Σκυτάλες | Παλαιομοδίτικα διηγήματα (από τον Δ. Ε. Σολδάτο)

Τα «Λευκαδίτικα διηγήματα» (Fagotto books, 2016 και εμπλουτισμένη επανέκδοση 2017) είναι το μοναδικό βιβλίο με διηγήματα του Δημήτρη Ε. Σολδάτου ανάμεσα στις δεκαεπτά ποιητικές συλλογές που εξέδωσε στην διάρκεια σαράντα χρόνων. Η συνεργασία με το Νέο Πλανόδιον στην στήλη αυτή θα ξεκινήσει με κάποια από τα εκδομένα του διηγήματα (επιμελημένα εκ νέου) και θα συνεχιστεί με ανέκδοτο υλικό. Ο τίτλος της στήλης είναι παρμένος από μια κριτική του συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου για τα «Λευκαδίτικα διηγήματα» στις 28.6.2016 στον ιστοχώρο Bookpress (https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/6619-lekfaditikadiigimata-soldatos): «Ένα πνεύμα νοσταλγικό, παλιομοδίτικο ίσως, μα γνήσιο κι ανυπόκριτο, περασμένο στο χαρτί με ελληνικά που η ομορφιά και η καθαρότητά τους σπανίζουν πλέον».

H ωραία Ελένη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ωραία γυναίκα η Ελένη, όπως εκείνη της Τροίας. Την γλέπουν οι γέροι και τους τρέχουν τα σάλια. Την σκέφτονται οι νέοι και στεγνώνει το στόμα τους. Μπροστά της κι οι γυναίκες την παινεύουνε, και πίσω της κι οι πέτρες την φθονάνε: «Η ποίσα, η δείξα, μ’ ένα λουβί σκόρδο την περνάει και παρασταίνει την Βαλαωρίταινα!»

Και πράγματι, ψωμολύσσαγαν κι αυτήνη κι η μάνα της, απ’ όταν κατάπιαν τον πατέρα τα χώματα.

Τον έφαγε ο καημός του γιου του, που γύρισε απ’ τον πόλεμο κουτσαύλης, μανταλώθηκε στην κάμαρή του και κόσμο δεν ήθελε να ματαϊδεί. «Μωρέ καλέ, μωρέ χρυσέ, “Ήρωας Πολέμου” γράφει το χαρτί και κρύβεσαι, καημένε; Λογιέσαι εσύ σακάτης, πο’ ’δωκες το ποδάρ’ σ’ να περβατήσει η Ελλάδα;»

Αυτός να φουμέρνει στο ντιβάνι και να τηράει το ταβάνι ατάραχτος. Με το μπαστούνι θα χόρευε στο παν’ύρι τ’ Αϊ-Γιωργιού; Πώς θα ξανάπαιρνε αγκαλιά την αρρεβωνιαστικιά του την Τασούλα;

Πήρε τον γκρα αγκαλιά και παντρεύτηκε τον Χάρο.

Σήμαινε ολημερίς η καμπάνα…

Η Τασούλα παντρεύτηκε άλλον.

Βάραγαν οληνυχτίς τα νταούλια…

Τώρα, η Ελένη κι η μάνα της η Στάθαινα σφίξανε τα δόντια, σφίξανε τα μαντήλια, σφίξανε τα ζωνάρια. Κι απόμεινε η περηφάνια στην μία κι η ομορφάδα στην άλλη να τις βράσ’νε και να τις φάνε.

«Αχ, Ελένη, με τον καημό σου θα πεθάνω! Πού θα σ’ αφήκω, μωρή μαύρη, άμα πει και κλείσω τα μάτια μου;»

«Τσώπα, μάνα, κι έχει ο Θέος!»

