Είναι δύσκολο να κρίνει κανείς μια ταινία που προσφέρει μια διαφορετική κι αναπάντεχη ίσως οπτική για ένα τόσο αναγνωρισμένο και δημοφιλές πρόσωπο όσο ο Νερούδα. Ακόμη δυσκολότερο είναι να κατορθώσει ο θαυμαστής ή και λάτρης του Χιλιανού ποιητή να διατηρήσει μια όσο το δυνατόν νηφάλια προσέγγιση που θα του επιτρέψει μια δίκαιη και ειλικρινή ματιά στο έργο, δίχως εκ των προτέρων διαμορφωμένες κρίσεις και προκαταλήψεις.
Ομολογουμένως, στην κινηματογραφική αίθουσα προσήλθαμε με την ιδιότητα του ανθρώπου που γνωρίζει κι έχει μεταφράσει ποίηση του Νερούδα και τον αγαπά, για να διαπιστώσουμε όμως σύντομα πως αυτήν την ιδιότητα πρέπει να την αφήσουμε για λίγο στην άκρη, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ταινία του Λαραΐν και να ‘κερδίσουμε’ κάτι από αυτήν.
Η ταινία αναφέρεται στην περίοδο της πολιτικής καταδίωξης του Νερούδα, ξεκινώντας λίγο πριν την έκδοση εντάλματος για τη σύλληψή του και φτάνοντας ώς την επιτυχή –μετά από επανειλημμένες προσπάθειες– διαφυγή του στην Αργεντινή. Αναμειγνύοντας πραγματικά γεγονότα με αρκετή φαντασία, ‘ποιητικότητα’ και –κάποτε– σουρεαλισμό, η ταινία προκάλεσε αντικρουόμενες μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλοι την θεώρησαν εν πολλοίς ‘εκτός θέματος’, διατεινόμενοι πως πρωταγωνιστής γίνεται, αντί για τον ποιητή, ένα δευτερεύον πρόσωπο. Άλλοι είδαν στον Νερούδα του Λαραΐν μια καρικατούρα του δημιουργού του Γενικού Άσματος, ενώ άλλοι, αντιθέτως, έκαναν λόγο για θεοποίησή του. Πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί κάτι από αυτά, εφόσον έμενε σε μια επιφανειακή κι αποσπασματική κρίση της ταινίας.
Είναι γεγονός ότι –αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς δεδομένου του τίτλου της ταινίας– στο προσκήνιο φαίνεται να είναι ο αστυνομικός διευθυντής και διώκτης του Νερούδα, Περουσονό. Ας προσέξουμε, εξάλλου, ότι ο Περουσονό είναι ο αφηγητής, τη δική του αφήγηση ακολουθούμε. Από την άλλη, ο σκηνοθέτης βάζει τον ίδιο το χαρακτήρα να δίνει στον θεατή το κλειδί που ξεκλειδώνει το ρόλο του στην ταινία: «ο Νερούδα, λέγοντας το όνομά μου, με έκανε από δευτερεύοντα ρόλο, πρωταγωνιστή». Στην ταινία του Λαραΐν καλούμαστε να γνωρίσουμε τον Νερούδα μέσα από τα μάτια των άλλων: των συζύγων του, των φίλων του, τυχαίων γνωριμιών του, των πολιτικών συντρόφων του, των επικριτών του, ακόμη και του διώκτη του. Στο επίκεντρο όμως είναι ο Νερούδα.
Ακόμη ευκολότερα μπορεί να παρασυρθεί κανείς και να μιλήσει για διακωμώδηση του προσώπου, βλέποντας έναν Νερούδα να συχνάζει σε οίκους ανοχής και να απολαμβάνει μεθυσμένος την παρέα γυμνών γυναικών σαν σε αρχαιοελληνικό συμπόσιο, έναν Νερούδα να μεταμφιέζεται σε Λώρενς της Αραβίας, έναν Νερούδα να πίνει και να φωνάζει σαν ‘άξεστος’ campesino ή να ντρέπεται για τη μεγάλη του κοιλιά. Ωστόσο, έχοντας ως αφετηρία αφενός τη διαπίστωση ότι καμία ταινία και κανένα έργο δεν μπορεί (πλέον) να βλάψει έναν Νερούδα, αφετέρου το ότι ο σκηνοθέτης είναι συμπατριώτης του ποιητή και δεν θα υπήρχε λόγος (πλέον) να επιχειρήσει την όποια ‘δυσφήμισή’ του, δεν μπορούμε παρά να αναζητήσουμε περαιτέρω τους λόγους μιας τέτοιας παρουσίασης. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουμε είναι ότι επιχειρείται η μετακίνηση από το Μύθο του Νομπελίστα ποιητή και διωκόμενου πολιτικού στον άνθρωπο Νερούδα, με τις αδυναμίες και τα πάθη που ως άνθρωπος θα πρέπει (κι αυτός) να είχε.
Όσο για εκείνους που κάνουν λόγο για μυθοποίηση του Νερούδα στην ταινία, εύκολα μπορεί να παραστρατήσει ο θεατής και να το υποθέσει, παρακολουθώντας μια πρώτη σύζυγο του ποιητή να παραληρεί υπέρ του, περιφρονημένους ανθρώπους των οίκων ανοχής να κλαίνε από συγκίνηση για την ανθρωπιά του, φτωχούς και αδικημένους να τον αγαπούν και να τον βοηθούν να αποδράσει ή και τον ίδιο τον διώκτη του να υποκύπτει στη γοητεία του χαρακτήρα του. Μάλιστα η δεύτερη σύζυγος του ποιητή, Ντέλια ντελ Καρρίλ, παρουσιάζεται να λέει στον αστυνόμο πως δεν την νοιάζει αν την σκοτώσουν γιατί ο Νερούδα έχει γράψει για εκείνην, επομένως είναι αθάνατη (στην ταινία οι προσωπικότητες της δεύτερης και της τρίτης συζύγου του Νερούδα συμφύρονται). Έτσι, ο ποιητής είναι εκείνος που, σαν άλλος θεός, αποφασίζει για την μελλοντική ύπαρξη ή μη των προσώπων, κάτι που δεν απέχει πολύ απ’ την αλήθεια. Ίσως λοιπόν ο σκηνοθέτης να πρόσθεσε τις κωμικές σκηνές που αναφέραμε παραπάνω, ακριβώς για να αποφύγει μια μονομερή κι εκθειαστική αποτύπωση της προσωπικότητας και να επιτύχει μια πιο ισορροπημένη ματιά.
Αναμφισβήτητα, η ταινία συνιστά αποσπασματική προσέγγιση της προσωπικότητας του Νερούδα. Για παράδειγμα αποτυπώνει τις ιδιότητές του ως ποιητή και πολιτικού, αλλά αποσιωπά εκείνην του διπλωμάτη. Άλλος ένας λόγος ‒δεδομένων των σύγχρονων πολιτικών ηθών‒ να γίνει πιστευτή μια καρικατούρα του. Ακόμη, διπλωματικά αποφεύγεται το θέμα του αμφιλεγόμενου θανάτου του ποιητή (πιθανότατη δολοφονία κατ’ εντολή του δικτάτορα Πινοτσέτ). Ωστόσο, μια προσπάθεια πλήρους, εμπεριστατωμένης και αντικειμενικής παρουσίασης της προσωπικότητας θα αποτελούσε κάλιστα το αντικείμενο, όχι διατριβής, αλλά εγκυκλοπαίδειας.
Παράλληλα, σε μια αποσπασματική παρουσίαση δεν θυσιάζεται απαραιτήτως η Αλήθεια. Αυτήν την Αλήθεια τη μαθαίνει ο θεατής μέσα από το συμβολισμό της καλύτερης (κατά την ταπεινή μας γνώμη) σκηνής της ταινίας, τόσο από απόψη σκηνοθεσίας, όσο και ερμηνείας. Δεν είναι άλλη, από τη σκηνή όπου ένας τραβεστί ανακρίνεται από τον Περουσονό και περιγράφει την εμπειρία του από τη σύντομη συνάντησή του με τον ποιητή: έναν ποιητή που του συμπεριφέρθηκε «ανθρώπινα», «ως ίσο προς ίσο», σε ένα διάλογο «μεταξύ καλλιτεχνών».
Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πώς ήταν ο Νερούδα ως άνθρωπος. Το γεγονός όμως ότι για το καθεστώς ήταν τόσο επικίνδυνος και για το λαό τόσο αγαπητός, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τη συνέπειά του απέναντι στην ιδεολογία του. Ο Νερούδα δεν ήταν κομμουνιστής. Ήταν ο αριστερός με το όραμα, ο ποιητής που έγραψε για τη χώρα του, τον εργάτη και τον αυτόχθονα πληθυσμό, ο πολιτικός που αγωνίστηκε εντός των συνόρων και ως εξόριστος για τους λιγότερο ή μη προνομιούχους, ο διπλωμάτης που εκπροσώπησε την πατρίδα του και φρόντισε να διαδώσει τα πάθη της στο εξωτερικό, ο άντρας που ύμνησε τον έρωτα και το γυναικείο σώμα, με μία λέξη, ο Άνθρωπος. Είναι η φωνή που συνοδεύει απαράμιλλα στιγμές προσωπικές και αγωνιστικές για γενεές επί γενεών. Είναι ο Πάμπλο και είναι ο Νερούδα.
Σας καλωσορίζουμε απόψε στην εκδήλωσή μας που γίνεται στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ ποίησης και τεχνών «Κραυγή γυναικών» που υψώνεται από τη Λατινική Αμερική, απ’ όπου ξεκίνησε, και φτάνει σε όλες τις γωνιές του κόσμου, προκειμένου να καταπολεμηθεί –και με τη βοήθεια της ποίησης και της τέχνης– κάθε μορφής βία και διάκριση εναντίον των γυναικών απανταχού της γης. Ο Σύλλογός μας, σε συνεργασία με την Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπο του Φεστιβάλ στην Ελλάδα, ένωσε τη φωνή του με όλες τις άλλες για πρώτη φορά πέρυσι, μιλώντας για την ενδο-οικογενειακή βία και όχι μόνο.
Φέτος, το θέμα του Φεστιβάλ είναι τα «Λουλούδια της ερήμου» κι είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του αραβικού και, ευρύτερα, του μουσουλμανικού κόσμου. Μας προτρέπει να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στις γυναίκες της Αφρικής και της Ασίας, θέμα τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, με τους χιλιάδες πρόσφυγες να φτάνουν στα νησιά μας κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, πρωτίστως από την σπαρασσόμενη –για 6ο χρόνο– Συρία, αλλά και από το Αφγανιστάν, το Ιράκ και όχι μόνο. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά και γυναίκες που φτάνουν μόνες στη χώρα μας, ελπίζοντας σε ένα νέο ξεκίνημα στη γη της Επαγγελίας που γι’ αυτούς είναι η Ευρώπη. Από τις πατρίδες τους τις ξεριζώνει ο πόλεμος, η τρομοκρατία, η φρίκη, η καταστροφή, ο θάνατος, αλλά και η φτώχεια, η πείνα και η ανέχεια. Οι γυναίκες πρόσφυγες, συχνά έγκυοι ή μητέρες πολλών παιδιών, έχουν περάσει «μια διπλή Οδύσσεια» για να φτάσουν ώς εδώ, αφού, πέρα από τις ταλαιπωρίες και τις αντίξοες συνθήκες της μετακίνησης, κινδυνεύουν συχνότατα να πέσουν θύματα εκμετάλλευσης και εμπορίας, τόσο από αδίστακτους διακινητές, όσο και από συνταξιδιώτες τους. Σπάνια σπάνε τη σιωπή τους για να το καταγγείλουν, η κουλτούρα τους όπως θα δούμε δεν τους το επιτρέπει, είναι όμως δυνατές και αποφασισμένες να σταθούν στα πόδια τους.
Από την 1η Διακήρυξη για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1946, μέχρι το 1979 που υπογράφτηκε η Σύμβαση για την εξάλειψη κάθε είδους διακρίσεων εις βάρος των γυναικών με νομική δέσμευση για τις χώρες που θα την αποδέχονταν, έγιναν πολλές προσπάθειες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, 186 χώρες είχαν υπογράψει μέχρι το 2010, συμφωνώντας στη νομική κατοχύρωση και διαφύλαξη των δικαιωμάτων των γυναικών, γεγονός υψίστης σημασίας. Εντούτοις, ακόμη και σε αυτές τις χώρες, ακόμη και στις πιο ‘ανεπτυγμένες’ της Ευρώπης, οι διακρίσεις στην πράξη συνεχίζονται, αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο. Στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες ή σε εκείνες που δεν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση, οι άμεσες (στέρηση δικαιώματος μόρφωσης, ψήφου, ιδιοκτησίας κλπ.) ή έμμεσες διακρίσεις είναι πολύ περισσότερες και πολύ εντονότερες.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των διάφορων μουσουλμανικών χωρών ως προς την αντιμετώπιση της γυναίκας. Για παράδειγμα, στο Ιράκ όλο και περισσότερες γυναίκες αποκτούν ενεργό ρόλο στη κυβέρνηση. Στο Κουβέιτ σχετικά πρόσφατα έγιναν οι πρώτες βουλευτικές εκλογές, όπου για πρώτη φορά συμμετείχαν και οι γυναίκες ως ψηφοφόροι και υποψήφιες. Αντίθετα, στη Σαουδική Αραβία –το θεωρούμενο λίκνο του Ισλάμ– οι γυναίκες όχι μόνο δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, αλλά ούτε καν το ‘προνόμιο’ να οδηγούν οχήματα. Παρόλο που κάποιες γυναίκες έφτασαν στα ύπατα πολιτικά αξιώματα στη χώρα τους, όπως η Πακιστανή Μπεναζίρ Μπούτο, συνιστούν μάλλον εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα πως στο μουσουλμανικό κι αραβικό κόσμο ο δρόμος για την ίση αντιμετώπιση ανδρών και γυναικών, σε όλα τα επίπεδα (οικογενειακή, πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή), είναι ακόμη πολύ μακρύς.
