ΝΠ | Αφιερώματα

«Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος» του Παναγιώτη Κονδύλη: η ανάγνωση ενός θεολόγου

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ 

Ι

Με τη συγγραφή του τελευταίου του βιβλίου, Το Πολιτικό και ο Άνθρωπος: Βασικά Στοιχεία της Κοινωνικής Οντολογίας, (στο εξής ΠΑ), ο Παναγιώτης Κονδύλης επιχείρησε την ανακάλυψη και περιήγηση εντός μιας νέας επιστημονικής ηπείρου. Το έργο αυτό αποτέλεσε την κορύφωση της συγγραφικής του φιλοδοξίας, που από πολύ νωρίς έδειξε να στοχεύει στη δημιουργία ευρύτατων συνθέσεων μέσω της ταυτόχρονης εποπτείας της φιλοσοφίας, της ιστορίας, των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών.

Με το ΠΑ ο Κονδύλης αποπειράται την κατάδυση στο απώτατο βάθος τόσο της κοινωνικής πραγματικότητας όσο και της ανθρώπινης φύσης. Το ευρύτερο αυτό πεδίο γενίκευσης, όσον αφορά τα ανθρώπινα πράγματα, είναι για τον Κονδύλη το επίπεδο της κοινωνικής οντολογίας και αυτό περιγράφει στο βιβλίο του θέτοντάς το σε αντιπαραβολή με τα επίπεδα της ιστορίας και της κοινωνιολογίας, αναδεικνύοντας έτσι τον ειδοποιό χαρακτήρα του πρώτου έναντι των άλλων δύο.

Οριοθετώντας την κοινωνική οντολογία ο Κονδύλης διακρίνει ανάμεσα στην αιτιότητα και τη νομοτέλεια εντός του ιστορικού γίγνεσθαι. Η ιστορία είναι για τον Κονδύλη ανοικτή ως προς τις πιθανές της εκβάσεις κι αυτό γιατί δεν υπάρχει μια πάγια ιεραρχία παραγόντων που να την καθορίζουν, αλλά το βάρος και η σπουδαιότητα κάθε παράγοντα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Αντιδιαστέλλοντας τη δική του συνεισφορά από άλλες προγενέστερες, παρατηρεί ότι αυτές αναλώνονταν στην κατασκευή διαβαθμίσεων και ιεραρχιών των κοινωνικών φαινομένων καταλήγοντας σε οντολογίες μεταφυσικά συντεταγμένες. Στο ΠΑ το κοινωνικό ως αντικείμενο της κοινωνικής οντολογίας αποτελείται από εκείνες τις δυνάμεις ή παράγοντες που δεν επιτρέπουν καμμιά στερεοποίηση του κοινωνικού είναι και κατά συνέπεια καμμιά αιτιολογικά ή εκπορευτικά ιεραρχημένη σύλληψη του. Η κοινωνική οντολογία, όπως την αντιλαμβάνεται ο Κονδύλης, δεν προσφέρει ένα ανώτατο ή αποκλειστικό κριτήριο για τη θέαση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, αλλά αντίθετα εκείνη την ανάλυση βάσει της οποίας αναδεικνύεται ο ρευστός και πρωτεϊκός χαρακτήρας του κοινωνικοντικού υλικού που χύνεται σε ολοένα νέα καλούπια και βρίσκεται υπό τον αστερισμό νέων κάθε φορά  αιτιοτήτων, καταδεικνύοντας έτσι γιατί είναι αδύνατον να προταθεί ένα τέτοιο κριτήριο.

Θέλοντας να διακρίνει τα όρια μεταξύ των επί μέρους επιστημών ο Κονδύλης έγραφε σε μια προγενέστερη του ΠΑ συνέντευξή του:

«Η κοινωνική οντολογία διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος μπορεί, ως φίλος, να θυσιαστεί για άλλους ανθρώπους ή, ως εχθρός, να τους σκοτώσει, και δουλειά της είναι να κάμει κατανοητή μια τέτοια πλαστικότητα που επιτρέπει την κίνηση ανάμεσα σε ριζικά αντίθετους πόλους. Δουλειά της κοινωνιολογίας είναι να βρει υπό ποιες συνθήκες και ποιες τυπικές μορφές συμβαίνει μάλλον το ένα ή μάλλον το άλλο, πότε π.χ. πρέπει μάλλον να αναμένεται ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων και πότε μάλλον πόλεμος, ενώ δουλειά της ιστορίας είναι να αναζητήσει τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η α ή β συγκεκριμένη ειρήνη και ο α  ή β συγκεκριμένος πόλεμος». [1] (περισσότερα…)

Νίκου Γκάλη εγκώμιον

*

ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΛΗ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Δεν τον περίμενε κανείς μα ήταν να φτάσει,
όπως τα πράγματα πού ’χει πια ρθεί η στιγμή τους,
όπως το σκεπαστό νερό που παίρνει βράση
σε μια επιτάχυνση αθέατη απ’ τους τρίτους.

Από της Ρόδου το νησί πέρα στο Union City
κι απ’ το Νιου Τζέρσεϋ πίσω στη Σαλονίκη
κάθε γενιά φευγιό, μίλια μακριά απ’ το σπίτι –
ποια τύχη τάχα να μας σέρνει απ’ το μανίκι;

Πολλά δεν έλεγε, απόσταση κρατούσε,
μα στης κερκίδας τον σφυγμό, κει στην αρένα,
όταν ο χρόνος στο καντράν αιμορραγούσε,
πόση ευγλωττία, πώς μαζί του ήμασταν ένα.

Χαμογελούσε λίγο, λες με δυσκολία,
σοβαρευόμασταν κι εμείς μαζί μ’ εκείνον,
ψηλός δεν ήταν, μόλις ένα ογδόντα τρία,
μα τις καρδιές ψηλά τις πήγε των Ελλήνων.

«Παρήλθον έτη έκτοτε», σαν μες στη ζάλη,
μα άσβεστη η εικόνα σου μπροστά μας πάντα μένει.
Σαν να σε βλέπουμε ακόμη, Νίκο Γκάλη,
στο ΣΕΦ, Ιούνιο μήνα, με γροθιά υψωμένη.