«Χα!  Όπως είχε για τον πατέρα σου και τον αδερφό σου;»

Α, όλα κι όλα! Του Θεού δεν του χαριζόντανε η Στάθαινα. Μπορεί να μην έλειπε από λειτουργιά κι εσπερινό, μπορεί να κόλλαγε τα καντήλια απ’ όλα τα ξωκλήσα, μπορεί να νήστευε –αναγκαστικά το πιο πολύ– πριν τις μεγάλες γιορτάδες της χριστιανοσύνης, μπορεί να ξομολογιόντανε και να μεταλάβαινε τακτικά, να λιβάνιζε με το σουρίπωμα να φύβγουν οι διαόλοι, αλλά ο Θεός, αν ήθελε να ’ναι Θεός, έπρεπε να της βγάλει δίκιο κι αυτηνής. Έπρεπε να της δείξει το πάνδημον και μεγαλοπρεπές έλεός του: να στείλει μια καλή τύχη για την Ελένη, να πετάξει απάνουθέ της τα μαύρα, να ντυθεί νυφούλα και «να ’χει να μασήσει και να φτύσει», όχι με μία αλλά με δύο μασέλες. (περισσότερα…)

Ο μυστικός στρατός των Χριστουγέννων

Vincent van Gogh, Οι φτωχοί και το χρήμα (1882)

~.~ 

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον διάβολο δεν τον ενδιαφέρει τι κάνεις,
αλλά γιατί το κάνεις.

Πάω να πάρω τα γάλατα απ’ το δημαρχείο. Μια δουλειά που είναι να γίνει, ας γίνει. Θα τα φορτώσω στ’ αμάξι και μετά βλέπω τι θα τα κάνω.

Διαβαίνοντας την διασταύρωση, παραλίγο να τρακάρω μ’ ένα φάντασμα. Κόρναρα παρατεταμένα. Δεν πήρε είδηση. Μόνον το κασκόλ της πλατάγιζε στον αέρα, σαν γλώσσα προτεταμένη που με κορόιδευε.

Πολλές φορές την είχα δει, ασουλούπωτη και ξεδοντιασμένη, να κυκλοφορεί μ’ ένα σαραβαλιασμένο ποδήλατο στην πόλη σαν λάμπασμα. Ποια ήταν και πού πήγαινε δεν μ’ ενδιέφερε. Στα λίγα δευτερόλεπτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια μου, σκεφτόμουν πως το ’σκασε από κάποιο ίδρυμα. Αν ήθελε να με καταραστεί ο Θεός, θα μ’ έκανε να γυρίζω έτσι –ανέστιος και πένης, ασουλούπωτος και ξεδοντιάρης– να σκιάζω τους περαστικούς με την παρουσία μου, όπως αυτή εμένα.

Πάρκαρα έξω απ’ τον δήμο να φορτώσω τα γάλατα.

«Παραμονή Χριστουγέννων, αδερφέ!» διαμαρτυρήθηκε ο αποθηκάριος. «Ημιαργία σήμερα, ετοιμαζόμουν να κλείσω».

«Σιγά, μωρέ, ούτε ο Χριστός για να γεννηθεί δεν βιάζεται τόσο!» τον κορόιδεψα εγώ, ενώ προσπαθούσα να φανταστώ πού θα μπορούσε να πήγαινε όταν σχολούσε αυτός ο κακομούτσουνος αποθηκάριος, που τον έκρυψαν, λες, εδώ, στο ζοφερό ετούτο υπόγειο, για έναν και μοναδικό λόγο: για να μην φαίνεται η ασχήμια του.

Εκείνος μου γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε σε μια γωνιά της αποθήκης.

«Αυτά είναι, πάρτα κι άντε στο καλό!» είπε.

Ήταν πέντε χαρτονένιες κούτες, που εμπεριείχαν σαράντα οκτώ κουτιά γάλα εβαπορέ το καθένα. Μια παροχή βασισμένη σ’ ένα παλαιό άρθρο, που αφορά στους εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν μας έδιναν και μερικά κουτιά μέλι, θα μπορούσαμε να πούμε πως την περνάγαμε –και στην κυριολεξία– μέλι-γάλα στο δημόσιο.