Το χαρακτηριστικό είναι ότι μετά την αποικιοποίηση, σε πολλές μουσουλμανικές χώρες έπνευσε άνεμος ελευθερίας, αλλά όχι και για την πλειοψηφία των γυναικών που έμενε κατά κανόνα στο σπίτι, μακριά από τα κοινά, υπακούοντας σε κοινωνίες ανδροκρατούμενες και οικογένειες πατριαρχικές, χωρίς –συχνά– πρόσβαση στη μόρφωση. Και είναι χαρακτηριστικό πως ολοένα περισσότερα κράτη και κοινότητες επικαλούνται το δικαίωμα στα ιδιαίτερα πολιτισμικά τους χαρακτηριστικά, προσδίδοντας σε παλιές μισογυνικές παραδόσεις τη νομιμοποίηση που χρειάζονται.
Επειδή όμως το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» πάει χέρι-χέρι με τη λογοτεχνία, η οποία έρχεται με το δικό της, μοναδικό τρόπο να καταγγείλει τα ανείπωτα, ας σταθούμε στο ποίημα της τιμώμενης φέτος ποιήτριας του Φεστιβάλ, Ζέφης Δαράκη:
Στεκόμουν στην άκρη του δωματίου με το πρόσωπο στραμμένο στον τοίχο και επειδή μου απαγόρευαν τα ερωτήματα μου απευθύνανε αυστηρές απαντήσεις
που σαν διαταγές σκοτείνιαζαν το σώμα – μου λέγανε, θα ζήσεις μόνο με το φως του διαδρόμου
Νοσταλγώ τα ρούχα μου στο φεγγαρόφωτο… Τι γύρευα στα ερημικά ανοίγματα έξω από ξεριζωμένα καλώδια τηλεφώνων να κρέμονται κραυγές στη δύναμη του αέρα να κοκκαλώνουν την ανάμνηση σε παρελάσεις φαντασμάτων
Με τιμώρησαν για να αλλάξω πεπρωμένο
Ποιο όμως πεπρωμένο επιφυλάσσεται για εκατομμύρια γυναικών στις μουσουλμανικές χώρες, κυρίως της Αφρικής, όταν στο όνομα κάποιου βάρβαρου εθίμου συνεχίζεται η κλειτοριδεκτομή και ο ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων; Για πολλούς αυτό θεωρείται πρακτική που βοηθά το κορίτσι να ενηλικιωθεί και να παντρευτεί γιατί έτσι προστατεύεται η ‘αγνότητά’ του μέχρι το γάμο. Αυτή η ‘επέμβαση’ που πραγματοποιείται από απλούς ανθρώπους, χωρίς ιατρική καθοδήγηση και φαρμακευτική αγωγή, είναι απάνθρωπη και επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική και σωματική υγεία των κοριτσιών, αλλά και για την ίδια τη ζωή τους. Στοιχεία του ΟΗΕ αποκαλύπτουν ότι 200 εκατομμύρια κορίτσια σε 30 χώρες του κόσμου έχουν υποστεί αυτόν τον ακρωτηριασμό, με 1η τη Σομαλία, όπου το ποσοστό ανέρχεται στο εφιαλτικό 98%. Μετά από έντονες διεθνείς πιέσεις, η κυβέρνηση της Σομαλίας σκέφτεται να απαγορεύσει αυτή την πρακτική.
Η 1η που έσπασε τη σιωπή της και κατήγγειλε αυτό το βάρβαρο έθιμο ήταν η Σομαλή Γουόρις Ντίρι, τέλη της δεκαετίας του 1990. Στο αυτοβιογραφικό της βιβλίο με τίτλο «Το λουλούδι της ερήμου» (αυτό σημαίνει το Γουόρις), διηγείται πώς και γιατί έφυγε από την οικογένειά της. Επιβίωσε διασχίζοντας μόνη την έρημο, και με χίλια βάσανα έφτασε στο Λονδίνο, όπου γνώρισε το δυτικό τρόπο ζωής κι έγινε τελικά μοντέλο. Αξιοποιώντας την επωνυμία της, κατήγγειλε το βάρβαρο έθιμο, ακόμη και από το βήμα του ΟΗΕ. Το σχετικό απόσπασμα από την ομώνυμη ταινία:
Εδώ οφείλουμε να προσθέσουμε πως δεν είναι λίγοι οι ηγέτες του Ισλάμ που είναι αντίθετοι με την πρακτική του ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων, ισχυριζόμενοι πως δεν σχετίζεται με τη θρησκεία τους.
Ας μην ξεχνούμε ωστόσο ότι ο λόγος που έκανε τη δεκατριάχρονη τότε Γουόρις να εγκαταλείψει την οικογένειά της, δηλαδή ο σχεδιαζόμενος γάμος της μ’ έναν ηλικιωμένο, λόγω φτώχειας, είναι πολύ διαδεδομένη συνήθεια σε κάποιες μουσουλμανικές χώρες όπως το Μπαγκλαντές, το Αφγανιστάν, η Νιγηρία, το Κονγκό, το Ιράκ και κυρίως η Υεμένη, όπου η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ορίσει ως κατώτατο όριο γάμου για τα κορίτσια τα 18 χρόνια.
Τα στοιχεία που δίνει πάλι ο ΟΗΕ είναι αποκαλυπτικά για τις συνέπειες των αναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στις χώρες της Ν. Ασίας και της Αφρικής για την υγεία τους, αλλά και τις αυξημένες πιθανότητές τους να πέσουν θύματα βίας, κακοποίησης και να προσβληθούν από τον ιό του AIDS. Αυτά τα κορίτσια εγκαταλείπουν πρόωρα και βίαια τα σπίτια, το σχολείο και την παιδικότητά τους και υφίστανται τρομακτικές σωματικές και ψυχικές κακώσεις που προκαλούν μόνιμα ψυχικά τραύματα.
Είναι εξαιρετικά σπάνιες, όμως υπάρχουν περιπτώσεις κοριτσιών που αντιστέκονται, όπως εκείνη της Νοζούντ Άλι από μια ισλαμική επαρχία της Υεμένης, την οποία πάντρεψαν στα δέκα της χρόνια και η οποία κακοποιήθηκε άγρια από το ‘σύζυγό’ της. Κατέφυγε στην οικογένειά της, όπου όμως δεν βρήκε προστασία, καθώς οι γονείς της δεσμεύονταν από το συμβόλαιο ‘τιμής’ με το γαμπρό. Το κορίτσι βρήκε το κουράγιο να παρουσιαστεί μόνο του μπροστά στο δικαστή και να ζητήσει διαζύγιο. Σήμερα παρακολουθεί ξανά μαθήματα στο σχολείο και ονειρεύεται να γίνει δικηγόρος, εμπνευσμένη από τη δική της δικηγόρο (και πρότυπό της πλέον) Σέντα.
Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν και επηρεάζονται από το νομικό πλαίσιο μιας χώρας, αλλά και από το εθιμικό δίκαιο και τη νοοτροπία των ανθρώπων. Στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, αξίες, πεποιθήσεις, συνήθειες και παραδόσεις περνούν από γενιά σε γενιά κι επιβάλλονται με πειθώ, ασφυκτικές πιέσεις ή ακόμη και τη χρήση βίας. Έτσι, επιτρέπουν ή ανέχονται απάνθρωπες συμπεριφορές εις βάρος –εν προκειμένω– των γυναικών, όπως τη θανάτωση δια λιθοβολισμού, τα εγκλήματα τιμής, τους ομαδικούς βιασμούς, τον ξυλοδαρμό, την εξώθηση στην πορνεία ή τη βίαιη διακοπή της κύησης θηλυκών εμβρύων.
Οι περισσότερες γυναίκες που υφίστανται τέτοιων ειδών κακοποίηση δεν την καταγγέλλουν, υπακούοντας στο νόμο σιωπής που ισχύει κατά κανόνα σε αυτές τις κοινωνίες, από φόβο ή/και αδυναμία. Λίγες είναι εκείνες που μίλησαν, καταθέτοντας συγκλονιστικές μαρτυρίες. Θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο περιπτώσεις, των οποίων οι εμπειρίες αποτυπώθηκαν σε βιβλία που προκάλεσαν μάλιστα παγκόσμια αίσθηση.
Η πρώτη αφορά την Αμερικανίδα Μπέτι Λάβερ Μαχμουντί, η οποία επισκέφτηκε το 1984 (και για λίγες μέρες όπως νόμιζε) μαζί με την τετράχρονη κόρη της και τον Ιρανό σύζυγό της, γιατρό σπουδαγμένο στην Αμερική, την οικογένειά του στην Τεχεράνη, όπου είχαν επικρατήσει οι Ισλαμιστές. Εκεί, βρέθηκε αιχμάλωτη από τον ίδιο, όντας υποχρεωμένη να αποδεχτεί έναν τρόπο ζωής και μια τάξη πραγμάτων εντελώς διαφορετικά απ’ όσα γνώριζε ώς τότε. Ο άνδρας της, από υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας, μεταλλάχτηκε σε βίαιο τύραννο, ενώ εκείνη δεν είχε καμία ελευθερία και κανένα δικαίωμα επιλογής ή προστασίας του παιδιού της. Σε μια χώρα που βομβαρδιζόταν από τους Ιρακινούς στη διάρκεια του Ιρανο-ιρακινού πολέμου, όπου –όπως καταγγέλλει– και οι δύο χώρες εξοπλίζονταν –η μία επισήμως και η άλλη κρυφά– από την Αμερική, σε ένα κλίμα θρησκευτικού φανατισμού, μισαλλοδοξίας, προκατάληψης, προπαγάνδας και απόλυτης κυριαρχίας του άνδρα, έψαχνε απεγνωσμένα για βοήθεια. Παρά την ασφυκτική παρακολούθηση από τον άντρα της και την οικογένειά του και μετά από αμέτρητες δυσκολίες και την πάροδο χρόνων, κατόρθωσε να διαφύγει μαζί με την κόρη της, περνώντας με Κούρδους διακινητές παράνομα στην Τουρκία. Έκτοτε, η γυναίκα αυτή αφιέρωσε τη ζωή της στη συγκέντρωση ανάλογων μαρτυριών για την ενημέρωση κι ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Το βιβλίο της, που μεταφέρθηκε και στη μεγάλη οθόνη, φέρει τον τίτλο «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».
Η δεύτερη περίπτωση αφορά την Πακιστανή μεγαλοαστή Τεχμίνα Ντουρανί, η οποία στα εικοσιένα χρόνια της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον Μουσταφά Χαρ, έναν από τους σημαντικότερους πολιτικούς στη χώρα του. Επί δεκατέσσερα χρόνια φαίνονταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που απέκτησε μάλιστα και πέντε παιδιά. Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Όπως κατήγγειλε η Τεχμίνα αργότερα, η ζωή της ήταν μια κόλαση, καθώς ο άντρας της τη χτυπούσε, την ταπείνωνε και την απατούσε με μία από τις αδερφές της. Όταν ζήτησε διαζύγιο, εκείνος αρνήθηκε να της το δώσει, τονίζοντας πως χωρίς εκείνον δεν θα ήταν τίποτε, δεν θα είχε τίποτε, δεν θα την υπολόγιζε και δεν θα τη σεβόταν κανείς –σύμφωνα με τα στερεότυπα για τις διαζευγμένες γυναίκες–, ενώ θα έχανε και την επιμέλεια των παιδιών. Εκείνη βρήκε τη δύναμη και έγραψε ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο στα μέσα της δεκαετίας του 1990, καταγγέλλοντας την κακομεταχείριση των γυναικών από τος άντρες τους στο μουσουλμανικό κόσμο. Το βιβλίο προκάλεσε σοκ για την τόλμη και την αλήθεια του και, παρά τις αρνητικές κριτικές στο Πακιστάν, κανείς δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό. Με πολύ αγώνα, κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει και την επιμέλεια των παιδιών.
Η Νικαραγουανή ποιήτρια, ακτιβίστρια και μητέρα τεσσάρων παιδιών, Τζοκόντα Μπέλλι, δίνει ποιητικά τις συμβουλές της σε κάθε γυναίκα για να ’ναι δυνατή: (Συμβουλές για μια γυναίκα δυνατή, μτφρ: Έλενα Σταγκουράκη)
Για να ’σαι γυναίκα δυνατή προστατέψου απ’ τις αρπάγες που θελήσουν την καρδιά σου να σπαράξουν. Αυτές φορούνε μάσκες απ’ όλα αυτής της γης τα καρναβάλια— σε ενοχές μεταμφιέζονται, κατηγορίες, ευκαιρίες, στο αντίτιμο που πρέπει τάχα να [πληρώσεις. Την ψυχή σου την ταράζουν – εισβάλλουν σαν ατσάλινο τρυπάνι με το βλέμμα ή τους θρήνους τους ώς τα βάθη ώς το μάγμα της ουσίας σου όχι απ’ τη φωτιά σου για να φωτιστούν παρά το πάθος για να σβήσουν τη σοφία της φαντασίας σου.
Για να ’σαι γυναίκα δυνατή να ξέρεις πρέπει πως ο αέρας που σε θρέφει ακάρεα μεταφέρει και παράσιτα, έντομα μικρούτσικα που ψάχνουν μες στο αίμα να φωλιάσουν και να τραφούν απ’ ό,τι μέσα σου είναι στέρεο και μεγάλο.
