*
ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ
Σεντόνι βγάλανε σ’ ένα καλάθι
στα παλιατζίδικα, οδός Τοσίτσα.
Διπλό και μόνο του, σαν καλογρίτσα
Βαρδάρης έπιασε, θα κακοπάθει.
Φορά είναι πρώτη του, δεν έχει μάθει.
Κρυβόταν ήσυχα στην ντουλαπίτσα
ή στο κρεβάτι τους, που ήταν φωλίτσα
και του έρωτά τους βαστούσε πάθη.
Χέρια τ’ αρπάζουνε, το ξεδιπλώνουν.
Το καλοβλέπουνε μην γίνει λάθος
κουσούρια βρίσκουνε, το ακυρώνουν.
Λες κι ακυρώνονται ζωή και πάθος.
Τον έρωτά τους λες κι ελαττώνουν
του παλιοσέντονου μήκος και πλάτος.
///
ΤΑ ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΟΣΙΤΣΑ
Ανοιγοκλείνουν τα κεπέγκια όπως της κούκλας
τα ματάκια, που σ’ ανάκλιντρο γερμένη
λες θ’ απολαύσει στα μετάξια στολισμένη
το τσάι, σε πορσελάνινο χειλάκι κούπας.
Αντίσταση καμιά στο χούφτωμα χερούκλας.
Τραβέρσα, σαν ωχρή κοπέλα ξεβαμμένη
-ποιος ξέρει από πού και πώς εδώ φερμένη-
ξεφτίζει σαν ξεμάλλιασμα ωραίας μπούκλας.
Κόσμος περνάει και κοσμάκης και η παρέα
δεν λείπει στα παλιά βιβλία, τα νοτισμένα
με την θλίψη του στρατιώτη στην μοιραία
στολή, που ντύνει τα παλιά και ξεγραμμένα.
Παλιές καρέκλες και οι πεθαμένες προίκες
ρωτούν πού τάχα σ’ έχασες και αν σε βρήκες.
///
ΜΠΙΤ ΠΑΖΑΡ
Από Θεών κι ανθρώπων σέβας στερημένα
τα παλαιοπωλεία της οδού Τοσίτσα
σκυλιά, που ξεψυχούν εγκαταλελειμμένα
πληγές γλείφουν χλωρές μ’ αδύναμη γλωσσίτσα.
Τοσίτσα, Ολύμπου, Γκαρμπολά, εφτά οι εξόδοι
και οι στοές, εφτά φιδάκια πληγωμένα
που ανασαλεύουνε, σαν τα πατάει πόδι
στα σκοτεινά και στα γρηγορονυχτωμένα.
Το Μπιτ Παζάρ των άτυχων και των προσφύγων
σκελετωμένο, μισοζώντανό τους σώμα
να ουρλιάξει προσπαθεί μα στο δικό του επείγον
βοήθεια πουθενά, καμία νοσοκόμα.
Κάποτε μάτι ανοιγότανε και χάδι
τυφλό πια πέφτει, ζαρωμένο ματοκλάδι.
ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ
*
*
*