Εγώ τον καφέ μου τον πίνω σκέτο. Σκέτο από ζάχαρη, γιατί μια κουταλιά γάλα την χρειάζομαι για να στρώσει η γεύση. Μα με μια κουταλιά γάλα σε κάθε καφέ που φτιάχνω, δεν τελειώνουν σ’ έναν χρόνο πέντε κούτες, με σαράντα οκτώ κουτιά ανά κούτα, δηλαδή διακόσια σαράντα κουτιά ετησίως. Για να τελείωναν, θα έπρεπε να έβαζα σε κάθε φλιτζάνι καφέ, μισό κουτί γάλα. Τότε, όμως, δεν θα ήταν καφές με γάλα, αλλά γάλα με καφέ.

Σκέφτηκα να χαρίσω μερικά κουτιά σε φίλους, σε γείτονες και σε γνωστούς, μα κανείς δεν τα ’θελε, γιατί ήταν μάρκα «κλάψε με», κι ας είχαν γεύση «μπόμπα».

Καλόμαθε ο κοσμάκης τελευταία – κωλόμαθε πες καλύτερα. Ένας πόλεμος μας σώζει, μια κατοχή, να πούμε «το ψωμί ψωμάκι», να δούμε «πόσα απίδια παίρνει ο σάκος» και «πώς το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι».

Κάποιος πρότεινε να πάω τα γάλατα στην μητρόπολη. Τα δίναν, λέει, στους φτωχούς – μέρες που είναι. Μ’ αφού σε φτωχούς τα ’δινα κι εγώ και δεν τα ’παιρναν, σε πόσο πιο φτωχούς θα τα ’διναν εκείνοι για να τα πάρουν;

Κράτησα δυο κούτες για τον καφέ μου. Τις υπόλοιπες τις πήγα, τελικά, στην μητρόπολη, μα ήταν αργά και την βρήκα κλειστή. Ένας περαστικός είπε να τις αφήσω στην είσοδο και θα τις πάρουν αυτοί. Τώρα, αν κάποιος τις έκλεβε μέχρι αύριο, θα σήμαινε πως τις ήθελε πραγματικά, οπότε θα έφταναν στον παραλήπτη τους αδιαμεσολάβητες. (περισσότερα…)

Η Βερδίκω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Να τον τσακίσ’νε οι δαιμόνοι, να τον πάρ’νε και να τον σ’κώσ’νε! Να μην βρίσκει τόπο να σταθεί, να μπει στο μνήμα και να μην λειώνει! Ανάθεμά τονε τον παλιοκερατά! Όπως με κατάστρεψε, να καταστραφεί κι εκειός…»

Ξεστομίζοντας βαρύτατες κατάρες η Βερδίκω, έγδερνε τα μάγουλά της κι άφηνε τα δάκρυά της να κατρακυλούν στις ρυτίδες του προσώπου της, να ποτίζουν το μαραμένο στήθος της και να μουσκεύουν το πολυκαιρίτικο χωριάτικο φόρεμά της, το περίκλειστο έως τον λαιμό, που έδειχνε –σύμφωνα με την λευκαδίτικη παράδοση– πως η γυναίκα ήταν ανύπαντρη.

Απότομο κι αναίτιο το ξέσπασμά της, όμως εμείς το ’χαμε συνηθίσει αυτό από χρόνια. Δεν υπήρχε φορά να την απαντήσουμε και να μην ακούσουμε να καταριέται τον γιο του Αλεγραμμά. Έσκουζε σαν κουρούνα, ρέκαζε σαν κατσίκι που το σφάζουν, λες κι όλα γίνηκαν χτες, κι ας πέρασε σχεδόν μισός αιώνας.

Κατόπιν, απότομα όπως ξεκίναγε, σταμάταγε. Η Βερδίκω σκούπιζε τα μάτια με την ανάστροφη του χεριού της και χαμογελούσε ηλιθιωδώς, η αγλύκαντη! Κι αυτό ακριβώς το χαμόγελο, σ’ ένα στόμα δίχως δόντια, έδειχνε την θλίψη απροσμέτρητη, όπως δείχνει απέραντη μια έρημος την μοναξιά.