Την συμπόνια σου μην χάνεις – μα τρέμε αυτό που θα θελήσει τη λέξη να σου στερήσει και το είναι σου να κρύψει, αυτό που επιδιώκει να σε αμβλύνει υποσχόμενο επίγεια βασίλεια σε αντάλλαγμα ενός χαμόγελου συγκατάβασης.
Για να ’σαι γυναίκα δυνατή για τη μάχη προετοιμάσου: μάθε μόνη σου ν’ αρκείσαι, στο σκοτάδι να κοιμάσαι δίχως φως και δίχως φόβο, σωσίβια να μη δέχεσαι σαν μαίνεται η καταιγίδα, και στο ρεύμα κόντρα να κολυμπάς.
Εκπαιδεύσου στο συλλογισμό και τις ασκήσεις της διανοίας διάβαζε, αγάπα τον εαυτό σου, και οχύρωσε το κάστρο σου περίβαλέ το με τάφρους βαθειές μα κράτησε πλατιά, παραθύρια και πύλες.
Απαραίτητο, φιλίες αληθινές να καλλιεργείς ώστε εκείνοι που είναι δίπλα σου και σ’ αγαπούν να ξέρουνε ποια είσαι, ώστε κύκλος από εστίες να γίνεις που στο κέντρο θ’ ανάβουνε της κάμαράς σου, φουφού να καίει πάντα και τη θέρμη να διατηρεί των ονείρων σου.
Για να ’σαι γυναίκα δυνατή με λέξεις προφυλάξου και με δέντρα και στο νου σου να φέρνεις τις γυναίκες απ’ τα παλιά.
Φρόντισε να μάθουν πως είσαι πεδίο μαγνητικό που πάνω του γρυλίζοντας θα ταξιδεύουν καρφιά σκουριασμένα και η θανάσιμη οξείδωση των ναυαγίων όλων. Προστάτεψε, μα πρώτα προστατέψου. Κράτα αποστάσεις. Οικοδόμησε και φρόντισε τον εαυτό σου. Αποθησαύριζε τη δύναμή σου υπερασπίσου την, κάνε το για σένα. Σου το ζητώ εξ ονόματος ημών όλων.
Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της νεαρής Πακιστανής, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η οποία αγωνίζεται σταθερά κι ανυποχώρητα για το δικαίωμα των κοριτσιών της χώρας της στη μόρφωση, κάτι που το καθεστώς των Ταλιμπάν έχει απαγορεύσει. Το 2012 η Γιουσαφζάι δέχτηκε δολοφονική επίθεση με μια σφαίρα στο κεφάλι, επέζησε όμως και συνεχίζει τον αγώνα της. Μάλιστα το Δεκέμβριο 2014 τιμήθηκε, από κοινού με τον Ινδό Καϊλα Σατιάρτι, με το Νόμπελ Ειρήνης.
Πράγματι, το πόσο επιτακτική ανάγκη συνιστά η παροχή (ποιοτικής) εκπαίδευσης σε παιδιά και ενήλικες, αποτυπώνεται σε στοιχεία του ΟΗΕ και της UNICEF. Από τα 776 εκατομμύρια αναλφάβητων ενηλίκων, τα 2/3 είναι γυναίκες! Ειδικότερα στον αραβο-μουσουλμανικό κόσμο, οι περισσότερες γυναίκες δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Από τα 250 εκατομμύρια ανεκπαίδευτα παιδιά στον κόσμο, τα περισσότερα είναι κορίτσια. Το ίδιο ισχύει και στις μουσουλμανικές χώρες, όπου τα κορίτσια, λόγω των πρόωρων γάμων, της παιδικής εργασίας και άλλων αντιλήψεων, εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο. Αν τα κορίτσια δεν μορφωθούν, η θέση της γυναίκας στο μουσουλμανικό κόσμο δεν μπορεί να βελτιωθεί· αντιθέτως θα διαιωνίζεται η παθητική στάση, η σιωπή, η περιθωριοποίηση. Σύμφωνα με την παροιμία, εκπαιδεύοντας ένα αγόρι, εκπαιδεύεις ένα αγόρι, εκπαιδεύοντας όμως ένα κορίτσι, εκπαιδεύεις μια ολόκληρη γενιά. Ο Κωστής Παλαμάς επεσήμανε σοφά στις αρχές του περασμένου αιώνα τις προϋποθέσεις χειραφέτησης για τις ίδιες τις γυναίκες:
Γυναίκα, αν θες αντρίκεια να δουλέψεις για τον ξεσκλαβωμό σου, δε σε φτάνει να κάψεις, να σκορπίσεις, να ξοδέψεις
το χρυσάφι, τη σμύρνα, το λιβάνι στο νέο βωμό. Μέσα σου πρώτα κάψε το τριπλό ξόανο που τους δούλους κάνει,
Συνήθεια, Κέρδος, Πρόληψη. Και σκάψε, και του παλιού καιρού τα παραμύθια, κι ας ειν’ όμορφα, μια για πάντα θάψε.
Α! τα μεστά καμαρωτά σου στήθια βραχνάς τα πνίγει, πνίχ’ τον, πολεμίστρα για την Αγάπη και για την Αλήθεια.
Πάντα μαζί σου κ’ η Ομορφιά η μεθύστρα.
Τα χρόνια πέρασαν και στο θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχουν γίνει αλλού περισσότερα βήματα και αλλού λιγότερα. Ωστόσο, σε μια εποχή σαν τη σημερινή, οπότε η πολύπλευρη κρίση ισοπεδώνει και τους άντρες και τις γυναίκες, καταδικάζοντάς τους σε φτώχεια, ανεργία, ξεριζωμό κι αναξιοπρέπεια, ο ένας έχει ανάγκη τον άλλο. Για να γκρεμιστούν τα στερεότυπα που διαιωνίζουν τις διακρίσεις, και τα δύο φύλα οφείλουν να δείξουν αμοιβαίο σεβασμό και να αναγνωρίσουν την ισοτιμία τους, όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη. Απόψε ρίξαμε λίγο φως σ’ ένα κόσμο που μοιάζει άλλοτε κοντινός κι άλλοτε μακρινός, σε ένα κόσμο με σοβαρά προβλήματα. Με τη δική μας φωνή λέμε απλά πως σε κανένα άνθρωπο, για κανένα λόγο και στο όνομα καμίας πίστης δεν μπορεί να αμφισβητείται το δικαίωμά του να αναγνωρίζεται ως Άνθρωπος.
*Κείμενο που εκφωνήθηκε κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο πλαίσιο του 6ου Διεθνούς Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών», στο Δημαρχείο Κισάμου, στις 20.03.2016. Στην εκδήλωση συμμετείχαν και οι: Μάντυ Βαρουχάκη, Ελένη Γεωργακάκη, Ινώ Γεωργακάκη, Κωστής Κυριτσάκης, Χάρης Μπατάκης και Γεωργία Τυράκη. Επιμέλεια ήχου και συντονισμός προτζέκτορα: Βίκυ Πέτσκου.
ναι, εντάξει, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι, πάει καιρός που έχω να σου γράψω, πράγμα που βαραίνει και στη δική μου συνείδηση. Έλα όμως που τα χτυπήματα διαδέχονται απανωτά το ένα το άλλο. Πριν προλάβει κανείς να συνέλθει απ’ το πρώτο, να ‘σου και το επόμενο. Ευτυχώς, όμως, γνωρίζεις με ποιαν έχεις να κάνεις και είμαι βέβαιη ότι όχι μόνο δεν θα μου το επιρρίψεις, αλλά θα έχεις πιθανότατα και κατανόηση για το πώς επιδρά μια τέτοια κατάσταση σε μένα, όπως και σε όλους βέβαια. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ θέση βρίσκεται πλέον ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος όλος.
Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη (Μεγάλη) Βρετανία σχετικά με την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τα έμαθες. Παρά το θετικό αποτέλεσμα σε Σκωτία, Βόρεια Ιρλανδία και Λονδίνο, οι Βρετανοί αποφάσισαν υπερήφανα με 51,9% απόσχιση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που προξένησε «συγκρατημένο πανικό» όχι μόνο στην πολιτική ηγεσία της Ε.Ε., αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα. Κάποιοι αναρωτιούνταν (εύχονταν) μήπως ο Κάμερον ακολουθήσει το παράδειγμα του Τσίπρα (είμαστε πρωτοπόρος λαός, πώς να το κάνουμε!) και κάνει το «όχι», «ναι». Μόνο που πέρα από πρωτοπόροι, είμαστε και μοναδικοί, απαράμιλλοι στο είδος μας. Κάθε άλλο, λοιπόν, οι Βρετανοί προσήλθαν με το κούτελο ψηλά στην έκτακτη σύνοδο της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου σήμερα και, για να είμαστε πιο ακριβείς, με τσαμπουκά. Βρετανοί Ευρωβουλευτές μίλησαν με απρεπή τρόπο σε συναδέρφους, εκφράζοντας τη χαρά τους που επιτέλους η (Μεγάλη) Βρετανία δεν θα πληρώνει για τους μισθούς Ευρωβουλευτών που ούτως ή άλλως δεν κάνουν τίποτα και άλλα συναφή. Η άλλη πλευρά δεν έχασε την ευκαιρία (κάτι μου θυμίζει αυτό) και απάντησε με εξίσου ειρωνικό υφάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να οξύνονται τόσο οι τόνοι.
Πολλοί, ανάμεσα σε κείνους -φαντάζομαι- κι εσύ, θα αναρωτιούνται προς τι η βιασύνη. Κι όμως, ποια βιασύνη; Να τους δώσουμε χρόνο να το ξανασκεφτούν, ελπίζοντας ότι θα αλλάξουν γνώμη; Δεν θα αλλάξουν. Να περιμένουμε να κακοφορμίσει η πληγή, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τρίτοι; Προς τι; Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Βλέπεις ποιους έχεις μαζί σου και ποιους όχι και προχωράς. Το θέμα είναι απλό: Η (Μεγάλη) Βρετανία δεν ένιωσε ποτέ ‘μέλος’ (άκου τώρα έκφραση για ολόκληρη αυτοκρατορία!) του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η στάση της ήταν πάντα στάση αμφιβολίας, καχυποψίας και συντηρητισμού -αν όχι οπισθοδρόμησης- (το καλύτερο για τους ίδιους θα ήταν η πραγματική επιστροφή στο παρελθόν βλ. Επέκταση των συνόρων, ίσως και Βρετανική Ένωση –who knows?), πράγμα που συνιστούσε ανέκαθεν πολιτικό τραύμα στο ευρωπαϊκό σώμα.Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη στάση της στο ενιαίο νόμισμα, στο κοινό Σύνταγμα; Οπότε μια σύγκριση του BREXIT με το GREXIT θα ήταν άστοχη. Ο μαθηματικός στο γυμνάσιο μας έλεγε: «ανόμοια ποσά μεταξύ τους δεν συγκρίνονται». Άσε που, με τα 3/4 της νεολαίας να έχουν σκορπίσει στην Ευρώπη, η Ελληνίδα μάνα θα το σκεφτόταν διπλά πριν απλώσει το χέρι στην κάλπη. Λοιπόν, (Μεγάλη) Βρετανία, «γενηθήτω το θέλημά σου».
Όμως, προσοχή! Ήδη στις συνομιλίες μου και σε όσα ακούω στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου, διακρίνω μια τάση εκδίκησης, ακόμη και παραδειγματισμού, πράγμα που θεωρώ μικροπρεπές. Η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα πρέπει να γίνει όπως στο χωρισμό ενός ζευγαριού. Θα μου πεις, δεν γίνονται μικροπρέπειες –όσο μικρές ή μεγάλες– όταν χωρίζει ένα ζευγάρι; Ε, όπως και να ‘χει, ο ένας οφείλει να σέβεται την επιθυμία του άλλου να φύγει κι ώς εκεί. Εφόσον η Βρετανία αποφάσισε να αποχωρίσει, δεν θα πρέπει να μας νοιάζει το αν αποσχιστούν από εκείνην η Σκωτία, η Ουαλία κλπ, ούτε αν θα γονατίσει οικονομικά, αλλά πώς εμείς θα προχωρήσουμε, χωρίς μάλιστα να φοβερίζουμε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με δυσβάσταχτες κυρώσεις. Η αρχή είναι απλή: τίποτε δεν γίνεται με το ζόρι. Όσοι θέλουν να φύγουν, ας φύγουν, κι όσοι θέλουν να μείνουν, ας μείνουν. Να ξέρουμε, μόνο, ποιοι είναι αυτοί. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι Σκωτσέζοι (διαφορετικός λαός από τους Βρετανούς) να ονομάζονται Βρετανοί υπό τη σκέπη της (Μεγάλης) Βρετανίας, ούτε οι Καταλανοί να λέγονται Ισπανοί, αφού οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως τέτοιους. Μπορείς να επιβάλεις σε κάποιον πώς να βλέπει τον εαυτό του και να λέγεσαι δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος;
Πέρα όμως από τα λόγια, που αυτές τις μέρες είναι και πολλά και ηχηρά και φορτισμένα, η Αλήθεια βρίσκεται στα σημεία (δεν επέλεγα τυχαία τη Σημειολογία ως μάθημα επιλογής στο πανεπιστήμιο). Στο δρόμο σήμερα για το Κοινοβούλιο, με καλημερίζει μια σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πάντα με κεφαλαίο!) στο ρολόι στην πλατεία Λουξεμβούργου. «Μπα;» σκέφτομαι, «για δες! έβαλαν σημαία;» Πριν προλάβω να απορρίψω το ενδεχόμενο, σκεπτόμενη πως απλώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα, τσουπ! κι άλλη σημαία, στη γυάλινη ημικυκλική οροφή! «Έχει γούστο!» ξανασκέφτηκα. Έμεινα με την απορία –μου φαινόταν τραβηγμένο– ώσπου, φεύγοντας το απόγευμα, αντίκρισα τη σημαία της Ευρώπης και στο τηλεοπτικό στούντιο! Όπως και με το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό των Βρυξελλών πριν λίγους μήνες είχαν ξεφυτρώσει στα μπαλκόνια σημαίες του Βελγίου, έτσι ξεφύτρωσαν παντού στα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα οι σημαίες της Ενωμένης Ευρώπης. Φταίω εγώ μετά να το χαρακτηρίσω ‘τρομοκρατικό δημοψήφισμα’;
Θέλουμε, δεν θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι, την ηρακλείτεια φράση ζούμε: «τα πάντα ρει, τα πάντα χωρεί», όμως -ας μου επιτρέψει ο αρχαίος σοφός τον αντίλογο-, όλο και κάτι μένει: εσύ, ας πούμε, η φίλη μου, ενσαρκώτρια των υψηλών αξιών της φιλίας και της αγάπης. Τώρα μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικο -αν όχι μπαγιάτικο- και γλυκερό -αν όχι κιτς-, όμως όλα -τρομοκρατία, αποσχιστικά δημοψηφίσματα, μισαλλοδοξία, κρίση, προσφυγικό- στο ένα αυτό συγκλίνουν: όχι στο διάλογο και στην κατάστρωση σχεδίων που τόσο μα τόσο συχνά ακούμε στις αίθουσες εντός κι εκτός του Κοινοβουλίου, αλλά στην αγάπη, σε μια προσέγγιση ουμανιστική, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε διαλόγου και κάθε σχεδίου. Άσε που αν υπήρχε αυτή, ούτε σχέδιο, αλλά ίσως ούτε καν διάλογος θα χρειαζόταν.