ΚΚ

*

Φόλκερ Γκέρχαρτ, Για την Κοινωνική Οντολογία του Παναγιώτη Κονδύλη

*

Το ακόλουθο άρθρο του Volker Gerhardt, καθηγητή της κοινωνικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας του δικαίου στο Πανεπιστήμιο Χούμπολτ του Βερολίνου, πρωτοείδε το φως την 4η Μαΐου 2000 στην εφημερίδα DIE ZEIT ως βιβλιοκρισία για το τελευταίο έργο του Παναγιώτη Κονδύλη, Das Politische und der Mensch. Grundzüge der Sozialontologie, Akademie Verlag, Βερολίνο 1999. (Ελληνική έκδοση: Παναγιώτης Κονδύλης, Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Βασικές αρχές της κοινωνικής οντολογίας, 2 τόμοι, μετάφραση Λευτέρης Αναγνώστου, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2007).

~.~

Τη ζωή του ανθρώπου τη νοηματοδοτούν μόνον οι πράξεις του.
Π. ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Όσο περισσότερο αφήνουμε πίσω μας τον Εικοστό αιώνα, τόσο περισσότερο θα ανακαλύπτουμε ότι προς τα τέλη του έζησε στη Χαϊδελβέργη ένας διδάκτορας της φιλοσοφίας που, κινούμενος πέρα και έξω από τα πανεπιστημιακά θέσμια, συνέχισε την παράδοση του Μαξ Βέμπερ με τρόπο πιο δημιουργικό και πρωτότυπο απ’ όλους τους κρατικοδίαιτους καθηγητές της πολιτειολογίας, της κοινωνιολογίας και της φιλοσοφίας μαζί. Κι αυτό ισχύει παρά τα όσα σημαντικά συνεισέφερε στην πολιτική θεωρία ένας Καρλ Γιάσπερς, και δεν επιζητεί να αμφισβητήσει τα επιτεύγματα των ιστορικών που εντρυφούν σ’ όλους αυτούς τους κλάδους.

Ο λόγος είναι για τον Παναγιώτη Κονδύλη, ο οποίος στη δεκαετία του ’70 εκπόνησε μια μεγάλη, φιλόδοξη διδακτορική διατριβή πάνω στη Γένεση της διαλεκτικής (1979), χωρίς όμως αργότερα να εξελιχθεί ακαδημαϊκά ούτε στη Χαϊδελβέργη, ούτε στην Αθήνα. Αυτό ήταν, όπως δίχως δισταγμό θα ομολογούσαμε, και συνέπεια της ευρύνοιας του πνεύματός του που ήξερε να χειρίζεται τεράστιους όγκους υλικού και να υπερσκελίζει με τρόπο κυρίαρχο τα όρια των επιμέρους γνωστικών κλάδων. Καθένα από τα κατοπινά του έργα, που ακολούθησαν σε πυκνά διαστήματα, θα μπορούσε να γίνει ανέτως δεκτό στις Φιλοσοφικές Σχολές ως υφηγετική διατριβή. Καθώς όμως τόσο στη Γερμανία, όσο και στην Ελλάδα δεν του παραχωρήθηκε καν η ιδιότητα του υφηγητή, ο Κονδύλης είχε την ευκαιρία να προσδώσει νέο κύρος στον από καιρό, όπως πιστεύαμε, παροπλισμένο τίτλο του «ιδιωτεύοντος λογίου» [Privatgelehrte].

Όλες οι μεγάλες εργασίες του Παναγιώτη Κονδύλη –από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (1981) και τον Συντηρητισμό (1986) ώς τη Θεωρία του πολέμου (1988) και την Κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη (1990)– αναδιφούν τους ιστορικούς και ανθρωπολογικούς όρους της κοινωνικής σκέψης. Ύστερα από το περιεκτικό πρώτο σχεδίασμα του Ισχύς και απόφαση (1984), μπορούσαμε να εκλάβουμε όλα τα γραπτά του συγγραφέα ως προεργασίες για μια συστηματική και συνολική πραγμάτευση της κοινωνικής φιλοσοφίας.

Πράγματι ο Κονδύλης ξεκίνησε να συντάσσει το έργο αυτό τη δεκαετία του ’90, με κύριο ζητούμενο να περιγράψει και να διευκρινίσει τι τέλος πάντων εννοούμε με την έννοια «κοινωνία»: Πώς την διακρίνουμε από τα συμβεβηκότα του φυσικού περιβάλλοντος; Πώς μπορούμε να συλλάβουμε το ρόλο της ως θεμελιώδους όρου για την ύπαρξη ατόμων και θεσμών, πολιτισμού και πολιτικής; Τι σημαίνει τελικά κοινωνικό γεγονός;

Αυτά είναι τα στοιχειώδη ερωτήματα μιας οντολογίας που δεν θεματίζει το Είναι ως όλον, αλλά εστιάζει όλη της την προσοχή στην κοινωνία. Ο Κονδύλης κάνει λόγο για «κοινωνική οντολογία» και σχεδίαζε να εκθέσει τα θεμελιώδη της γνωρίσματα σε ένα έργο με πάνω από δύο χιλιάδες σελίδες και τον τίτλο Το πολιτικό και ο άνθρωπος. Πρόκειται για εγχείρημα που εκκρεμεί το αργότερο από την εποχή του Κόντ και του Μαρξ. Όμως τα εξαρτημένα ανακλαστικά της κοινωνικής θεωρίας απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσε να όζει «μεταφυσικής», το αντιστρατεύονταν. Έτσι στον συγγραφέα ανήκει η τιμή ότι αποτόλμησε να καταπιαστεί με ένα μεγάλο σχέδιο, εκεί όπου απέτυχαν οι κοινωνιολόγοι και οι φιλόσοφοι του 19ου και 20ού αιώνα. (περισσότερα…)

Έζρα Πάουντ, Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965

*

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ, ΔΥΟ ΣΤΑΘΜΟΙ: ΛΟΝΔΙΝΟ 1920 – ΑΘΗΝΑ 1965

Με αναγνώσεις ποιημάτων από την εμβληματική συλλογή “Hugh Selwyn Mauberley” (1920) αλλά και με μια παραστατική διήγηση που περιελάμβανε πολλές λεπτομέρειες από την αινιγματική επίσκεψή του στην Αθήνα το 1965, το θέατρο Κυδωνία και οι εκδηλώσεις ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2023 τίμησαν χθες βράδυ 12/7 την ξεχωριστή περίπτωση του τοτεμικού για τα ευρωπαϊκά γράμματα ποιητή του μεσοπολέμου Έζρα Πάουντ (1885-1972).

