Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

Θάνατος; Πολύ κακόν! Νά η ετυμολογία:
Θάνατος εκ του θάνατος. Νά και η ετοιμολογία!

Άπιαστος και σε τοίχο φυλακής ακόλλητος
εγκληματεί ο θάνατος παντού και πάντα ακώλυτος.

Προς τι η δόξα και η ισχύς, το κάλλος και η ρώμη;
Όλοι οι δρόμοι οδηγούν προς μίαν θανάτου Ρώμη.

Καλά κάνει ο κύκλος που είναι τελείως άγωνος,
αλλά γιατί ο θάνατος να είναι τόσο άγονος;

Δεν είναι έξαρση, σοφία ή ποίηση,
ο θάνατος είναι απλώς του κόσμου η διαπύηση.

Βέβαια ο χοίρος και ο βους, και άλλοι όπως ο πώλος
δεν ξέρουν πως ο θάνατος είναι του βίου ο πόλος.

Ακούει από τ’ αυτιά που έχουνε οι τοίχοι,
βλέπει τα πάντα καθαρά μέσα από κάστρων τείχη
και φτιάχνει όπως τού ’ρχεται του καθενός την τύχη.

Δεν ωφελεί κι αν διπλοκλειδωθεί η θύρα
όταν εξέρχεται ο θάνατος για θήρα.

Όπως κι αν ερευνάται, με φόβο ή αδειλία,
δεν εξηγείται του θανάτου η αδηλία.

Κάθε θνητός φέρει ως γνωστόν δύο μοιραίας πήρας,
κι είν’ του θανάτου αμφότερες, το ξέρουμε εκ πείρας.

Όπως ποτέ ο διάβολος δεν εμφανίζεται άκερως,
έτσι ακριβώς κι ο θάνατος δεν είν’ ποτέ του άκαιρος.

Χωρίς γεννήσεις θα ’τανε ο κόσμος μας κενός,
παμπάλαιος ο θάνατος και πάντοτε καινός.

Έστω κι αν λάμπει της νεότητος η ηώς,
μπορεί να επενεργήσει του θάνατου ο ιός.

Είτε διχόνοια κυριαρχεί είτε ενότης
ίδια και αμετάλλακτη του θάνατου η αινότης.

Ελευθερία ή θάνατος, λένε κάποιοι με βιά,
υπάρχει από τον θάνατο χειρότερη σκλαβιά;

Ασύδοτος ο θάνατος, παίρνει παντού, δεν δίνει,
προσέξτε μην του πέσετε απρόσεκτα στη δίνη.

Αν προσπαθήσεις να σωθείς κρυβόμενος στη Μήλο,
θα αλεσθείς επίσης στου θάνατου τον μύλο.

Όπου κι αν καταφύγεις, ακόμα και στη Θήρα,
δεν θα ’βρεις για τον θάνατο απαραβίαστη θύρα.

Κι αν μετοικήσεις πονηρά στην πιο ακραία κώμη
σε ξετρυπώνει ο θάνατος, σ’ αρπάζει από την κόμη
και σε κολλάει στη σέλλα του στερεά με σούπερ κόμμι.

Έστω και ναυτιλλόμενον βαθιά σε πλοίου κύτος
σε χάβει άκοπα αν πεινά του θάνατου το κήτος,
ήγουν, τουτέστιν, δηλαδή, με άλλους λόγους ήτοι
το ίδιο κήτος θα σε βρει αν είσαι και στην Οίτη.

Η ανακάλυψή σου και στην κορφή την πιο ψηλή
δεν απαιτεί απ’ τον θάνατο δουλειά πολύ ψιλή.

Κι αν σ’ έκρυβαν Κουρήτες σε σπήλαιο στην Ίδη
ή όποια άλλα προστατών ξεγυρισμένων είδη,
αν σε ζητάει ο θάνατος ξέρει πού είσαι ήδη.

Σου λέει «εις υγείαν» και σου προσφέρει διάλυμα,
μόλις το πιεις φινάλε και όχι απλώς διάλειμμα.

Επίφοβα συμβολικόν και είναι πάντα οίον
κάλεσμα όταν σου δωρεί ο θάνατος εν ίον.

Θα νιώσεις σαν οδυνηρή εγχείρησι
της τελικής προσκλήσεως την εγχείρισι.