Πες μου, όμως, πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα του καλοκαιριού;
Σε φιλώ,
Έλενα
ΥΓ: Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Αν τα ετοίμαζες για Αγγλία, μάθε τους κινέζικα.
νομίζω πως σε θυμήθηκα. Μου έδειχναν πάλι μονοκόντυλα σκίτσα. Σε είδα. Με άφησαν να σε χαϊδέψω. «Πατέρα», είπα και κούνησαν το κεφάλι. Χάρηκαν που σε αναγνώρισα. Ή, καλύτερα, εξεπλάγησαν. Εγώ βρήκα στο νου μου λίγο πικρό χαμόγελο. Τούς το έδειξα, ανταπέδωσαν μιλώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους. «Ναι, είναι όντως αυτός!». Είσαι εσύ, πατέρα!
Η έκπληξή τους έπαψε. Επέμεναν ευγενικά να σε παραχωρήσω. Πάλεψα να σε κρατήσω, πατέρα. Στο τέλος σε άφησαν στην αγκαλιά μου. Έφυγαν. Ένιωσα δυνατή, πατέρα, όταν πάλευα για σένα. Τώρα νιώθω λίγο μόνη, αυτό είναι όλο κι όλο. Γιατί δε λες κάτι; Ακόμη δεν ξύπνησες; Κάνεις βαθύ ύπνο, πατέρα, σαν εμένα. Ξυπνάς, όμως, εύκολα; Τα μακαρόνια σού αρέσουν, πατέρα; Γιατί εδώ έχει κάθε δεύτερη μέρα! Είναι καλά, πατέρα. Είναι καλά εδώ, θα το δεις. Πότε θα ξυπνήσεις, πατέρα;
Είχαν καταφέρει να με αδειάσουν, πατέρα. Μου χάρισαν την απόλυτη μοναξιά. Εγώ τούς γνώρισα τον Αντώνη και τη Λία. Ήρθαν ξαφνικά στο δωμάτιο και με ξύπνησαν ένα μεσημέρι. Δεν τρόμαξα. Άλλωστε, ήταν κι αυτοί στην αρχή επιφυλακτικοί μαζί μου. Είναι ζευγάρι, πατέρα, σου το είπα; Είναι ζευγάρι, αλλά όχι τόσο ταιριαστοί όσο είμαστε εμείς. Ο Αντώνης είναι δάσκαλος, η Λία χορτοφάγος. Η Λία είναι από την Αθήνα, ο Αντώνης όχι. Μού λέει συχνά από πού είναι, μού αρέσει αυτό, εγώ όμως το ξεχνώ. Δεν τον πειράζει. Η Λία μάς επιτηρεί χωρίς να ενοχλεί.
Στην αρχή δεν έβγαιναν ούτε για φαγητό ούτε για περίπατο. Μετά τους έπεισα να με ακολουθούν. Τώρα μου δείχνουν το δρόμο. Οι άλλοι που μας ξανάσμιξαν επέμεναν πως ο Αντώνης είσαι εσύ, πατέρα, και η Λία ένα παιδικό τραύμα. Μα, τον πατέρα μου τον λένε Άνθιμο και η Λία είναι χορτοφάγος. Κάποτε τους πίστεψα. Αλλά δεν τους το είπα. Άλλωστε, ο Αντώνης και η Λία είχαν ήδη φύγει απροειδοποίητα. Έκλαψα όταν δεν τους βρήκα. Οι άλλοι με ρώτησαν «γιατί κλαις;» και «τι κάνει ο Αντώνης και η Λία;». Και τότε τους είδα να χαϊδεύονται. Είναι σχεδόν όπως πρώτα, αλλά η Λία έγινε δικηγόρος. Έτσι, λείπει συχνά.
Την απουσία της στην αρχή την ένιωθε μόνο ο Αντώνης. Τον εκμεταλλεύτηκα πολλές φορές, πατέρα, τον Αντώνη. Ακόμη και με τη Λία στο δωμάτιο να κοιμάται. Έχει λίγους μήνες, όμως, που την απουσία της Λίας τη νιώθουμε και οι δυο. Βαριόμαστε, πια, μόνοι. Τη θέλουμε μαζί μας. Περνάμε καλά. Μόνοι πνιγόμαστε.
Ελπίζω, πατέρα. Λίγα πράγματα μού λείπουν. Άλλα διαθέτω τόσα, ώστε να νομίζουν πως υπάρχω. Ένα άδειο κηροπήγιο προσπαθεί να σε φωτίσει. Σε ζωγραφίζω στον τοίχο, χωρίς αποτέλεσμα. Ποτέ δεν είχα ταλέντο. Άλλωστε, μού κόβουν τα νύχια. Μού στερούν τα στιλό του σώματος και μένω μόνη με τη μελάνη μου. Με κόβουν, πατέρα. Κάποτε άκουσα πως τα γκέτο πέφτουν από μέσα. Δοκίμασα, αλλά είναι ακόμη νεαροί οι τοίχοι. Το συζητάμε συχνά με τον Αντώνη και τη Λία. Ο Αντώνης πιστεύει πως είμαστε σαν το νερό. Άχρηστοι, σαν λείπει το ποτήρι. Η Λία αρέσκεται να μας παρομοιάζει με έρημο. Όσο και να προχωρήσεις, πάλι σε άμμο θα βαδίζεις. Εγώ συμφωνώ πιο πολύ με τον Αντώνη. Άλλωστε, σιγά-σιγά εξατμιζόμαστε. Αλλά εγώ ελπίζω.
Πάνε δυο χρόνια πια που νοσώ, πατέρα. Εδώ όμως είναι ευγενικοί, σχεδόν γλυκοί. Προφανώς ενδιαφέρονται πιο πολύ από μένα. Μου λένε πως νοσώ και «υπομονή». Κάποτε τους υποπτευόμουνα. Τώρα τους συμπονώ. Κάποτε κρεμόμουν απ’ τα χείλη τους. Τώρα κρεμιέμαι και μόνη μου.
Πέρασαν ήδη έξι χρόνια από τη δολοφονία της Μεξικανής ποιήτριας και ακτιβίστριας Σουζάνας Τσάβες. Η Τσάβες αγωνιζόταν για τα δικαιώματα των γυναικών και τύγχανε ευρείας αναγνώρισης χάρη στις δραστηριότητές της –τόσο τις ακτιβιστικές, όσο και τις πνευματικές– κατά των δολοφονιών και της σεξουαλικής βίας κατά των γυναικών στην πόλη Χουάρες, από το 1993. Προς τιμήν της διοργανώθηκαν για πρώτη φορά το 2011 οι εκδηλώσεις που έφτασαν σήμερα να συνιστούν το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» (“Grito de Mujer”).
Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν την ποίηση απλώς ως μια μοναχική πράξη ενδοσκόπησης κι αυτοεξορκισμού ή ως κάποιου είδους προσωπική μεταφυσική αναζήτηση. Κατ’ άλλους, η ποίηση συνιστά χρήσιμο όπλο ενάντια στις αδικίες, έναν χώρο που επιτρέπει την ελευθερία της έκφρασης και όπου κανείς αισθάνεται ελεύθερος να καταγγείλει δίχως φόβο την αδικία και την καταπίεση. Πολλοί ποιητές και πολλές ποιήτριες βρίσκουμε στήριγμα σε εκείνην, ελπίζοντας πως θα είμαστε ασφαλείς υπό τη σκέπη της και πως πέρα από τις ποιητικές εικόνες δεν υπάρχει χώρος για τον κίνδυνο ή την ανασφάλεια. Πόσο λάθος κάνουμε.
Πολλοί είναι οι εκπρόσωποι του είδους με αρκετό ταλέντο ώστε να χρησιμοποιούν την ποίηση ως μέσο καταγγελίας, ανίχνευσης της υποκρισίας, της ανηθικότητας, της ανισότητας και της διαφθοράς και οι οποίοι, έχοντας ακριβώς αυτό το χάρισμα, κινδυνεύουν να υποστούν λογοκρισία, εκβιασμό, εξορία, και στη χειρότερη των περιπτώσεων –όπως έχουμε δει– τη δολοφονία. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ποίηση τελικά δεν είναι η αθώα πρακτική που πιστεύει η πλειοψηφία.
Δεδομένων των πολιτικών πιέσεων και της διεθνούς κατακραυγής, η μεξικανική κυβέρνηση βρέθηκε υποχρεωμένη να αναζητήσει τους υπεύθυνους της δολοφονίας της Τσάβες. Το δε πόρισμα της αστυνομίας ήταν το εξής: «Η Τσάβες ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τρεις εφήβους, αγνώστων λοιπών στοιχείων, τους οποίους εκείνη είχε γνωρίσει δυο ώρες νωρίτερα και οι οποίοι την κάλεσαν να πιει μαζί τους ένα ποτό σε κοντινή τοποθεσία». Με αυτόν τον τρόπο αποκλείστηκε και η παραμικρή πιθανότητα συσχετισμού της δολοφονίας της με τον ακτιβισμό ή τη συγγραφική της δραστηριότητα. Ωστόσο, η θέση των συνηγόρων παραμένει η ίδια: Η Τσάβες καταδικάστηκε επειδή αποκάλυπτε στα κείμενά της όσα υφίστανται οι γυναίκες στη χώρα της σε ευρεία κλίμακα, με τη συγκάλυψη μάλιστα ατόμων εξουσίας. Έτσι μας φιμώνουν, εμάς τους ποιητές.
Σπανίως οι αυτουργοί τέτοιων εγκλημάτων έρχονται αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη, ενώ για την πλειοψηφία των δολοφονιών συγγραφέων και δημοσιογράφων επικρατεί η συγκάλυψη, η ατιμωρησία, ή –ακόμη χειρότερα– η λήθη.
Ο Άγγλος δημοσιογράφος, Κάθαλ Σερίν, οργανωτικό μέλος του Διεθνούς Σωματείου PEN, δήλωσε στο πλαίσιο των εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης το εξής: «Σε κοινωνίες όπου ο ρόλος των γυναικών στη δημόσια σφαίρα είναι περιορισμένος, οι ποιήτριες συχνά καταδιώκονται ή έρχονται αντιμέτωπες με επικίνδυνες καταστάσεις μόνο και μόνο λόγω της τόλμης τους να εκφράσουν ανεξάρτητα τη γνώμη τους μέσω της ποίησης». Σχολίασε ακόμη πως οι ποιήτριες διατρέχουν διπλάσιο κίνδυνο από τις υπόλοιπες γυναίκες, καθώς η ποίησή τους όχι μόνο επιφέρει την οργή της πατριαρχικής καθεστηκυίας τάξης, αλλά και ξεπερνά τα όρια του στενού ρόλου και της πιεστικής κοινωνικής αποστολής που καλούνται να εκπληρώσουν οι γυναίκες. Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού βάσει της ισότητας και της δικαιοσύνης –ιδίως μάλιστα σε μια κοινωνία πατριαρχική– θεωρείται βάρος για εκείνους που ασκούν εξουσία και περιορίζουν την ελευθερία του λόγου με εκβιασμούς, φυλακίσεις και άσκηση βίας.
Οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθαν αντιμέτωπες ποιήτριες λόγω της ιδιότητάς τους είναι καταγεγραμμένες στην ιστορία. Ως ένα πρώτο παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τη διάσημη Ρωσίδα ποιήτρια του μοντερνισμού, Άννα Αχμάτοβα, της οποίας η ποίηση αποτυπώνει αφενός μια διάφανη φωνή, αφετέρου μια καταπιεσμένη θηλυκότητα και έντονη συναισθηματική αυτοκυριαρχία υπό τον τρόμο του σταλινικού καθεστώτος. Αντί για την εξορία, επέλεξε να παραμείνει στη χώρα της ώστε να καταμαρτυρήσει όλες τις αθλιότητες που έγιναν τότε. Όταν συνελήφθη ο γιος της, Λεβ, το 1938, η Αχμάτοβα έκαψε όλα τα ποιήματά της αφού πρώτα τα είχε απομνημονεύσει, κι έκτοτε τα συγκρατούσε στη μνήμη της, απαγγέλλοντάς τα μόνο σε ιδιωτικές συναντήσεις σε σπίτια φίλων απολύτου εμπιστοσύνης. Η ποίησή της απαγορεύτηκε, εκείνη κατηγορήθηκε για προδοσία και εξορίστηκε. Με λίγα λόγια, και σε εκείνην επιβλήθηκε σιωπή.