Η έρημος, όμως, κατοικούσε από καιρό στο μυαλό της Βερδίκως. Δεν θυμόνταν παρά μονάχα όσα την πλήγωναν. Λες και δεν έζησε χαρές, λες και δεν είχε όνειρα, λες και δεν ήτανε ποτέ κορίτσι δροσερό, λες και γεννήθηκε γριά και μαραμένη, καταραμένη απ’ τα σπάργανά της, νανουρισμένη απ’ τις Μοίρες με το «αχ» και με τ’ «ανάθεμα».

Ζούσε, τι ζούσε; Λούφαζε όπως τ’ αλούπι στο Βλυχό, σ’ ένα καλύβι πέτρινο. Τι πέτρινο; Βολιός. Λιθάρια το ’να πάνω στ’ άλλο δίχως λάσπη αρμολογημένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς τζάκι: κατάχαμα άναβε φωτιά κι έφευγε ο καπνός απ’ τα τσίγκα, που τ’ αναμέριζε μ’ ένα καλάμι να μην την πνίξει η αμπούρα. (περισσότερα…)

Η γλώσσα των αγγέλων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων,
ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Παύλου του Αποστόλου, Α΄ Προς Κορινθίους 13,1

Υπάρχει ένα μπαρ στην επαρχία μισοκρυμμένο ανάμεσα στα δέντρα, στο τέλος του λασπωμένου χωματόδρομου, μετά την απότομη στροφή, πλάι στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Φάντασμα της ομίχλης καταδικασμένο στην απομόνωση, με την υγρασία του κάμπου και την οσμή της κοπριάς κολλημένη στα τζάμια. Τις νύχτες τα χαμηλά φωτάκια του φαντάζουν πρόσωπα παιδιών αδικομαλωμένων. Οι πελάτες του μπαινοβγαίνουν σιωπηλοί και βιαστικοί, λες και φοβούνται πως φωσφορίζει ο πόθος τους στο μισοσκόταδο. Αμαρτωλό μπαράκι, που μυρίζει νοθευμένο πιοτό και φτηνό τσιγάρο. Μακρόστενο σαν προχειροφκιαγμένο φέρετρο, που ανοίγεις το καπάκι –την πόρτα ήθελα να πω– και βρίσκεσαι σ’ έναν κόσμο άλλο, ζυμωμένο από τις ιερότερες θεότητες του κόσμου αυτού: τις ψευδαισθήσεις σου.

Εκεί –οδηγημένος κάποτε απ’ την ερημιά– γνώρισα την Μαρία, μια δεκαεννιάχρονη Βουλγάρα με μάτια κάρβουνα που σ’ έκαναν στάχτη. Οι καταρράκτες των μαλλιών έπεφταν στους ώμους της, όπως πέφτει η νύχτα σε δυο λόφους χιονισμένους που λάμπουν απ’ το φεγγαρόφωτο.

Είχε εκπληκτική προφορά στα ελληνικά, λες και ζούσε στον τόπο μας δέκα χρόνια κι ας ήταν μόλις τέσσερα. Η ταχύτατη εκμάθηση γλωσσών παρουσιάζεται κατά κανόνα στους ευφυείς ανθρώπους. Τώρα πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς να δουλεύει στην κόλαση της νύχτας, είναι εξίσου αξιοπερίεργο με το πώς ένα ευφυές άτομο καταλήγει βλακωδώς σ’ αυτήν την κόλαση ν’ αναζητάει τον παράδεισο. Η μόνη πειστική απάντηση που μπόρεσα να δώσω ήταν «για να την συναντήσω».

Έρωτας κεραυνοβόλος εκατέρωθεν. Στον μήνα πάνω παράτησε το μπαράκι. Νοικιάσαμε γκαρσονιέρα κοντά στο Φρύνι και ήμαστε συνέχεια μαζί. Εγώ μόλις είχα γυρίσει απ’ την Αθήνα. Στην αρχή άνεργος. Ύστερα έπιασα μια  χαμαλοδουλειά. Η Μαρία έκανε το κουμάντο της, τα περασμένα χρόνια, και με τις αποταμιεύσεις της μπορούσε να βγάλει λίγο καιρό μέχρι να βρει κάτι να κάνει. (περισσότερα…)