Μια τέτοια πρόσκλησι με τελικό γιώτα ή ήτα
δεν είναι βέβαια για καλό, ακολουθείται είτα
από τη νίκη εκείνου και τη δική σου ήττα.

Δεν ξέρει από ευγένειες και δεν σου κάνει υπόκλισι,
μα με το μαύρο κλύσμα του θανατερή υπόκλυσι.

Δεν νοιάζεται ο θάνατος για εποχή ή κλίμα,
σε τρώει όπως ο γάιδαρος, κι ας είσαι στραβό κλήμα.

Είσαι ανδρείος ή Άνδριος, κρείττων ή Κρητικός,
ενώπιον του θανάτου να μην είσαι κριτικός.

Κάθε συνάνθρωπός σου είναι με σένα ομότυχος
και πλάι σε όλους κατοικεί ο θάνατος ομότοιχος.

Μην έχεις περιέργεια, ακόμα και ως δείγμα
απόφυγε να (δι)αισθανθείς το του θανάτου δήγμα.

Δεν σε γλιτώνει ούτε η σοφία ούτε το κάλλος
άμα σου σφίξει τον λαιμό του θάνατου ο κάλως.

Θα ’ναι φύσει αδύνατον ν’ αποτολμήσεις πάλι
εκείνην με τον θάνατο την τελευταία πάλη.

Εξόδευσες πάρα πολλά απλώς για ευφορία,
καταχρεώθηκες στου θάνατου την εφορία.

Άσε τα κόλπα τα χαζά, βλέπει πως είσαι ιδιώτης,
αυτή είναι του θανάτου η κύρια ιδιότης.

Έρχεται πάντοτε διψών, σε θέλει μόνο, ίνα
σου απορροφήσει τη ζωή ως την εσχάτη ίνα.

Γεωλογικώς παράδοξον, αλλ’ έτσι είναι ο όρος,
ακινητείς και σου ’ρχεται του θάνατου το όρος.

Με το κελάηδισμα πουλιών δεν πρέπει να κακιώνεις,
μόνο αν κρώξει κάποτε στη στέγη σου ο γκιώνης.

Τέλη του χρόνου, Χριστουγέννων έλατον
κάνει το νήμα της ζωής σου έλαττον.

Όσο κι αν η εύστοχη ρίμα σε γοητεύει,
θ’ ακούσεις «Πες αλεύρι, ο Χάρος σε γυρεύει».

Η διάθεσή σου θα ’ν’ σαφής και όχι πια μικτή,
αν σε κοιτάξει ο Χάρος λίγο ασκαρδαμυκτί.

Θεωρείται αξιόποινη παράλειψη
της ουρανίας κλήσεως η μη παράληψη.

Σαν νά ’ναι η κεφαλή σου για λίγο ακόμα έξαλος
θα νιώθεις τελευτώντας και θα στενάζεις έξαλλος.

Οριστικώς θ’ απαλλαγείς των παντοφλών
εξαπλωμένος και το χρέος σου εξοφλών.

Ως επί βράχων ορεινών, ίσως και παρακτίων
θα νιώθεις κάτι το σκληρόν το χρέος σου εκτίων.

Θα είσαι ήδη οδοιπορών στα μέρη του αβάτου
όταν θα κείτεσαι απορών επί νεκροκραββάτου.

Δεν συγκρατείσαι πια ούτε με λάσον
φεύγων δρομαίως και τον βίον μεταλλάσσων.

Θα ερωτάς ψυχορραγών για το dum spiro spero:
Πώς να το πω που την ψυχή μου σπείρω και ασπαίρω;

Δεν ωφελεί όποια ωραία αναπόλησι
άμα θ’ αρχίσει της ζωής σου η αναπώλησι.

Δεν σε γνωρίζουν πια απ’ του σπαθιού την κόψη
του αναποτρέπτου τέλους σου εν όψει.

Ποιος ξέρει αν θα καρφιτσωθεί απλώς ή αν θα ραφτεί
το σάβανό σου την ημέρα τη γραφτή;

Θα σου φανεί εκείνη τη στιγμή άνευ λαβής
η ερώτηση αν πιστεύεις ή είσαι ανευλαβής.

*

*