Ακόμη όμως και στον 21ο αιώνα, ποιήτριες εξακολουθούν να καταδιώκονται λόγω της συγγραφής στίχων που εναντιώνονται σε κατεστημένες κοινωνικές αξίες. Στο Αφγανιστάν, για παράδειγμα, η ποίηση στη γλώσσα Πάστο είναι εκείνη που αποτελούσε για γενεές ένα επαναστατικό μέσο για τις γυναίκες. Τα «λαντάι» –«μικρό δηλητηριώδες φίδι» όπως μεταφράζεται από τη γλώσσα πάστο που είναι και επίσημη γλώσσα του κράτους–, είναι δημοφιλή δίστιχα, τα οποία συχνά καταγγέλλουν τους υποχρεωτικούς γάμους με καυστικό χιούμορ. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα 15 εκατομμύρια γυναίκες στο Αφγανιστάν, μόνο το 5% ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ τα ¾ παντρεύονται με υποχρεωτικό γάμο πριν τα 16. Η χρήση βίας εκεί είναι κάτι το συνηθισμένο. Και να φανταστεί κανείς πως κάποιοι εξακολουθούν να διερωτώνται ως προς τη χρησιμότητα της «Κραυγής» μας.
Το 2005, η 25χρονη τότε ποιήτρια Νάντια Αντζουμάν, εξέχουσα προσωπικότητα με διεθνή αναγνώριση, κατέληξε κατόπιν ξυλοδαρμού από το σύζυγό της με μοναδική αιτία την έκδοση ενός ποιητικού βιβλίου της. Το μόνο που απομένει τώρα από εκείνην είναι μερικά ποιήματα, η ανάμνηση και αγανάκτηση.
Η λογοτεχνία στο Αφγανιστάν
Λέγεται ότι η μεγαλύτερη λογοτεχνική λέσχη για γυναίκες στο Αφγανιστάν ονομάζεται Μιρμάν Μπαέ (Mirman Bahee) και βρίσκεται στην Καμπούλ. Οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν, ωστόσο στην περιφέρεια γύρω στα 300 μέλη αναγκάζονται να κρατούν τη συμμετοχή τους μυστική. Τέτοιες ομάδες υπήρχαν ανέκαθεν, αλλά με την αυγή του καθεστώτος των Ταλιμπάν οδηγήθηκαν στην ανωνυμία. Το 1996, γυναίκες συγγραφείς, μέλη του Λογοτεχνικού Κύκλου του Πανεπιστημίου της Εράτ, ίδρυσαν μια πολιτιστική οργάνωση με την ονομασία «Σχολή Ραπτικής ‘Χρυσό Βελόνι’». Με την πρόφαση ότι συγκεντρώνονται για να ράψουν, οι γυναίκες συζητούν, γράφουν και διαβάζουν λογοτεχνία, η οποία συχνά καυτηριάζει τις διακρίσεις που οι ίδιες υφίστανται στο περιβάλλον τους. Τα νέα ήθη και η κοινή λογική τις οδηγούν στη μυστική συγγραφή ποίησης ως μόνου τρόπου έκφρασης. Όμως και το Αφγανιστάν διαθέτει ποιήτριες που πέρασαν στην ιστορία, όπως την αγωνίστρια Μαλαλάι, η οποία απέκτησε φήμη μαχόμενη εναντίον των βρετανικών στρατευμάτων τη δεκαετία του 1880 και ήταν από τους πρώτους που έγραψαν ποίηση στα σύγχρονα περσικά. Πλέον έχει ανυψωθεί στις σφαίρες του μύθου και σε αυτήν οφείλει το όνομά της η κάτοχος του Βραβείου Νομπέλ για την Ειρήνη, Μαλάλα Γιουσαφζάι, η Πακιστανή ακτιβίστρια που δέχτηκε δολοφονική επίθεση από τους Ταλιμπάν σε ηλικία 14 ετών και κατόρθωσε να επιβιώσει εξόριστη από την πατρίδα της. Είναι η Μαλάλα που ονειρεύεται να γίνει μια μέρα γιατρός και ποιήτρια. Η ίδια Μαλάλα που εξακολουθεί να αγωνίζεται από την εξορία για το δικαίωμα των κοριτσιών στην πατρίδα της για μόρφωση.
Η περίπτωση της ποιήτριας Λίου Σια
Πολύ συχνά, ο αγώνας για τα δικαιώματα των γυναικών και η πολιτική ιδεολογία συνιστούν τα κύρια αίτια καταδίωξης των ποιητριών. Ανάλογη είναι η περίπτωση της Λίου Σιά, ιδρυτικού μέλους του Ανεξάρτητου PEN Club της Κίνας. Η Λίου Σια καταδικάστηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Πεκίνο από το 2010, όταν στο σύζυγό της, συγγραφέα και ακτιβιστή Δρ. Λίου Σιαόμπο, απενεμήθη το Βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη για τη δράση του υπέρ της κατάργησης του Κομμουνιστικού Κόμματος ως μόνου κόμματος και ο οποίος συνελήφθη με την κατηγορία της «υπονομευτικής δραστηριότητας εναντίον του Κράτους». Σύμφωνα με πληροφορίες, η ποιήτρια Λίου Σια υποφέρει από οξεία κατάθλιψη και η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο λόγω των περιοριστικών όρων που της έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ως μέσο πίεσης του συζύγου της, δίχως να υπάρχει εναντίον της ίδιας οποιαδήποτε κατηγορία. Πρέπει να τιμωρείται η σύζυγος για τις πράξεις του συζύγου; Αυτή η περίπτωση συνιστά άλλο ένα παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί μια ποιήτρια να δεχτεί πίεση, μόνο και μόνο επειδή είναι γυναίκα.
Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ικανοποίηση από την έκφραση μιας ποιητικής ιδέας που υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταγγέλλει τις αυθαιρεσίες και τη βία, και εκείνην που πηγάζει από την πλήρη αναρχία όσων καταχρώνται την εξουσία.
Η περίπτωση της Σαν Σαν Νέε
Η Σαν Σαν Νέε, σημαντική συγγραφέας της Βιρμανίας και μία από τις πρώτες γυναίκες που έλαβαν άδεια εξάσκησης επαγγέλματος ως δημοσιογράφοι εκεί, φυλακίστηκε από το δικτατορικό καθεστώς της Βιρμανίας μεταξύ 1994 και 2001 για τις «απόπειρές της εναντίον της κυβέρνησης». Από το 1974, η πολυγραφότατη Νέε έχει εκδώσει σειρά μυθιστορημάτων, περισσότερα από 500 διηγήματα και γύρω στα 100 ποιήματα, γεγονός που δεν εμπόδισε τη σύλληψή της για τη «δημοσίευση πληροφοριών πολέμιων του Κράτους». Το 2001 τιμήθηκε από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Δημοσιογράφων με το «Χρυσό φτερό» για την ελευθερία. Ποια ελευθερία όμως;
Αναλογιζόμενος κανείς αυτές τις περιπτώσεις, δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί τι είναι αυτό που κάνει άτομα εξουσίας να αισθάνονται επαπειλούμενα από τους ποιητές και τις ποιήτριες. Να πρόκειται για το ότι κάθε καταπιεστικό και ολοκληρωτικό καθεστώς μάς βρίσκει αντίθετους ή για το ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούμε την ποίηση για να πούμε την αλήθεια για όσα βλέπουμε και υποφέρουμε; Το δίχως άλλο, η έκφραση της αλήθειας –ως καταγγελία της καταπάτησης δικαιωμάτων, της βίας, των υποχρεωτικών γάμων, κάθε είδους αδικίας απέναντι στις γυναίκες– συνιστά συχνά θέμα δυσάρεστο κι ακανθώδες για πολλούς. Από την άλλη όμως, η έκφραση της αλήθειας ποιητικώ τω τρόπω διαχωρίζει την κατάσταση που βιώνουμε από τη μυθοπλασία, συμβάλλει στην κατανόηση της κοινωνίας απέναντι σε δυσάρεστες συνθήκες που πολλοί προτιμούν να αποκρύπτουν και βοηθά στην καταπολέμηση προκαταλήψεων και διακρίσεων, με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωπες κατά τρόπο ευθύ ή –ακόμη χειρότερα– συγκεκαλυμμένο.
——————–
Η «Κραυγή γυναικών» ήρθε να υπενθυμίσει ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει εκείνο το είδος τέχνης, με το οποίο η κοινωνία μπορεί να εκπαιδευτεί έτσι, ώστε να καταπολεμηθούν οι διάφορες μορφές βίας και καταπίεσης των γυναικών και να διατηρηθούν όσα κατακτήσαμε με πολλή δουλειά, πόνο, αίμα και θυσίες.
Στο Νέο Δελχί της Ινδίας στις 3 Μαρτίου του 2015 μια ομάδα ανδρών κακοποίησε μια γυναίκα και δήλωσε ευθαρσώς στον Τύπο πως το θύμα πήγαινε γυρεύοντας αφού βγήκε από το σπίτι βράδυ, φορούσε –κατά τη γνώμη τους– προκλητικά ρούχα και τόλμησε να φέρει αντίσταση, αντί να αποδεχτεί παθητικά την τύχη της και να υποταχτεί. Όταν η ίδια η κοινωνία και η κοινή πρακτική ορίζει ότι οι γυναίκες είναι εκ γενετής κατώτερα όντα ή όταν φαινόμενα παρόμοια με το παραπάνω λαμβάνουν χώρα καθημερινά, δεν συνιστά έκπληξη το γεγονός ότι τέτοιες πρακτικές θα διαιωνίζονται, υπό το πρόσχημα κάποτε του συνετισμού των γυναικών ή της παροχής ενός μαθήματος ηθικής σε αυτές.
Ένας από τους στόχους του κινήματος «Κραυγή γυναικών» μέσα από τις διάφορες εκφάνσεις του είναι η αλλαγή νοοτροπίας εκείνων που κατά κάποιο τρόπο θεωρούν πως η βία κατά των γυναικών είναι κάτι λογικό κι αποδεκτό, αντί ν’ αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και ως κακό που πρέπει να εξαλείφεται από τη ρίζα του. Δημιουργήσαμε ένα κίνημα ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης, ένα μέσο αφύπνισης αντρών, γυναικών και παιδιών/κοριτσιών ως προς τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς και τις διαστάσεις και διάφορες εκφάνσεις του φαινομένου της βίας κατά των γυναικών, από το οποίο καμία γυναίκα και κανένα κορίτσι δεν μπορεί να θεωρήσει ότι εξαιρείται.
Με την ετήσια διοργάνωση του φεστιβάλ αποσκοπούμε στην ανάδειξη διαφορετικών κάθε χρόνο και περιλάλητων περιπτώσεων άσκησης βίας κατά των γυναικών σε διάφορα σημεία του κόσμου, ώστε να γίνει ορατή η αθέατη πλευρά μιας πραγματικότητας που όλες οι γυναίκες –λίγο ώς πολύ– βιώνουμε. Θεωρούμε ότι η ανεπαρκής γνώση ως προς τα πολιτισμικά πιστεύω αφήνει περιθώριο για τη διαιώνιση της βίας κατά των γυναικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλές γυναίκες για παράδειγμα αγνοούν τους παρόντες και παρελθοντικούς αγώνες άλλων γυναικών για την επίτευξη και διατήρηση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, την οποία απολαμβάνουμε. Γι’ αυτό μέσω της ένταξης και της συμμετοχής μας σε ευρύτερα προγράμματα πολιτισμού έχουμε κατορθώσει να συμπεριλάβουμε στην κοινωνική μας αποστολή πολυάριθμους οργανισμούς και καλλιτέχνες (γυναίκες και άντρες) ανά τον κόσμο, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική και νέο περιεχόμενο στη διαμαρτυρία κατά της βίας προς τις γυναίκες, η οποία έχει αυξηθεί σε ανησυχητικό βαθμό τα τελευταία χρόνια, παρά τις πολυάριθμες σχετικές προσπάθειες κι εκστρατείες. Πεποίθησή μας είναι πως η πρόληψη συνιστά την καλύτερη αντιμετώπιση και πως η στοχευμένη προσπάθεια για τη διάσωση της αυτοεκτίμησης της γυναίκας μπορεί να σπείρει μέσα της σπόρους που θα ριζώσουν και θα βλαστήσουν, ώστε η καταγγελία της βίας να μη μένει χωρίς αντίκτυπο.
Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι ευκολότερο στα λόγια παρά στα έργα. Παρ’ όλα αυτά, αρθρώνοντας κανείς μια κραυγή από μελάνι κατά της βίας, βρίσκει, γράφοντας, τη δική του φωνή. Αυτό προσφέρει η ποίηση στις γυναίκες που συμμετέχουν στο κίνημά μας: μια πλατφόρμα όπου μπορούν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους για θέματα που για άλλους δεν παρουσιάζουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Πεποίθησή μας είναι ακόμη ότι οι μεγάλες αλλαγές είναι εφικτές μόνο με τη συμμετοχή όλων, γι’ αυτό και οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι, πέρα από εγωισμούς και μικρότητες, χάριν του κοινού συμφέροντος.