Ο Κώστας Κουτσουρέλης, μεταφραστής της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής (περιοδικό Νέο Πλανόδιον, τεύχος 7), μίλησε για την άκρως ιδιόρρυθμη προσωπικότητα του Πάουντ και την τεράστια επιρροή της στην αγγλόφωνη λογοτεχνία (και όχι μόνον) από την εποχή του μεσοπολέμου μέχρι και τις μέρες μας, για τη σχέση του με τον Τ.Σ. Έλιοτ και την “Έρημη Χώρα”, χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί εκτενώς στην φιλική στάση του προς τις φασιστικές ιδέες και το ολοκληρωτικό καθεστώς Μουσολίνι την δεκαετία του ’30.

Ο Ηλίας Μαλεβίτης, αμέσως μετά, με γλαφυρό λόγο, μας μετέφερε στην δεκαετία του ‘60 ακολουθώντας κατά πόδας τον υπέργηρο και καταπονημένο ποιητή στο περίεργο ταξίδι του στην Αθήνα. Μας μίλησε για τις συναντήσεις του Έζρα Πάουντ με τον Γιώργο Σεφέρη και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, για την επίσκεψη στους Δελφούς, και προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο του κινήτρου του ταξιδιού στην Ελλάδα, μέσα από τα λιγοστά στοιχεία που διασώθηκαν, με τον ίδιο τον ποιητή να μην έχει σχεδόν ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, καθώς τις ημέρες εκείνες υπέβαλε τον εαυτό του στη δοκιμασία της αλαλίας για θεραπευτικούς λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα, πως μάλλον το διαυγές νερό της Κασταλίας Πηγής στους Δελφούς και οι ιαματικές ή άλλες ιδιότητές του, (ιδιότητες που ευδοκιμούν τα μάλα στην φαντασία ενός μυστικιστή ποιητή, λάτρη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας) ήταν αυτές που οδήγησαν τον κουρασμένο από τα χρόνια προσκυνητή στην χώρα μας. Περισσότερα λέει στη μελέτη του στο θέμα αυτό που δημοσιεύεται επίσης στο Νέο Πλανόδιον που κυκλοφορεί (τχ. 7), και στην ολοκληρωμένη της μορφή προβλέπεται να εκδοθεί αργότερα σε βιβλίο.

Ποιήματα από τη συλλογή Hugh Selwyn Mauberley διάβασε ο καλός ηθοποιός Αιμίλιος Καλογερής και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

*

*

*

«Μουνούχους και καθάρματα βγάζουμε να μας κυβερνούν»

*

Πρόγευση από την αποψινή «Νύχτα του Ιουλίου» και την εκδήλωσή μας για τον Έζρα Παάουντ στο Θέατρο Κυδωνία (Υψηλαντών 12, Χανιά, στις 9.00 μ.μ.). Με αφετηρία τους το πρόσφατο έβδομο τεύχος του ΝΠ το αφιερωμένο στον Αμερικανό ποιητή, απ’ όπου και το απόσπασμα, συζητούν ο Ηλίας Μαλεβίτης και ο Κώστας Κουτσουρέλης. Κείμενα του Πάουντ ερμηνεύουν ηθοποιοί του θεάτρου.

~ . ~

Καταπώς ο Σαρλώ στην περίφημη ταινία του, ο Έζρα Πάουντ στο Hugh Selwyn Mauberley μυκτηρίζει τους “μοντέρνους καιρούς”. Βρισκόμαστε στα 1920, επαύριο του Μεγάλου Πολέμου, και το κατηγορητήριο του ποιητή περιλαμβάνει περίπου τα πάντα: το χρησιμοθηρικό πνεύμα της εποχής, την αγοραία της κουλτούρα, την πολιτική υποκρισία που οδήγησε την Ευρώπη στην πρωτοφανή αλληλοσφαγή.

Μυριάδες πέσαν, χάθηκαν,
κι άριστοι ανάμεσά τους,
για έναν γεροξεκούτη σκύλο ξεδοντιάρη,
για έναν κουρελή πολιτισμό

Ας ανεμίζει σημαία του την ισονομία και την ψήφο, ας καμαρώνει για την ελευθεροστομία και την ελευθεροτυπία του, αυτός ο πολιτισμός απαξιώνει ό,τι το άξιο και βεβηλώνει ό,τι το ιερό.

Του Φαύνου την σαρκώδη ορμή,
του Αγίου τ’ όραμα; Όχι εμείς!
Όστια τον Τύπο λάβαμε·
την ψήφο αντί περιτομής.

Άπαντες ίσοι, νομικώς,
χωρίς Πεισίστρατο οπωσούν,
μουνούχους και καθάρματα
βγάζουμε να μας κυβερνούν.

Ευτελίζει όχι μόνο την ιδέα της πατρίδας, αλλά την ίδια την έννοια της θυσίας:

κάποιοι έπεσαν, pro patria,
non «dulce» non «et decor»…
πορεύτηκαν στην κόλαση χωσμένοι ώσμε τα μάτια
τα παραμύθια, στην αρχή, χάβοντας των γερόντων,
γύρισαν στην πατρίδα, γύρισαν σ’ ένα ψέμα,
γύρισαν στις απάτες τις πολλές,
γύρισαν στα παμπάλαια ψεύδη, στις νέες ντροπές·
στους προαιώνιους κοιλαράδες τοκογλύφους,
στους παπατζήδες των δημόσιων θώκων.

Ο κόσμος που περιγράφει ο Πάουντ είναι αυτός της πτώσης, ο ξεπεσμός στα μάτια του είναι ασυγκράτητος. Δείκτης του συγκριτικός, η ελληνική αρχαιότητα. Απέναντί της το παρόν μόνο πόζες παρακμιακές έχει να αντιτάξει.

Τέιον ροδόχρουν κλπ., το ένδυμα ασορτί
τη μουσελίνα εκτόπισε της Κω,
πλέον μια πιανόλα “αναπληροί”
τη βάρβιτο που είχε η Σαπφώ.

Αλλά και η κληροδοσία του χριστιανικού Μεσαίωνα συμπαρασύρεται στη φθορά.

Μετά τη Σαμοθράκη φθίνει ώς και
των Χριστιανών η ομορφιά·
το ΚΑΛΛΟΣ το κρεμάσαμε
στην κρεαταγορά.

