Στάχεις | Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη (επιμέλεια Ηλίας Μαλεβίτης)

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Ως πρώτο βήμα για τη συγκρότηση αυτής της ελλείπουσας ανθολογίας, το ηλεκτρονικό ΝΠ παρουσιάζει μια εκτεταμένη επιλογή των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από Νεοέλληνες ποιητές.

Μνήμη Παύλου Καλλιγά (1948-2025)

*

Ο μόλις εχθές εκδημήσας καθηγητής φιλοσοφίας Παύλος Καλλιγάς άφησε πίσω του έργο σημαντικό, κυρίως και πρωτίστως με την υποδειγματική έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου, τη μετάφραση και τα σχόλια του, κι η οποία με τα λόγια του Βασίλη Κάλφα «είναι μάλλον η πληρέστερη και πιο ενημερωμένη έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου σε διεθνές επίπεδο». Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Λέοντος φιλοσόφου (9ος αι.), που ο ίδιος μετέφρασε στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλιο του 2021. Γαίαν έχοι ελαφράν. — Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Λέοντος του Φιλοσόφου

Ψυχρά τα γηρατειά, κι η κράση μου –αλλοίμονο–
φύσει φλεγματική. Αλλά κι ο Φλεβάρης μήνας
υπερβολικά ψυχρός, ενόσω του Υδροχόου το ζώδιο
πλανιέται τούτον τον καιρό στη συνοδεία του ήλιου,
κάνοντας σε κάποια μέρη ίσαμε και το κρασί να πήζει
και τα λαγήνια ακόμη από την παγωνιά να σπάζουν.

Μα κι εδώ που κατοικώ το χιόνι είναι σαν βουνό
και το σπίτι ολωσδιόλου παγωμένο,
ενώ ο βοριάς φυσά δριμύς, όλο φαρμάκι,
οξύς και διαπεραστικός σαν απ’ τα Τάρταρα να πνέει,
αφού, όπως φαίνεται, ο νοτιάς έχει τα μέρη μας αφήσει. (περισσότερα…)

Πάνος Θεοδωρίδης, Σπαράγματα μεταφράσεων

Νεανική φωτογραφία του συγγραφέα από τη σελίδα του στο fb

~.~

Η θανή του Πάνου Θεοδωρίδη επισπεύδει την κατάθεση αυτής της μικρής ανθοδέσμης από σύντομες μεταφράσεις του βυζαντινών ποιημάτων, μέσα σε κείμενά του, σαν μικρό φόρο τιμής στη μνήμη του. Αρχιτέκτονας, ποιητής, συγγραφέας, ηθοποιός, αρθρογράφος, μπλόγκερ, πολυσχιδής άνθρωπος. Η αγάπη κι η βαθιά γνώση του για το Βυζάντιο και τη λογοτεχνική όσο και την υλική κληρονομιά του υπήρξε παθιασμένη και μεγάλη. Ας αναφέρω μοναχά το πάθος του με τους νερόμυλους και το σενάριο που έγραψε για την ταινία Δοξόμπους, όπου έπαιζε κι ο ίδιος. Ας επιτραπεί κατ’ εξαίρεσιν, σ’ αυτή την μικρή ανθολόγηση να συμπεριλάβουμε, ως κολοφώνα της, ένα άλλο κείμενό του που εκφράζει την αγάπη του για τον Μανουήλ Φιλή.

Πριν δυόμισι χρόνια του είχα ζητήσει να συμπεριλάβω στην Ανθολογία της Βυζαντινής ποίησης ορισμένα σπαράγματα βυζαντινών ποιημάτων αποδοσμένων στη νεοελληνική, που είχε σε ορισμένες αναρτήσεις του στο φέησμπουκ. Ταυτόχρονα τον είχα ρωτήσει και για ένα μικρό κομμάτι που το παρουσίαζε σαν απόσπασμα από τον Μανουήλ Φιλή.

άλλο να βρίσκεσαι γυμνός το θέρος
κι άλλο στου χειμώνα το εξοχικό παραγώνι
παρόμοια άλλο να θλίβεσαι που είσαι θνητός
κι άλλο να θλίβεσαι γιά φίλο πεθαμένο.

Μου απάντησε πως ήταν πλαστό. Κι όμως συλλογίζομαι τώρα πόσο λιτό κι απέριττο, αληθινό, επιτύμβιο επίγραμμα μοιάζει· ταιριαστό και για τη δική του μνήμη. Ας είναι ελαφρύ το χώμα…

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~•~

Ιωάννης Γεωμέτρης, ο και Κυριώτης:

Όλα τα πάντα ανθούν, το αμπέλι παλεύει να γεννήσει
ξεχειλίζει το φρέσκο μέλι από τις κερήθρες […]

/// (περισσότερα…)

Ιωάννης Δαμασκηνός, Νεκρώσιμα ιδιόμελα

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Με τον δικό του τρόπο και την ιδιαίτερη ματιά του απέδωσε στη νεοελληνική ο Άρης Δικταίος τα Νεκρώσιμα Ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού, που ψάλλονται στη Νεκρώσιμη Ακολουθία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Για τον Δαμασκηνό ως ποιητή και υμνογράφο καθώς και για τη Νεκρώσιμη Ακολουθία παραπέμπουμε στην πρώτη δημοσίευση της ανθολόγησης της βυζαντινής ποίησης.

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Νεκρώσιμα ἰδιόμελα

Ἀπόδοση Ἄρη Δικταίου

 

Σὲ ποιὰν ἀπόλαυση τῆς ζωῆς δὲν ἔχει ἡ θλίψη
τὸ μοιράδι της; Πάνω στὴ γῆ ποιά δόξα
ἔμεινε ἀσάλευτη; Πιὸ εὔθραυστος κι ἀπὸ τὸν ἴσκιο,
πιὸ ἀπατηλὸς κι ἀπ’ τὰ ὄνειρά εἶναι ὁ κόσμος.
Λίγο νὰ γείρει, καὶ τὴ θέση του ὁ θάνατος παίρνει.