Πρεσβεύουμε ότι δεν υφίσταται ο ένας, ‘σωστός’ κι ενδεδειγμένος, τρόπος να περάσουμε το μήνυμά μας. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που συμμετέχουν στον αγώνα μας, αλλά χρειάζεται ακόμη περισσότερη δουλειά προκειμένου να φτάσουμε στις πιο ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Η κοινωνία, αναμφίβολα, είναι έτοιμη και διατεθειμένη να μας ακούσει. Ισχύει πως «ό, τι ισχύει για τον έναν ίσως να μην ισχύει για τον άλλο», ωστόσο είναι πολλές οι γυναίκες που καταφεύγουν στην ποίηση κατορθώνοντας μέσω αυτής να ξορκίσουν τους δαίμονές τους. Τη χρησιμοποιούν μάλιστα ως ‘θεραπευτικό μέσο’, το οποίο, καθώς το μοιράζονται με άλλες γυναίκες, συμβάλλει στη δημιουργία ενός συλλογικού οργάνου, όπου ο τρόμος δεν έχει πλέον καμιά θέση. Έτσι αναβλύζει η Κραυγή, ατόφια και ειλικρινής, από τα ίδια τα σωθικά μας.
Πάντα υπάρχει περιθώριο βελτίωσης και διεύρυνσης του διαλόγου ως προς την καταλληλότητα κι αποτελεσματικότητα των διαφόρων μέσων προς επίτευξη της μη-βίας. Η «Κραυγή γυναικών» είναι απαραίτητη ως τόπος διεξαγωγής αυτού του διαλόγου, αυτού του τόσο απαραίτητου διαλόγου. Εκ των πραγμάτων έχει περισσότερο νόημα να διακηρύττει κανείς τη δική του προσωπική εμπειρία απευθυνόμενος σε συγκεκριμένο κοινό που γίνεται αποδέκτης του μηνύματος της αλλαγής, παρά να διαχέει ένα μήνυμα άνευ περιεχομένου και δίχως συναίσθηση ενός σκοπού. Είναι ακριβώς αυτό το θάρρος που απαιτείται από τις γυναίκες που τολμούν να διηγηθούν σε ένα ποίημα την εμπειρία τους, εκείνο που κάνει τις γυναίκες που τις ακούν να αναλογιστούν τα δικά τους βιώματα. Αυτού του είδους την αλλαγή έχουμε ανάγκη: μια αλλαγή που πορεύεται μέσα σε όλους και όλες, φτάνοντας εν τέλει στις γυναίκες στις οποίες απευθύνουμε το μήνυμά μας. Πρόκειται για γυναίκες που αγαπούν τον εαυτό τους και κατ’ επέκταση τους γύρω τους, γυναίκες δυνατές και λιγότερο διαχειρίσιμες. Αυτός ο τρόπος έχει αποδειχτεί αποτελεσματικότερος στην περίπτωση της «Κραυγής γυναικών».
Η ποίηση εκτείνεται πέραν του ακτιβισμού. Η ποίηση μπορεί να εισχωρήσει στη συνείδηση των ανθρώπων και να μιλήσει στο συναίσθημα, επιτυγχάνοντας έτσι σπουδαία πράγματα. Παρά την καταπίεση που κάποτε υφιστάμεθα εμείς οι ποιητές και οι ποιήτριες, οφείλουμε να έχουμε συναίσθηση του γεγονότος ότι δεν πρόκειται να μας αποδοθεί δικαιοσύνη όσο μια γυναίκα που υφίσταται ενδοοικογενειακή βία, ένα κορίτσι που κακοποιείται από άτομο του οικογενειακού του κύκλου ή μια φοιτήτρια που έχει υποστεί βιασμό δεν κατορθώνουν να ανοίξουν το στόμα, να ορθώσουν το ανάστημα και την κραυγή τους και σταματήσουν μια για πάντα να ζουν στη σιωπή.
*Ομιλία της Γιαέλ Ουρίμπε, επικεφαλής του διεθνούς κινήματος και του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») στον Πολιτιστικό Σύλλογο της Μαδρίτης (Ateneo), Μάρτιος 2016.
Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη, εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα και υπεύθυνη της ελληνικής διοργάνωσης του φεστιβάλ.
Το διήμερο 4-6 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI – Mujeres Poetas Internacional), οργανωτικού φορέα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του διημέρου, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ άλλων συζητήσεις για την κατάσταση των γυναικών στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -στις οποίες ήταν αφιερωμένο το φετινό φεστιβάλ με τίτλο «Λουλούδια της ερήμου»-, παρουσιάστηκε η φετινή ομότιτλη ανθολογία ποίησης με αντίστοιχη θεματολογία, εγκαινιάστηκε έκθεση ζωγραφικής και παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι εκπρόσωποι του κινήματος από 32 χώρες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, κάτι που μέχρι τώρα ίσχυε μονάχα σε διαδικτυακό επίπεδο. Η εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολύ αξιόλογες προσωπικότητες από το Μεξικό, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μαρόκο, την Ελβετία κ.α. και τη δυνατότητα να ανταλλάξει ιδέες και απόψεις σχετικά με το κίνημα, ώστε να ισχυροποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ των εκπροσώπων και να γίνουν το κίνημα και το Φεστιβάλ ακόμη πιο δυνατά.
Στο επίσημο δείπνο-γκαλά που σηματοδότησε τη λήξη της 1ης Διεθνούς Συνάντησης του κινήματος, ορισμένες από τις διοργανώτριες και τους διοργανωτές του Φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και η Έλενα Σταγκουράκη, τιμήθηκαν από την επικεφαλής του κινήματος Γιαέλ Ουρίμπε (Jael Uribe). Για τη δραστηριοποίηση και την προσφορά της στο κίνημα και τη διοργάνωση του φεστιβάλ στη χώρα μας, η Έλενα, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νέου Πλανοδίου« έλαβε ένα αγαλματίδιο που παριστάνει μια γυναίκα με φτερά, καθώς και τον αντίστοιχο έπαινο.
Το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» ξεκίνησε το 2011 στη Δομινικανή Δημοκρατία κι έκτοτε εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και τον κόσμο. Το 2013 το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη Μαλάλα Γιουσαφζάι, στηρίζοντας την υποψηφιότητά της για το Νόμπελ Ειρήνης. Ένα χρόνο αργότερα, ο στόχος επετεύχθη. Το 2015, το Φεστιβάλ εντάχθηκε στους παγκόσμιους εορτασμούς της ΟΥΝΕΣΚΟ για το «2015: έτος φωτός». Φέτος, με τη σκιά του Ισλάμ να πέφτει βαριά τόσο στις ίδιες τις γυναίκες που το ασπάζονται, όσο και παγκοσμίως, το φεστιβάλ είχε έναν επιπλέον ρόλο να παίξει. Το Νέο Πλανόδιο στήριξε και τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ στην Ελλάδα.
Στο λόγο που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του γκαλά, η Σταγκουράκη τόνισε: «Ζούμε σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο εγωκεντρικός. Όπως είχε γράψει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, Νίκος Καζαντζάκης, ‘σήμερα που σαπίζει ο κόσμος, κι η ατιμία κι ο συμβιβασμός εξευτελίζουν και τις πιο γενναίες ψυχές, μία είναι η τακτική: Να ‘σαι ανένδοτος’. Έτσι κι εμείς, φίλες και φίλοι, παραμένουμε ανένδοτοι στον αγώνα μας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο και συνεχίζουμε αποφασιστικά τη διοργάνωση του φεστιβάλ ‘Κραυγή γυναικών’ για την επίτευξη του στόχου μας».
έχουν περάσει τέσσερις μέρες από τη μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες που ξεπέρασε εκείνη του Παρισιού, τόσο λόγω του αριθμού των θυμάτων, όσο –κυρίως– λόγω πρεστίζ του πλήγματος. Από τη μια, βλέπεις, ήταν χτύπημα αναμενόμενο, λόγος για τον οποίο η πόλη βρισκόταν εδώ και μήνες σε κατάσταση συναγερμού, από την άλλη, οι Βρυξέλλες είναι η έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Οργάνων της. Μάλιστα ένα από τα χτυπήματα πραγματοποιήθηκε –ειρωνικώ τω τρόπω– στα θεμέλιά τους: στον αντίστοιχο υπόγειο σταθμό του μετρό.
Όπως βλέπεις, λοιπόν, και εσύ διαψεύστηκες που έλεγες πως δεν θα με πετύχουν λόγω των συχνών μου μετακινήσεων, και εκείνοι που βιάζονταν να με ‘επιπλήξουν’ για το γεγονός ότι θεωρούσα τα μέτρα ασφαλείας κωμικά και ανώφελα. Το ίδιο κωμικά και ανώφελα θεωρώ τα σχόλια και τις απαιτήσεις των Βέλγων και όσων άλλων Ευρωπαίων τα βάζουν με τον Σουλτς και τον κάθε Σουλτς, απαιτώντας ασφάλεια ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ούτε ο Σουλτς ούτε κανένας άλλος μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι ο ανθρώπινος νους πάντα θα εφευρίσκει τρόπους δράσης και παράκαμψης των όποιων μέτρων, απαγορεύσεων, νόμων κ.ο.κ.
Well, Europe, welcome to the world! Λες κι έχουμε βαλθεί να νικήσουμε σε διαγωνισμό μυωπισμού, οι Ευρωπαίοι τα θέλουμε όλα δικά μας. Θέλουμε η Ευρώπη μας να είναι παγκόσμιος παίκτης, αλλά ταυτόχρονα να χαίρει μόνο των προνομίων μιας τέτοιας θέσης. Ε, λοιπόν, ήρθε ως φαίνεται η ώρα, η Ευρώπη να σταματήσει να είναι το όμορφο, ασφαλές, κλειστό στον εαυτό της χωριό που ήταν ώς τώρα και να γίνει μέρος του κόσμου. Τόσο το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, όσο και η τρομοκρατία δεν συνιστούν τάσεις, αλλά καταστάσεις που θα την αλλάξουν για πάντα. Όσα σύνορα και να κλείσουμε, όσο και να το αρνιόμαστε, δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Γιατί πολύ απλά, η ζωή και η ιστορία υπερβαίνει και τον άνθρωπο, και την Ευρώπη, ακόμη και τις ΗΠΑ, αυτόν τον ηγεμόνα που μετά τους ινδιάνους, τους Ρώσους, τους Αφρικανούς, τώρα τους Άραβες, και πάντα με την υπερκατανάλωση, ποιος ξέρει, ίσως από σφάλμα, ίσως ηθελημένα, καταφέρει επιτέλους ν΄ αφανίσει το ανθρώπινο είδος από προσώπου γης και ησυχάσει επιτέλους. Έτσι θα αποδειχθούν προφητικές και οι ταινίες τους. Άσε που, σε έναν κόσμο που έχει σχεδόν εφεύρει το αντίδοτο για το AIDS και διάφορες μορφές καρκίνου, και ο μέσος όρος ζωής έχει αυξηθεί κατά πολύ, ο νέος τρόπος ‘φυσικής’ εξισορρόπησης μπορεί να είναι η τρομοκρατία: η νέα μάστιγα του αιώνα.
Ο μυωπικός εγωκεντρισμός όμως εμφανίζεται και σε μικροκλίμακα: σε απόψεις που ακούγονται, σε ερμηνείες που δίνονται. Οι βόμβες, λέει, περιείχαν καρφιά για να προκαλέσουν περισσότερο πόνο στα θύματα. Δεν σκέφτεται άραγε κανείς ότι, πολύ απλά, μην έχοντας τον τρόπο να προμηθευτούν πρώτη ύλη για τους αυτοσχέδιους μηχανισμούς τους, π.χ. σίδηρο, χωρίς μάλιστα να δώσουν στόχο, οι τρομοκράτες την προμηθεύτηκαν όπου και όπως μπορούσαν; Ή μήπως δεν συνηθιζόταν αυτή η μέθοδος και στους ευρωπαϊκούς πολέμους, ελλείψει πολεμοφοδίων; Δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να εκμεταλλευτούμε το γεγονός για προπαγάνδα και για να ενδυναμώσουμε το μίσος.
Φλυάρησα, όμως, φίλη μου, κι εσύ θα θέλεις να μάθεις για το κλίμα εδώ, τους ανθρώπους, τη διάθεση. Είναι και το Πάσχα των καθολικών –όχι ότι το παίρνει κανείς είδηση, χωρίς στολισμούς, καμπάνες, και με ανοιχτά τα καταστήματα. Καταφέραμε να μην έχουμε πίστη, και μας φταίνε αυτοί που πιστεύουν. Καταφέραμε να μην ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό (και το ανάμεσό τους που λέει και ο ποιητής) και μας φταίνε εκείνοι που τα διαχωρίζουν σαφώς. Χθες περπατούσα στο δρόμο και μπροστά μου προπορεύονταν τρεις νέοι: ένα ζευγάρι γυναικών που περπατούσε χέρι-χέρι και δίπλα τους ένας φίλος τους, περισσότερο θηλυπρεπής και από τις δυο τους. Τον τελευταίο μήνα, ισάριθμοι με τους άντρες που με φλέρταραν ήταν ένας υπερήλικας, ένας παντρεμένος! ομοφυλόφιλος και μια λεσβία. Δικαιώματα έχουν και οι μεν και οι δε και όλοι, και ξέρεις πως τα υπερασπίζομαι. Βρίσκομαι όμως –ειδικά τώρα– στη μέση, να αναρωτιέμαι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, για την ακρίβεια, ποιον δικαιώνει η ζωή, ο κόσμος, η ιστορία –όπως θες πες το– και ποιον όχι. Μήπως φτάσαμε να είμαστε για γέλια (ή για κλάματα); Και αν αυτή ακόμη ήταν ανέκαθεν η συνθήκη του ανθρώπου, τώρα ένα παραπάνω.