Στις εμποροκρατούμενες λεωφόρους των σύγχρονων πόλεων, οι τέχνες, ιδίως εκείνη που ύμνησε η ποιήτρια της Λέσβου, δεν έχουν θέση:

έξω από κείνη την πολύβουη αρτηρία
των εσωβράκων οι πωλήσεις
έχουν καιρό πια τώρα υποσκελίσει
τα ρόδα από την Πιερία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

 

   

*

 

 

«Η μοναδική λέξη που ξεστόμισε ο Πάουντ»

*

Γεύση μικρή από την εν προόδω έρευνα του Ηλία Μαλεβίτη για την επίσκεψη του Πάουντ στην Ελλάδα το 1965, το εκτενές πρώτο μέρος της οποίας δημοσιεύθηκε στο ΝΠ7 που μόλις κυκλοφορήθηκε, στο πλαίσιο του Αφιερώματος στον Αμερικανό ποιητή. Ο συγγραφέας και ο Κώστας Κουτσουρέλης συζητούν για τον Πάουντ μεθαύριο βράδυ στις 9.00, στις εφετινές Νύχτες του Ιουλίου που φιλοξενούνται όπως πάντα στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων, Υψηλαντών 12.

*

«Στα 1933, ο Σεφέρης ήταν κάπως σοφότερος…
“Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά.||
Μη ρίχνετε την καρδιά σας στα σκυλιά”.
Μόνο πως αγαπούσε τα σκυλιά.
Ενώ ο Pound που δεν τ’ αγαπούσε,
“ὡραῖα τωόντι πρόκοψε”».
Γ. Π. Σαββίδης, «Μια περιδιάβαση», Για τον Σεφέρη

Σε μια από τις παιγνιώδεις συζητήσεις που κάναμε για τον Σεφέρη, μου είχε πει ο φίλος Ηλίας Λάγιος πως, όταν είχε έρθει στην Αθήνα ο Έζρα Πάουντ, και δεν έβγαζε μιλιά, δεν άνοιξε το στόμα του παρά μονάχα μια φορά, για να διορθώσει ένα υποτιθέμενο λάθος του Σεφέρη σχετικά με το όνομα της ράτσας ενός σκύλου. Συγκράτησα αυτή την ανεκδοτολογική κουβέντα, δεν ρώτησα όμως από πού την είχε ακούσει.

Έτσι κι αλλιώς η σιωπή η απροσπέλαστη που είχε θεληματικά επιβάλλει αυτός ο άνθρωπος στον εαυτό του με είχε κι εμένα σαγηνέψει. Εκείνη την περίοδο πάνω-κάτω (Αύγουστος του ’87), διάβασα και το δοκίμιο του Λορεντζάτου για τον Πάουντ που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Αργότερα βέβαια βρήκα και το άρθρο του Σαββίδη για εκείνη τη συνάντηση (Νοέμβριος του ’72), η δε πρόσφατη έκδοση και του τελευταίου τόμου (Μέρες Η΄) των ημερολογιακών καταγραφών του Σεφέρη συμπλήρωσε το πλήρες φάσμα των ελληνικών πηγών για εκείνη τη συνάντηση. Εκεί λοιπόν μαθαίνουμε πως ο Σεφέρης πήγε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διέμενε Ο Πάουντ με την Ρατζ, την Παρασκευή 5 Νοέμβρη, και τους μετέφερε στο σπίτι του στην οδό Άγρας για πρόγευμα. Διαβάζουμε:

«Πρόγευμα με τον Ezra Pound και την Olga Rudge, εδώ. Του τηλεφώνησα την περασμένη Τετάρτη πρωί· πήγα και τους πήρα από το ξενοδοχείο Πλάκα όπου μένουν κατά τη 1½. Φύγαν κατά τις τέσσερις. Όμορφη λιόλουστη μέρα.

Στο ξενοδοχείο κατέβηκε με τα πόδια από το πάτωμά του. Πρώτη φορά που τον αντίκριζα από κοντά· τον αγκάλιασα· πολύ θερμός. Αλλά συμβαίνει τούτο το εκπληκτικό· δε λέει λέξη. Όχι πως δε θέλει να μιλήσει, απεναντίας πολύ συχνά βλέπεις την προσπάθεια να ζωγραφίζεται στο συγκλονιστικά εκφραστικό πρόσωπό του. Αλλά είναι σα να πέφτει απάνω του ένα δίχτυ που τον σταματά. Ωστόσο η O. R. μου λέει ότι μιλά πολύ εύκολα από χειρόγραφο, δημόσια. Η ίδια μου λέει ότι σήμερα ήταν από τις πιο σιωπηλές μέρες του και ότι του συμβαίνει αυτό, όταν είναι πολύ συγκινημένος.

Είναι ευκίνητος ανέβηκε τη σκάλα του σπιτιού μου με πολλή ευκολία. Αύριο πάνε στους Δελφούς και όταν φύγαν από το σπίτι θέλησαν να πάνε στη biennale της γλυπτικής στο Φιλόπαππο. Τον πήγαν οι Σαββίδη. Πάτησε τα ογδόντα του […] Αυτή η άναρθρη συνομιλία ήταν από τα συγκινητικά πράγματα που έζησα. Ενώ δεν είπε σχεδόν τίποτε, έφυγε αφήνοντας ένα κενό. «Sibylwise» (Personae, «Scriptor Ignotus»)».

Και συνεχίζει ο Σεφέρης, στην τελευταία του καταγραφή για την αναχώρηση του ζεύγους Πάουντ-Ρατζ, την Πέμπτη, 11 Νοέμβρη:

«Ευτυχώς όλες αυτές τις μέρες που πέρασαν κρατήσαμε κάποιαν επαφή μαζί τους, με το τηλέφωνο ή δια του Ζήσιμου. Όταν γύρισαν την Παρασκευή από την έκθεση της γλυπτικής του Φιλοπάππου ― έπεσε στο κρεβάτι με 38½ πυρετό. Ο Ζήσιμος που έτυχε εκεί φρόντισε να τους βρει γιατρό».