Σὰν λουλούδι μαραίνεται, σὰν ὄνειρο φεύγει
καὶ περνᾶ καὶ σβήνει ὁ ἄνθρωπος. Ἂλλ’ ὅταν
ἡ σάλπιγγα ξανασημάνει, οἱ πεθαμένοι,
ὅλοι, ὡς σὲ δυνατὸ σεισμό, θὰ σηκωθοῦνε.

Θέ μου, ἡ ψυχὴ πόσο ἀγωνιᾶ, πόσο ὑποφέρει
ὅταν τὸ σῶμα ἀποχωρίζεται! Πῶς κλαίει, τότε,
Θέ μου, καὶ νὰ τὴ λυπηθεῖ κανεὶς δὲν εἶναι!
Παρακαλεστικὰ γυρνᾶ καὶ βλέπει τοὺς Ἀγγέλους,
ἀλλὰ τοῦ κακοῦ! Ἁπλώνει στοὺς ἀνθρώπους
τὰ χέρια της, μὰ δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴ βοηθήσει.

Μάταια, μάταια εἶναι ὅλα τ’ ἀνθρώπινα, γιατί
δὲν δύνονται κ’ ὕστερα ἀπὸ τὸ θάνατο νὰ ὑπάρχουν.
Κανεὶς δὲν παίρνει τὸν πλοῦτο του μαζί του,
ἡ δόξα δὲν τὸν ἀκλουθεῖ, γιατί ὅλα, ἄχ, ὅλα
χάνονται ἀμέσως μόλις ὁ θάνατος προβάλλει. (περισσότερα…)

Μιχαήλ Χωνιάτης, Τὸ χαμένο μεγαλεῖο τῆς Ἀθήνας

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, συγγραφέας και μητροπολίτης Αθηνών (1182-1204), αυτάδελφος του γνωστού ιστορικού Νικήτα, γεννήθηκε το 1138 στις Χώνες της Μικράς Ασίας, εξ ού και η επωνυμία τους άλλωστε, και ήταν μαθητής του Ευστάθιου Θεσσαλονίκης. Υπερασπίστηκε την Αθήνα κατά την πολιορκία της πόλης από τον Λέοντα Σγουρό και κατά την Λατινοκρατία κατέφυγε στην Κέα και αργότερα στη μονή Προδρόμου στη Βουδονίτσα της Λοκρίδας (κοντά στις Θερμοπύλες), όπου και εκμέτρησε το ζην γύρω στα 1222. Σθεναρός πολέμιος της αστικής αριστοκρατίας την επέκρινε για την αδιαφορία της προς την τύχη των επαρχιών. Όπως σημειώνει ο Καζντάν, ο Μιχαήλ ανήκε στους σπάνιους εκείνους συγγραφείς που ξέφυγαν από τις τυπικές συμβάσεις και μας παρέδωσε ζωντανές εικόνες και περιγραφές, αναπτύσσοντας μάλιστα τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές του σε ολοκληρωμένες παραστατικές αφηγήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο ποίημα –ένα από τα ελάχιστα που συνέγραψε– που έχει αποδώσει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (τον οποίο θερμώς ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης εδώ) και μιλά για το χαμένο παρελθόν της πόλης της Αθήνας. Της πόλης της οποίας ήταν μητροπολίτης, γνώριζε και θαύμαζε το ένδοξο παρελθόν της, και προσπάθησε με αυτή την ελεγεία να εκφράσει την αγάπη του για την χαμένη πια ομορφιά της, σαν ερωτευμένος που στερείται το ζωντανό πρόσωπο της αγαπημένης του και την αντικρίζει μόνο μέσα από τη μεσολάβηση μιας εικόνας. Του Μιχαήλ Χωνιάτη σώζονται και δυο τοιχογραφίες από τα μέσα του 13ου αιώνα από τα περίχωρα των Αθηνών (Καλύβια Αττικής και Πεντέλη), που φανερώνουν μάλιστα ότι θεωρούνταν άγιος ήδη σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατό του.

~•~ (περισσότερα…)

Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, Κοντάκιον εἰς τὴν γέννησιν

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΡΩΜΑΝΟΥ ΤΟΥ ΜΕΛΩΔΟΥ

Κοντάκιον εἰς τὴν γέννησιν

(ἀπόσπασμα τοῦ ΛΣΤ´ ὕμνου)

Αὐτός, ποὺ ἀπὸ πατέρα, δίχως μάνα, πρὶν ἀπ’ τὸν Ἑωσφόρο ἐγεννήθη,
στὴ γῆν ἀπὸ Σὲ σαρκώθη σήμερα δίχως πατέρα,
γι’ αὐτὸ καὶ τὴν καλὴ εἴδηση φέρνει στοὺς μάγους ἕνα ἀστέρι,
κι ἄγγελοι μὲ βοσκοὺς ἀντάμα τραγουδοῦν
τὴν ἀνέκφραστη γέννα
σου, ὦ χαριτωμένη!