Στο δρόμο, αλλά και μέσα από το σπίτι ακόμη, αντιλαμβάνομαι ένα μούδιασμα, κάτι που θα συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρώπη φαντάζομαι. Ειδικά το επόμενο πρωί της επίθεσης, ήταν σαν να είχε χιονίσει: μια αλλόκοτη ησυχία, ήχοι μουντοί, σαν μέσα από αφρολέξ ηχομόνωσης, ενώ η κίνηση στους δρόμους –από αυτοκίνητα και πεζούς–, ήταν κανονική. Μάλιστα, οι πεζοί έμοιαζαν περισσότεροι, αποφεύγοντας μάλλον τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Περισσότερο από τις μεσίστιες σημαίες στα Ευρωπαϊκά Όργανα και τα κρατικά κτίρια, αλλά και το μαύρο κορδελάκι πένθους στο Γούγλη, είναι κυρίως οι ‘μικρές’, εξατομικευμένες κι αυθόρμητες εκδηλώσεις εκείνες που αποτυπώνουν το γενικότερο αίσθημα: οι βέλγικες σημαίες που ξεφύτρωσαν από παράθυρα, η δεμένη κόμπο σημαία στο απέναντι μπαλκόνι ή το σημείωμα στην είσοδο μιας κάβας!, με μια καρδιά στα χρώματα του Βελγίου να αιμορραγεί: «Είμαστε μαζί σας!» Απ’ ό,τι φαίνεται, το κρασί δεν κατορθώνει ούτε ν’ ανυψώσει τα πνεύματα ούτε να παράσχει –έστω πρόκαιρη– λήθη.
Κι όχι μόνο αυτό. Το μεσημέρι εκείνης της Τρίτης κοιτούσα έξω από την τζαμαρία του Κοινοβουλίου. Μια λευκή και μια ροζ. Οι αμυγδαλιές εξακολουθούν να ανθίζουν. Χθες και σήμερα τα χαράματα με ξύπνησε έξω από το παράθυρο ένα πουλί που καλωσόριζε κελαηδώντας την αυγή. Έρχεται η άνοιξη. Λίγο πριν, όπως και χθες το απόγευμα, πέρασα από τον ίδιο δρόμο. Χθες, με προσπέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα –τόσο που έλεγα πως θα τιναχτούν οι ρόδες στο παλιό πλακόστρωτο– τρία περιπολικά και στη συνέχεια χωρίστηκαν στη διχάλα του δρόμου. Λίγο παραπάνω, τα ανυποψίαστα μάτια μου είδαν πως είχαν αποκλείσει το στενό και οι αστυνομικοί πραγματοποιούσαν έφοδο. Σήμερα, στο ίδιο σημείο, μια άλλη πομπή, με επαναλαμβανόμενες κόρνες. Στον ήλιο στραφτάλιζε το λευκό νυφικό της μουσουλμάνας νύφης και τα βαμμένα με χένα χέρια της εξείχαν από την οροφή της μερσεντές και χόρευαν –χόρευε ολόκληρη στο πίσω κάθισμα. C’ est la vie…
… μέσα μου κατοικεί μια κραυγή κάθε νύχτα πετιέται έξω κοιτάζοντας με τ’ αγκίστρια της για ν’ αγαπήσει κάτι… ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ
Θέλω να ευχαριστήσω το «Νέον Πλανόδιον» γι’ αυτή την ευγενική χειρονομία τιμής προς την ποίησή μου. Και επίσης τις ποιήτριες και τους ποιητές που θα απαγγείλουν απόψε ποίησή μου εξ αφορμής της 8ης Μαρτίου, ημέρας τιμής και γιορτής προς τη γυναίκα παγκόσμια και όχι μόνο προς τη γυναικεία ποίηση.
Κάνοντας μια μικρή παρέκβαση θα ήθελα να παρατηρήσω ότι τα αίτια της δραματικής προαιώνιας καταπίεσης του θηλυκού προσώπου, είναι ακριβώς τα ίδια που οδήγησαν στην φοβερή κόπωση, του ανδρικού κόσμου – του ανδρικού προσώπου. Η ίδια η ζωή είναι εκείνη που ίσως θα εξανθρωπίσει αυτή τη σχέση γέρνοντας προς την ποιητική πλευρά του κόσμου που ξέρει μοναδικά εκείνη να καταδύεται, αναδυόμενη. Όμως σήμερα, δε μας σώζει ούτε η ποίηση, ούτε το δωμάτιό μας. Γιατί έρχονται τα γεγονότα απέξω και σπάνε τα τζάμια. Οι βαμμένες με αιμάτινο κόκκινο πόρτες της Αγγλίας. Και τα παιδιά μισοπνιγμένα – μισοζωντανά στο Αιγαίο να χάνονται – να μη τα σώζει το κλάμα της ποίησης. Και τότε τί; Τι σώζει η ποίηση; Μας σώζει από τους ανθρωποφράχτες;
Μόνο ένας πανανθρώπινος θυμωμένων ψυχών και σωμάτων ξεσηκωμός, θα έσωζε τον κόσμο από τα τερατώδη κύματα της βαρβαρότητας. Γιατί η ποίηση είναι ποίηση, αλλά ένας νέος ανθρωπισμός αφορά όλους εκείνους που πάτησαν τις νάρκες του ανδρικού κόσμου – ενός δύσμορφου, συνθλιβόμενου κόσμου. Τότε, στα πίσω καθίσματα της ιστορίας, έκπληκτα έντρομοι, αφουγκραζόμαστε αυτό που πεθαίνει. Που ποτέ δεν θα γίνει τέχνη.
Η ποίηση, το ποίημα, είναι το εναντίον. Και μαζί ένα μόνιμο τραύμα.
Ο αναγνώστης το θεάται, το ανιχνεύει. Θεάται τις ανοιγμένες φλέβες της ποίησης – αρχίζει μια υπόγεια συνομιλία. Το ποίημα, βρίσκεται ήδη μέσα στο δράμα. Αυτό που ψιθυρίζει είναι το ρίγος του. Και αυτό είναι το ήθος του.
Το ποίημα πονάει. Έτσι μας αποκαλύπτεται αν διαπλεύσουμε το σκοτάδι του. Ξαφνικά συνταράσσεται από τη ρήση του Ρεμπώ, «εγώ είναι ένας άλλος…» όταν ο ποιητής γίνεται ένας τρίτος… Τότε ο Βύρων Λεοντάρης θα γράψει «… αυτά που λέω, είναι η σιωπή μου. Αυτά που γράφω, είναι το σβήσιμό μου». Ή ο Τάσος Λειβαδίτης «… υπάρχουν μερικοί που παραδόξως νομίζουν πως είμαι εγώ, ας τους αφήσουμε στην πλάνη τους». Ή ο Αλέξης Τραϊανός, «Απουσία εμένα από εμένα…». Ενώ η Μαρία Πολυδούρη θα πει: «πως ήμουν έτσι ανάρμοστα βαλμένη εγώ στην πλάση σα ριγμένη…».
Γι’ αυτό η αγωνία της ποίησης δεν κοινωνικοποιείται σε ανταγωνιστικά ρινγκ. Στην ποίηση το άλμα, πρέπει να μείνει μ ε τ έ ω ρ ο. Δεν μπορεί να γίνει εμπόριο – να γεμίσει το στήθος της κουρέλια και άχρηστα αισθήματα. Έτσι που η ονειροπόληση να μοιάζει θανατική καταδίκη.
Η ποίηση είναι έτσι κι αλλιώς πολιτική πράξη. Είναι μια πράξη ανατροπής. Ένα πολιτικό ποίημα είναι μια πράξη ανατροπής, το ίδιο φλογερή, όσο και ένα ερωτικό ποίημα.
Κι ας αφήσουμε ελεύθερο αυτό τον παραστρατημένο, τον φανταστικό στίχο, να το σκάσει από το ποίημα αναγκάζοντας τις λέξεις, να γίνουν, ζωή.
Ο Η Ε *
Από επανάσταση σε επανάσταση άλλη πατρίδα κι ας τρέμαν της Ιτίλντα τα μαλλιά ιδρώνοντας στο μέτωπό μου κι από κρυψώνα σε κρυψώνα εκρήξεις μυστικές στον ουρανό μου αλλά αφόρμησε επάνω μου η ζωή και κοντινοί και μακρινοί οι ίσκιοι των συντρόφων – parlami d’ amore Mariu…
Μια μέρα ολόκληρη η ενέδρα ήταν στημένη … μία και δέκα μετά μεσημβρίαν στο πλυσταριό του Βαγιεγκράντε με την πλάτη στον τοίχο ακουμπισμένη έτσι πεθαίνει η ομορφιά κι η ουτοπία μισόγυμνος κι ασάλευτος στο ράντζο πως επιτέλους ξεψυχώ πως φεύγω… πάρα πολύ αθώος για νεκρός
μπήκε πια και επίσημα ο Μάρτιος. Μήνας της γυναίκας, της ποίησης, των εκδηλώσεων, των συζητήσεων σε στρογγυλή τράπεζα, των βιβλιοπαρουσιάσεων και των ταξιδιών, ο «τρελός» μήνας του χρόνου. Να μπορείς να φανταστείς τον πυρετό μου, πυρετό που παρ’ όλ’ αυτά θα επιθυμούσα –αλλά μάλλον αντικειμενικά δεν θ’ άντεχα– όλη τη χρονιά; Αλλά και πάλι, μεγάλες –και συχνά άγνωστες στον ίδιο– οι αντοχές του ανθρώπου.
Και σε όλα αυτά, προστίθενται η τραγωδία του μεταναστευτικού και ο τρόμος της τρομοκρατίας. Θαυμάζω τους ανθρώπους που άφησα πίσω και βρίσκουν το κουράγιο να αντικρίζουν καθημερινά εικόνες, να ακούν αριθμούς, κυρίως να βλέπουν πρόσωπα και μάτια. Ανάμεσά τους κι εσύ. Απ’ αυτά είμαι κάπως προστατευμένη. Λίγο η ξενιτιά, λίγο οι υποχρεώσεις, λίγο η ‘λογοκρισία’, το περνάω ελαφρά. Το δεύτερο όμως είναι εκείνο που δεν μου χαρίζεται, κάτι που ευτυχώς δεν έχει να αντιμετωπίσει άμεσα η Ελλάδα.
Ξέρεις ότι το φεστιβάλ φέτος για τη βία κατά των γυναικών είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του μουσουλμανικού και αραβικού κόσμου. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ λοιπόν να εκλάβω τα αιτήματα ‘φιλίας’ από τον Αλή, τον Μοχάμεντ και άλλους άντρες με αραβικά ονόματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αιτήματα που ξαφνικά φέτος λαμβάνω σχεδόν καθημερινά. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ να εκλάβω το γεγονός ότι οι προθέσεις τους κάθε άλλο παρά φιλικές είναι, τη στιγμή που υπερασπίζομαι τα δικαιώματα των γυναικών· πλασμάτων –κατά τη γνώμη τους– υποδεέστερων και ακάθαρτων που αξίζουν τη στέρηση μόρφωσης, την εξαφάνιση πίσω από μπούρκες και νικάμπ, τον ακρωτηριασμό του ποδιού επειδή φάνηκε ο αστράγαλος ή το λιθοβολισμό για δήθεν αδικήματα. Τίποτα. Πατώ το κουμπί «διαγραφή» και συνεχίζω. Πώς να γίνω φίλη με κάποιον, για τον οποίον δεν υπάρχω;
Αύριο μία από τις εκδηλώσεις στο Κοινοβούλιο αφορά το ρόλο των γυναικών στην καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας. Ενθουσιάστηκα. Σε απορημένο σχόλιο φίλου, που θα γινόταν ίσως ακόμη περισσότερο αν διάβαζε τις προηγούμενες αράδες, απάντησα έμμεσα. Ποιος ο λόγος της απορίας; Τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν το ίδιο και ο αγώνας είναι ο ίδιος είτε για τη μουσουλμάνα που δέχεται βία από το σύζυγό της είτε για τον μουσουλμάνο, τον οποίο στη δύση απορρίπτουν ή αποφεύγουν ως ενδεχόμενο τρομοκράτη. Σήμερα μάλιστα το ’νιωσα στο πετσί μου. Συνήθως, όπως σου έχω ξαναγράψει, με περνούν για Ισπανίδα. Δεν ξέρω όμως τι συνέβαινε στο κεφάλι της γυναίκας σε κατάστημα οπτικών –οπτικών!– σήμερα το πρωί και κοιτούσε μια εμένα και μια την ομπρέλα μου, λες και κρατούσα καλάσνικοφ. Τα φώτα του καταστήματος αναμμένα, η πόρτα όμως κλειδωμένη· πηγαίνοντας ν’ ανοίξω, αντιστέκεται· συναγερμός ειδοποιεί για την άφιξή μου, ο μεγάλος καφετής σκύλος με κοιτάζει ωστόσο αδιάφορος από το εσωτερικό και πίσω μου εμφανίζεται η μικροκαμωμένη πενηντάρα υπάλληλος. Αφού ξεκλειδώνει, μπαίνουμε και τη ρωτάω, χαίρεται που δεν μπορεί να με εξυπηρετήσει, εξακολουθεί να με σκανάρει καχύποπτη, κρατάει από το περιλαίμιο το σκύλο –για να μη φύγει;–. Μπορεί το πρόβλημα να ήταν προσωπικής φύσης ή να ευθύνεται το γεγονός ότι το κατάστημα βρισκόταν σε στοά ή οτιδήποτε άλλο, ωστόσο τα όσα μας περιβάλλουν με οδήγησαν σε αυτή τη βιαστική ίσως ανάγνωση. Τουλάχιστον μπήκα στη θέση των γυναικών και αντρών που επειδή φορούν μαντήλα ή είναι απλώς πιο μελαχρινοί, τυγχάνουν αντιμετώπισης εξωγήινου.