Πριν ξεκινήσει το ζεύγος των φιλοξενουμένων να πάρει τον δρόμο για την έκθεση στου Φιλοπάππου, ο Σεφέρης –πιθανότατα παρακινημένος και από την αναμενόμενη επίσκεψή τους στους Δελφούς– πρόσφερε στον Πάουντ ενθύμιο δώρο ένα βιβλίο του στα αγγλικά: το κείμενό του για τους Δελφούς, που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει, με την ακόλουθη αφιέρωση: «For Ezra Pound with my devotion George Seferis. Athens 5.10.65».

[Μόλις και μετά βίας συγκρατώ ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ, καθώς ο δαίμων της ανακρίβειας και της παραπλάνησης παραποιεί πάλι περιπαιχτικά τις αφηγήσεις για ετούτο το ταξίδι].

Ο Σεφέρης, ως γνωστόν, πέρα από τις συγκεκριμένες ημερολογιακές καταγραφές, αποτύπωσε και φωτογραφικά εκείνη τη συνάντηση (για την ακρίβεια η Μάρω στέκεται πίσω από τον φακό), με τον ίδιο πλάι στον Έζρα Πάουντ στην αυλή του σπιτιού της οδού Άγρας. Ιδιαίτερα εύγλωττες φωτογραφικές στιγμές –στιγμές ίσως μόνον– αλλά τόσο ενδεικτικές της «άναρθρης συνομιλίας» την οποία μνημονεύει ο Σεφέρης, που αξίζουν ένα σύντομο σχολιασμό. Στην μια ο οικοδεσπότης όρθιος κρατώντας μια διακριτική απόσταση πίσω από τον καθιστό Πάουντ, με μια έκφραση διερωτητικής έγνοιας και φροντίδας για τη φιλοξενία και τους φιλοξενούμενους· ο Πάουντ γυρτός προς τα εμπρός, σαν κουλουριασμένος στον εαυτό του, με το βλέμμα στυλωμένο χαμηλά. Στην άλλη φωτογραφία, ο Πάουντ ορθός κι ευθυτενής, με το μάλλον αμήχανο βλέμμα του σταθερά καρφωμένο στον φακό, αλλά με τα χέρια στις τσέπες και τον Σεφέρη, περιχαρή και χαλαρωμένο, σταθερά όμως στηριγμένο στα πόδια του, να τον στηρίζει με τον ώμο του και το διακριτικό –σχεδόν αόρατο– δεξί του χέρι περασμένο στο αριστερό χέρι του Πάουντ. Ευθυτενής, ‘ευκίνητος’ μα κι εύθραυστος συνάμα δείχνει ο γερο-Έζρα πλάι στον στιβαρό Σεφέρη. Μόνο σημείο δύναμης ακατάβλητης η καίουσα φλόγα της επίμονης ματιάς του. (περισσότερα…)

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί (Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

*

Τετάρτη, 12 Ιουλίου | Αφιέρωμα

Έζρα Πάουντ: Δύο σταθμοί
(Λονδίνο 1920 – Αθήνα 1965)

Πρωτοστάτης του ιμαζισμού και του μοντερνιστικού κινήματος, ιδιοφυής κριτικός, νοσταλγός των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών, συνοδοιπόρος του Έλιοτ, γραμματέας του Γέητς, δριμύς κατήγορος του καπιταλισμού, οπαδός του Μουσσολίνι, επινοητής μιας πρωτόγνωρης ποιητικής γλώσσας, δημιουργός των περιβόητων «Κάντος», ο Αμερικανός ποιητής Έζρα Πάουντ (1885-1972) στάθηκε εξαρχής, και παραμένει ώς σήμερα, μορφή σαγηνευτική και αμφιλεγόμενη.

Με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού Νέο Πλανόδιον στο έργο του (τχ. 7), ο μεταφραστής Κώστας Κουτσουρέλης και ο μελετητής και βιογράφος του Πάουντ Ηλίας Μαλεβίτης παρουσιάζουν δυο σταθμούς της πορείας του, τη σύνθεση «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», που ο ποιητής δημοσίευσε στο Λονδίνο το 1920, και το περίφημο ταξίδι του στην Ελλάδα το 1965 και τις συναντήσεις του με σημαδιακές μορφές των ελληνικών γραμμάτων όπως ο Γιώργος Σεφέρης και ο Ζήσιμος Λορεντζάτος. Ποιήματα και κείμενα του Πάουντ θα ερμηνεύσουν ηθοποιοί του Θεάτρου Κυδωνία.

*

Οχτώ ποιήματα για τον Άρη Μπερλή

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Δεινός μεταφραστής της πεζογραφίας και του δοκιμίου, αλλά και της ελευθερόστιχης ποίησης, όπως του Ουρλιαχτού του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Άρης Μπερλής απέφευγε την έμμετρη. Τόσο που, συχνά, όταν έπεφτε σε συγγραφείς που παρέθεταν έμμετρους στίχους, απευθυνόταν σε φίλους του ποιητές και μεταφραστές, καθώς τους θεωρούσε «αρμοδιότερους». Είχα την τύχη να είμαι ένας από αυτούς. Με την αφορμή των πέντε ετών από την εκδημία του, συγκέντρωσα εδώ οχτώ τέτοιες μεταφράσεις αγγλόγλωσσων ποιηματών που έγιναν κατά παραγγελία δική του τη δεκαετία του 2000. Κάποιες από αυτές, αρχικά αποσπασματικές, τις συμπλήρωσα εδώ για τον σκοπό αυτής της δημοσίευσης, μια-δυο τις άφησα ώς είχαν. Οι περισσότερες περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου και ανήκουν στην μεγάλη ρομαντική παράδοση του 19ου αιώνα, που ο Άρης τόσο αγαπούσε. Τις αφιερώνω στη μνήμη του. – ΚΚ

~.~

Walter Raleigh (1552-1618)

ΤΙ ’ΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ;

Τί ’ναι η ζωή μας; μια παράσταση παθών·
Τί ’ναι η χαρά μας; μια αρμονία διχασμών·
Ήδη στης μάνας μας τη μήτρα ηθοποιοί,
Ρούχα προβάρουμε για μια βραχεία σκηνή.
Ο Ουρανός είναι ο αδέκαστος θεατής
Που απαριθμεί τα λάθη μας, βουβός κριτής.
Το μνήμα που απ’ το φως το εταστικό μάς κρύβει
Μοιάζει αυλαία ενός δράματος που λήγει.
Κι έτσι ώς το τέλος, παίζοντας, τραβάμε εμπρός –
Ο θάνατός μας είναι μόνο αληθινός.