Τὸ σταφύλι της τὸ ἀγεώργητο βλασταίνοντας, ὅπως ἀμπέλι,
στὴν ἀγκαλιά της τὸ κράταγε σὰν κλῆμα κ’ ἔλεγεν: «Ἐσύ ’σαι
ὁ καρπὸς μου κ’ ἡ ζωή μου, ἀπὸ σὲ ἔχω μάθει,
ὁ Θεός μου, ὅτι εἶμαι ὅ,τι ἤμουν.
Τῆς παρθενίας μου τὴ σφραγίδα ἀνάλλαγη θωρώντας,
Λόγο ἀμετάβλητο, ποὺ ἔγινε σάρκα, σὲ κηρύσσω·
πῶς σ’ ἔπιασα μέσα μου δὲν ξέρω, τῆς φθορᾶς νικητὴ μόνο σὲ ξέρω,
γιατὶ εἶμαι ἁγνή, ἂν καὶ βγῆκες ἀπὸ μένα,
γιατί, φυλάγοντάς την ἀνέγγιχτη, τὴ μήτρα μου ἄφησες ὅπως τὴ βρῆκες,
γι᾽ αὐτὸ γιορτάζει ἡ χτίση ὁλόκληρη, φωνάζοντάς με:
ἡ χαριτωμένη. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [2/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [2/2]

Μετάφραση Τασούλας Καραγεωργίου

~.~

Θερμές ευχαριστίες στη μεταφράστρια και στον φίλο Άγγελο Καλογερόπουλο εκ μέρους του περιοδικού Το Κοινόν των ωραίων τεχνών για την άδεια της αναδημοσίευσης (οι αποδόσεις βρίσκονται στο τχ. 3, Ιούνιος 2018). – ΗΜ

Πρὸς μοναχὸν Ἀνδρέαν
(ἀπόσπασμα)

Πολλοὶ λένε (κι ἂν εἶναι ἀληθινὰ τὰ λόγια τους
δὲν τὸ γνωρίζω), λένε ὅμως καὶ μὲ πείθουν· ὅ
τι πολὺ χαίρεσαι, ὦ μοναχὲ καὶ πατέρα,
ἂν κάποιος σοῦ προσφέρει λείψανα σεπτὰ
ἀνδρῶν μαρτύρων ἢ σεβαστῶν γυναικῶν,
καὶ θῆκες θείων λειψάνων λένε πὼς ἔχεις πολλές,
ποὺ τὶς ἀνοίγεις πάντα καὶ τὶς δείχνεις
στοὺς φίλους σου· δέκα χέρια τοῦ μάρτυρα Προκόπιου,
τοῦ Θεοδώρου δεκαπέντε γνάθους,
τοῦ Νέστορος περὶ τὰ ὀκτὼ ποδάρια,
τοῦ Γεωργίου δε κάρες τέσσερις
καὶ μαστοὺς πέντε τῆς ἀθλοφόρου Βαρβάρας
καὶ –πρόσφατα ἀποκτήματα– τὰ ὀστᾶ
ἀπὸ τοὺς δώδεκα βραχίονες
τοῦ καλλινίκου μάρτυρα Δημήτριου
κι ἀκόμα τοὺς καλάμους ἀπὸ τὰ εἴκοσι συνολικὰ σκέλη
τοῦ Παντελεήμονος (τί πλῆθος στ’ ἀλήθεια!)

~•~ (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΒ΄: Χριστόφορος Μυτιληναίος [1/2]

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ  [1/2]

Μετάφραση Γιώργου Βαρθαλίτη

~.~

Τα βιογραφικά στοιχεία του Χριστόφορου Μυτιληναίου αντλούνται από το ίδιο το έργο του. Τα ελάχιστα στοιχεία που συνάγουμε από εκεί φανερώνουν έναν σημαντικό βυζαντινό λόγιο, ο οποίος κατάγεται μάλλον από τη Μυτιλήνη όπως δείχνει και το επίθετό του, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, και έχει σίγουρα λάβει υψηλή μόρφωση. Οι τίτλοι που κατείχε (υπογραφεύς του βασιλέως, πατρίκιος, ανθύπατος κλπ.), όπως παρουσιάζονται στο έργο του, αναδεικνύουν τον Χριστόφορο σε μία από τις εξέχουσες προσωπικότητες της Πόλης στην εποχή του. Το έργο του καλύπτει μία ευρεία κλίμακα ειδών και θεμάτων· από την γραφίδα του προέρχεται ένα μεγάλο μέρος δίστιχων επιγραμμάτων στα Μηναία καθώς και έργα θρησκευτικού περιεχομένου (αφιερωμένα σε εορτές ή βιβλικά πρόσωπα), μα και πολλά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα της οικογένειάς του (ξεχωρίζουν μεταξύ άλλων αυτά για τον θάνατο του αδελφού του και της μητέρας του), σε ιερωμένους, αξιωματούχους, ή φίλους του αλλά και αρκετά άλλα με σατυρικό περιεχόμενο. Η σημερινή απόδοση του Γιώργου Βαρθαλίτη, που παραθέτουμε, αφορά σε ένα κομψό ποίημά του για την αράχνη, και είχε φιλοξενηθεί για πρώτη φορά στο περιοδικό Παλίμψηστον (τχ. 33, Άνοιξη 2016).

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (2/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [2/2]

~.~

Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα.

Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει
μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου.

~•~

Σὰν νὰ μιλάει κάποιος ποὺ ζήτησε νερὸ ἀπὸ μιὰ κοπέλα καὶ τὴν ἐρωτεύθηκε.

Ὢ τὸ πικρὸ νερὸ ποὺ πάλι ἤπια καὶ πάλι.
Διψῶ ἀκατάπαυστα. Ποιό τὸ νερὸ εἶναι ἐτοῦτο
ποὺ ἀνάβει πυρκαγιὰ καὶ καίει τὴν καρδιά μου;
Κρυβόταν τῶν ἐρώτων ὁ δαυλὸς ἐντός του.
Καὶ τώρα τί νὰ κάνω; Δῶσε μου ὅμως, κόρη,
τὰ χείλη σου νὰ πιῶ· μὰ ἀπὸ μακριὰ μὲ λιώνεις.
Κοντά σου τὴ φωτιὰ τοῦ πάθους πῶς θὰ ἀντέξω;
Μόνο ἕνα φάρμακο γιὰ αὐτὴ τὴ δίψα ξέρω:
τὸν ἔρωτα ἔρωτας πιὸ φλογερὸς τὸν σβήνει,
τὸν πιὸ μεγάλον ἔρωτα ἕνας πιὸ μεγάλος.
Χριστέ μου, ἁρπάζομαι ἀπὸ σένα τώρα, δῶσ᾽ μου
τὸ ζῶν νερό σου, αὐτὸ θὰ σβήσει καὶ τὴ φλόγα.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Α’.