Ο Λευτέρης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ήρθε στο σπίτι μας γατάκι μαύρο, με μιαν άσπρη τούφα στον λαιμό. Έτρεχε σαν σαΐτα. Και με τον ίσκιο του τρόμαζε. Έκανα μήνες να το αγγίξω. Του χάιδευα, ενώ έτρωγε, το κεφαλάκι, μα όταν τέλειωνε το φαγητό του, φσστ!… και χάνονταν. Πάνω στον χρόνο μ’ εμπιστεύτηκε περισσότερο. Αν το κρατούσα τρυφερά, μπορούσα να του δείχνω μια βιαστική στοργή. Κι ύστερα ασφυκτιούσε κι έφευγε. Αυτή του η τάση γι’ αδιαπραγμάτευτη ελευθερία, μ’ έκανε να τ’ ονομάσω Λευτέρη.

Ήταν όμορφος σαν πούμα κι έκρυβε, κάτω απ’ την φαινομενική αγριάδα του, μιαν ευαισθησία απροσδιόριστη, μα τόσο χειροπιαστή όταν η αφή μου ηλεκτρίζονταν απ’ την στιλπνή του γούνα.

Συνήθιζα να κρατάω τα μπροστινά του πόδια και να πλησιάζω το πρόσωπό μου στην μουρίτσα του λέγοντας: «Αχ, πώς τον αγαπώ, πώς τον αγαπώ εγώ τον Λευτέρη!» Τότε εκείνος σταμάταγε να στριφογυρίζει, προσπαθώντας να ξεφύγει, και με κοίταζε στα μάτια με μια κάποια έκπληξη, αναμειγμένη με ηδονή αδιόρατη.

Μια μέρα, πιστεύοντας πως γίναμε πλέον φίλοι και πως η παραμικρή δυσπιστία δεν χωρούσε ανάμεσά μας, κόλλησα το πρόσωπό μου στην μυτίτσα του κι επανέλαβα τις τρυφερές λεξούλες που συνήθιζα, αφήνοντας για πρώτη φορά ελεύθερα τα μπροστινά του ποδαράκια. Ξάφνου, μια τσουχτερή αστραπή μυρμήγκιασε το μέτωπό μου κι ο κόσμος έγινε κατακόκκινος απ’ το αίμα που έπνιξε τα μάτια μου απ’ την νυχιά του Λευτέρη! Τον πέταξα κάτω κι έτρεξα στον καθρέφτη. Όλο το φρύδι μου πεσμένο, και το αίμα στον νιπτήρα ποτάμι… Πετάχτηκα έξω. Ο Λευτέρης αμέριμνος τρίφτηκε στα πόδια μου. Με μια τρομερή κλωτσιά, τον πέταξα πέντε μέτρα ψηλά! Ούτε ξέρω πού προσγειώθηκε, μόνον νομίζω πως άκουσα κόκαλα να τρίζουν κι έναν υπόκωφο γδούπο εκεί που έπεσε. (περισσότερα…)

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)

Τα δύο αδέρφια

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Το αίμα νερό δε, γίνεται…

«Το μήλο κάτω απ’ την μηλιά θα πέσει», έλεγαν οι παλαιοί. Αλλά δεν μένει πάντα εκεί, καμιά φορά κυλάει κι ανάμεσα στα βάτα.

Ο Στάθης ήταν το μήλο που έπεσε κάτω απ’ την μηλιά, και μάλιστα χρυσό. Όχι τόσο για το επάγγελμα χρυσοχόος, όσο γιατί ήταν επαγγελματίας άνθρωπος.   Ερχόντανε στο σπίτι μας για να μας δει και κουβάλαγε τα ελέη του Θεού: ως επάνω το ντουλάπι απ’ τις ζάχαρες, τους καφέδες και τα μανεστριακά· παπούτσια, κάλτσες και παντόφλες για την μάνα· γαριδάκια και σοκολάτες για τα παιδιά.

Ζήλεψα κάποτε το ρολόι με τους φωσφοριζέ δείχτες που έφερε στον αδερφό μου. Κι όταν ξανάρθε σπίτι μας, κυκλοφορούσα μ’ ένα ρολόι σχεδιασμένο με στιλό στο αριστερό μου χέρι.