~ . ~

William Wordsworth (1770-1850)

ΧΑΡΤΙΑ, ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΡΑΤΑ!

Ω σήκω, σήκω, φίλε! Τα βιβλία παράτα,
διπλός θα γίνεις όπως πας.
Σήκω λοιπόν! Διώξ’ τον καπνό απ’ τα μάτια,
προς τι ο κόπος σου όλος κι ο μπελάς…

Βιβλία! Τι κολοκύθι ανιαρό, τι τιποτένιο,
έλα ν’ ακούσεις το γαρδέλι στο κλαδί.
Πόσο γλυκιά λαλιά την έχει! Όρκο παίρνω,
σοφία τόση δεν θα βρεις παρά εκεί…

Απ’ τ’ ανοιξιάτικα τα δάση ένα αεράκι
για των ανθρώπων πιο πολλά έχει να σου πει
την καλοσύνη ή το κακό φαρμάκι
απ’ τους σοφούς όλους που ζουν πάνω στη γη. (περισσότερα…)

Άρης Μπερλής, Από τα ελληνικά στα ελληνικά

*

Στις 28 Ιανουαρίου συμπληρώνονται 5 χρόνια από τον θάνατο του δοκιμιογράφου, κριτικού και μεταφραστή Άρη Μπερλή (1944-2018). Τιμώντας τη μνήμη του εξαίρετου συγγραφέα και αγαπημένου φίλου, το ΝΠ του αφιερώνει τη σημερινή και την αυριανή του ανάρτηση. Σήμερα, αναδημοσιεύουμε την ομιλία για τις ενδογλωσσικές μεταφράσεις την οποία ο Μπερλής εκφώνησε στις 10 Οκτωβρίου 2006, στη Στοά του Βιβλίου, σε εκδήλωση με θέμα «Σολωμός, Παπαδιαμάντης, Ροΐδης: από τα ελληνικά στα ελληνικά. Συζήτηση για τις ενδογλωσσικές περιπέτειες των κειμένων». Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης οι Δημήτρης Δημηρούλης και Δημοσθένης Κούρτοβικ ενώ είχαν προσκληθεί και οι Άρης Μαραγκόπουλoς, Γιώργος Αριστηνός και Δημήτρης Καλοκύρης, μεταφραστές του Σολωμού, Παπαδιαμάντη και Ροΐδη αντίστοιχα, οι οποίοι δεν θέλησαν να συμμετάσχουν.

~ . ~

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΕΙΣ

Είναι κρίμα που η άλλη πλευρά αρνήθηκε να παραστεί και να συζητήσει ή και να διαπληκτιστεί μαζί μας. Η εκδήλωση θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα ανταλλάσσονταν επιχειρήματα, ενδεχομένως και βαριές κουβέντες, θα μας κατηγορούσαν για ελιτισμό, θα τους κατηγορούσαμε για λαϊκισμό, και πάει λέγοντας – κάπως έτσι προάγεται ο πνευματικός διάλογος, σοβαρολογώ, αυτό είναι που γενικότερα μας λείπει, η συζήτηση με τη σωστή αναλογία ψυχραιμίας και πάθους, νηφαλιότητας και παρρησίας, ακόμη και επιθετικότητας.

Διατύπωσα τις αντιρρήσεις μου στις μεταγλωττίσεις από τα ελληνικά στα ελληνικά, σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στον τύπο. Θα συνοψίσω εδώ το βασικό μου επιχείρημα. Ο μεταφραστής της Πάπισσας Ιωάννας ή της Φόνισσας ή άλλου λογοτεχνικού κειμένου του 19ου αιώνα στη σύγχρονη ελληνική δεν έχει καμιά πιθανότητα επιτυχίας, είναι χαμένος από χέρι – οπότε το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα. Η αναμέτρηση με το πρωτότυπο είναι άνιση, η σύγκριση αναπόφευκτη, η υστέρηση μοιραία. Το ανυπέρβλητο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μεταγλωττιστής (πρόβλημα που δεν το αντιμετωπίζει ο μεταφραστής κειμένου από ξένη γλώσσα) είναι ότι το πρωτότυπο είναι γραμμένο στην ίδια γλώσσα. Το μετάφρασμα έχει ανταγωνιστικό κείμενο, μέσα στην ίδια γλώσσα. Κείμενο εκτυφλωτικής ακτινοβολίας που καταδικάζει εκ των προτέρων κάθε απόπειρα ενδογλωσσικής διατύπωσής του. Κι ας μην ειπωθεί ότι η καθαρεύουσα του Ροΐδη ή του Παπαδιαμάντη είναι άλλη γλώσσα, διαφορετική από τη σύγχρονη νεοελληνική. Διότι τότε, παράλληλα με το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης και ενιαίας ελληνικής γλώσσας από τον Όμηρο μέχρι σήμερα, όπου τάχα ανατρέχουμε γλωσσικά τους αιώνες μπρος-πίσω χωρίς πρόβλημα, θα έχουμε και το εκ διαμέτρου αντίθετο ιδεολόγημα, του ιστορικού κατακερματισμού της εθνικής γλώσσας σε πολυάριθμες γλωσσικές περιόδους ή εξελικτικές φάσεις, που σημαδεύονται από τόσο βίαιες ρήξεις της συνέχειας ώστε μέσα σε εκατό πενήντα, εκατό ή και σε πενήντα χρόνια, μπορεί και σε λιγότερα, η γλώσσα να αλλάζει τόσο ριζικά ώστε να χρειάζεται μετάφραση. Αυτό μπορεί να μην τέθηκε ρητά αλλά συνάγεται αφ’ ης στιγμής τίθεται θέμα μετάφρασης κειμένων που είναι κοντά, πολύ κοντά σε μας, κειμένων που υποτίθεται ότι είναι δύσβατα, δύσληπτα ή και ακατανόητα πια για τους περισσότερους σημερινούς χρήστες. Και ποιοι είναι αυτοί οι περισσότεροι; Είναι κυρίως οι μάζες των απαίδευτων νέων παιδιών –αυτό ειπώθηκε ως επιχείρημα– που, λόγω ελλιπούς παιδείας ή των περισπασμών της σύγχρονης ζωής δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κείμενα. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς – Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς, παράλληλοι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 6 / 6 ]