Ἄχ! Ὁ τοξότης τῶν καρδιῶν καὶ τώρα πάλι,
φωτιὰν ἀνάβοντας, μοῦ ρίχνει τὰ πυρφόρα
τὰ βέλη τὰ φριχτὰ κι ἀγαπημένα. Μ᾽ ἔχει
βαριὰ λαβώσει καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ βγάλω,
τὸ ξίφος μπήγω ἐντός μου, θέλω νὰ πεθάνω,
ποθῶ νὰ καῶ, νὰ λαβωθῶ καὶ ἄλλο ἀκόμα.
Ὢ συμφορὰ μεγάλη! Ποιό νερὸ τὴ φλόγα
θὰ σβήσει τὴν πικρή; Τὸ βέλος ποιός θὰ βγάλει;
Ὁ λόγος σου, Χριστέ μου, καὶ τὸ ζῶν νερό σου.
Τὰ φάρμακά σου ἀμέσως φέρε, λυτρωτή μου.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Γ΄.

Εἶσαι, Χριστέ μου, γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος.
Στὴ γῆ βαδίζω ὅπως προστάζεις κάθε μέρα,
μὲ κυβερνᾶς ἐσὺ στὴ θάλασσα σὰν πλέω,
στὸν οὐρανὸ τοῦ νοῦ μου ὑψώνω τὸ κατάρτι.
Βλέπω ὅλο ἀνέμους μανιασμένους τὸ ταξίδι,
φοβᾶμαι ἀκόμα καὶ τὶς ἄγριες καταιγίδες,
τὶς τρικυμίες μὲ φρίκη βλέπω τῶν παθῶν μου
καὶ τρέμω καὶ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν μου.
Πῶς νὰ περάσω καὶ τὸν ἀέρα νὰ διασχίσω;
Πῶς νὰ ξεφύγω τόσα ἐμπόδια καὶ παγίδες,
χωρὶς νὰ πέσω καὶ χωρὶς νὰ ναυαγήσω
στῆς γῆς τὰ βάθη καὶ στὰ μύχια τοῦ ταρτάρου;
Μόνο ἂν κρατήσεις σὺ τοῦ πλοίου μου τὸ δοιάκι
κι ἅμα τοῦ πνεύματός σου ὁ ἀέρας τὰ πανιά μου
φουσκώσει τώρα καὶ στὸν θρόνο σου μὲ φέρει.

~•~

Στὴ ζωὴ Β΄.

Γιατί ἀποφεύγεις τὰ καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δὲν θὰ βρεῖς τῆς ἀλυπίας τὴν τέχνη.
Θέσπισε ὁ Πλάστης νά ᾽χει ἀγκάθια ἡ γῆ ἀπὸ κάτω
καὶ μύριες ἔγνοιες ἡ ζωή μας. Βάσταξέ τες.

~•~

Στὸν πυλωρὸ τοῦ πατρικίου Ἠλιού.

Πές, ποιά εἶναι ἡ μάνα σου, ποιός ὁ πατέρας σου εἶναι.
Εἶσαι ἀπ᾽ ἀλάστορες, ἡ μάνα σου Ἐρινύα.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ μισήσει, βδέλυγμα καὶ τέρας,
ἔχιδνα, δράκαινα, πικρὲ σκορπιὲ καὶ φίδι,
θαλασσινὴ τρυγόνα, βδέλλα, γριὰ καὶ σκύλλα,
κι ὅ,τι θηρίο στάζει ἀπὸ φαρμάκι.

~•~

Στὴ Βάπτιση.

Συνάθροισα ὅλο τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν
ἐγὼ κι ὅλα τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου.
Τὸ χέρι τὸ δικό μου πάλι μ᾽ αἷμα
τὸν θόλον ἅπλωσε ψηλὰ τῶν οὐρανῶν.
Βρέχω τὴ γῆ, μὰ ἐδῶ τὴν κεφαλή μου
μὲς στὸ νερὸ βουτάω καὶ βυθίζω
τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντα μαζί μου.
Ὁ βασιλέας στὸν δοῦλο γέρνω τὸν αὐχένα
καὶ τοὺς θνητοὺς στ᾽ οὐράνια ἀνυψώνω.

~•~

Σὲ κάποιον μουσικό.

Κάποτε ὁ Θάμυρις κι ὁ Ὀρφέας κι ὁ Κινύρας
μὲ τὰ τραγούδια τους μάγευαν δέντρα, πέτρες
καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα. Μὰ οἱ τερπνές σου μελωδίες
τὰ πάντα μάγεψαν: τῆς θάλασσας τοὺς βράχους,
νομίζω, καὶ τὴ θάλασσα τὴν ἄγρια ἀκόμη
τήνε κοιμίζουν καὶ τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους.
Κοίτα, σὰν ἄκουσεν ὁ αἰθέρας τὸ τραγούδι
πιὰ τὴν ἀμάχη τῶν ἀγέρηδων τελειώνει
κι ὅλα τὰ γνέφια ποὺ ἀντιστέκονται σκορπίζει.
Δὲς πῶς χαρούμενη χαμογελᾶ ἡ λιακάδα!
Καὶ κάτω ἡ θάλασσα ἡ φουρτουνιασμένη πρῶτα
αἴφνης ἠρέμησε κι ἁπλώθηκε σὰν λάδι,
τὴν ὕβρη πέταξε ὅπως ὁ φονιὰς πετάει
στὴ γῆ τὸ ξίφος, μαλακώνει κι ἡ ἀφορμή του·
ἀπ᾽ τὴ χαρὰ ποὺ μελωδεῖς σοῦ ἀνοίγει δρόμο.
Γλυκὰ ἡ Γαλήνη σὲ κοιτάζει καὶ γελάει.
Σκιρτοῦν τὰ ψάρια κι ἡ φιλόμουση Ἀλκυόνα
μὲ τὸ δικό της σοῦ ἀποκρίνεται τραγούδι.
Γύρω καὶ πλάι στὴ λύρα πλέει τὸ δελφίνι,
κρώζει κι ὁ σκάρος καὶ μπροστὰ χιμᾶ ὁ ναυτίλος,
φτάνει γοργὰ καὶ προβοδᾶ τὸ πλοῖο ὁ πομπίλος.
Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μαγέψεις τὸ καράβι
καὶ στὸ τραγούδι σου τὸ κάνεις νὰ χορέψει
καὶ τ᾽ ἄνω κάτω τὸ φέρεις μὲ τὴ βία,
ἢ κάνεις νὰ ἀνεβοῦν πουλιά, θεριὰ καὶ ψάρια
στὸ πλοῖο πάνω καὶ στὸν πάτο τὸ τραβήξεις,
ἢ μήπως πέτρες γίνουν αἴφνης ὣς κι οἱ ναῦτες
ἢ καὶ τὰ πάντα, ἂν θὲς νὰ μοιάσεις στὶς Σειρῆνες.
Βλέπεις αὐτὸς κάνει ὣς κι οἱ πέτρες νὰ σαλεύουν,
ζωὴ σὰν νά ᾽χουνε κι αὐτές, κι ἀπὸ τοὺς ζῶντες
μπορεῖ νὰ κάνει πέτρες ὅποιους κι ἂν θελήσεις.