«Τι ώρα είναι κόκορα;» ρώτησε, μιμούμενος το παιδικό παιχνίδι με τις ερωτήσεις, κι εγώ πέταξα βιαστικά την προσχεδιασμένη απάντηση:

«Ώρα… να φορέσω ένα αληθινό!»

Στην επόμενη επίσκεψη μού έφερε ένα ρολόι με βαθύ γαλάζιο καντράν, σαν τον ουρανό καθώς ανοίγει να κατεβούν οι άγγελοι, και δεν το έβγαζα ούτε στον ύπνο μου!

Όταν έφευγε ο μπάρμπας μου, η μάνα μου σήκωνε απ’ το τραπέζι το φλιτζάνι του καφέ κι έβρισκε κάτω απ’ το πιατέλο λεφτά. Τα έκρυβε εκεί ο Στάθης για να μην την φέρει σε δύσκολη θέση δίνοντάς της τα χρήματα στο χέρι.

«Ξάδερφε, να μην το ξανακάνεις αυτό!» τον γλυκομάλωνε η μάνα μου την επόμενη φορά που τον έβλεπε. Κι εκείνος τα έκρυβε σε άλλη μεριά, και τα βρίσκαμε ακόμα κι ύστερα από μέρες.

«Τι είπαμε, Στάθη;» του υπενθύμιζε εκείνη, όταν έρχονταν και πάλι.

«Τι είπαμε, ξαδέρφη;» έλεγε αυτός. «Είπαμε να μην ξαναβάλω λεφτά στο πιατέλο του καφέ. Ξαναβρήκες τίποτα στο πιατέλο; Ε; Ξαναβρήκες;» και της πάταγε χαμογελώντας το μάτι.

Ένα καλοκαίρι ο μπάρμπας μου δεν ήρθε για διακοπές στο χωριό. Μάθαμε πως είχε καρκίνο. Ράγισε ο κόσμος. Ο Στάθης καρκίνο; Μα δεν υπάρχει Θεός; Σε λίγο καιρό δεν υπήρχε κι ο Στάθης μαζί με τον Θεό. Κι ο ήδη ραγισμένος κόσμος, γκρεμίστηκε πάνω μας. (περισσότερα…)

Ο Σωτήρης κι η Διαμάντω

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Λέγαν πως ήταν όμορφη στα νιάτα της, πέρναγε μισή μέρα στον καθρέφτη και οι άντρες παλαβώναν για την θεια μου την Διαμάντω. Εγώ την γνώρισα μεγάλη. Κι όσο κι αν κοίταζα στο σώμα και στο πρόσωπο, ίχνη δεν έβρισκα ομορφιάς λησμονημένης παρά μια βαϊσμένη μπαστουνόγρια, δύστροπη και τσιγκούνα.

Την πιλάτευε ο άντρας της, ο Σωτήρης:

«Να πάρουμε ένα ψυγείο, Διαμάντω! Καρανιάσαμε όλο το καλοκαίρι να πίνουμε το νερό αλισίβα».

«Ψυ… ψυγείο; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

«Να πάρουμε μια τηλεόρα, Διαμάντω! Παιδιά, σκυλιά δεν έχουμε, να βλέπουμε τίποτα να ξεθολώνει το μάτι μας».

«Τηλεόρα; Έχει λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Όλα είχαν λεφτά για την θεια μου την Διαμάντω και μόνον εκείνη δεν είχε. Τα ’κανε κομπόδεμα κι άνοιγε τρύπα από σκατό για να τα κρύψει.

Ο καημένος ο Σωτήρης! Παρηγοριόντανε καπνίζοντας το ’να τσιγάρο πίσ’ απ’ τ’ άλλο.

Φρένιαζε η Διαμάντω:

«Τα τσιγάρα έχουνε λεφτά, Σω… Σωτήηηρη!»