Στο σημερινό κόσμο όλα μοιάζουν να σε διώχνουν. Η Ελλάδα διώχνει τους νέους της, η Ανατολή τους ανθρώπους της, ο ίδιος ο πλανήτης μοιάζει να μας ξερνάει κι εμείς στέλνουμε αποστολές στο διάστημα αναζητώντας ένα ‘Αλλού’. Μάλλον από τον ίδιο του τον εαυτό επιδιώκει να δραπετεύσει ο σημερινός άνθρωπος, αλλά είναι αγώνας μάταιος.
Σε φιλώ, Ε.
ΥΓ: Ελπίζω, όπως και τα φάρμακα, να κρατάς τα γράμματά μου μακριά από τα παιδιά.
6ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών “Grito de Mujer” ‘Λουλούδια της ερήμου’
6.000 γυναίκες υφίστανται ετησίως ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων. Στις χώρες του αραβικού κόσμου η μητρική θνησιμότητα ανέρχεται στο 60%, ενώ σε πολλές χώρες του Κόλπου οι γυναίκες δεν έχουν καν πολιτικά δικαιώματα και θεωρούνται βάσει της σαρίας άνθρωποι δευτέρας κατηγορίας και λιθοβολούνται δημοσίως.
Συνεπές στο ραντεβού του για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Γυναικεία κραυγή», με το ξεκίνημά του στη Δομινικανή Δημοκρατία το 2011, πραγματοποιείται και το φετινό Μάρτιο στην Ελλάδα, υπό τη διοργάνωση του περιοδικού λόγου, κριτικής και ιδεών Νέο Πλανόδιον. Φέτος, με τον τίτλο ‘Λουλούδια της ερήμου’, το φεστιβάλ αφιερώνεται στις γυναίκες του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου.
Σπουδαίο γεγονός της φετινής διοργάνωσης συνιστά η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών, ιδρυτικού φορέα του Φεστιβάλ, η οποία θα διεξαχθεί στη Μαδρίτη. Εκεί, στις 5 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί η επίσημη έναρξη του Φεστιβάλ, από κοινού για όλες τις χώρες. Την Ελλάδα θα εκπροσωπήσει στη συνάντηση αυτή η εκπρόσωπος του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη.
Στην Ελλάδα η πρώτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 10 Μαρτίου στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5, αίθριο στοάς) στις 20:00μμ, με εκδήλωση προς τιμήν της Ελληνίδας και, πρόσφατα βραβευμένης, ποιήτριας, Ζέφης Δαράκη, στην οποία θα συμμετέχουν οι ποιητές Θωμάς Ιωάννου, Κώστας Κουτσουρέλης και οι ποιήτριες Λένα Καλλέργη, Δώρα Κασκάλη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Νεκταρία Μενδρινού και η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη. Θεατρικό αναλόγιο από τη Νάνα Παπαδάκη.
Επόμενη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 17 Μαρτίου στο Booze Cooperativa (Κολοκοτρώνη 57) στις 20:00μμ, όπου θα παρουσιαστεί η ποιητική ανθολογία του φεστιβάλ „Grito de Mujer“, με ποιήματα Λατινοαμερικανίδων ποιητριών μεταφρασμένα στα ελληνικά και κείμενα του Εδουάρδο Γκαλεάνο. Στην εκδήλωση θα συμμετέχουν ο ποιητής Βασίλης Ζηλάκος, οι ποιήτριες Άννα Γρίβα, Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Ηρώ Νικοπούλου, Ελένη Τζατζιμάκη και Ελευθερία Τσίτσα. Προβολές ταινιών στις 18 Μαρτίου (18.00 Υπηρέτριες, 20:00 Λουλούδι της ερήμου,) και 19 Μαρτίου (18:00 Κοτόπουλο με δαμάσκηνα, 20:00 Περσέπολις) στη Βιβλιοθήκη Βολανάκη (Στουρνάρη 11, Εξάρχεια).
Στο φεστιβάλ εντάσσεται για όλο το μήνα Μάρτιο και η παράσταση «Ερωμένες στον καμβά» της Σοφίας Καψούρου στο Τρένο Ρουφ (βλ. πλήρες πρόγραμμα εκδηλώσεων).
Διήμερο εκδηλώσεων θα πραγματοποιηθεί και στην Κίσαμο Χανίων, στο Δημαρχείο Κισάμου, με τη συμμετοχή του Φιλολογικού Συλλόγου Κισάμου. Στις 18 Μαρτίου θα πραγματοποιηθεί λογοτεχνική εκδήλωση με μέλη του Φιλολογικού Συλλόγου και προσκεκλημένο ομιλητή τον μαιευτήρα-γυναικολόγο, εξειδικευμένο στην εμβρυική ιατρική και υπεύθυνο του τμήματος εμβρυικής ιατρικής του κέντρου “ΕΛΕΥΘΩ Ο.Ε”, Χάρη Μπατάκη. Στις 19 Μαρτίου θα προβληθεί η ταινία «Ποτέ χωρίς την κόρη μου».
Τεχνική υποστήριξη: Γιάννης Κατάκης
Οργάνωση: «Νέο Πλανόδιον» και ελληνικό τμήμα φεστιβάλ (Έλσα Κορνέτη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λένα Καλλέργη, Άντζυ Κορρέ, Έλενα Σταγκουράκη)
ακόμη δεν βγήκαν καλά-καλά οι καρδούλες από τις βιτρίνες και γέμισε το σύμπαν αυγουλάκια και λαγούδια. Το πρωί μάλιστα, προσπέρασα στο δρόμο –πεταμένο στην άκρη του πεζοδρομίου, στο κέντρο της πόλης– και ένα μικρό έλατο, ζωντανό ακόμη. Χριστούγεννα, Βαλεντίνοι, απόκριες, Πάσχα, όλα ένας σωρός χάριν του παντοδύναμου θεού. Έλα τώρα, μη με ρωτάς τα αυτονόητα.
Χθες βράδυ πήρα κατ’ εξαίρεση το λεωφορείο, με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Η πόλη φαινόταν όμορφη, με τα φωτισμένα γραφεία στα πολυώροφα κι ασύμμετρης αρχιτεκτονικής κτίρια. Τα φώτα του δρόμου δυνατά, σε στύλους αρ νουβώ. Να μου πεις, ακόμη και η Αθήνα μοιάζει όμορφη τη νύχτα. Ίσως είναι που δεν φωτίζεται τόσο καλά.
Σε κάποια στάση, μαζί με άλλους, ανέβηκε κι ένας αλαφροΐσκιωτος, όχι εκ φύσεως, παρά λόγω της επήρειας ναρκωτικών ουσιών. Την επιβίβασή του την αντιληφθήκαμε εκ των υστέρων, όταν ξεκίνησε το παραλήρημά του. Τι σου έλεγα; Το δίγλωσσο παραλήρημά του, μισά αγγλικά, μισά γαλλικά. Μια φράση του στα αγγλικά με έκανε να θυμηθώ κάποιο αγγλόφωνο τραγούδι. “Κnocking on heaven’s door”; Μη βρίσκοντας τους σωστούς στίχους ή φοβούμενος πως δεν γίνεται κατανοητός ή ίσως πάλι απλώς για να ενδυναμώσει το μήνυμα που ήθελε να περάσει, αποφάσισε να καταφύγει στη βοήθεια της ηλεκτρονικής συσκευής του. “We are the world, we are the children… So let’s start giving”. ‘Για δες!’ σκέφτηκα, και θυμήθηκα ένα άλλο απόγευμα, στη Βιέννη, όταν, μπαίνοντας στο σπίτι, αντίκρισα τον εννιάχρονο Ελίας να τραγουδάει μόνος του στο σπίτι καραόκε, με ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο: “Life is life! Na na na na na, life is life!” Από το στόμα ενός καχεκτικού αγοριού, χωρίς μαλλιά.
“We are the world, we are the children” επιμένει ο συνεπιβάτης μου και με επαναφέρει στο τώρα. Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω πολύπλοκες γυάλινες εισόδους κτιρίων, απόρθητες. ‘Για δες τι κάνει ο σημερινός κόσμος στα παιδιά’, σκέφτομαι. ‘Για να μπορέσουν να τον αντέξουν, πρέπει εκείνα να βρίσκονται αλλού’. Κοιτάζω έξω από το τζάμι. Στο στύλο με τον προβολέα στο χείλος του δρόμου, ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις· πέντε κάμερες ‘ασφαλείας’.
απολογούμαι. Ξέρω, έχω μέρες να σου γράψω, όμως νοερά βρίσκεσαι πάντα δίπλα μου, όπου πηγαίνω, φαντάζομαι τους διαλόγους μας και είναι σαν να τα ξέρεις ήδη όλα.
Σάββατο σήμερα και, ως μη ημέρα γραφείου, ιδανική μέρα για εξερεύνηση της πόλης, πάντοτε χωρίς χάρτη και με μόνο οδηγό τις αισθήσεις: κυρίως την όραση, την ακοή, την όσφρηση και εκείνο το αίσθημα στο στομάχι που δίνει το πράσινο ή το κόκκινο φως. Άφησα λοιπόν για λίγο τη δουλειά στην άκρη (επίτηδες απέφυγα παραπάνω το ‘μη εργάσιμη’, φευ!) και ξεχύθηκα στην πόλη, απέναντι στην οποία έχω εξίσου χρέος.
Πως με περνούν για Ισπανίδα δεν με ξαφνιάζει ούτε είναι κάτι που βιώνω για πρώτη φορά. Στη Γερμανία, την Αυστρία και αλλού, με ρωτούσαν συχνά για την ισπανική τάχα προέλευσή μου, προσδοκώντας μια καταφατική απάντηση, με αποτέλεσμα να εκπλήσσονται. Εδώ όμως –καθότι τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται– ξεκινούν κατευθείαν να μου μιλούν στην υποτιθέμενη μητρική μου γλώσσα. Όχι στο Κοινοβούλιο, όπου ούτως ή άλλως όλοι είναι το λιγότερο τρίγλωσσοι (ο παράδεισος του μεταφραστή), αλλά στο δρόμο ή σε καταστήματα, όπου ρωτώντας στα αγγλικά για πληροφορίες, λαμβάνω συχνά την απάντηση στα ισπανικά. Καθόλου δε με νοιάζει, αντιθέτως, ευγνωμονώ τη δύναμη που με έσπρωξε στη γλώσσα της Ισπανίας, κυρίως δε της Λατινικής Αμερικής, διαφορετικά, με τα γαλλικά, άκρη δεν θα βγάζαμε.
Η καλύτερη όμως σημερινή μου συνάντηση ήταν σε ένα υπαίθριο παζάρι παλιών και μεταχειρισμένων αντικειμένων, από την κάτω μεριά του Μεγάρου της Δικαιοσύνης. Οι πάγκοι ελάχιστοι, κυρίως κούτες και πανέρια με λογής-λογής πράγματα πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας: έπιπλα, κορνίζες, πορσελάνες, αγαλματίδια του Βούδα πλάι σε ελληνορθόδοξες εικονίτσες και φιρμάνια και αναρίθμητες ασπρόμαυρες φωτογραφίες γάμου και οικογενειακές του 19ου αιώνα, που μ’ έκαναν να δώσω δίκιο στον Κάφκα για την ανάγκη καύσης τους μετά θάνατον. Σε αντίθεση με τη Νάσμαρκτ της Βιέννης, πολλά ήταν εδώ τα εκθέματα αφρικανικής προέλευσης, ειδώλια και μάσκες, από εκείνες που μου αρέσει πολύ να παρατηρώ και να τις φαντάζομαι να χρησιμοποιούνται από το γηγενή πληθυσμό, αλλά τις οποίες δεν θα τολμούσα ν’ αγοράσω για το σπίτι.
Την προσοχή μου τράβηξε αυτόματα ένα κοκάλινο χτένι με σκαλισμένες δυο κεφαλές στο πάνω μέρος, η μια να βλέπει προς την ανατολή και η άλλη προς τη δύση. Πανέμορφο και παλιό, με δυο ακίδες σπασμένες στο τελείωμά τους. «Από ελεφαντόδοντο», με διαβεβαίωσε ο ευγενικός Αφρικανός πωλητής στα αγγλικά, και μου όρισε την τιμή του. Στην αυθόρμητη έκπληξή μου για το ύψος της, επανέλαβε τα του υλικού που θα προτιμούσα να μη σκέφτομαι. Τελικά το χτένι το πήρα στο ένα τρίτο της αρχικής τιμής, κυρίως χάρη στην ευγένεια του πωλητή. «Από πού είσαι;» με ρωτά. «Ελλάδα» απαντάω. Η επόμενη ερώτησή του με αποσβολώνει: “You, transit?” Και δεν με εξέπληξε τόσο η φυσικότητα με την οποία με ρωτούσε αν ήμουν περαστική από την Ελλάδα ή τώρα από εδώ. Το συγκλονιστικό είναι ότι πράγματι δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Θες από απόγνωση, θες από ελπίδα, θες από προοικονομία, του απάντησα με το γνωστό μου πείσμα: «Είμαι εδώ.» Και, σαν για να του το αποδείξω, του υποσχέθηκα πως θα επισκεφτώ ξανά τον πάγκο του σύντομα.
Σε γλυκοφιλώ, Έλενα
ΥΓ: Μην ξεχνάς να με κρατάς ενήμερη για τα της υγείας σου. Φίλησέ μου τα παιδιά.