~•~

[Μήτε ζωγράφου χέρια…]

Μήτε ζωγράφου χέρια μήτε λιθοξόου,
μά, δημιουργέ, ἡ δική σου τέχνη καὶ τὰ χέρια
τὴν ὀμορφιὰ τῶν πάντων σ᾽ ἕνα συγκεράζει.
Μὲ φῶς των ἄστρων τῶν πετρῶν ἡ λάμψῃ μοιάζει,
μὲ τὴ λαμπρὴ φωτιὰ τοῦ αἰθέρα ἡ χρυσὴ ἁψίδα,
τὰ μωσαϊκὰ τὰ ἐξαίσια καὶ τὰ χρώματα εἶναι
ζωγραφιστὸς καθὼς λειμώνας ὅλος μ᾽ ἄνθη.
Ἐδῶ κι ἡ τέχνη τῶν μορφῶν νικᾶ τὴ φύση
καὶ ζωγραφίζει σχῆμα, κίνηση καὶ βλέμμα,
θαρρεῖς ἀκόμα καὶ τὸ πνεῦμα παριστάνει.
Βουνὰ κινεῖ κι ἡ πίστη. Πιὰ τὸ βλέπω ἀλήθεια.
Τοῦ λάτρη σου Νικήτα ἡ ἀγάπη μὰ κι ὁ πόθος
σὰν ζωντανὲς νὰ μοιάζουν ἔκαναν οἱ εἰκόνες,
ὣς κι ἀστραπὲς νὰ ρίχνουν ἔπεισαν τὶς πέτρες
κι ὅλα γεμίσαν μὲ τὴ λάμψη σου, Χριστέ μου.

~•~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (1/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [1/2]

Ένα ευρύτερο τμήμα των ποιητικών έργων του Ιωάννη Γεωμέτρη απέδωσε στη νεοελληνική για πρώτη φορά ο ποιητής Γιώργος Βαρθαλίτης (Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, Αρμός, 2012) τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης εδώ. Προτίμησα να παραθέσω τις αποδόσεις του από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Τρεις μεγάλοι Βυζαντινοί ποιητές (Αρμός, 2017), όπου συγκεντρώνει τη μεταφραστική του εργασία σε τρεις βυζαντινούς ποιητές, διότι έχει επεξεργαστεί ορισμένες μεταφράσεις του, έχοντας επιφέρει μικρές αλλαγές σε κάποιες από τις αποδόσεις των έργων του Γεωμέτρη, σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση.

~•~

Στὴν ἀποστασία.