Α, όλα κι όλα! Κάλλιο να ’κοβε τ’ αυτί του ο Σωτήρης παρά να ’κοβε το κάπνισμα. Τέτοιο αυτί που είχε, θα το ’κοβε ευχαρίστως, βέβαια: μεγάλο και πληγιασμένο πάντα, έσταζε αίμα και γέμιζε πύον. Του έβαζε μια χαρτοπετσέτα πάνω, που κόλλαγε μετά και ούρλιαζε να την βγάλει. Ανάθεμά το γι’ αυτί! Και γιατρειά να μην έχει… (περισσότερα…)

Ελεύθερος Μουνοσπάστης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι κάτοικοι του Αγίου Πέτρου ξύπνησαν την Κυριακή για να πάνε στην εκκλησία. Η απόσταση από τα σπίτια τους έως τον οίκο του Θεού, όμως, μετετράπη εις οδόν της απωλείας, καθότι παραμόνευε στο διάβα τους ο ίδιος ο εξαποδώ, καρφιτσωμένος στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων τους υπό την μορφήν βδελυράς δακτυλογραφημένης φυλλάδος.

Και μόνον τον τίτλο να διάβαζε κανείς, έπρεπε να κλείσει από τώρα καζάνι στην κόλαση: «Ελεύθερος Μουνοσπάστης» έγραφε πάνω-πάνω.

Κι ευθύς αμέσως το σύντομο σημείωμα του εκδότου:

«Αγαπητοί ΧΩΡΙΑΤΕΣ του Αγίου Πέτρου, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μετά από συλλογή υλικού δύο ετών, η εφημερίδα μας δύναται να γράφει τα τοπικά νέα του χωριού. Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Από εκεί και κάτω κυλούσε ο βόρβορος της αμαρτίας ορμητικός κι αφρισμένος και παράσερνε του παπά τα γένια και της μαϊμούς τον κώλο: (περισσότερα…)

Το φως που (δεν) καίει

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

«Ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα, που βρίσκεται πάνω στον Πανάγιο Τάφο.»
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΕΤΣΗΣ,
Μέγας πρωτοπρεσβύτερος Οικουμενικού Πατριαρχείου,
ΤΟ ΒΗΜΑ, 21.4.2006
Το Πατριαρχείο Iεροσολύμων είναι ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας στο Iσραήλ, μετά το ίδιο το κράτος του Iσραήλ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 20% έως 30% των ακινήτων στην Παλαιά Πόλη της Iερουσαλήμ ανήκει στο Πατριαρχείο. Aνάμεσά τους τα τρία πιο σημαντικά μνημεία των Aγίων Tόπων αλλά και τα πιο σημαντικά κτήρια του Iσραήλ: η ίδια η Bουλή (Kνεσέτ), η Mεγάλη Συναγωγή και η κατοικία του πρωθυπουργού. Σύνολο αξίας, δεκάδες δισεκατομμύρια δολαρίων.
EΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 27.2.2005

Στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Παναγία η Βοήθεια» κατέληξα κατόπιν μικροατυχήματος με την μηχανή μου. Έγιναν οι απαραίτητες εξετάσεις και για λόγους προληπτικούς νοσηλεύτηκα για μια μέρα.

Νωρίς το απόγευμα εισήλθαν στον θάλαμο δύο καλόγριες και μοίραζαν φυλλάδια. Η μία γριά και κακάσχημη και η άλλη νεαρή και πανέμορφη. Για χάρη της νεαρής πήρα τα φυλλάδια και προσφέρθηκα ν’ αγοράσω κι ένα βιβλίο προς ενίσχυσιν του φιλανθρωπικού τους έργου.

Την μεγάλη την έλεγαν Μεθοδία και την μικρή Θεονύμφη.

«Θεονύμφη!» θαύμασα. «Ωραίο όνομα και… αρχαιοελληνικό!»

Η γριά καλόγρια ζάρωσε με δυσθυμία το μούτρο της μόλις άκουσε την λέξη «αρχαιοελληνικό» και με κοίταξε σχεδόν με αποστροφή, λες κι έβλεπε μπροστά της κανέναν σάτυρο με κέρατα στο κεφάλι, που αυτή θα προτιμούσε να τον ονομάσει δαίμονα ή εξαποδώ.