~.~

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ – ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΠ. ΓΕΗΤΣ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι “τύχες” του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς στην Ελλάδα δεν ανήκουν στις αξιοζήλευτες. Ο Ιρλανδός μεταφράζεται καθυστερημένα, αποσπασματικά και, το κυριότερο, προβληματικά. Καθυστερημένα, επειδή ποίημα δικό του μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις στα 1941, από την Μελισσάνθη στα Νεοελληνικά Γράμματα, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γέητς και σχεδόν δυο δεκαετίες μετά το Βραβείο Νομπέλ που του απονέμεται στα 1923[1]. Αποσπασματικά, διότι τα ογδόντα αυτά χρόνια έκτοτε, το ογκωδέστατο έργο του, ποιητικό και άλλο (δραματικό, δοκιμιακό, αφηγηματικό, φιλοσοφικό), αντιπροσωπεύεται στα ελληνικά με μια δεκαριά μόλις αυτοτελείς εκδόσεις και κάποιες σποράδην παρουσίες του σε ανθολογήματα και περιοδικά, σχεδόν όλες ολιγοσέλιδες. Προς σύγκριση, μόνο από το 2010 και εντεύθεν έχουμε πάνω από τριάντα ελληνικές εκδόσεις του Λόρκα, άλλες τόσες του Μπρεχτ, δεκαπέντε του Μαγιακόφσκι και δώδεκα του Έλιοτ, ενός ποιητή που στον ίδιο τον αγγλόφωνο κόσμο θεωρείται συνήθως υποδεέστερος του Γέητς. Αποσπασματικές είναι όμως  οι υπάρχουσες μεταφράσεις και εξαιτίας της σύστασής τους. Μεγάλα κομμάτια του γεητσιανού κόρπους, κάποτε περίοδοι ολόκληρες, υποαντιπροσωπεύονται, ενώ τα κρίσιμα συνθετικά ποιήματά του παρουσιάζονται κερματισμένα, με τρόπο που τα συσκοτίζει.

Πρωτίστως όμως, ο Γέητς μεταφράζεται προβληματικά. Τους λόγους για την ανεπάρκεια των ελληνικών μεταφράσεων ώς το 1995 τους απαριθμεί ο Διονύσης Καψάλης στο σχετικό του δοκίμιο: μικρή τριβή με την αγγλόφωνη ποίηση και το ιστορικό της βάθος· ελλιπής γνώση της κλασσικής προσωδίας που κατ’ αποκλειστικότητα χρησιμοποιεί ο Γέητς· περιρρέουσα λογοτεχνική ατμόσφαιρα που απέχει πολύ από το πνεύμα και την ποιητική του[2]. Ατυχώς, τα προβλήματα αυτά δεν λείπουν και από τις (κατά πολύ περισσότερες) μεταφράσεις ποιημάτων του της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Αντιθέτως, σε κάποιες είναι οξυμένα.

Τώρα, η φτωχή αυτή ποσοτικά και ποιοτικά μεταφραστική σοδειά επόμενο ήταν να επηρεάσει και την εικόνα του Γέητς που σχηματίστηκε στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Και αυτή είναι κατά τα ουσιώδη της λειψή και παραπλανητική. Ως επί το πολύ, ο Γέητς μάς συστήνεται ως ποιητής που ανοίγει τον δρόμο προς τον «μοντερνισμό», γενικώς και αορίστως. Ή μας παρουσιάζεται ως κήρυκας ποικίλλων, μεγαλοφάνταστων, κάποτε και συγκεχυμένων «οραμάτων και θαυμάτων», για να θυμηθώ τον Μακρυγιάννη. Όσοι προτιμούν την πρώτη ερμηνεία, τον παραλληλίζουν με τον Κ. Π. Καβάφη. Όσοι επιμένουν στη δεύτερη, τον αντιπαραβάλλουν με τον Άγγελο Σικελιανό[3].

Δίχως άλλο, ο Γέητς έχει κοινά και με τον ένα και με τον άλλο Έλληνα ομότεχνό του. Τα όψιμα βιωματικά ποιήματα του Ιρλανδού, αυτή η εκ βαθέων αντιμέτρηση με το γήρας και τη φθορά, θυμίζουν ενίοτε τον τόνο τον καβαφικό. Αντίστοιχα, η διαρκής πάλη του Γέητς με τους μεγάλους μύθους, ο αγώνας του για την αναμάγευση και την ανανοηματοδότηση του κόσμου, φέρνουν στον νου τον Λευκαδίτη ποιητή. Πολύ περισσότερα είναι όμως αυτά που χωρίζουν τον Γέητς από τους δυο Έλληνες. Την καχυποψία του Καβάφη απέναντι στον ιδεαλισμό λ.χ. ο Γέητς δεν την συμμεριζόταν διόλου. Απεναντίας, ώς το τέλος νοσταλγεί τα μεγάλα ιδεώδη του 19ου αιώνα και μυκτηρίζει τους συμπατριώτες του επειδή τα λησμόνησαν. «Είναι ρωμαντικοί, ρωμαντικοί, ρωμαντικοί!» ανέκραζε ο γέρων Αλεξανδρινός στα 1932 κατακεραυνώνοντας τους Αθηναίους ομοτέχνους του. «We were the last romantics», δήλωνε με μαχητική υπερηφάνεια έναν χρόνο προηγουμένως ο Δουβλινέζος στο αυτοβιογραφικό ποίημά του «Coole Park and Ballylee, 1931». Για τον Γέητς την ιστορία την κινούν πρωτίστως τα πάθη, τα όνειρα, οι ιδέες, τα «ανεξέλεγκτα μυστήρια» – κι αυτά οι λεγόμενοι «Ρεαλιστές», σημειώνει,  δεν έχουν μάτια να τα δουν[4].