Αἷμα νὰ ρίξεις σὰ βροχή, οὐρανέ μου, τώρα·
τώρα ντύσου μὲ πένθιμο σκοτάδι, ἀέρα·
ἡ γῆ, ἀπ’ τὸν πόνο μὲ τὰ νύχια σου ξεσκίσου,
ξερίζωσε τὰ δέντρα, ρίξ’ τα σὰν πλεξοῦδες
καὶ βόγγηξε, σκεπάζοντας μὲ μαῦρο ροῦχο
τὸ πρόσωπό σου τώρα ἀντὶ γιὰ τὸ χορτάρι.
Δικό μας αἷμα τὴν Μικρὰν Ἀσίαν ὅλη
τὴ διαφεντεύει καὶ τὸ ξίφος διαχωρίζει,
ὠιμέ!, γονεῖς καὶ συγγενεῖς, παιδιὰ κι ἀδέρφια.
Τρέχει ὁ πατέρας νὰ σκοτώσει τὸ παιδί του·
καὶ τὸ παιδὶ μετὰ φονεύει τὸν πατέρα·
μαχαίρι βγάζει ὁ ἀδερφός, ὢ πικρὴ τρέλα,
γιὰ νὰ τὸ μπήξει μὲς στὸ στέρνο τ᾽ ἀδερφοῦ του.
Κάτω ἀπό μᾶς ἡ γῆ σπαράζεται καὶ σειέται
ἀπὸ τὸν τρόμο κι ἀπὸ πάνω μας οἱ φλόγες
τῶν κεραυνῶν κάνουνε στάχτη καὶ τὴ σκόνη.
Οἱ πολιτεῖες τῆς Ρώμης τώρα τὰ μπεντένια
σὰν κόμη ρίχνουνε στὴ γῆ καὶ σπαραγμένες
κλαῖνε πικρὰ πῶς κλαῖνε κόρες μαυροφόρες.
Οἱ Ἀγαρηνοὶ νικᾶνε· οἱ πόλεις ποὺ ἦταν πρῶτα
στὴ δούλεψή μας πληρωμὴ τώρα ζητᾶνε
κι ἀπὸ τοὺς φόνους ἐναντίον μας καὶ γλεντᾶνε.
Κι αὐτὰ συμβαίνουν ὅπου ὁ ἥλιος ἀνατέλλει.
Μὰ ποιός μπορεῖ τί γίνεται νὰ πεῖ στὴ δύση;
Σμήνη Σκυθῶν σὰν νά ᾽τανε δική τους χώρα
ἀπὸ τὴ μιὰ ἄκρη τὴ διασχίζουν ὣς τὴν ἄλλη•
καὶ σὰν τὴ γῆ ποὺ εὐγενικὰ κλαδιὰ φυτρώνει
ἄνδρες ἀτρόμητους σὰν σίδερο γενναίους
ἀπὸ τὴ ρίζα κόβουνε καὶ βρέφη ξίφη
τὰ σφαγιάζουν· κι ἄλλα τά ᾽χει ἡ μάνα ἀκόμη,
κι ἄλλα ἀναρπάζουνε τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν μας.
Γίνανε σκόνη κι οἱ μεγάλες πολιτεῖες.
Πῶς θὰ μπορέσω δίχως δάκρυα νὰ ἀντικρίσω
Νὰ τρέφουν ἄλογα ὅσες πρὶν ἀνθρώπους τρέφαν;
Χῶρες ὁλόκληρες καὶ τόποι πυρπολοῦνται.
Κι ἐσύ, βασίλισσά μου, ἑστία τοῦ Βυζαντίου,
ποιά συμφορὰ σὲ βρῆκε τώρα, πές μου, πόλη,
πόλις ἡ πρώτη στὰ δεινά, καθὼς πρὶν ἤσουν
ἡ πιὸ τρανὴ τῆς γῆς; Δὲν τρέμεις κάθε μέρα,
ἢ μὴ δὲν πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε τὰ βάθρα ἀπὸ τὸν τρόμο;
Δὲν εἶδες τὰ κλαδιὰ ποὺ βλάστησε ἡ ἀγκαλιά σου
νεκρὰ νὰ πέφτουνε στὴ μάχῃ ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι
τῶν συγγενῶν τους, ὢ τί φρίκη! Κι ἄλλοι πάλι
καταδικάστηκαν ἐξόριστοι νὰ μένουν,
ἀντὶ στ᾽ ὡραῖα καὶ τὰ λαμπρά τους τὰ παλάτια,
σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ βράχια καὶ φαράγγια
κι ἐκεῖ νὰ σβήνουνε; Κι (ὢ Θεέ μου, ἐσὺ τῶν πάντων
κριτή!) γιὰ αὐτὰ κανεὶς τὴν πέτρινη καρδιά του
δὲν μαλακώνει, δὲν φιλιώνει μὲ τὸν ἄλλον,
κανεὶς τῆς σωτηρίας τὸ φάρμακο ―τὸ δάκρυ―
δὲν χύνει. Μὰ ἔγινε σκοτάδι πιὰ κι ὁ ἥλιος
καὶ τῆς σελήνης κρύφτηκε μὲ μιᾶς τὸ φέγγος
καί, νέας θρησκείας παράξενο σημάδι, ἐφάνη
καινούργιο ἀστέρι, ὅμως ἐγὼ δὲν συλλογιέμαι
μηδὲ τὴ ραθυμιά, μηδὲ τὰ κρίματά μου.
Μὰ κοίταξέ με μ᾽ οἶκτο, Λόγε,
λυπήσου μας, σταμάτα πιὰ τὴ φρίκη ἐτούτη:
σφαγές, ἁλώσεις πόλεων, μάχες, ἀνταρσίες,
φυγές, διώξεις, ἁρπαγές, ποινὲς καὶ δίκες·
λυπήθηκες τὴ Νινευὴ τὴν πολιτεία
καὶ τὸν λαὸ ποὺ τότε ἁμάρτησε, τὸ ξέρω.
Τὸ ποίμνιο ποὺ ἐξαγόρασες μὲ τὸ αἷμα σου εἶμαι,
Χριστέ μου, ἡ μάντρα σου εἶμαι· αὐτὰ ἡ δική σου πόλη,
ἡ πόλη σου βοᾶ, τῶν συμφορῶν της κοίτα
τὴν ἄβυσσον· ὣς πότε θὰ ὑποφέρει;

~•~

Τί λόγια θὰ ἔλεγε ὁ ἐν Ἁγίοις βασιλιὰς Νικηφόρος,
ὅταν ἀποκεφάλιζαν τ᾽ ἀγάλματά του.

Ναί, ξίφος τὸ κεφάλι μου τό ᾽κοψε κι ἀνδροφόνος
τὴν ἐξουσία μου ἅρπαξεν ὁ βασιλιὰς τοῦ σκότους.
Μὰ τὰ νεκρά μου ἀγάλματα γιατί συντρίβει ὁ φθόνος;
Τοῦ Φάλαρι καὶ τοῦ Ἔχετου τὴν τρέλα ξεπερνᾶτε.
Ποιό μίσος τοὺς ἀνδριάντες μου μπορεῖ ὅμως νὰ γκρεμίσει,
τὴν Κρήτη τὴν εὐγενική, τὴ λαμπερὴ τὴν Κύπρο,
καὶ τὴν ἀνίκητη Ταρσό, τῆς Κιλικίας τὰ κάστρα,
τῆς Ἀντιόχειας τὰ τειχιά, τῆς Ἀσσυρίας τις πόλεις;
Πέρσες, Φοίνικες, Ἄραβες, ἔθνη τοῦ κόσμου μύρια,
ὅλα τους στὸ κοντάρι μου γονάτισαν, λυγίσαν.
Ποιός θὰ τὰ σακατέψει αὐτά; Ρίξτε τοὺς τοίχους! Σπάστε!
Μὲς στὶς καρδιὲς ἡ εἰκόνα μου, στὶς χῶρες πάντα μένει.