«Και πότε υψώνεται τ’ όνομά σου;» ρώτησα την νεαρή, επιστρατεύοντας ό,τι θυμόμουν από την εκκλησιαστική φρασεολογία κι αποφεύγοντας το «πότε γιορτάζει», σε μια προσπάθεια να εξευμενίσω τον κέρβερο που λέγονταν Μεθοδία.

«Την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου», ακούστηκε η αργυρόεσσα καμπανούλα της φωνής της.

«Μα πρώτη Σεπτεμβρίου έχει αύριο!» έκανα θριαμβευτικά.

«Ναι, αύριο…» απάντησε χαμηλόφωνα.

Η Μεθοδία την επιτίμησε για την… φλυαρία της μ’ ένα βλέμμα.

Εγώ ανασηκώθηκα και της έτεινα το χέρι.

«Χρόνια Πολλά, λοιπόν, για αύριο!» (περισσότερα…)

Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!» (περισσότερα…)

Ανεμόεσσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Στρατόκαυλοι όλων των χωρών, γαμηθείτε!

Όταν πήρα το απολυτήριο – επιτέλους – με ρώτησε ο διοικητής πώς πέρασα στον στρατό. Γύρισε το μάτι μου ανάποδα, βράχνιασε η φωνή μου καθώς απάνταγα:

«Ντρέπομαι που είμαι Έλληνας! Καταντήσατε την σημαία μουνόπανο! Αν γινόταν πόλεμος, δεν θα πυροβολούσα τους εχθρούς αλλά τους αξιωματικούς μου!»

Αυτός χαμογέλασε με κατανόηση και είπε:

«Η Ελλάδα δεν είμαστε εμείς, παιδί μου! Είναι η μάνα σου, το σπίτι σου, το αλώνι του χωριού σου που έπαιζες μικρός».

~.~

Απ’ το Κέντρο Εκπαίδευσης Νεοσυλλέκτων Κορίνθου, έφτασα στην Λήμνο στις δεκατρείς Γενάρη. Γρουσούζικη μέρα. Χαράματα, με χιονόνερο. Ύστερα από είκοσι τρεις ώρες ταξίδι, πιάσαμε λιμάνι. Πάνωθέ μας ο φαλακρός λόφος με το κάστρο της Μύρινας. Ένα μέρος απόκοσμο και ηφαιστειογενές. Λήμνος: η αρχαία Πυρόεσσα ή Ανεμόεσσα ή Αιθάλεια ή Δίπολις ή Σταλημένη ή Αμπελόεσσα ή Σιντηίς ή Υψιπύλεια ή Κρανίου Τόπος, όπως θα ταίριαζε στην περίπτωσή μας.

Οι φήμες οργίαζαν για το διαολόνησο: τάγματα ανεπιθύμητων, άτεγκτοι αξιωματικοί, αυτοκτονίες στην σκοπιά, κόψιμο φλεβών με ξιφολόγχη, αναβολές και τρελόχαρτα…

Τα στρατιωτικά φορτηγά – τα ονομαζόμενα REO – περίμεναν στην σειρά σαν χακί νεκροφόρες, να μεταφέρουν τα σκοτωμένα απ’ την κούραση και την αϋπνία κορμιά μας. Αφού μας χωρίσανε σαν πρόβατα, μέσα σε φωνές, σφυρίγματα και βρισιές, μας τσουβάλιασαν στις καρότσες κι αρχινήσαμε ν’ ανηφορίζουμε…

Κάποτε, φτάσαμε στην σφηκοφωλιά του στρατοπέδου. Ένα κοπάδι γλάρων τσακώνονταν μ’ ένα τσούρμο κοράκια για το ποιο θα πρωτοφάει απ’ τα σκουπίδια. Ο αέρας σ’ έπαιρνε και σε σήκωνε, κατέβαζε απ’ το βουνό μεγάλες μπάλες από ξεριζωμένα αγκάθια και τις έπαιζε κλοτσοσκούφι. Δεν λεγόταν τυχαία η Λήμνος αρχαιόθεν Ανεμόεσσα, ούτε βγήκε στον βρόντο ο αστεϊσμός πως το ψηλότερο δέντρο της είναι το ραδίκι. (περισσότερα…)