Hope that you may understand !
What can books of men that wive
In a dragon-guarded land,
Paintings of the dolphin-drawn
Sea-nymphs in their pearly wagons
Do, but awake a hope to live
That had gone
With the dragons? (περισσότερα…)

Ο Γέητς για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 5 / 6 ]

~ . ~

Εισαγωγή-μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Οκτώβριο του 1896 ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό του Λονδίνου The Bookman, του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης, μία βιβλιοκρισία για την ανθολογία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών της Λούσυ Μ. Τζ. Γκαρνέττ, που με θεωρητική εισαγωγή του Τζ. Σ. Στούαρτ-Γκλέννι είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά (New Folklore Researches: Greek Folk Poesy, translated by Lucy M. J. Garnett, with Essays on Folklore by J. S. Stuart-Glennie, in two volumes, Guilford: Billing and Sons, 1896). Η βιβλιοκρισία είναι ομότιτλη του κρινόμενου έργου: «Ελληνική δημοτική ποίηση»

Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Όχι μόνο επειδή αποτελεί έκφραση των αριστοκρατικών ιδεών του Γέητς περί ποιήσεως και του, παράλληλου, μεγάλου θαυμασμού του για τη λαϊκή λογοτεχνία – χωρίς τα δύο αυτά να αποτελούν για εκείνον αντίφαση. Αλλά και για τον τρόπο που βλέπει τη δημοτική λογοτεχνική παράδοση ειδικότερα, εν προκειμένω την περίπτωση του ελληνικού, και όχι μόνο, δημοτικού τραγουδιού.

Ο Γέητς απαξιώνει τη μεταφραστική εργασία της Γκαρνέττ, και συγχρόνως διατυπώνει τη δική του αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία της ποιητικής μετάφρασης. Τις μεταφράσεις της Γκαρνέττ τις βρίσκει τόσο ελάχιστα ποιητικές ώστε να μην επιτρέπουν την αξιολόγηση της λογοτεχνικής αξίας του πρωτοτύπου. «Μια επιστημονική θεωρία προσωρινά μόνο ζημιώνεται από τη γλώσσα της έκθεσής της, αλλά ένα δημοτικό τραγούδι ξαναχυμένο σε κακούς στίχους χάνει το ήμισυ του επιστημονικού και όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον». Όμως και ως περιεχόμενο τα τραγούδια της ανθολογίας ελάχιστα τον ενθουσιάζουν, ιδίως όταν τα συγκρίνει με άλλες δημοτικές ποιητικές παραδόσεις. «Η ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει, «φαίνεται να είναι ποίηση άκρως πολιτισμένη, με ελάχιστη από την υπεράνθρωπη ανησυχία και την εξωφρενική ομορφιά της ρουμανικής και της γαελικής λαϊκής ποίησης».

Παρ’ όλα αυτά, κατά δική του μαρτυρία, από τα ελληνικά δημοτικά εμπνεύστηκε λίγους μήνες μετά, το 1897, ένα δικό του ποίημα. Πρόκειται για το «Τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους». Πηγή του Γέητς είναι το τραγούδι της Κρήτης «Τα τρία Ψαράκια». Η Γκαρνέττ το περιέλαβε στην ανθολογία της από το βιβλίο του Αντώνιου Γιανναράκη ή Γιάνναρη Άσματα κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών (Λιψία, 1876).

Τόσο στο «Song of Wandering Aengus» όσο και στο κρητικό τραγούδι, η κεντρική ιδέα είναι η ίδια: το ψάρι που όταν το ρίχνουν στη φωτιά μεταμορφώνεται σε πανέμορφη κόρη. «The poem was suggested to me by a Greek folk song», γράφει στις σημειώσεις του, «but the folk belief of Greece is very like that of Ireland, and I certainly thought, when I wrote it, of Ireland, and of the spirits that are in Ireland.» Πράγματι η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά ιρλανδική, και ο Αίγκους στον τίτλο του Γέητς είναι ο Κέλτης θεός του έρωτα.

Ακολουθούν η μετάφραση της βιβλιοκρισίας του Γέητς, το ποίημα του ίδιου και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που το ενέπνευσε.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Β΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 3 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Β΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ι

Για ώρα πλανήθηκα στις αίθουσες ρωτώντας·
μια γηραιή καλόγρια απαντούσε ευγενικά·
εδώ διδάσκουμε ιστορία, εδώ ωδική,
εδώ μαθαίνουν να διαβάζουν τα παιδιά,
να κόβουν και να ράβουν, να μιλούν σωστά,
με τις μεθόδους που η σύγχρονη ζωή απαιτεί –
τα μάτια τους κοιτούσαν απορώντας
τον εξηντάρη επίσημο να τους χαμογελά.

II

Αναπολώ μιας Λήδας το κορμί, γερμένο
επάνω στη μισόσβηστη φωτιά να μου ιστορεί
πώς μια επίπληξη άγρια, πράγμα συνηθισμένο,
την ένιωσε μαθήτρια σαν τραγωδία σωστή –
να μου ιστορεί κι οι δυο μας φύσεις λίγο λίγο
να σμίγουν λες στη σφαίρα ενός νεαρού καημού
ή, παραφράζοντας του Πλάτωνα τον μύθο,
στον κρόκο και τ’ ασπράδι του ίδιου αυγού.

III

Και με τη σκέψη μου σ’ αυτό αναρωτιόμουν
ενώ τριγύρω τα παιδιά περιεργαζόμουν,
τάχα τους έμοιαζε μικρή –γιατί ακόμα
κι οι θυγατέρες ενός κύκνου έχουν κοινά
με της κοινής της πάπιας την κληρονομιά–,
τέτοιό ’χαν τα μαλλιά, τα μάγουλά της χρώμα;
Ώσπου η καρδιά μου χτύπησε σάμπως τρελή:
κι εμπρός μου στάθηκε έξαφνα, παιδί.

IV

Πώς μοιάζει τώρα αναλογίστηκα μετά –
του Quattrocento έπλασε άραγε ένα χέρι
τα μάγουλά της τα φρυγμένα, κρύο αγέρι
μπέρδεψε ετούτες τις σκιές στο πρόσωπό της;
Κι ο ίδιος, που δεν ήμουνα κι Αυτού ωραιότης,
κάποτε είχα κόμη εβένου – μα αρκετά,
να τους χαμογελάς σαν σου χαμογελούν,
πως είσαι σκιάχτρο απ’ τα καλόβολα να δουν.

V

Ποια νέα μητέρα προδομένη από το μέλι
της σάρκας, τούτη τη μορφή που στην ποδιά της
όλο παλεύει για ύπνο, κλάμα και φυγή
όπως η ανάμνηση ή η νάρκωση το θέλει,
άραγε θά ’λεγε αν έβλεπε μπροστά της
τον γιο της ξάφνου που ’χει εξηνταρίσει,
πως του αγώνα της για να τον αναστήσει
και των ωδίνων της αυτή ’ναι η ανταμοιβή; (περισσότερα…)