~•~

Σ᾽ ἕνα στολισμένο σπαθί.

Σπαθὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας σιδερένιο·
σπαθὶ γιὰ τοὺς δικούς μας χρυσαφένιο·
σπαθὶ ἐσὺ τρομερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας·
σπαθὶ κι ἐσὺ ἀρωγὸ γιὰ τοὺς δικούς μας·
σπαθί, ποὺ τὴν καρδιὰ δὲν κόβεις μόνον·
σπαθί, τὸ δίστομο τῆς Ρώμης ξίφος·
σπαθί, τοῦ κράτους τὰ δεινὰ ποὺ κόβεις.

~•~

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης (Μεταφράσεις Ά. Δικταίου και Δ. Κούρτοβικ)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Μεταφράσεις του Άρη Δικταίου και του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Λιγοστά είναι τα όσα γνωρίζουμε για τον Ιωάννη Γεωμέτρη ή Κυριώτη κι αυτά εξάγονται μέσα από τα έργα του (πεζά και ποιητικά). Ποιητής που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα ο Ιωάννης φαίνεται πως καταγόταν από ευγενή οικογένεια και έλαβε καλή εκπαίδευση ενώ υπηρέτησε στον στρατό πριν αποσυρθεί και ζήσει ως μοναχός. Συνέγραψε επιγράμματα (αρκετά θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε λυρικά ποιήματα), προγυμνάσματα, αλλά και ύμνους και ομιλίες στη Θεοτόκο και σε άλλους αγίους. Ο Αλεξάντερ Κάζνταν, από τον οποίο αντλούμε και αυτές τις πληροφορίες, τού αποδίδει και τη συλλογή 99 μοναστικών τετράστιχων επιγραμμάτων Παράδεισος. Λόγω της εποχής (θέρος γαρ!) ξεκινάμε με την μεταγενέστερη χρονικά απόδοση του Δημοσθένη Κούρτοβικ (τον οποίο και ευχαριστώ για την ευγενική άδεια αναδημοσίευσης) και συνεχίζουμε με τις χρονολογικά πρότερες αποδόσεις του Άρη Δικταίου. [Μικρή σημείωση: ο τίτλος του δεύτερου ποιήματος, που αποδίδει ο Δικταίος, όπως φανερώνει και το πρωτότυπο, αναφέρεται στη Μονή Στουδίου κι όχι σε κάποια Θεολογική Σχολή].

~•~

Ὅλα καρπίζουν καὶ τ’ ἀμπέλι θέλει νὰ γεννήσει,
ξέχειλες οἱ κερῆθρες ἀπὸ φρέσκο μέλι.
Σφύζουν τὰ μαστάρια, χαρὰ γιὰ τ’ ἀρνάκια,
βαριὲς ἀπ’ τὸ γάλα οἱ κατσίκες, τὰ στάχυα
τὸ θεριστὴ κιόλας προσμένουν.
Στὰ δέντρα κελαϊδοῦνε τὰ πουλιά,
σκιὰ δροσερὴ σκορποῦνε τ’ ἄλση.
Τὸ γάργαρο νερὸ παίζει μὲ τὴν πέτρα.
Συναυλία σωστὴ δίνουν τὰ τζιτζίκια,
χαρούμενα ὁ ναύτης τραγουδάει.
Τραγούδησε κι ἐσύ, Ἰωάννη, κι ἂς πονᾶς!

~•~

εἰς τὸ θέρος

Ὥρια πάντα τέθηλε, καὶ ἄμπελος ἐς τόκον ὀργᾷ,
σμήνεα δ’ ἄρτι μέλι χλωρὸν ὑπεκπρορέει,
οὔθατα δὲ σφαραγεῦσι καὶ ἄρνες ἀεὶ σκαίροντες,
αἶγες δ’ εὐγλαγέες, λήϊα κεκλιμένα·
ὄρνεα δ’ εὐφωνοῦσι καὶ ἄλσεα, εὔσκια δένδρα,
ὕδασι δὲ κρυεροῖς ἀμφιγέγηθε πέτρα.
τέττιξ σύντονον ἠχεῖ, ναυτίλος ἥδιον ᾄδει·
ᾆσον, Ἰωάννη, καὶ σύ τι κἂν μογέῃς.

Μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ στο Hans-Georg Βeck, Η βυζαντινή χιλιετία, Αθήνα 2005, ΜΙΕΤ, σ. 161. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Ι΄: Επιτάφιο Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου – Νικόλαος Ειρηνικός

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Β΄ ΒΟΥΛΓΑΡΟΚΤΟΝΟΥ – ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ

Δύο αποδόσεις του Άρη Δικταίου

Παρουσιάζουμε σήμερα τις αποδόσεις δύο ιδιαίτερων βυζαντινών κειμένων του Άρη Δικταίου από την ανθολογία του της παγκόσμιας ποίησης, Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960. Γράφω για ιδιαίτερα κείμενα για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι πως και τα δύο ήταν την εποχή που τα διάβασε και τα απέδωσε ο Δικταίος σπάνια και γνωστά μόνον σε μια δράκα ιστορικών και βυζαντινολόγων. Και ο δεύτερος λόγος πως, ως εκ τούτου, φανερώνουν τον αξιοθαύμαστο ζήλο, την ευρύτατη παιδεία και την εξονυχιστική, σοβαρή και εξαντλητική έρευνα και μελέτη του ποιητή Άρη Δικταίου ώστε να καταφέρει να παραδώσει σε μια ανθολογία παγκόσμιας ποίησης (ας μην ξεχνιόμαστε!) ξεχωριστά και μοναδικά κείμενα της βυζαντινής ποιητικής δημιουργίας (όπως αυτά που δημοσιεύουμε σήμερα). Οπότε αυτή η δημοσίευση ας αποτελέσει κι εκ μέρους μου έναν δίκαιο –αν κι ελάχιστο– φόρο τιμής στον ποιητή και μεταφραστή Άρη Δικταίο, που ειδικά σε ό,τι αφορά τη βυζαντινή ποίηση, εν πρώτοις την αξιολογεί ως μια ιδιαίτερη ενότητα προς παρουσίαση εντός του ελληνικού λόγου, μα και επειδή διαλέγει και παρουσιάζει στους ανγνώστες της εποχής του μιαν αρμαθιά άγνωστα ως επί το πλείστον ποιήματα, ώστε να καταδείξει εμφανέστερα το ενδεχόμενο εύρος και την ποικιλία της.

