλάκης του Δημήτρη Παπανικολάου.

Καίριος ο ρόλος του βίντεο της Αγγελικής Τσόλη, το οποίο όχι μόνο οπτικοποιούσε τη θάλασσα, αλλά και την ίδια την πορεία της παράστασης, από τα ανοιχτά ώς τη στεριά. Εξίσου λειτουργικός και ο σχεδιασμός του ήχου από την Χριστίνα Καρποδίνη.

«Να νομίζεις ότι… και να μην…». Αυτή η ασυνέπεια δεν αφορά το έργο του Βιρβιδάκη, το οποίο υπήρξε ειλικρινές και ατόφιο ακόμη και με τη χρήση λατινικών, αρχαιοελληνικών και ξενόγλωσσων εκφράσεων και μότο, ούτε τη μετρημένη σκηνοθεσία της Θεοδώρου σε αυτό το είδος παράστασης που ενέχει τόσες παγίδες. Αυτό το “vivere pericolosamente” μοιάζει να ταιριάζει σε συγγραφέα και σκηνοθέτιδα, όπου “pericolosamente” θα πει «στα όρια της αντοχής, εκεί που συναντούμε το βαθύ εαυτό μας».

Έλενα Σταγκουράκη
6 Οκτωβρίου 2014

7794696e-589e-4e6b-b4f0-6dd9178abf81_1                hqdefault