Το πρώτο κείμενο είναι ένα επιτάφιο επίγραμμα από τον τάφο του Βασίλειου Β΄ που σώζεται σε διάφορες παραλλαγές, από χειρόγραφους κώδικες όμως μόνον. Η απόδοση του Δικταίου θεωρώ ότι μάλλον ακολουθεί την δημοσίευση του Ι. Σακκελίωνος στον Παρνασσό, τ. 11, 1888.

Το δεύτερο έργο είναι πράγματι ελάχιστα γνωστό (πολλώ δε μάλλον την εποχή της απόδοσής του), καθώς αφορά σε έναν παντελώς άγνωστο άλλοθεν συγγραφέα αφενός και αφετέρου έχει δημοσιευτεί στο έργο του Heisenberg, Aus Geschichte und Literatur der Paläologenzeit, Μόναχο 1920. Ο συγγραφέας, Νικόλαος Ειρηνικός, πρέπει να έζησε στη Νίκαια κατά το πρώτο μισό του 13ου αιώνα. Πρόκειται για ένα επιθαλάμιο τραγούδι για τους γάμους της –φυσικής, δηλονότι νόθας, παρότι αναγνωρισμένης νομίμως από τον πατέρα της– θυγατέρας του Φρειδερίκου Β΄ (Χοεστάουφεν ή Ωτβίλ ή Αλταβίλα) Κωνστάντζας-Κωσταντίας (που ονομάστηκε Άννα για τον ορθόδοξο γάμο) με τον αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννη Γ΄Δούκα Βατάτζη. Ας σημειωθούν υπαινικτικά μόνον τα εξής ιστορικά στοιχεία. Αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος του Ιωάννη Βατάτζη, ο οποίος είχε από τον πρώτο γάμο του αποκτήσει γιο που τον διαδέχτηκε στον θρόνο, τον περίφημο Θεόδωρο Β΄ Λασκάρι. Η Άννα ήταν μόλις 14 ετών όταν προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν μετά του αυτοκράτορος, ο οποίος φαίνεται ότι προτίμησε τα κάλλη της γκουβερνάντας της από την παιδούλα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Ακροπολίτη και τον Παχυμέρη, όπου μπορεί να ανατρέξει κανείς και για περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση που επικρατούσε στο παλάτι. Η δε Κωστάντζα ήταν ένας από τους καρπούς της –πλέον ηδείας και σταθερής, όπως όλα δείχνουν– ένωσης, παρά τους τρεις γάμους και τις τόσες και τόσες μη νόμιμες σχέσεις του, του Φρειδερίκου, “του θαύματος της οικουμένης” με την ερωμένη του Μπιάνκα Λάντσια. Για τον ίδιο τον Φρειδερίκο Β΄, τον βίο, την πολιτεία του, την πολύπλευρη πολιτική του, σε Ανατολή και Δύση, το πολιτιστικό και παιδευτικό του έργο στη Νότια Ιταλία και στη Σικελία (τη λατρεία του για τη Σικελία), έχουν ήδη γραφεί τόμοι και τόμοι.

(περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Θ΄: Συνέσιος ο Κυρηναίος

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΣΥΝΕΣΙΟΣ

Ύμνοι

Απόδοση Άρη Δικταίου

Ο Κυρηναίος Συνέσιος, συγγραφέας και χριστιανός επίσκοπος («φιλόσοφος ἱερεὺς» αυτοαποκαλείται), έζησε στον μεταιχμιακό κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας του 4ου-5ου αι. (π. 370-π. 413), κατά την μετάβαση προς τον χριστιανισμό, στην μεθοριακή περιοχή της Κυρηναϊκής στην Βόρεια Αφρική. Νεοπλατωνικός μαθητής της φιλοσόφου Υπατίας, κι ενώ δεν ήταν ακόμη βαπτισμένος, απαίτησε ο λαός να γίνει επίσκοπος Πτολεμαΐδος, λόγω της δραστήριας εμπλοκής του στην αντιμετώπιση βαρβάρων εισβολέων το 410. Όπερ και εγένετο, εξασφαλίζοντας ότι και θα παραμείνει νυμφευμένος αλλά και θα διατηρήσει κάποιες (νεοπλατωνικές) φιλοσοφικές-θεολογικές του απόψεις (προΰπαρξη ψυχής, αλληγορική ανάσταση, αϊδιότητα του κόσμου), που διέφεραν από το υπό διαμόρφωσιν χριστιανικό δογματικό πλαίσιο. Ανάμεσα στα διάφορα έργα και τις επιστολές που συνέγραψε, υπάρχουν και εννέα ύμνοι (με έναν επιπλέον δέκατο που θεωρείται νόθος) σε δωρική διάλεκτο με εμφανή την ύπαρξη στοιχείων της νεοπλατωνικής και της χριστιανικής θεολογίας. Αυτόν τον τελευταίο, μαζί με έναν ακόμη, απέδωσε στα νεοελληνικά ο Άρης Δικταίος, στο έργο του Σ᾽ ἀναζήτηση τοῦ ἀπόλυτου: Ἱστορικὴ Ἀνθολογία τῆς παγκοσμίου ποιήσεως, Ἀθήνα 1960.

~.~ (περισσότερα…)